Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ - ΑΝΕΜΩΝΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε, να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω, μια μικρή ανεμώνη....


Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ μια μικρή ανεμώνη.
Έτσι ξέχασα να ζήσω.
 


Τάσος Λειβαδίτης

Γερανιώτης Δημήτριος-Κοπέλα σε Αγρό, 1905


Φώτης Αγγουλές  - Οι παπαρούνες

Ένα μπουκέτο παπαρούνες, φτιαγμένες από σύρματα και φλος,
αναστατώσαν την ψυχή μου.
Ο λογισμός ξαστέρωσε ο θολός κι έπεσε φως μεσ' στο κελί μου.
Ένα μπουκέτο πυρκαγιές, ένα μπουκέτο χείλη,
ένα μπουκέτο ροδαμνιές, σε τροπικό ένα δείλι.
Μα πούναι η αγάπη; Πνίγηκε στο μίσος και στο ψέμα
και στο κελί μου φτάνουνε σπαρακτικές κραυγές.
Κι οι παπαρούνες έγιναν ένα μπουκέτο από πληγές
και στάζουν αίμα.



John William Waterhouse - Windflowers

Γεώργιος Βιζυηνός - Η ἀνεμώνη

Ἕνας βράχος στα βουνά
συλλογιέται μοναχός του.
Ἕνα ρυάκι, που περνᾷ,
κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, που ἀνθεῖ
εἰς τον βράχο στηριγμένη,
να νοήσῃ προσπαθεῖ
το τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιο πολύ,
και ξεχνᾷ το στήριγμά της.
Τί τραγούδι να λαλῇ
ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ για μία ἀγκαλιά,
που με πόθον ἀνοιγμένη
στην χρυσήν ακρογιαλιά
μέρα νύχτα τον προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγώ
κείνη που θα τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Και τα ρεῦμα το γοργό
σκύβ᾿ ἡ λουλουδιά να φθάσῃ,
Μά, σαν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δα
το νερό με την ὁρμή του
τα φυλλάκια της μαδᾷ
τα κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, ἄχ! διατί
ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τον βράχο!



Poppies by Martiros Saryan

ΜΑΡΚΑΓΓΕΛΟΣ ΔΑΜΟΥΛΑΚΗΣ - Άνοιξε τα μάτια του μυαλού σου

Οι φθόγγοι της κιθάρας σου
τροχοί στο άρμα σου το λουλουδένιο
έτρεχαν στης πίκρας σου το μένος
βγήκες από το σκοτεινό τούνελ
και συνάντησες κήπους
με άσπρες παπαρούνες.

Άνοιξε τα μάτια του μυαλού σου
κραυγή που κλαίει έγινε ο νου σου
σκοτάδι είναι η εκδίκηση
η συγχώρια είν’ το φως σου.
Ένα βότσαλο σφαιρικό και λείο
μέσα στο χέρι ταίριαξε
είναι το σώμα κι η ψυχή
που η αγάπη ένωσε.


Red Poppies Blue Fog -  by Claire Bull

Κική Δημουλά  - ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θα πρέπει να ἦταν ἄνοιξη
γιατί ἡ μνήμη αὐτή
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.

Ἐκτός ἐάν ἡ νοσταλγία
ἀπό πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τα πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλά μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτό το φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπό μιαν ἄλλην ἱστορία,

δική μου ἢ ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπό φιλοκαλία κι ἔπαρση.




 Claude Monet: Wild Poppies near Argenteuil.

Γιώργος Δροσίνης - Παπαρούνες

Οι παπαρούνες λυγερές
στον κάμπο σαν κοπέλες,
με πράσινα φορέματα
και κόκκινες ομπρέλες. 



Poppy Field, 1890 by Vincent Van Gogh

Οδυσσέας Ελύτης - ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ (1943)

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο

Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος


Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.




Vincent Van Gogh: “Poppies” – 1886

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη  "ΜΑΗ"

Μάη που μας μάγευες στις όχθες του Στρυμόνα
Μάη που μας στεφάνωνες με χαμομήλι και μολόχα
Μάη που μας κούναγες με τον άνεμο στα καραγάτσια
Μάη παιδίσκης έρωτα που έπαιζες κρυφτό στα στάχυα
Μάη που σου ’ πλεκε τα μαλλιά η μάνα στο κατώφλι
Μάη κόκκινα λάβαρα στη Drottninggatan και στο Slottsbacken
Μάη μαύρο άλογο που μάτωσες την πιο αβρή μας παπαρούνα


*Οδός Βασιλίσσης,  κεντρική οδός στην Ουψάλα, όπου γίνεται η εργατική διαδήλωση
*Ο Λόφος του παλατιού, στην Ουψάλα, όπου καταλήγει σε συγκέντρωση η διαδήλωση

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα, Εκδόσεις ΡΩΜΗ, 2020

Πίνακας - Φωτεινή Παππά




Βούλα Καπίρη - ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ


Να τη λοιπόν, η πρώτη παπαρούνα!
Ένα ακόμα μήνυμα, της άνοιξης χαμπέρι,
έφτασε στ' ανθισμένο μας παρτέρι!
Τι χρώμα ωραίο η φωνή της, γελαστή,
την άκουσα από μακριά!
Τρέχω να την καλοδεχτώ, την καμαρώνω από κοντά!
Ένα απαλό αεράκι τη χορεύει,
τόσο γλυκιά, κόκκινη μεσ' στα κίτρινα...
ανάμεσα στις μαργαρίτες ξεχωρίζει !
Κι η μελισσούλα δεν αργεί,
μόλις την είδε .... έρωτας,
θαύμασε τον τρυφερό ανθό
κι έσκυψε τ' άρωμα της να γευτεί,
τον κόκκινο χυμό!
Αχ, το βελούδο της το κόκκινο,
έχει έναν τρόπο στην καρδιά μου να μιλάει,
ίσως να είναι κι ο σταυρός που κουβαλάει,
αυτό το ωραίο μέσα της σημάδι!



Mary Cassatt: Red Poppies – 1880



Ντίνος Σ. Κουμπάτης - Η ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ


Λουλούδια καθώς μάζευα στ΄ απόβραδο τ΄ αργό,

ένα λουλούδι κόκκινο εβρήκα στον αγρό.

Λουλούδι που με αίμα, λες, κάποιος είχε ποτίσει,

και ήταν το ωραιότερο στης χειμωνιάς τη φύση.
Ερώτησα πώς έγινε, τα άλλα τα λουλούδια,
τ΄ άγρια λουλούδια του αγρού, -της φύσης τ΄ αγγελούδια-,
και μούπαν πως το έβαψε ένα μικρό ρυάκι.
που αίμα όμως κύλαγε αντί λευκό νεράκι.
Κι όπως ακούσαν ύστερα, το αίμα είχε τρέξει
καθώς κυλούσε η βροχή, σαν δίχως να προσέξει
παρέσυρε στο διάβα της το αίμα ενός αντρός,
που είχαν σταυρώσει άδικα και λέγονταν Χριστός.


Martiros Sergeevich Saryan Fruits and Flowers, 1957

Thilo Krause - Λάμποντας πάλι

Μια αποικία από παπαρούνες εγκαταστάθηκαν στην ταράτσα
ξετρύπωσαν απ΄τις ρωγμές και άνθισαν
ώσπου τις μάδησε η βροχή.
Κάτω από τα γυμνά μας πόδια
μπήκαν τα πέταλα παντού στο σπίτι –
στο κρεβάτι, πλάι στα έπιπλα και τα ντουλάπια
λες κι είχανε αυτά τα ίδια ανθίσει και κατόπιν μαραθεί.
Άνθινοι ύπεροι διασπαρμένοι·
μαύρα, επίμονα σπόρια, μικρά.

Τα σπρώξαμε ξανά στις ρωγμές
και τα αφήσαμε:
μαύροι ήλιοι, όμως ικανοί
πάλι ν΄αναδυθούν λάμποντας απ’ τη λήθη.
Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης



Gustav Klimt: Poppy Field – 1907

Κλείτος Κύρου - Πίστη

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμαστε όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη.
Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια.
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε
Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας
Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας
Και οι οιμωγές του Χορτιάτη
Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας
Στους αξούριστους άντρες
Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά
Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους
Έτσι
Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος
Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν
Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες
Όμως εμείς ξέραμε καλά
Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη
Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο.



 Σωτήρης Σόρογκας

Τάσος Λειβαδίτης - {μια μικρή ανεμώνη }

το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.

Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,

αλλά εκείνη αρνείται.

«Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,

να παραμερίσω όλη τη λησμονιά

και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,

μια μικρή ανεμώνη.»


Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ

«μια μικρή ανεμώνη.» έτσι ξέχασα να ζήσω.


Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί,

ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.

Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά

και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.

Ήτανε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο

κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.



 Σωτήρης Σόρογκας

Τάσος Λειβαδίτης -Καντάτα – αυτός με την Παλόμα

Πες μου, α, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η άνοιξη, 
τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων, 
οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου ασυλλόγιστα, πού πάτε; 
Σαν ένας γρύλλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο μαγγανοπήγαδο μακριά, 
πλάι στο πηγάδι ο παπούς παίζοντας την κιθάρα του, 
«μακριά, σα θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά», 
ένα κλωνί βασιλικός μες στα χοντρά ρουθούνια του 
να ευωδιάζουν τα πλεμόνια του απ’ τις στερνές ομορφιές της γης, 
πουλιά πετούσαν στα κλαδιά, σα να πηγαίνανε χαρούμενα μηνύματα 
από κόσμο σε κόσμο. Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά και μεγάλα, μακρόσυρτα 
σούρουπα 
με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκεμένα βλέφαρα, 
έκθαμβες ώρες, βαρειές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο 
που έφτανε ως τον πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των μυστικών της ζωής 
που διαπερνούσαν σα ρίγη, πέρα, κει κάτου, κει κάτου, μακριά, 
τους βραδυνούς ορίζοντες. 
(Απόσπασμα από τη συλλογή «Καντάτα», 1960)



Όθων Περβολαράκης: Παπαρούνες – 1918

Χάρης Μελιτάς -Ποτάμι κόκκινο

Οι παπαρούνες
αψηφούν το άρωμα.
Ψηφίζουν χρώμα.


Georgia Ο’ - Keeffe Red Poppy


Aντώνης Μινάρδος - Παπαρούνα

Ωδή στο κόκκινο λουλούδι...

Ένα λουλούδι φύτρωσε μες’ στον ορυμαγδό
το χρώμα του ήταν άλικο , κόκκινο , πορφυρό
μπροστά ήταν σε μάχες μυθικές και αιώνιους πολέμους
το όνομα του μυστικό , μαγεύει εμάς τους έρμους

Ανθίζει μέσα στους αγρούς , άλλα και δίπλα στους σταυρούς
παρέα κάνει στους νεκρούς , μα και σε μας τους ζωντανούς
της Δήμητρας ήταν το ιερό φυτό του ύπνου και του άδη
βελούδινη είναι κι απαλή σαν του μωρού το χάδι

Αυτή τις σταγόνες , μάζεψε από το αίμα του Χριστού
γι ’ αυτό κι οι πιστοί δεν την ξεχνούν τη μέρα του μαγιού
συμβολίζει την αναγέννηση , το πάθος , την ελπίδα
μα και όλους αυτούς που πέθαναν για μια νέα πατρίδα

Ευαίσθητη την είπαν , ταπεινή , συνάμα όμως και σκληρή
γιατί αντέχει τη βροχή , τη μπόρα , το χαλάζι
κι αυτός ο Ήλιος σαν την κοιτάζει , απορεί
πως έχει τέτοια αντοχή και τίποτα δεν την σκιάζει

Aντώνης Μινάρδος
Από τη συλλογή «Φεύγω μακριά» (Ποιήματα 1995-2005)




 Κώστας Σπυριούνης: Στεφάνι με παπαρούνες

Σοφία Δ. Νινιού -Η ανεμώνη που ήταν μόνη

Την ανεμώνη
που ήταν μόνη
συνάντησε ο άνεμος
στο χιόνι

Έπεα ανεμόεντα
πλάνεψαν
την καρδιά της
Άνοιξαν
Τα σέπαλά της

Χάιδεψε τα βλέφαρά της
απαλά
και τα πέταλά της

Στο φύσημά του χόρευαν
τα μεταξωτά της

Μες στου χορού τη ζάλη
άνοιξε το βελούδο της
Την πάγωσε η ανάσα του
κι έγειρε η ανεμώνη

Κι ο άνεμος την άφησε
πεσμένη μόνη
στο χιόνι
να κρυώνει


NeliA AryanA -Anemone in wind


 Κώστας Ουράνης - Vita nuova

Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο,
όπου θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη
μεσ' σ' έναν κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο
και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι.
Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι σαν ένα ρόδο,
που άνθισε κατάμονο μέσα σε πράο χειμώνα
σ' ένα πεζούλι φτωχικό κ' ηλιόφωτο, που να 'χει
ασβεστωμένο τοίχωμα να του κρατάει το χώμα.
Θεέ μου! άσε με να ζω σαν ένα από τα μύρια,
τ' ανώφελα τα έντομα που από το φως μεθάνε
και τη ζωή τους στους ανθούς ανάμεσα περνάνε,
μακριά απ' τον κόσμο μοναχό, σ' ένα λευκό σπιτάκι:
και να 'χω μέσα στην ψυχή μου των γέρων την ειρήνη
και στην καρδιά μου των φτωχών την ένθεη καλοσύνη




Γερανιώτης Δημήτριος-Κόρη με Παπαρούνες, 1948

Κωστής Παλαμάς - Επιστολή......

Να ’ξερες… κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβήσει
ο ήλιος μες στη θάλασσα, στο βράχο ανεβαίνω
και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύση
του Μάη τη γιορτιάτικη κοιτάζω, και προσμένω.
Αλλά του κάμπου οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα.
Και το γλυκάνισο, σπαρτό στ’ αλώνι’ αράδα αράδα,
η πιο χλωρή και πρόσχαρη απ’ όλες πρασινάδα,
κι εκειά τα στάχυα τα ξανθά που όλο τα πειράζει
τ’ αέρι ερωτικότατο κι είναι γεμάτα νάζι,
κι οι παπαρούνες, ωσάν νιες τρελές και ξαναμμένεςμες 
στα ανθισμένα κλήματα, μητέρες προκομμένες,
και οι ελιές οι ταπεινές, μα πλούσιες περίσσια,
κι οι λυγερές καλόγριες, τα μαύρα κυπαρίσσια,
και το βουνό με τις ψηλές χιονόστρωτες κορφές του
κι ο βράχος με τα σχίνα του και τις αλισφασκιές του
κι η λιόκαφτη χωριάτισσα, και το λευκό κοπάδι,
και το χωριό το ήμερο, και τ’ άγριο λαγκάδι,ό
λες αυτές οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα
για να μου δώσουνε σωστή του Μάη την εικόνα·
τώρα δε φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα...

 Marcel Schreur Poppy Field

Κωστής Παλαμάς -Έν άνθος

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο

τον ιερό
έν άνθος φύτρωσε μονάχο
χλωρό χλωρό.

Έν άνθος όμοιο με ανεμώνη
περαστική,αθώρητο σ’ όποιον σιμώνει
στα ύψη εκεί.

Τα μάτια ανοίγοντ’ εκεί πέρα
καθώς βρεθούν,και με τον ξάστερον αιθέρα
σμίγουν, μεθούν.

Εκεί θαμπώνουνε τα μάτια
σκόρπια μπροστά
καμένα λείψανα, κομμάτια
λαχταριστά.

Κι η φαντασία αμέσως βλέπειη μαγική
γυμνή και δίχως καμιά σκέπη
απάνου εκεί

την Ομορφιά, που τρισμεγάλη,παντοτινή,
μέσ’ απ’ το μάρμαρο προβάλλει
και δεν πονεί.

Και κάθεται σε δόξας θρόνο,και δε γελά,δ
εν κλαίει και δεν πλανά, και μόνο
φεγγοβολά!

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο
τον ιερό
ξανοίγω τ’ άνθος το μονάχο
και το ρωτώ:

—Άνθος, που μοιάζεις με ανεμώνη
περαστική,
ποιά μοίρα σ’ έριξε εδώ, μόνη
και φτωχική;
(απόσπασμα)




Edward Munch, Γυναίκα με παπαρούνες. 1919.

Αλκυόνη Παπαδάκη - ΑΝ ΗΤΑΝ ΟΛΑ... ΑΛΛΙΩΣ

Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας…
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει…
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε…
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή!
Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες…
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα… αλλιώς!
Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;” 



Anna Ancher, Νεαρή γυναίκα ανάμεσα σε παπαρούνες. 1890

SYLVIA PLATH - ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ

Παπαρουνίτσες, διαβολικές φλογίτσες
Μήπως δεν βλάφτετε σε τίποτε;

Τρεμοσβήνετε. Δεν μπορώ να σας αγγίξω.
Βάζω τα χέρια μου ανάμεσα στις φλόγες. Δεν καίει.

Και μ¢ εξουθενώνει να σας παρακολουθώ
Έτσι που τρεμοσβήνετε, ζαρωμένο και διάφανο κόκκινο
σαν το δέρμα ενός ουρανίσκου

Ενός ουρανίσκου που τον πήραν τα αίματα.
Βρωμοφουστίτσες!

Υπάρχουν καπνοί που μου απαγορεύονται
Που είναι τα ναρκωτικά σας, οι σιχαμερές σας κάψουλε;

Αχ να μπορούσα να ματώσω ή να κοιμηθώ
Το στόμα μου να παντρευόταν έναν πόνο σαν αυτόν!

Η να μου στάζατε τα ποτά σας, μέσα σε τούτη τη γυάλινη
κάψουλα
να με αποβλακώσουν και να με ησυχάσουν

Αλλά άχρωμα άχρωμα
1962



Daria Petrilli art

Μαρία Πολυδούρη - [ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΑΝΘΙΣΑΝ ΞΑΝΑ...]

Οἱ παπαροῦνες ἄνθισαν ξανά. Στα ἴδια μέρη
τς ἔκοψα γεμίζοντας, ὡς τότε, την ἀγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερό κι᾿ ἂν ἔστηνα καρτέρι
δε σ᾿ εἶδα ξάφνου πλάι μου να προσπερνᾶς και πάλι.

Το Δάσος σιγαλότατο στο λαῦρο μεσημέρι,
τις λεῦκες τις γλυκόλογες με τα γιγάντια κάλλη,
μ᾿ ἀπ᾿ ὅλα το σπιτάκι σου - καημό που μοὔχει φέρει,
τα βρῆκα δίχως σένανε και δίχως ἐλπίδα ἄλλη

Να σε ξαναβρῶ - θἄσωνα να καρτεράω χρόνια.
Κ᾿ ἔκλαψα. Μα θυμήθηκα στερνά που ξεκινοῦσες
με συνοδεία μουσική τα δέντρα και τ᾿ ἀηδόνια

Με τη ματιά νοσταλγικιά στα γύρω που σκορποῦσες
και στην καρδιά μου σ᾿ ἔκλεισα, με σε να χαιρετήσω
ὅλα που μ᾿ ἔκανες ἐσύ να ἰδῶ και ν᾿ ἀγαπήσω.



 Catrin Welz-Stein art

Μαρία Πολυδούρη - Ζωή

Ξεχωριστά μέσ᾿ στἄλλα
δέντρα, δέντρα ὁλοΐσια,
βουβά τα κυπαρίσσια
στο μεσημέρι ντάλα.

Τρελλές, ξελογιασμένες

λεῦκες, τ᾿ ὡραῖο σας γέλιο
εἶνε σαν περιγέλιο
στις νύχτες τς θλιμμένες.

Πεῦκα, κρυφή κατάρα

θρηνεῖ μέσ᾿ στα κλαδιά σας
κι᾿ ἀγγίζει στην καρδιά σας
τοῦ ἡλίου το φῶς λαχτάρα.

Χλωρή στρωμνή στον ἥλιο

οἱ καρυδιές που δίνουν,
οἱ σκιές στις ρίζες στήνουν
το μαῦρο τους βασίλειο.

Οἱ παπαροῦνες λαύρα,

φανταχτερό λουλούδι.
Φεύγει ἡ ζωή τους χνούδι
στην παιχνιδιάραν αὔρα.


Από την ποιητική συλλογή Ξεφάντωμα



Πίνακας - Φωτεινή Παππά 

Νίκος Πουλινάκης - χαϊκού

Παπαρουνίτσα
με αίμα σκηνοθετεί
έριδες γλάρου.

Από την συλλογή με χαϊκού " Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων "


 John William Godward art 

Γιάννης Ρίτσος - Άνοιξε τα παράθυρα 

Άνοιξε τα παράθυρα να δεις το σύμπαν ανθισμένο μ’όλες τις παπαρούνες του αίματός μας, – να μάθεις να χαμογελάς.
Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Να τος ο ήλιος πάνω απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες, πάνω απ’ τους πράσινους αγρούς μες την καρδιά μας. Νιώθω στους ώμους το βαθύ μυρμήγκιασμα καθώς φυτρώνουν όλο πιο νέα και πιο μεγάλα τα φτερά μας.
Ύψωσε τα ματόκλαδα. Αστράφτει ο κόσμος έξω από τη λύπη σου.
Φως και αίμα.
Τραγούδι και σιωπή.
Καλοί μου άνθρωποι πως μπορείτε να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;
Ανοίχτε τα παράθυρα.



John William Godward art 
Γιάννης Ρίτσος — Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

«Χριστέ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ
φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου;
Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’
αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’
ουρανού;
(απόσπασμα)


Illustration by Pierre Mornet

Βασίλης Ρώτας -Παπαρούνα


Πες μου, παπαρούνα μου, αγαπάς τον ήλιο;
Αγαπάω τον ήλιο που φωτάει και λάμπω.

Πες μου, παπαρούνα μου, αγαπάς τον άνεμο;
Αγαπάω τον άνεμο που φυσάει και παίζω.

Πες μου, παπαρούνα μου, αγαπάς το χώμα;
Αγαπάω το χώμα που με γλυκοτρέφει.




Hülya Özdemir art

Γιώργος Σαραντάρης - Σαν παπαρούνες του κάμπου

Σαν παπαρούνες του κάμπου
Όλη τη μέρα παρθένες κλαίγανε

Τρέχαν νερά στη χαράδρα
Που σκεπάζονταν με σύννεφα

Εκεί ο ουρανός γινόταν μουσική
Και παρηγορούσε τις παρθένες

Οι άντρες απ' το βουνό έβλεπαν λουλούδια
Νόμιζαν παράδεισο τη χαράδρα

Το γέλιο τους έσχιζε τον αγέρα
Έφτανε στ' αυτιά των γυναικών

Που εδώ μουσική εκεί χαρά
Εθαύμαζαν την περιπέτεια

Η καρδιά τους πήγαινε στους άντρες
Ο νους τους στα σύννεφα.



Art by Lawrence Alma-Tadema

Γιώργος Σεφέρης — Αφήγηση

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγονταςκανείς δεν ξέρει να πει γιατίκάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπεςσαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσοστην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τουςατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκεςπου γερνούνε δύσκολααυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνεςσαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνεςκαι δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζειδρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γηςμηχανή μιας απέραντης οδύνηςπου κατάντησε να μην έχει σημασία.Άλλοι τον άκουσαν να μιλάμοναχό καθώς περνούσεγια σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνιαγια σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτεςπου δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς.Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνοεικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνουπρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή.Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος και ήσυχοςμονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένασαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένοξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτεσαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσεικαι σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκωτίποτε που να μην το συνηθίσατε·προσκυνώ.

Daria Petrilli art


 Τούμας Τρανστρέμερ - Ανεμώνες 
Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι απ’ τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μέσ’ απ’ το περσινό καφετί θρόισμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξαιτίας του χρώματος. Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα. Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. «Καριέρα» -άσχετο! «Εξουσία» και «δημοσιότητα» -γελοίο! Διοργάνωσαν βέβαια μεγάλη δεξίωση πάνω στη Νινευί, «έκαναν φασαρία και μεγάλο σαματά». Ψηλοτάβανα – πάνω απ’ όλα τα κεφάλια κρέμονταν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι σαν όρνια από γυαλί. Αντί για ένα τέτοιο παραστολισμένο και θορυβώδες αδιέξοδο οι ανεμώνες ανοίγουν ένα μυστικό πέρασμα που βγάζει στην πραγματική γιορτή, όπου επικρατεί νεκρική σιωπή.

[Η ΑΓΡΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ, 1983.]

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.


Thomas Cooper Gotch, Death the Bride, 1894-95


Ρώμος Φιλύρας - Μπόρα Του Μάη

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π' άνοιγαν ματάκια προς το φως.

Και μέσα στο τρισκόταδο δεν έλαμψεν η μέρα
και δεν ακούσαμε γλυκό τραγούδημα πουλιών,
μα να βογγά απόκοσμα τον καταλύτη αγέρα
στα τρίστρατα των λιβαδιών και των περιβολιών.

Και τ' όνειρο μας που 'λεγε να λουλουδίσει τώρα
προσμένοντας τόσο καιρό του Μάη το λαύρο φως,
αλίμονο! η απάντεχη το πρόφτασεν η μπόρα
και σα μπουμπούκι το 'καψεν ο μέγας κεραυνός...

 Vincent Van Gogh'"Poppy Flowers".

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ«ΕΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ»

Ασκητεύω τώρα,
στην Ιερή Μονή του Πόνου,
με ηγουμένη την Αγία Φθορά.
Μεταλαβαίνω την ανάμνησή σου
κι ύστερα αντίδωρο τη θλίψη.
Με το φονικό όργανο της λογικής
που σε σκότωσα γονατίζω
στην ιερή γη του Πάρκου
και κοιτάζω τον ήλιο.

Σκύβει το κεφάλι του μελαγχολικός κι αυτός
μπροστά στο συντριμμένο σου σώμα.
Το προδώσαμε…
Αγαπούσε πολύ την εικόνα μας
εσύ άτεγκτο ευθυτενές άγαλμα
κι εγώ στα πόδια σου
ν’ αγγίζω τα τρυφερά πέταλα της Παπαρούνας
που πότιζα με δάκρυα πόθου στα ριζά σου.
Στη θέση σου τώρα, ένα τριζόνι μοιρολογεί
και κλαίει το φεγγάρι…
Η παπαρούνα έγειρε το μίσχο της,
τα δάκρυά μου περιμένει.
Μόλις σε θάψω, στο πάρκο θα γυρίσω
στην Ιερή Μονή που ίδρυσα του Άγιου Πόνου.

Ν’ ανάβω τα χλωμά μου τα κεριά
σ’ εκείνο το παλιό το μανουάλι
κι απ’ την πληγή μου που αιμορραγεί
η παπαρούνα μας θα ζει…
Ίσως το πούνε ουτοπία οι αξιοπρεπείς
μα ο ευαίσθητοι θα πούνε, τί μαγεία!

Η λευκότητά σου εισχωρούσε
μες στα φυλλώματα των ενστίκτων μου
και έσφιγγα το στήθος μου σφιχτά
μέχρι που να ματώνει.
Φοβόμουν…
Είδωλο της ψυχής μου!
Ναι, φοβόμουν…
Δεν είχα άδικο
δίχως ανταύγειες πλέον, τι λέω…


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ «ΕΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ»

 Nic Joly : “Never Forgotten” 

Το  εμπνεύστηκε από τη γνωστή φωτογραφία δύο αμερικανών στρατιωτών που υψώνουν τη σημαία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το γλυπτό-μινιατούρα παρουσιάστηκε πέρσι σε γκαλερί του Birmingham ως μικρό σύμβολο μιας μεγάλης ιδέας: της παγκόσμιας ειρήνης.

John McCrae - In Flanders Fields

Το ποίημα In Flanders Fields («Στις πεδιάδες της Φλάνδρας») είναι ένα από τα πιο φημισμένα ποιήματα σε αγγλική γλώσσα με θέμα τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Γράφτηκε στις 3 Μαΐου του 1915 από τον καναδό αντισυνταγματάρχη John McCrae, ο οποίος υπηρετούσε ως νοσοκόμος αξιωματικός στο ιατρικό σώμα των Δυνάμεων του Καναδά. Την προηγούμενη ημέρα, ένας φίλος του είχε πέσει στην δεύτερη μάχη της Φλάνδρας κοντά στο Υπρ. Η παπαρούνα έγινε το σύμβολο των πεσόντων.

In Flanders Fields

In Flanders fields the poppies blow
Between the crosses, row on row,
That mark our place; and in the sky
The larks, still bravely singing, fly
Scarce heard amid the guns below.
We are the dead. Short days ago
We lived, felt dawn, saw sunset glow,
Loved, and were loved, and now we lie
In Flanders fields.
Take up our quarrel with the foe:
To you from failing hands we throw
The torch; be yours to hold it high.
If ye break faith with us who die
We shall not sleep, though poppies grow
In Flanders fields

Robert Vonnoh (1858-1933), Παπαρούνες. 1888

Στρατής Μυριβήλης - Η μυστική παπαρούνα 

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.

Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.

Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά μεγάλα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον-καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα-κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρησμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.

Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

— Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουκράζουμαι. Είναι ένα παιδιάστικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό...


 Robert Vonnoch, Λιβάδια με Παπαρούνες στις Φλάνδες-Γαλλία. 1892, 1914.


Rainer Maria Rilke - Παπαρούνες…

Δεν είχε απολύτως κανέναν στον κόσμο, η μικρή Άντγιε. Ήταν ορφανή. Το χωριό είχε επιφορτιστεί με την ανατροφή της. Ανατροφή;

Με το να πάει, δηλαδή, στο σχολείο. Γιατί κατά τ’ άλλα, κανένας δεν νοιαζόταν γι’ αυτήν. Ο χωρικός στο κόκκινο υποστατικό της έδινε φαγητό. Και αν δεν ερχόταν στην ώρα της, τότε είχαν οι παραγιοί μια μπουκιά παραπάνω. Γι’ αυτό και τους καθόταν στο στομάχι, αυτή η μικρή παλιοζητιάνα. Ακόμα κι εξαιτίας αυτής της παραπάνω μπουκιάς.

Μα και με το σχολείο, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Ήξερε να απαντήσει σε κάποια, που ρωτούσε ο δάσκαλος, αν όμως πήγαινε να τα πει, οι άλλοι γελούσαν και εκείνη άρχιζε να κλαίει και οι άλλοι γελούσαν τότε ακόμα πιο πολύ. Εντέλει σταμάτησε να πηγαίνει. Κανείς δεν αναζήτησε τη μικρή.

Τριγύριζε λοιπόν ανεπρόκοπη όλη μέρα; Όχι βέβαια! Από νωρίς καθόταν έξω, στο σύνορο του χωραφιού με τις παπαρούνες, και έπλεκε.

Ναι, αυτό της το ΄χε μάθει η μανούλα. Η φτωχή καλή της μανούλα! Βέβαια, το πλεκτό προχωρούσε αργά με τα μακριά μυτερά βελόνια και τα μικρά αδέξια δάχτυλα. Όμως προχωρούσε. Και στην πραγματικότητα, δεν ήταν μόνη. Γύρω της, στην άκρη του χαντακιού, καθόταν μια ολόκληρη αυλή από κυρίες επί των τιμών, φτιαγμένη από παπαρούνες, οι μικρές κούκλες της. Μεγάλες, αλλά και μικρές. Κατακόκκινες, αλλά και πιο σκούρες. Η πιο ωραία ήταν η βασίλισσα. Καθόταν στον θρόνο της, πάνω σ’ έναν μικρό κοκκώδη βράχο, που γυάλιζε αστράφτοντας στον ήλιο σαν ατόφιο χρυσάφι.

Έτσι ξεχνιόταν και εκείνη λίγο μέσα σε αυτόν τον αριστοκρατικό κύκλο. Η Άντγιε καθόταν εκεί, πολύ σοβαρή, και έλεγε στην βασίλισσα ιστορίες. Ω, βέβαια, ήξερε κάποιες. Για τη Σταχτοπούτα, για νάνους και γίγαντες, για πνεύματα και καλικαντζάρους. Η βασίλισσα άκουγε, και οι κόκκινες κυρίες επί των τιμών έγνεφαν πέρα δώθε με το κεφαλάκι.

Όταν πια τους είχε διηγηθεί αρκετά, έπρεπε οι μικρές κουκλίτσες να χορέψουν μεταξύ τους. Πάντα δυο-δυο. Μόνο η βασίλισσα παρέμενε στο θρόνο της κι επέβλεπε τις σειρές του χορού. Έπειτα, επέστρεφαν πάλι όλες, ολόκληρο το πλήθος των κυριών της αυλής, στις θέσεις τους. Η βασίλισσα όμως ήταν πολύ αυστηρή. Αν κάποια από τις δεσποινίδες επί των τιμών λιποθυμούσε κι έπεφτε, δεν της δινόταν χάρη, έπρεπε να πεθάνει. Τότε η Άντγιε έπιανε την καταδικασμένη και διαπερνούσε το όμορφο άλικο κορμί της με το βελόνι πέρα ως πέρα…
Norman Garstin  Παπαρούνες.
Σήμερα η Άντγιε έπλεκε με μεγαλύτερη επιμέλεια από κάθε άλλη φορά. Σηκώνοντας το βλέμμα από τη δουλειά, αντιλήφθηκε, ότι όχι μόνο οι κυρίες επί των τιμών, αλλά και η βασίλισσα, έδειχναν γερασμένες και εντελώς μαραμένες. Βέβαια, κάθονταν εκεί όλη μέρα και ο ήλιος, που τώρα πια είχε γείρει βαθυπόρφυρος δίσκος επάνω στο μενεξεδί βουνό, σήμερα έκαιγε.

Αχνοφέγγοντας, χαμήλωνε η σιγαλιά του δειλινού, σκεπάζοντας βαριά το ίσιωμα με τις παπαρούνες. Στον αέρα απλωνόταν σιωπή –τόση, που κάποιος θα μπορούσε να ακούσει την καρδιά της Άντγιε να χτυπά, αν δεν ήταν τόσο μικρή, που μόλις ακουγόταν.

Η Άντγιε δεν ήθελε να γυρίσει ακόμα σπίτι. Εδώ ήταν πολύ ωραιότερα, απ’ ό,τι εκεί, στης ξένης αγρότισσας, κάτω από το χαμηλό ταβάνι, που έπεφτε συνέχεια ξύλο. Αχ, και φοβόταν τόσο τις ξυλιές! Η μαμά, ποτέ δεν την είχε χτυπήσει. Ποτέ!

Τα μάτια της μικρής βούρκωσαν. Ένιωσε ξαφνικά τόσο έρημη σ’ αυτόν τον μεγάλο, απέραντο κόσμο. Ένα δάκρυ κύλησε καυτό στα χλωμά, παιδικά μάγουλά της. Δεν είχε τίποτ’ άλλο, μόνο αυτές τις μικρές κούκλες!

Τώρα, σκέφτηκε να κόψει καινούργιες, όμορφες, δροσερές. Θα τις άπλωνε πάλι μπροστά της και θα τους έλεγε παραμύθια. Δεν έκλαιγε πια. Καθώς μάζευε τις παλιές κυρίες επί των τιμών, έφεξε μάλιστα για μια στιγμή κι ένα χαμόγελο στα παιδικά της χείλη.

Άρπαξε την κάλτσα που έπλεκε στο αριστερό, ενώ στο δεξί κρατούσε τις μαραμένες παπαρούνες. Έτσι προχώρησε βαθιά μες στο χωράφι, εκεί που άνθιζαν οι ωραιότερες και οι πιο μεγάλες.

«Αυτή θα γίνει βασίλισσα!», φώναξε όλο χαρά και έσκυψε να κόψει το μεγάλο λουλούδι.

Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω της κατσάδιασμα και φωνές. Ο νεαρός, που είχε στη φύλαξη του το χωράφι, ερχόταν προς το μέρος της στριφογυρνώντας στον αέρα μια μακριά βέργα. Η Άντγιε έβγαλε μια κραυγή, έφυγε γρήγορα μπροστά και έτρεξε όσο μπορούσε βαθύτερα μες στο χωράφι. Πίσω της άκουγε τα βήματα του φύλακα όλο και πιο κοντά.

Έτρεχε, έτρεχε. Τα μάγουλα της ήταν κατακόκκινα. Αγκομαχούσε από τον αγώνα και το φόβο. Στο αριστερό έσφιγγε ακόμα με λύσσα την κάλτσα, στο δεξί κρατούσε τις παπαρούνες.

Τώρα ο νεαρός ήταν πολύ κοντά.

Συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της φέρνοντας τα χέρια στο στήθος. Ξαφνικά σκόνταψε σε ένα σβώλο χώμα. Έπεσε. Ακούστηκε μια κραυγή.

Έμεινε ασάλευτη.

Με μια βρισιά ο φύλακας έσκυψε από πάνω της. Έπιασε άγαρμπα το μπράτσο της μικρής και σήκωσε το ραβδί. Μα αιφνίδια, το άφησε πάλι να πέσει.

Εκεί, πάνω από τα λουλούδια και το χέρι του παιδιού, έσταζε κάτι κόκκινο… γύρισε ανάσκελα το μικρό σώμα. Το κορίτσι δεν έδειχνε σημεία ζωής. Κάτω απ΄την ξεπλυμένη φτωχική ποδιά ανάβλυζε αίμα στο στήθος της.

Το βελόνι είχε φτάσει στην καρδιά. Τα γαλανά παιδικά μάτια είχαν μείνει ανοικτά. Στα χείλη της απλώνονταν ακόμα μια σκιά αγωνίας και τρόμου.

Η μικρή Άντγιε ήταν νεκρή.

Οι πολύχρωμες όμως παπαρούνες ολόγυρα, έγερναν πάνω από την μικρή τους φίλη και της σιγοψιθύριζαν στην αύρα του δειλινού…
(Μohn, 1895)
Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Daniel Ridgway Knight, Κοπέλλα που μαζεύει παπαρούνες. 1898.

Ο Μύθος Της Ανεμώνης.

Το όνομα του λουλουδιού συνδέεται με τον αρχαίο ερωτικό μύθο του Άδωνι και της Αφροδίτης. Ο μύθος είναι πολύ γνωστός. Ενέπνευσε μάλιστα και μεγάλους ποιητές όπως ο Οβίδιος και αρκετά αργότερα ο Σαίξπηρ να γράψουν ύμνους σ' αυτόν τον έρωτα. 
Εμείς θα αναφερθούμε στο σημείο εκείνο του μύθου που έχει σχέση με το λουλούδι. Σύμφωνα με το μύθο λοιπόν ο Άδωνις βγήκε για κυνήγι στο δάσος.
Εκεί όμως τον παραφύλαγε ο θεός Άρης ο προηγούμενος εραστής της Αφροδίτης που ζήλευε τον Άδωνι αφού η Αφροδίτη τον παράτησε για τα μάτια του ωραίου νέου. 
Ο Άρης μεταμορφώθηκε σε άγριο κάπρο, επιτέθηκε στον Άδωνι και τον πλήγωσε θανάσιμα. Η Αφροδίτη άκουσε τα βογκητά του Άδωνι και έσπευσε να τον βρει. Όμως ήταν πια αργά.
Απαρηγόρητη η Αφροδίτη πήρε στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του αγαπημένου της και όπως λέγεται ράντισε με νέκταρ την πληγή. Και από το μείγμα που έκαναν το νέκταρ με το αίμα ξεπήδησε ένα όμορφο λουλούδι. Μόνο που η ζωή αυτού του λουλουδιού κρατάει λίγο.
Όταν ο άνεμος φυσάει κάνει τα μπουμπούκια του φυτού να ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά. Έτσι το λουλούδι αυτό ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του.

Léon Giran-Max (1867-1927), Γυναίκα που κρατά καλάθι με παπαρούνες. 

Γιατί οι παπαρούνες έγιναν σύμβολο μνήμης των νεκρών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το συγκινητικό ποίημα του νοσοκόμου που έχασε τον συμπολεμιστή του. 


Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο «Μεγάλος Πόλεμος», όπως έμεινε στην ιστορία, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη γενικευμένη σύρραξη κρατών. Σε γεωπολιτικό και κοινωνικό επίπεδο προκάλεσε τεράστιες συνέπειες που καθόρισαν την ανθρωπότητα τα επόμενα χρόνια. Η έναρξη του πολέμου έγινε στις 28 Ιουνίου του 1914, με αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου. Στις 11 Νοεμβρίου 1918 και ώρα 11 π.μ., ο πόλεμος έληξε επίσημα μετά από 52 μήνες αιματοχυσίας, κατά την οποία σχεδόν 19 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.


Paul Cummins & Tom Piper: Weeping window 


Το ποίημα του Καναδού αντισυνταγματάρχη για τον θάνατο συμπολεμιστή του 


Η επέτειος του τέλους των εχθροπραξιών έμεινε γνωστή ως «Ημέρα της Μνήμης», ήταν αφιερωμένη στους πεσόντες του πολέμου. Σύμβολο της θυσίας τόσο των στρατιωτών και του ιατρικού προσωπικού, αλλά και των πολιτών που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο έγινε η παπαρούνα. 

Η ιδέα προήλθε από το ποίημα του Καναδού Τζον Μάκρι, ο οποίος υπηρέτησε στον πόλεμο ως νοσοκόμος αξιωματικός. Ο Μάκρι έγραψε το ποίημα «Στις πεδιάδες της Φλάνδρας» στις 3 Μαΐου 1915 προς τιμήν του συμμαχητή και φίλου του, Αλέξις Χέλμερ, που σκοτώθηκε στη μάχη του Υπρ. Παρατήρησε ότι οι παπαρούνες ήταν το μοναδικό λουλούδι που φύτρωνε στα κατεστραμμένα από τα χημικά και τις οβίδες πεδία μάχης, αλλά και ανάμεσα στους τάφους της Φλάνδρας του Βελγίου. Επίσης, το κόκκινο χρώμα της παπαρούνας συμβόλιζε το αίμα που χύθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Στις πεδιάδες τις Φλάνδρας, παπαρούνες ανθίζουν 

Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά, 
Την δικά μας θέση έτσι θυμίζουν. 
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας, 
αψηφούν των όπλων την κλαγγή σπάνια
 κελαηδίσματα τραγουδώντας.
Είμαστε οι νεκροί. 
Πριν λίγες μέρες, ζήσαμε, 
νιώσαμε την αυγή και είδαμε την ομορφιά της δύσης. 
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, 
και τώρα κειτόμαστε στις πεδιάδες τις Φλάνδρας.
Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό. 
Σε σένα τ’ αδύναμά μας χέρια παραδίδουν τον πυρσό. 
Κάνε τον δικό σου, κράτα τον ψηλά. 
Και αν η πίστη σου καμφθεί για μας που ‘χουμε πεθάνει 
δεν θα κοιμηθούμε ποτέ, 
όσο φυτρώνουν παπαρούνες στις πεδιάδες της Φλάνδρας. 

Μαρία Κουτούση - Παπαρούνες μου με σμάλτο σε πορσελάνη. 


 Η «Ημέρα Μνήμης» 

Η 11η Νοεμβρίου στις αγγλοσαξονικές χώρες έχει καθιερωθεί ως «Ημέρα Μνήμης» Μετά το τέλος του πολέμου, η Αμερικανή καθηγήτρια Μόινα Μπελ Μίκαελ, διάβασε το ποίημα του ΜακΚρι που ήδη αποτελούσε ένα από τα πιο φημισμένα ποιήματα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Έντονα επηρεασμένη από τις «Πεδιάδες της Φλάνδρας» είχε την έμπνευση να πουλήσει μεταξωτές παπαρούνες για την οικονομική ενίσχυση των βετεράνων του Μεγάλου Πολέμου. Το ίδιο έκανε και η γαλλίδα Μαντάμ Γκερίν, η οποία πουλούσε χειροποίητες παπαρούνες στο Παρίσι για την ενίσχυση των παιδιών που ζούσαν στις πληγείσες από τον πόλεμο περιοχές. Η ιδέα της Μίκαελ είχε τεράστια απήχηση και από το 1922 λειτούργησε στο Λονδίνο το «Poppy Factory», όπου μέχρι σήμερα κατασκευάζονται περίπου 36 εκατομμύρια αναμνηστικές παπαρούνες. Στο «εργοστάσιο παπαρούνας» απασχολούνται κυρίως άτομα με αναπηρία που δυσκολεύονται να ενταχθούν στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Τα χρήματα από τις παπαρούνες πηγαίνουν στη Βασιλική Βρετανική Λεγεώνα, επίσημη φιλανθρωπική οργάνωση για στρατιωτικούς και βετεράνους. Στη Βρετανία και στις υπόλοιπες αγγλοσαξονικές χώρες συνηθίζεται την 11η Νοεμβρίου οι πολίτες να φοράνε μια χάρτινη παπαρούνα στο πέτο τους ως φόρο τιμής στους νεκρούς τόσο του Πρώτου όσο και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γαλλία και το Βέλγιο η επέτειος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στα εδάφη των δύο χωρών έγιναν οι πιο αιματηρές μάχες. 

Στην Ελλάδα, ο Στρατής Μυριβήλης έκανε αναφορά στο λουλούδι στο αντιπολεμικό βιβλίο του «Ζωή εν Τάφω». 

«Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ‘ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ‘βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση»....

 https://www.mixanitouxronou.gr/






Robert Vonnoh, Λιβάδια με παπαρούνες στη Γαλλία. 1888.


Η παπαρούνα μέσα από μύθους και ιστορίες 


Κι ως γέρνει δίπλα το κεφάλι της στον κήπο η παπαρούνα,

που την εβάρυνε η ανοιξιάτικη δροσιά για κι ο καρπός της,

και το κεφάλι του όμοια απόγειρε, βαρύ απ᾿ το κράνος, δίπλα.
(Ομήρου Ιλιάδα Θ΄ 306) 

H παπαρούνα, αυτό το ντελικάτο άνθος που σηματοδοτεί τον ερχομό της άνοιξης παίζει κρυφτό μέσα στους αγρούς μαζί με τα άλλα αγριολούλουδα. Με το πρώτο φύσημα του αέρα φυλλορροεί, μα η ομορφιά της δεν χάνεται. Αντίθετα, η παπαρούνα είναι από τα λίγα φυτά που διαδραμάτισε έναν τόσο σημαντικό ρόλο στη θρησκεία, στη μυθολογία, στην πολιτική και στην ιατρική. Αυτό το λουλούδι έχει μαγέψει λογοτέχνες και ποιητές και βοήθησε τους γιατρούς να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους, εδώ και αιώνες. 

Υπάρχουν περί τα 100 είδη παπαρούνας στον κόσμο. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτοφυή γύρω στα δώδεκα είδη, τα οποία είναι γνωστά με το κοινό όνομα παπαρούνα. Μεταξύ αυτών, τα πιο γνωστά είναι:

- Η Μήκων η ροιάς (Papaver-Rhoea) γνωστή με το κοινό όνομα: παπαρούνα, κόκκινη παπαρούνα ή κουτσουνάδα (Κρήτη). Η ονομασία ροιάς οφείλεται στο γεγονός ότι φυλλορροούν και πέφτουν πολύ εύκολα τα πέταλά τους και είναι το πιο γνωστό είδος στην Ελλάδα, η κοινή παπαρούνα των αγρών, και

- Η Μήκων η υπνοφόρος (Papaver-somniferum), γνωστή με τα κοινά ονόματα: αφιόνι, μπλε ή πορφυρόχρωμη παπαρούνα, από την οποία παράγεται η μορφίνη (Morphium).

Είναι φυτά καλλωπιστικά ή φαρμακευτικά, καθώς περιέχουν γαλακτώδη χυμό, πλούσιο σε αλκαλοειδή και με ναρκωτική δράση.

Η Μήκων η ροιάς (Papaver rhoeas), ανήκει στο γένος Παπάβερ (Papaver) και ανθίζει την άνοιξη (Απρίλιο - Μάιο). Απαντάται σε ακαλλιέργητους αγρούς, ακόμα και στις άκρες των δρόμων και αγαπά τον ήλιο και τα γόνιμα υγρά εδάφη. Είναι μονοετής πόα, και εκτός από την Ελλάδα φύεται και σε άλλες παραμεσόγειες χώρες. Ο βλαστός της είναι όρθιος, λεπτός και κοίλος εσωτερικά. Τα φύλλα της είναι μετρίου μεγέθους, επιμήκη, σε χρώμα ανοικτό πράσινο.

 Anemones – Pierre-Auguste Renoir

Χαρακτηριστικός είναι ο ύπερός της, που τον περιβάλλουν πολυάριθμοι στήμονες, με μικρούς, γκριζωπούς προς το ιώδες ανθήρες. Η ωοθήκη, αφού ωριμάσει, μετασχηματίζεται σε κάψα γεμάτη πολυάριθμους, μικροσκοπικούς, σκουρόχρωμους σπόρους. 

Η Μήκων η ροιάς είναι εδώδιμη, οι νεαροί και τρυφεροί βλαστοί της και τα φύλλα μαγειρεύονται. Γίνονται λαδερά, μόνα ή με άλλα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή χορτόπιτας. 

Οι δε σπόροι του φυτού χρησιμοποιούνται σε αρτοσκευάσματα και γλυκά αντί σησαμιού και είναι πολύ αρωματικά. Στο πέμπτο βιβλίο του ο Αθήναιος αναφέρει τους «μακωνίδες άρτους», δηλαδή ψωμάκια εμπλουτισμένα με τα μικρά σποράκια από τις κόκκινες παπαρούνες. Τα αποξηραμένα άνθη της κοινής παπαρούνας είναι ελαφρώς καταπραϋντικά και δρουν ως αποχρεμπτικά σε αφεψήματα.

Το όνομά της, όμορφο όσο και η ίδια, λένε πως προέρχεται από την κελτική λέξη παπά, που σημαίνει τροφή για μωρά, και φανερώνει τη συνήθεια των Κελτών (οι Κέλτες ήταν πολεμικός λαός, ο οποίος από το 1000 π.Χ. άρχισε να εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη) να ανακατεύουν χυμό παπαρούνας στις κρέμες των μωρών, σαν φάρμακο για τις παιδικές αρρώστιες.

Εκτός από τον Όμηρο, έχουμε αναφορές και από άλλους αρχαίους συγγραφείς. Ο Θεόφραστος στο «Περί φυτών ιστορίας» γράφει: 

«Έχει δε και η των δένδρων αυτών υγρότης, ώσπερ ελέχθη, διάφορα είδη, η μεν γαρ εστιν οπώδης, ώσπερ η της συκής και της μήκωνος» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1,12,2).

Είναι γνωστό ότι ο Ιπποκράτης γνώριζε τις ναρκωτικές ιδιότητες του χυμού και οι μαθητές του χρησιμοποιούσαν τόσο την κάψα, όσο και τον χυμό πολλών ειδών παπαρούνας.

Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, δίνει λεπτομερείς ενδείξεις για την παρασκευή του οπίου, όπως και τις αντενδείξεις αυτού του δαπανηρού φαρμάκου. Συνθλίβει την κεφαλή και τα φύλλα, τα πιέζει μέσα σε ένα γουδί, τα πολτοποιεί και στη συνέχεια με τον πολτό κάνει χάπια. Κατ’ αυτόν, ένα χάπι μεγέθους ενός μπιζελιού μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο, να φέρει ύπνο, να ηρεμήσει κοιλιακούς πόνους, αλλά ασφαλώς η υπερβολική χρήση προκαλεί υπνηλία ακόμα και θάνατο.

Σε αντίθεση με τη ροιά, η Μήκων η υπνοφόρος δεν είναι καθόλου αθώα. Είναι το είδος της παπαρούνας από το οποίο παρασκευάζεται το όπιο, πηγή πολλών ναρκωτικών, συμπεριλαμβανομένης της μορφίνης.

Τα άνθη της υπνοφόρου έχουν 4 πέταλα λευκού, κόκκινου ή μωβ χρώματος με μαύρα στίγματα στη βάση τους. Ο καρπός της είναι πολύσπερμη κάψα. Οι παπαρουνόσποροι, που δεν έχουν υπνωτικές ιδιότητες, χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων ως μπαχαρικό και ως ζωοτροφή, αλλά και στην παραγωγή παπαρουνέλαιου. Από τους αρχαίους χρόνους οι σπόροι της χρησιμοποιούνταν ως μπαχαρικό. Τέτοιοι σπόροι βρέθηκαν και σε ανασκαφές που έγιναν σε παραλίμνιους οικισμούς στην Ελβετία.

 Claude Monet / Anemones in Pot, 1885


Η παπαρούνα πρωταγωνιστεί σε μύθους και λαϊκές δοξασίες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στην ελληνική μυθολογία, ήταν το ιερό φυτό της θεάς Δήμητρας και ήταν σημάδι γονιμότητας. Σύμφωνα με τον μύθο, η Δήμητρα ερωτεύτηκε τον Αθηναίο Μήκωνα και τον μεταμόρφωσε σε παπαρούνα, το ιερό φυτό της θεάς. Σαν λουλούδι και παράσιτο των σιτηρών συμβόλιζε την παρουσία της Δήμητρας ανάμεσά τους. Με παπαρούνες στόλιζαν τα αγάλματα της θεάς οι συμμετέχοντες στα Ελευσίνια Μυστήρια και παπαρούνες κρατούσε στα χέρια της η θεά, όταν πήρε τη μορφή της θνητής Νικίππης. 

«…Η Δήμητρα αιστάνθηκε ότι πονάει το ιερό το δέντρο
κι είπε οργισμένη: «Ποιος μου κόβει τα καλά δέντρα;»
Έλαβε αμέσως της Νικίππης τη μορφή, που ιέρεια οι πολίτες
δημόσια την ορίσανε, κι αφού πήρε στα χέρια
στεφάνια, παπαρούνες και στον ώμο κρέμασε κλειδί,
είπε, να μαλακώσει τον κακό κι αναίσχυντο άντρα:
«Παιδί μου, που τα δέντρα κόβεις τ’ αφιερωμένα στους θεούς,
παιδί μου ησύχασε, αγαπημένο τέκνο στους γονείς σου,
πάψε, και τους βοηθούς σου απότρεψε μην κι οργιστεί
η Δήμητρα η Σεβάσμια, τον ιερό της τόπο που ξεκάνεις». 

(Καλλίμαχος, Ύμν. Στη Δήμητρα 6.31-49)

Εκτός από τη Δήμητρα, και οι γιοι του Άδη, Ύπνος και Θάνατος συνδέονται με τις παπαρούνες και απεικονίζονται να τις κρατούν ή να είναι στεφανωμένοι με αυτές, προφανώς λόγω των ιδιοτήτων των διαφόρων ειδών παπαρούνας που φέρνουν από ύπνο μέχρι θάνατο.

Ένας άλλος μύθος μας αναφέρει πως η Αφροδίτη, για να τιμωρήσει τη Σμύρνα, επειδή καυχήθηκε πως είναι ομορφότερή της, την έκανε να νιώσει παράφορο έρωτα για τον πατέρα της και να ενωθεί μαζί του. H Σμύρνα, όταν κατάλαβε το θανάσιμο αμάρτημά της, έτρεξε στο δάσος να κρυφτεί. Η θεά τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, τη γνωστή Μυρσίνη. Αργότερα, από τον φλοιό του δέντρου γεννήθηκε ο Άδωνις. Η Αφροδίτη γοητεύθηκε από την ομορφιά του βρέφους και για να το προφυλάξει το έδωσε στην Περσεφόνη, να το μεγαλώσει στο σκοτεινό της βασίλειο. Όταν ο Άδωνις μεγάλωσε, έγινε ένας πανέμορφος άντρας με ωραίο κορμί και θεϊκή όψη. Η Περσεφόνη τον ερωτεύτηκε παράφορα κι αρνήθηκε να τον δώσει πίσω στην Αφροδίτη. Οι δύο θεές άρχισαν να μαλώνουν και να χτυπιούνται, αλλά καμιά δεν μπορούσε να υπερισχύσει.

Ο Δίας έλυσε τη διαφορά τους, αποφασίζοντας πως ο Άδωνις θα περνούσε το ένα τρίτο του χρόνου δίπλα στην Αφροδίτη, το άλλο ένα τρίτο δίπλα στην Περσεφόνη και το υπόλοιπο τρίτο όπου αυτός ήθελε. Έτσι, ζούσε πάντοτε τέσσερις μήνες στον Κάτω Κόσμο και οκτώ με την Αφροδίτη, γιατί η Αφροδίτη χρησιμοποιώντας τη μαγική της ζώνη, κατάφερε να της αφιερώσει την επιλογή του. Κάθε φορά που ερχόταν η εποχή να εγκαταλείψει τον Άδη και ν’ ανέβει πάνω στη γη, η φύση ολόκληρη τον υποδεχόταν με χαρά. Τα χωράφια γίνονταν καταπράσινα, τα λουλούδια και τα δέντρα άνθιζαν και ένα υπέροχο άρωμα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Η Αφροδίτη εγκατέλειπε το θεϊκό της παλάτι στον Όλυμπο και ζούσε με τον νεαρό αγαπημένο της μέσα στα βουνά και τα δάση.

Ο Άδωνις έγινε κυνηγός και συνοδός του στο κυνήγι ήταν συνήθως η Αφροδίτη. Τυφλωμένος από πάθος και ζήλεια ο πολεμοχαρής Άρης, για τον έρωτα της Αφροδίτης και του Αδώνιδος, μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και τον σκότωσε. Τα δάκρυα της θεάς Αφροδίτης αναμείχθηκαν με το αίμα του νεκρού Αδώνιδος. Παπαρούνες φύτρωσαν εκεί που χύθηκαν τα δάκρυα και τα τριαντάφυλλα, που μέχρι τότε ήταν ολόλευκα, βάφτηκαν κατακόκκινα από το αίμα του.

Πεθαίνει ο όμορφος Άδωνις, κυθέρεια, τι να κάνουμε;
Κορίτσια στηθοδέρνεστε και σχίστε τα ρούχα σας.
(Σαπφώ, 6ος αι.π.Χ.) 

 Ειδώλιο θεάς με στεφάνι με κάλυκες μήκωνος

Από τη μινωική περίοδο έχουμε ευρήματα ειδωλίων που παριστάνουν την ονομαζόμενη «θεά των μηκώνων» που πήρε το όνομα από το στέμμα που φέρει στο κεφάλι, διακοσμημένο με κάψες παπαρούνας και λέγεται ότι εκπροσωπούσε μια θεότητα υγείας ή γονιμότητας.

Σχετικά με τη ναρκωτική χρήση του φυτού μας παραδίδει η μυθολογία ότι όταν ο Άδης απήγαγε την Περσεφόνη, η Δήμητρα για ν’ απαλύνει τη θλίψη της κόρης της, της έδωσε υπνωτικό χυμό παπαρούνας.

Ακόμα η ωραία Ελένη δίνει ένα ποτό που ονομάζεται νηπενθές στον Τηλέμαχο και τους συντρόφους του στην Τροία, το οποίο τους προκαλεί ευεξία για να τους κάνει να λησμονήσουν τη θλίψη τους για την απώλεια της μάχης. Προφανώς πρόκειται για τον χυμό της παπαρούνας.

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι πίστευαν ότι η παπαρούνα μπορούσε να θεραπεύσει μια πληγωμένη από έρωτα καρδιά, για αυτόν τον λόγο τη χρησιμοποιούσαν στην άσκηση μαγικών πρακτικών, ενώ στα τραπέζια τους παρουσίαζαν εκλεκτές πίτες από μέλι, αλεύρι και σπόρους παπαρούνας.

Οι Αιγύπτιοι τοποθετούσαν παπαρούνες στα νεκροταφεία και στις κηδείες, ίσως γιατί το κόκκινο χρώμα τους είναι όμοιο με εκείνο του αίματος.

Στη μυθολογία της Ανατολής η παπαρούνα γεννήθηκε από τα βλέφαρα του Βούδα όταν κάποτε, εκεί που έκλειναν τα μάτια του από τη νύστα, θέλησε να αντισταθεί στον ύπνο.

Αν πας πάντως στην Κίνα, θα διαπιστώσεις ότι η παπαρούνα έχει μια ρομαντική έννοια για τους λάτρεις της. Σημαίνει την πραγματική αφοσίωση και την πίστη μεταξύ των εραστών. Αυτή η έννοια ξεπήδησε από ένα κινεζικό μύθο όπου λέγεται ότι μια όμορφη και θαρραλέα γυναίκα, η Lady Yee, ήταν παντρεμένη με τον Hsiang Yu, ένα πολεμιστή με τιτάνια δύναμη. Όταν ο Hsiang οδήγησε τα στρατεύματά του στη μάχη, η LadyYee επέλεξε να τον ακολουθήσει και να σταθεί στο πλευρό του σε κάθε μάχη. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, μιας μεγάλης και επίπονης μάχης, ο στρατός του Hsiang περικυκλώθηκε και η ήττα ήταν αναμενόμενη. Εκεί η Lady Yee προσπάθησε να αυξήσει τις αντοχές του, χορεύοντας με το σπαθί του. Τα πέταλα του λουλουδιού της παπαρούνας αντανακλούν το πνεύμα της, όπως αυτή χορεύει στον άνεμο με το σπαθί. Όταν αυτή η προσπάθεια απέτυχε, η Lady Yee αυτοκτόνησε. Ένα σύμπλεγμα από παπαρούνες ξεφύτρωσαν σε πλήρη άνθιση δίπλα στον τάφο της.

Στη χριστιανική παράδοση, έχει δοθεί άλλο νόημα, καθώς υποστηρίζεται ότι η γερτή της στάση εκπροσωπεί τη χριστιανική πίστη που ξεκουράζεται εν αναμονή του ερχομού της Ανάστασης. Η συσχέτιση αυτή φαίνεται στη δοξασία, ότι η παπαρούνα φύτρωσε κάτω από τον σταυρό του Χριστού στο Γολγοθά και δέχτηκε τις σταγόνες από το αίμα του Εσταυρωμένου ανάμεσα στα πέταλά της, σταγόνες που της χάρισαν το άλικο χρώμα της.

Ερχόμενοι στις μέρες μας, η παπαρούνα χρησιμοποιείται επίσης συχνά ως σύμβολο για τον θάνατο, για ορισμένους λόγους. Για τους βετεράνους του πολέμου, φοριέται καρφιτσωμένη σε σακάκια, καπέλα και τσάντες, για να τιμήσουν τους νεκρούς τους στις 11 Νοέμβριου (Λήξη Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου-Μέρα Μνήμης), οι οποίοι διακινδύνευσαν τη ζωή τους με γενναιότητα στο πεδίο της μάχης. Αυτό προήλθε μετά το τέλος του 1ου Παγκόσμιου Πόλεμου, γιατί οι παπαρούνες φύτρωσαν στα πεδία της μάχης στη Φλαμανδία (πιστεύεται ότι το αίμα των στρατιωτών είχε προκαλέσει τις κόκκινες παπαρούνες να ανθίσουν και μερικοί το πήραν σαν σημάδι ότι τελικά ο πόλεμος έχει τελειώσει).

Αυτό το τόσο μικρό και λεπτεπίλεπτο λουλουδάκι έδωσε έμπνευση σε όλους τους καλλιτέχνες και ήταν η αφορμή να πλάσει ο άνθρωπος μύθους όμορφους γύρω από αυτό. Τα πέταλα και το κατακόκκινο χρώμα του είναι γεμάτα συμβολισμούς που στους περισσοτέρους από μας είναι αγνώστους. Γι’ αυτό όταν ξεχυθείτε στους αγρούς, απολαύστε την ομορφιά της παπαρούνας, αλλά να μη ξεχάσετε πως πίσω από αυτό το «αθώο» λουλουδάκι κρύβονται ισχυρές δυνάμεις.

«Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο, οπού θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη μες σ’ έναν κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι.»
Κώστας Ουράνης

 Henri Matisse Aνανάς και ανεμώνες, 1940. 


ΜΟΥΣΙΚΗ 

Παπαρούνα

Στίχοι: Αττίκ Μουσική: Αττίκ


Την πρωτόειδε μ' ολοκόκκινα ντυμένη καλλιτέχνης με κεφάλι αυτός ψαρό κοριτσάκι αυτή μικρό να μαζεύει ζωηρό παπαρούνες σε κάποιο αγρό. Οι διαβάτες την κοιτούσαν μαγεμένοι και περνούσαν μ' ένα βήμα σιγανό μ' αυτός μέσ' το δειλινό είπε μ' ύφος ταπεινό στο λουλούδι το ζωντανό: Παπαρούνα χαρωπή οι διαβάτες που διαβαίνουν σ' αγαπούνε μα σωπαίνουν και κανένας δε θα σου πει, Παπαρούνα φλογερή, παπαρούνα ζηλεμένη ο διαβάτης που προσμένει, άλλην δε ζητά να βρη. Δεν τον άκουσε η δροσάτη παπαρούνα εμεγάλωσε και πίστεψε πολλά λόγια ενός απατηλά, ύστερ' άλλου πιο τρελά κατρακύλησε χαμηλά. Ξεπεσμένη στου θεάτρου τη φουρτούνα κει που χόρευ' ένα βράδυ στη σκηνή σάμπως άκουσε βραχνή να της λέει μια φωνή απ' τη σάλα τη σκοτεινή. Παπαρούνα σκυθρωπή, οι διαβάτες που διαβήκαν σ' αγαπήσαν μα σ' αφήκαν βουτηγμένη μεσ'τη ντροπή. Παπαρούνα σκυθρωπή, παπαρούνα μαραμένη ο διαβάτης που προσμένει άλλην δε ζητά να βρει

Pierre Auguste Renoir Anemones, 1909


Παπαρούνα κόκκινη - παραδοσιακό τραγούδι σε διασκευή Γιώργου Γεωργιάδη

Παπαρούνα κόκκινη κι άλλη κατακόκκινη δάνεισέ μου τ΄άνθη σου τ΄ανθοκοκκινάδι σου. Να λουστώ να χτενιστώ στο γυαλό να κατεβώ να μαράνω δυο αδερφούς δώδεκα αδερφοποιτούς


Nalyssa Green - Παπαρούνα

Μουσική, στίχοι: Nalyssa Green

Στίχοι: μ’αρέσει να κρατάω τη φωτιά πολύ κοντά στο πρόσωπό μου σκυλιά μαζεύτηκαν κι απόψε γαυγίζουνε το θάνατό μου θα κόψω μία παπαρούνα να την κοιτάζω να πεθαίνει θα την καπνίσω και θα νιώσω κόκκινο μέσα μου να μπαίνει φυσάω σύννεφα γαλάζια φτιάχνω δικό μου ουρανό γι' αυτό δεν έφυγα ποτέ μου για πάντα έμεινα εδώ υπάρχουν τέτοιες ιστορίες που ο χρόνος λες πως σταματά νερό να μην ξεχνάς να πίνεις κάτι βαθιά σου να κυλά

 Oriental Poppies, Georgia O’Keeffe (1928)



Παιδική Χορωδία Σπύρου Λάμπρου - Παπαρούνα 

Μουσική - Στίχοι: Αγνώστου Άλμπουμ: "Τραγουδάκια Για Την άνοιξη" Στίχοι: Παπαρούνα στο λιβάδι από το πρωί ως το βράδυ Καμαρώνει αργοσαλεύει, πιο ψηλά να πάει γυρεύει Να της δουν τα τόσα κάλλη άνθρωποι και τόποι άλλοι. Τραλαλα… Από της φωτιάς τη φλόγα κι απ’ του σταφυλιού τη ρώγα Από την αυγή τα’ Απρίλη κι απ’ της κοπελιάς τα χείλη Πήρε χρώμα , πήρε κάλλη , δείτε την μικροί μεγάλοι. Τραλαλα… Βάφει κόκκινα τα πλάγια και στους κάμπους σπέρνει μάγια, Κόκκινο σκουφάκι βάζει , πρώτη τη Λαμπρή γιορτάζει Και της χαίρονται τα κάλλη γέροι, νιοι , μικροί , μεγάλοι. Τραλαλα…

Poppies In Tuscany is a painting by Pol Ledent



ΑΝΕΜΩΝΑ-ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ

Στίχοι: Καλδάρας Απόστολος Στης καρδιάς μου τον χειμώνα φύτρωσε μια ανεμώνα η δική σου η αγάπη η χρυσή Μα δεν πρόλαβε ν' ανθίσει και μαράθηκε πριν ζήσει γιατί κρίμα δεν την πότισες και εσύ Ποια αγάπη να πιστέψω και σε ποια να εμπιστευτώ που φοβάμαι μήπως πάλι προδοθώ Ποιο λουλούδι να ποτίσω δίχως φόβο στην ψυχή πως δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί Στης καρδιάς μου το χειμώνα φύτρωσε μια ανεμώνα μα τι κρίμα δεν την πότισες και εσύ Έναν έρωτα χαμένο έναν κόσμο γκρεμισμένο από τώρα να θυμάμαι στη ζωή Σαν χαρτί τα όνειρά μου φτερουγίζουν μακριά μου και μ' αφήνουν μια πικρία στην ψυχή Ποια αγάπη να πιστέψω και σε ποια να εμπιστευτώ που φοβάμαι μήπως πάλι προδοθώ Ποιο λουλούδι να ποτίσω δίχως φόβο στην ψυχή πως δε θα 'ρθει η στιγμή να μαραθεί Στης καρδιάς μου το χειμώνα φύτρωσε μια ανεμώνα μα τι κρίμα δεν την πότισες και εσύ

 Jean-Marc JANIACZYK Poppy field


Λάκης Παπαδόπουλος - Η ανεμώνα του Σικάγου | Lakis Papadopoulos - Ι anemwna tou Sikagou Δίσκος: Δικαίωμα στο όνειρο Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος Στίχοι: Μπαλτζή Σάννυ Στου Σικάγου το χειμώνα ήτανε μια ανεμώνα που γυρνούσε βράδυ απ' τη δουλειά. Έμπαινε στ' ανθοδοχείο με νερό απ' το ψυγείο άγρια ανεμώνα όνειρα γλυκά. Μέσα στον ουρανοξύστη αγκαλιά με το ξενύχτι χίλιες πόρτες, όμως ερημιά. Έφτιαχνε με γύρη στίχους, γέλια άκουγε απ' τους τοίχους άγρια ανεμώνα όνειρα γλυκά. Κάποια νύχτα από τους λόφους πήδηξε όλους τους ορόφους, τα μακριά ανεμίζανε μαλλιά. Και στην τρίτη λεωφόρο το κορμί της κάνει δώρο άγρια ανεμώνα όνειρα γλυκά.

Tuscan Poppies by JoeRay Kelley

Φωτεινή Παππά - Πίνακες ζωγραφικής με παπαρούνες 















πηγές 

https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/
http://antnikolis.blogspot.com/
https://mikreskathimerinesstories.wordpress.com/
https://idrymapoiisis.blogspot.com/












ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "Μοναχικότητα ή Κοινωνικότητα;"


α.«Ότι ο άνθρωπος φύσει πολιτικόνζώον», (Αριστοτέλης).
β.«Ει γαρ έφυσαν με οι άνθρωποι αδύνατοι καθ ένα ζην», («Ανώνυμος», Ιαμβλίχου).



Ο κορωνοϊός εκτός από το θάνατο πολλών συνανθρώπων μας συνοδεύτηκε κι από «παράπλευρες συνέπειες» όπως: οικονομική κρίση, ανεργία και περιορισμό κάποιων ελευθεριών και δικαιωμάτων. Η απαγόρευση της κίνησης και ο εγκλεισμός στον ιδιωτικό μας χώρο «Μένουμε σπίτι» πέραν των άλλων συζητήσεων που προκάλεσε έφερε στην επιφάνεια κι ένα παλιό θέμα που απασχόλησε και απασχολεί ακόμη τους ανθρωπολόγους και τους κοινωνιολόγους. Είναι ο άνθρωπος από τη φύση του «μοναχικός» ή αντίθετα είναι μία εκ φύσεως «κοινωνική ύπαρξη»;

Μοναχικότητα και Κοινωνικότητα

Η πολυπλοκότητα του θέματος προκάλεσε ένα πλέγμα αντιτιθέμενων θέσεων με υποστηρικτές και για τις δύο απόψεις.
«Ο άνθρωπος είναι μια μοναχική ύπαρξη και ταυτόχρονα μια κοινωνική ύπαρξη. Σαν μοναχικό ον προσπαθεί να προστατευθεί και μάλιστα από εκείνους που βρίσκονται πολύ κοντά του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Σαν κοινωνικό ον, επιζητά να αποκτήσει την αναγνώριση και την συμπάθεια των συνανθρώπων του, να μοιράζεται τις χαρές τους, να απαλύνει τις λύπες τους και να βελτιώνει τις συνθήκες ζωής τους. Η ύπαρξη και μόνο αυτών των ποικίλων, συχνά αλληλοσυγκρουόμενων προσπαθειών, αποδεικνύει την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του ανθρώπου και οι ειδικοί συνδυασμοί του καθορίζουν τον βαθμό στον οποίο ένα άτομο μπορεί να επιτύχει μια εσωτερική ισορροπία και να συνεισφέρει στην ευημερία της κοινωνίας».
Η παραπάνω θέση του Αϊνστάιν αναδεικνύει με έμφαση το διφυές της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ικανότητά του ανθρώπου να εναρμονίσει τα δύο αυτά στοιχεία (μοναχικότητα & κοινωνικότητα) προσδιορίζει καταλυτικά και την προσπάθειά του να πετύχει την πολυπόθητη εσωτερική ισορροπία.
Το άτομο από τη φύση του είναι ένα εγωκεντρικό και μοναχικό ον. Από την άλλη, όμως, σπρώχνεται από την έμφυτη κοινωνικότητά του να συνυπάρξει με τους άλλους ανθρώπους. Οι δύο αυτές αντίρροπες δυνάμεις δεν διχάζουν υποχρεωτικά την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά αποτελούν τους αναγκαίους όρους για την επιβίωση και ολοκλήρωσή της. Αντίθετα, το άτομο που κατορθώνει να ισορροπήσει πάνω στις δύο αυτές αντικρουόμενες δυνάμεις και να τις συνθέσει με επιτυχή τρόπο, εξασφαλίζει την ποθητή ψυχολογική ισορροπία που αποτελεί και τον αναγκαίο όρο  για την ευτυχία του.


Αποφεύγει, δηλαδή, το άτομο τις εσωτερικές συγκρούσεις, νιώθει σίγουρο για τον εαυτό του και ικανό να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Κανείς δεν μπορεί να φανεί χρήσιμος για τους άλλους και δημιουργικός αν πρώτα δεν διακατέχεται από μια θετική εικόνα για τον εαυτό του. Οι δυστυχισμένοι είναι παθητικοί τόσο για τον εαυτό τους όσο και για το κοινωνικό σώμα. Ένα άτομο, όμως, που ζει μόνο για τον εαυτό του είναι ένα αντικοινωνικό ον κι αυτό του στερεί τη χαρά της κοινωνικής αναγνώρισης.
Ένα άτομο, όμως, που ζει μόνο για τους άλλους βλάπτει τον εαυτό του και αδυνατεί να ολοκληρωθεί. Επομένως ευτυχισμένος και κοινωνικά χρήσιμος είναι μόνο εκείνος που συνενώνει με επιτυχία τις δύο πτυχές της ύπαρξής του (μοναχικότητα &κοινωνικότητα).

Οι υπέρμαχοι της κοινωνικότητας
«Η κόλαση είναι οι άλλοι» (Σαρτρ)
Για τους υπέρμαχους της μοναχικής φύσης του ανθρώπου η κοινωνία, οι νόμοι και η ηθική αντιτίθενται στην ανάπτυξη και ελευθερία του ατόμου. Κι αυτό γιατί η κοινωνία είναι συνυφασμένη με τον έλεγχο και την ακούσια προσαρμογή στις «επιταγές» της.
«Το φυσικό, επισημαίνει η πλειοψηφία των φιλοσόφων, είναι ο αγώνας του ατόμου για αυτοσυντήρηση, η προσπάθεια να μην εξαρτάται από κανέναν. Θεωρείται ότι η ανθρώπινη φύση επικεντρώνεται μόνο σ’ αυτό που έχει ανάγκη, σ’ αυτό που την ενδιαφέρει, σ’ αυτό που μικρόψυχα επιθυμεί. Όλες οι άλλες συμπεριφορές, κυρίως οι «κοινωνικές», είναι δημιούργημα του πολιτισμένου ανθρώπου, και επομένως αφύσικες» (Μπουκάϊ).


Αυτό, δηλαδή, που σπρώχνει τον άνθρωπο στη συγκρότηση των κοινωνιών και στην κοινωνική συμβίωση είναι πρωτίστως η ανάγκη όπως τονίζει και ο Ιάμβλιχος «συνήλθον δε προς αλλήλους τη ανάγκη είκοντες, πάσα δε η ζωή αυτοίς εύρηται και τα τεχνήματα προς ταύτην» (η ανάγκη τους υποχρέωσε να σμίγουν ο ένας με τον άλλο και γενικά να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε).
Συναφής με την παραπάνω θέση είναι κι αυτή του Μονταίν.«Ο άνθρωπος ζει μέσα στην κοινωνία επειδή το έχει ανάγκη κι όχι επειδή του αρέσει» και γι’ αυτό σε κάποιο άλλο σημείο προτείνει έναν τρόπο «κοινωνικής απελευθέρωσης» και προσωπικής ελευθερίας.
«Ας λύσουμε τα δεσμά που μας κρατούν δεμένους με τους άλλους κι εκείνα που δένουν τους άλλους μ’ εμάς, για να μπορέσει ο καθένας να ζήσει με τον δικό του τρόπο. Τότε μόνο θα καταφέρουμε να εξαρτήσουμε την ικανοποίησή μας από εμάς τους ίδιους».
Ο Πασκάλ προχώρησε πιο πολύ τονίζοντας και την ψυχολογική διάσταση της εξάρτησης του ατόμου από την κοινωνία.«Το θέμα είναι ότι δεν είμαστε ευχαριστημένοι από τη ζωή μας, κι έτσι συνδεόμαστε για να ζήσουμε λίγο τη ζωή των άλλων».

Ο ρόλος της κοινωνικότητας

«Η απουσία των άλλων είναι η κόλαση» (Γκαρωντύ)
Για τους υποστηρικτές της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου η κοινωνία αποτελεί το αναγκαίο πλαίσιο για την ολοκλήρωση  και «εξανθρωπισμό» της βιολογικής μας ύπαρξης. Γι’ αυτούς ο άνθρωπος – συνάνθρωπος «υπάρχει ένεκεν των άλλων». Αντίθετα ο άνθρωπος καθίσταται απάνθρωπος, όταν αδυνατεί να συνυπάρξει με τους άλλους κι εγκλωβίζεται στο βασίλειο του Εγώ του. Σε αυτήν την περίπτωση τρέφονται όλα τα αντικοινωνικά γνωρίσματα, όπως: ο ατομικισμός, η εγωπάθεια, η εσωστρέφεια και η ιδιοτέλεια.


Γι’ αυτό τόσο ο Μακιαβέλι όσο και ο Χομπς κηρύσσουν την ανάγκη περιορισμού της «μοναχικής φύσης» του ανθρώπου και ενίσχυσης της «κοινωνικής» του. Σημείο εκκίνησης αυτής της τάσης η θέση του Χομπς «Homohomimilupus».
Η θέση του Αριστοτέλη για την κοινωνική φύση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε επίκαιρη αλλά κι ένα ισχυρό επιχείρημα για τους θεωρητικούς της «ο δε μη δυνάμενος κοινωνείν ή μηδέν δεόμενος δι’ αυτάρκειανουθέν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός» (όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει σε μια κοινότητα… είναι άγριο ζώο ή θεός).

Επιμύθιο
Όσα, όμως, επιχειρήματα κι αν διατυπώθηκαν τόσο για τη «μοναχική» φύση όσο και την «κοινωνική», το χάσμα ανάμεσα στις δύο θέσεις παραμένει. Ο  κορωνοϊός απλά ανέδειξε το θέμα. Μόνο που ο καθένας χρησιμοποιεί τον «εγκλεισμό» ως επιχείρημα για τη θεμελίωση της δικής του θέσης.
Οι μοναχικοί διατείνονται πως η μοναξιά αποτελεί μία δημιουργική κατάσταση. Αντίθετα οι θιασώτες της κοινωνικότητας υποστηρίζουν πως η απουσία κοινωνικών σχέσεων καθίσταται πηγή πολυποίκιλων ψυχολογικών προβλημάτων.
Μπορεί ο Αϊνστάιν να προτείνει τη συμφιλίωση του ατόμου με την κοινωνία «Ο άνθρωπος μπορεί να βρει το νόημα της ζωής, σύντομη και γεμάτη κινδύνους καθώς είναι, μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία», ωστόσο κάποιοι άλλοι – στην αντίπερα όχθη – διατυπώνουν πιο ρηξικέλευθες απόψεις – προτάσεις, όπως ο παρεξηγημένος Σαντ.



«Γιατί να αφήνω τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα και τις ατομικές μου κλίσεις να υποτάσσονται σε ό,τι μου επιτρέπει ή δεν μου επιτρέπει η κοινωνία; Γιατί να μη νιώθω ελεύθερος να βγω μόνος μου και να εξασφαλίσω για τον εαυτό μου ό,τι μου αρέσει; Γιατί πρέπει να εξαρτάται η απόλαυσή μου από την άδεια του άλλου; Ποιος είναι ο άλλος για να μου ορίζει τι μπορώ και τι δεν μπορώ να έχω; Γιατί να μην είμαι πραγματικά όπως λέω ότι είμαι, και να μη συνδέομαι μόνο μ’ εκείνους που συμμερίζονται τον δικό μου τρόπο να βρίσκω τα πράγματα που έχω ανάγκη, και να τα απολαμβάνουμε μαζί χωρίς να εξαρτώμαστε από την επιδοκιμασία των άλλων;».


Ø  Χρήσιμα άρθρα
1.  «Πολιτικά», Αριστοτέλης
2.  «Ανώνυμος», Ιάμβλιχος
3.  «Ο δρόμος της συνάντησης», ΧόρχεΜπουκάϊ
4.  «ΙΔΕΟπολις», Ηλίας Γιαννακόπουλος







ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ "Αναζητώντας την Κλειώ (Για μια θέση στον παράδεισο)"

Ricardo Fernandez Ortega art 


Αναζητώντας την Κλειώ (Για μια θέση στον παράδεισο)

Κάποτε ήταν ένας γόης, όλοι είχαν να το λένε, δίχως άλλο ,αντίρρηση καμία, οι άνδρες φοβόνταν τη γυναίκα τους μη χάσουν και οι γυναίκες λέγαν πως δεν μπορούσαν κάτι να του αρνηθούν, ίσως και να του αντισταθούν.
Ο τρόπος που τις πλησίαζε παρορμητικός ,ο τρόπος που τις μιλούσε αόριστος μελλοντικός ,
για το παρόν όμως …υπερθετικός , ο τρόπος που τις κοίταζε διεισδυτικός, η αυτοπεποίθηση του μοναδική, η διεκδίκηση του αφοπλιστική.
Ο Πάρις το ήξερε καλά αυτό, το είχε συνειδητοποιήσει και το εκμεταλλευόταν στο έπακρο παντού και πάντα, στη παρέα ,στη δουλειά ,όπου μπορούσε , περήφανος ήταν και καμάρωνε γι΄ αυτό .
Του άρεσε να διηγείται τις περιπέτειες του ,να τον θαυμάζουν ,μα και στις γυναίκες άρεσε να αφήνονται στο απατηλό του όνειρο ,λάτρευαν να τις συνεπαίρνει , ίσως όχι όλες, πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά τις περισσότερες οφείλουμε να παραδεχτούμε πως τις κατακτούσε.
Εκτός των άλλων αγαπούσε τον αθλητισμό, του άρεσε να τρέχει, σαν τελείωνε τις δουλειές του δεν τον κρατούσε τίποτα ,έφευγε κατευθείαν από το σπίτι του και έτρεχε, μάλιστα έπαιρνε μέρος σε κάθε μαραθώνιο μικρό η μεγάλο, τα όρια της αντοχής του να δει, και είχε διακριθεί ,μετάλλια πολλά και καυχιότανε για αυτά ,χρυσά χάλκινα και αργυρά, τον λάτρευαν γι΄ αυτό , τον ζήλευαν τον είχαν για θεό, τούτο μόνο θα σας πω.
Χρησιμοποιούσε το χάρισμα που είχε αναπτύξει (να γοητεύει) με το καιρό και άφηνε τις γυναίκες γοητευμένες να αφήνονται στο όνειρο που ήθελαν να χαθούν και…. που τους πρόσφερε απλόχερα. Μόνο όταν τελείωνε η παράσταση ,μόνο όταν τον έβλεπαν να παίρνει το αδιάφορο ύφος, να αλλάζει από τη μια ημέρα στην άλλη ,να φοράει τη παγωμένη μάσκα, τότε σα να ανατρίχιαζαν σαν να μη μπορούσαν να καταλάβουν τι έγινε ,πως αυτή η τόσο θερμή συμπεριφορά μεταμορφωνόταν. Ποιο ήταν το αληθινό του πρόσωπο ,το πρώτο αυτό που τις κατακτούσε , αυτό που τις γοήτευε η αυτό που τις άφηνε να αναρωτιούνται τι συνέβη.
Και τελικά έμεναν γοητευμένες αναπολώντας τη συντροφιά του θαυμάζοντας τον, γνωρίζοντας συνειδητά πως όλα ένα όμορφο όνειρο είναι, που… όπως σε όλα τα όνειρα, κάποια στιγμή ξυπνάμε μα δεν παραπονιόμαστε που χάθηκε, απλά θα θέλαμε να ήταν μια πραγματικότητα που θα διαρκούσε για πάντα ,αλλά αυτό δεν γίνεται… όλοι το ξέρουμε.
Όλοι ξέρουμε πως τα όνειρα τα φανταχτερά τα τόσο μα τόσο ελκυστικά ,είναι δυστυχώς απατηλά, διαρκούν λίγο, άλλωστε αν το καλοσκεφτεί κανείς ,ούτως η άλλως ξεφτίζουν τα όνειρα ,σαν προσπαθήσουμε να τα φέρουμε στη ζωή μας , φθείρονται από κάτι που λέγεται πραγματικότητα και όσες το είχαν συνειδητοποιήσει δεν είχαν παράπονο, παρέμεναν στη σκιά της ζωής του και απλά τον παρατηρούσαν η με τον καιρό τον ξεχνούσαν ,οι υπόλοιπες έμεναν με το πληγωμένο τους εγωισμό ,αν και έτοιμες να τον συγχωρέσουν αν το επιθυμούσε και ας μη το ομολογούσαν ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό.
Το τελευταίο όμως καιρό ο Πάρις φερόταν παράξενα, είχε ένα ανεξήγητο πείσμα σαν να ήθελε κάτι που δεν μπόρεσε πουθενά να βρει , ήθελε απεγνωσμένα να κερδίσει την αγάπη και ας μην την έδινε αυτός , πίστευε πως μπορούσε να τη ζωγραφίσει με τόσο όμορφα χρώματα ,τόσο σαγηνευτικά τόσο απατηλά με τα λόγια του, με τόσο πόθο και πάθος ειπωμένα, που δεν χρειαζόταν να είναι πραγματικά ,τους έφτανε που τα έφτιαχνε σκεφτότανε και τις άφηνε να τα αγγίξουν μα μετά τα εξαφάνιζε , τόσο ξαφνικά όσο τα εμφάνιζε.
Όμως ένας προσεκτικός παρατηρητής θα παρατηρούσε ,μια σκιά στα μάτια του ,μια θλίψη, ίσως και αυτό να ήταν που δημιουργούσε ασυναίσθητα ένα μυστήριο γύρο του και ως γνωστόν οι γυναίκες γοητεύονται από τα μυστήρια , θέλουν να τις αφήνεις να φαντάζονται, να αφήνονται στο άγνωστο ,μόνο άμα έχουν πάθει τα φοβούνται και γίνονται καχύποπτες αλλά και πάλι καμιά φορά αφήνουν τον εαυτό τους να υποκύψει στη γοητεία του άγνωστου , τα παιχνίδια της καρδιάς τους αρέσουν ακόμη και αν είναι επικίνδυνα …ίσως αυτή η πρόκληση τις γοητεύει, ίσως αδημονούν να υποτάξουν και αυτές με τη σειρά τους αυτόν που κατάκτησε τη καρδιά τους τόσο εύκολα και όσο πιο δύσκολο , πιο μεγάλο το κατόρθωμα, τόσο πιο μεγάλη αξία έχει ,ίσως λέω, δεν ξέρω….
Πάντως ένα το σίγουρο , πως ,τώρα τελευταία ο Πάρις είχε γίνει σιωπηλός, νευρικός ,σαν να μη ήθελε τίποτα, σα να μη τον ευχαριστούσε τίποτα , σα να μη μπορούσε να βρει χαρά πουθενά, άλλες φορές πάλι γινόταν αυταρχικός και προσπαθούσε με κάθε μέσο να επιβάλλει τη δική του άποψη και θέληση και αν δεν τα κατάφερνε θύμωνε και μετά έπεφτε σε μελαγχολία, σχεδόν σε κατάθλιψη , οι μεταπτώσεις του συχνές και αιφνιδιαστικές.

ΙΙ

Σήμερα όμως ήταν μια ξεχωριστή ημέρα . Σήμερα είχε ένα ραντεβού, που το κανόνιζε με το μυαλό του εδώ και πολύ καιρό ,αλλά που συνεχώς το ανέβαλλε. Σήμερα είχε αποφασίσει να ζήσει μια βραδιά με τη Κλειώ , που αγάπησε όσο τίποτα στη ζωή του, που ονειρεύτηκε όπως ποτέ δεν είχε ξανά ονειρευτεί, ότι έλεγε στις γυναίκες της ζωής του, στη πραγματικότητα σε αυτήν τα έλεγε, σε αυτήν απευθυνότανε, στα μάτια τους τη ματιά της Κλειώ προσπαθούσε να δει, στην αγάπη τους κάτι που να μοιάζει στην αγάπη της Κλειώ, όπως την είχε φανταστεί ,έψαχνε να βρει.
Αυτή τη φορά, όμως το πήρε απόφαση, δεν άντεχε άλλο, η θλίψη θρυμμάτιζε τη ψυχή του ,που δεν της μίλησε ποτέ και μόνο με τη σκέψη πως θα την έβλεπε και πάλι να βρίσκεται δίπλα του ,κοντά του ίσως και στην αγκαλιά του, μια λαχτάρα τον πλημμύριζε για το απαγορευμένο ,το ανέφικτο, το ανεκπλήρωτο, ένοιωθε μια δύναμη να τον γεμίζει , να τον κάνει πλούσιο να προσφέρει , να δώσει , να αγαπήσει , από την άλλη όμως σα να φοβόταν ,σα να ένοιωθε αδύναμος σα μικρό παιδί που τρόμαξε από κάποιο κακό όνειρο και που ήταν αναγκασμένο για κάποιο άγνωστο μα επιτακτικό λόγο να ξαναδεί .
Πολλές φορές χανόταν στις σκέψεις του και με κόπο οι γύρο του προσπαθούσαν να τον ξαναφέρουν πίσω στο πραγματικό κόσμο.
Ένοιωθε μια πλημμύρα από θλίψη, κάτι σα να του ματώνει τη καρδιά , ήταν ανήσυχος, οι αϋπνίες όλο και πιο συχνά τον επισκέπτονταν ,κάνοντας τον να μη μπορεί να συγκεντρωθεί, να μην έχει κουράγιο να δουλέψει, να σκεφτεί, να χαρεί.
Έτσι αποφάσισε επιτέλους να συναντηθεί με αυτή που πραγματικά αγαπούσε ,με αυτή που πραγματικά είχε ερωτευτεί, αυτή που ..μόνο αυτή ήθελε να έχει δική του ,με αυτή που ,όταν ήταν μόνος του της μιλούσε , της έλεγε αστεία, το πόνο του ,την αγάπη του, το θυμό του ,το παράπονο του, μάλιστα κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί της έλεγε καληνύχτα ,κάθε πρωί καλημέρα, ότι του συνέβαινε της το έλεγε , λες και ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε να μιλήσει, να του εκμυστηρευτεί ,να του ανοίξει τη ψυχή του. Ο μόνος άνθρωπος που είχε σε αυτόν στο κόσμο .
Πάντως τώρα τελευταία είχε κλειστεί στον εαυτό του ,όλοι είχαν αντιληφθεί τη αλλαγή, αν και η αλήθεια είναι και παλιότερα που μιλούσε ,ποτέ δεν μίλαγε για τον εαυτό του ,πάντα αστεία έλεγε, πείραζε τον κόσμο γύρο του η προσπαθούσε να δείξει πόσο άξιος είναι ,πόσο σωστός, πόσο ικανός σε όλα ,με δύο λόγια αυτάρεσκα να παινεύεται, μόνο σε κάτι τέτοια να ξοδεύεται.
Η μεγάλη ημέρα λοιπόν είχε φτάσει, από το πρωί δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να προετοιμάζει το δείπνο που είχε υποσχεθεί ,είχε φανταστεί πως θα ζήσει .
Δείπνο με την αγαπημένη του Κλειώ, που τόσο λαχταρούσε να τη ξαναδεί.
Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστα τη γνώριζε αν και δούλευαν στον ίδιο χώρο σε διαφορετικά τμήματα δεν είχε σημασία αυτό, πάντως, αν ήθελε είχε τις ευκαιρίες να την πλησιάσει .
Καμιά φορά έπρεπε να συζητούν για προβλήματα που προέκυπταν στη δουλειά και που έπρεπε να συνεργαστούν μαζί για να λυθούν, λίγες φορές, αλλά πάντως υπήρχαν οι ευκαιρίες.
Μια φορά είχαν βγει για καφέ μαζί με άλλους συναδέλφους ,τότε την είχε προσέξει , τότε ένοιωσε - συνειδητοποίησε , μια ακατανίκητη δύναμη να τον τραβάει στην Κλειώ , όμως εκείνη την ημέρα δεν μίλησε πολύ ,σε κανέναν, ούτε στη Κλειώ, κάτι τυπικές κουβέντες, αυτός που λίγο να του άρεσε μια γυναίκα κατευθείαν τη πολιορκούσε, απροκάλυπτα διεκδικούσε ,εκείνη την ημέρα έμεινε αμίλητος να τη κοιτάζει σαν να φοβόταν.
Έπειτα ξανασυναντηθήκαν οι δύο τους μια ημέρα ,το είχε προσπαθήσει με πρόσχημα κάποιο επαγγελματικό ζήτημα και αυτή δέχτηκε, μίλησαν για τη δουλειά, για κάποια αόριστα θέματα, όμως τίποτα άλλο δεν μπόρεσε να πει, είχε φορέσει το απόμακρο ύφος πάλι.
Από τη στιγμή που χωρίσανε ,συνέχεια τη σκεφτότανε ,σα να έσκυψε ο ίδιος αυτοπρόσωπος ο θεός Έρωτας ,να απαίτησε από αυτόν σεβασμό ,να του δηλώσει πίστη, να ακολουθήσει τη δική του ερωτική τελετή ,με ευλάβεια περίσσια το τυπικό να σεβαστεί, να ξεφύγει μη σκεφτεί, σα να του έδειξε την Κλειώ και να του είπε σε αυτήν να ταχθεί ,ευτυχισμένη να τη κάνει, να το αποφύγει μη προσπαθήσει, να τη λατρέψει δίχως άλλο , αλλιώς η τιμωρία θα είναι σκληρή ,αν ανάξιος του έρωτα αποδειχτεί και του χάρισε της σκέψης της ….την εμμονή.
Η ώρα είχε φτάσει σηκώθηκε από το γραφείο του ,ήταν έτοιμος από ώρα ,είχε ξυριστεί ,κάνει μπάνιο, βάλει κολόνια, χτενιστεί και τώρα άνοιξε το συρτάρι του γραφείου πήρε χαρτιά από πάπυρο για να είναι ταιριαστά με τη στιγμή και ένα μικρό κουτί με τύλιγμα από βελούδο και το έβαλε στη τσέπη του, όλα ήταν έτοιμα.
Όλα έτοιμα , η παράσταση άρχιζε , η αυλαία του θεάτρου είχε ήδη σηκωθεί.

ΙΙΙ
Άνοιξε τη δίφυλλη πόρτα του σαλονιού διάπλατα και μπήκε μέσα με ένα αμήχανο ύφος, ο γνώριμος σε όλους Πάρις δεν υπήρχε πια.
Είδε το δωμάτιο , όλα άψογα τακτοποιημένα, το τραπέζι καλυμμένο με πορφυρό βελούδινο ύφασμα και ένα μπρούτζινο κηροπήγιο στη μέση.
Δύο καρέκλες αντικριστά η μία στην άλλη, έμοιαζαν σα έτοιμες να αναμετρηθούν ,σαν τον έρωτα τους να θέλουν ζυγιάσουν, τι αξία έχει.
Τα πιάτα στη σωστή τη θέση ,κατά πως ταιριάζει σε μια τέτοια μοναδική στιγμή, τα μαχαιροπήρουνα στη σωστή θέση ,κατά πως πρέπει , ο φωτισμός προσεγμένος, κάποιο μυστικισμό να προσδώσει σε αυτό το κάλεσμα το ερωτικό ,όλη η ατμόσφαιρα να επινοεί, να υπονοεί, πως κάτι τούτη τη βραδιά θα γεννηθεί, ένας έρωτας θα πάρει σάρκα και οστά σε τούτη τη μικρή γωνιά απάγγειο θα βρει. Το ημίφως ταιριάζει σε περιπτώσεις σαν αυτή ,
αφήνει τη φαντασία να καλπάσει ,όλα φαίνονται πιο όμορφα στο ημίφως , μαγευτικά σαγηνευτικά συναρπαστικά , ίσως γιατί τίποτα δεν πρέπει τελείως φανερό, όλα να υπονοούνται ,κανένα ψεγάδι στο φως ,όλα όπως θα θέλαμε να είναι, όπως τα φανταζόμαστε ,τα ονειρευόμαστε και παντού στα έπιπλα είχε τοποθετήσει κεριά ,πάντα η φλόγα δημιουργεί μια ζεστή ατμόσφαιρα στη ψυχή, μετά κοίταξε το τζάκι αν είχε αρκετή φωτιά και ξύλα για να κρατήσει καθ΄ όλη τη διάρκεια του δείπνου .
Πήγε γρήγορα και πρόσθεσε ξύλα στο τζάκι, του φαινόταν πολύ σημαντικό να μην έσβηνε η φωτιά κατά τη διάρκεια του δείπνου, να μην σηκωνόταν να βάλει και άλλα ξύλα ,έπρεπε η φλόγα να διατηρήσει τη δύναμή της χωρίς καμιά βοήθεια , του φαινόταν εκείνη τη στιγμή πολύ σοβαρή η λεπτομέρεια αυτή, να έμοιαζε πως ήταν αναμμένη μόνο από τη φλόγα του έρωτα τους.
«Λοιπόν πρέπει να εντυπωσιάσω την Κλειώ μου ,δεν πρέπει να ξανά χάσω την ευκαιρία, να τη γοητεύσω να με αγαπήσει ,όλα λοιπόν στην εντέλεια».
Ήταν λοιπόν τώρα ικανοποιημένος από το στολισμό του δωματίου ,ήταν υπέροχος έτσι του φαινόταν ,απόλυτα δεμένος ,με μια λέξη ερωτικός.
Δύο κολονάτα ποτήρια στέκονταν περήφανα στη θέση τους πάνω στο τραπέζι γεμάτα κόκκινο κρασί , τη ζάλη την ερωτική ,να προσκαλέσουν να προκαλέσουν, να προτρέψουν ….στη καρδιά τους μια θέση να βρει.
Ένα βάζο ψηλό λεπτό κομψό σαν να είχε συναίσθηση της κομψότητας του και του σημαντικού του ρόλου έκανε ότι μπορούσε για να αναδείξει τα κόκκινα τριαντάφυλλα Red Royal που ξεπρόβαλαν από μέσα του σαν άλικος πίδακας, σαν συντριβάνι από φλόγες πάθους ξέχειλο και τοποθέτησε με προσοχή τα ζωηρά πράσινα τους φύλλα με τέτοιο τρόπο ,ώστε να κρύβουν τα αγκάθια ….είπαμε ψεγάδι κανένα φανερό.
«Η φωτιά δυνατή ,το τραπέζι έτοιμο, αλλά σαν να κρυώνω, ιδέα μου θα είναι ,θα πρέπει να είναι ζεστό το δωμάτιο, με τίποτα δεν πρέπει να κρυώνει η Κλειώ μου» σκέφτηκε ο Πάρις.
Ξαναπήγε στο υπόγειο που ήταν αποθηκευμένα τα ξύλα και πρόσθεσε μερικά ακόμη.
Κάθισε στο καναπέ κοιτάζοντας τις άδειες καρέκλες , το άδειο χωρίς ψυχή τραπέζι με τα αναμμένα κεριά ,το κρασί , έτσι όλα όπως έπρεπε να είναι για ένα δείπνο παράσταση σαγήνης και απόδειξη λατρείας ,σα να τρεμόπαιξε το χείλι του.
Ώστε είχε έρθει η μεγάλη στιγμή σκέφτηκε.
Έβγαλε από τη τσέπη τα χαρτιά και τα τοποθέτησε μπροστά του, μετά το ακριβό στυλό και άρχισε να γράφει.
«Σήμερα ένοιωσα την ανάγκη να σου μιλήσω» .
Πήρε το κρυστάλλινο ποτήρι και ήπιε μια γερή γουλιά κρασί.
«Κρυώνω» σκέφτηκε, «γιατί κρυώνω;»
Κοίταξε την άδεια θέση απέναντι του και ένα δάκρυ ανέτειλε στα μάτια του.
«Σταμάτα» είπε στον εαυτό του.
Άρχισε να γράφει
Πώς να σου πω το σ΄ αγαπώ μου, τι λέξη να χρησιμοποιήσω για να σου πω με ακρίβεια αυτό που νοιώθω , τι νόημα περικλείει αυτή η λέξη για μένα τούτη τη στιγμή , μια τόσο μικρή λέξη πόσα μπορεί συναισθήματα και σκέψεις να περιέχει. Ας αρχίσω να γράφω μία – μία λέξη που μου έρχεται στο μυαλό και εσύ θα μου πεις αν σε αγαπώ.
Πόνος να η πρώτη λέξη… θεέ μου, γιατί μια τέτοια λέξη;
Να η πρώτη λέξη που ήρθε στο μυαλό Κλειώ μου και τότε σα να την είδε να τον κοιτάζει με σοβαρό βλέμμα ,τα χείλη να μην χαμογελούν ,μόνο να τον κοιτάζει απόμακρη σαν να μην ήταν εκεί ούτε καν στη φαντασία του και τρόμαξε.
«Λυπήσουμε» της είπε
«Σε παρακαλώ μη με κοιτάς έτσι, μη χάνεσαι ,πες μου κάτι, μίλησέ μου
Εντάξει το παραδέχομαι δεν σου μίλησα τότε που σε είδα ,τότε που θα έπρεπε, τότε που ήταν η στιγμή ,σαν προσπάθησα να έλθω κοντά σου και μετά να απομακρύνθηκα ξαφνικά αφήνοντας μετέωρη τη λέξη που έμελε να πω , συγχώρεσε με.»
Τότε είδε να αλλάζει η μορφή της ,το πρόσωπο της άρχισε να του μοιάζει με της Μαρίνας το νεανικό του έρωτα ,που έφυγε από τη ζωή νωρίς απροειδοποίητα, θυμήθηκε σαν όνειρο εκείνες τις στιγμές, αυτή τη μακρινή εποχή , τότε που ένοιωσε σαν μικρό παιδί χαμένος ,όταν το έμαθε , δεν είπε τίποτα , απλά ήθελε να γυρίζει στους δρόμους μοναχός χωρίς να λέει λέξη , χωρίς να σταματάει πουθενά ,μόνο να περπατάει συνέχεια, χωρίς προορισμό ,χωρίς λόγο ,να μη σκέφτεται, να μη λυπάται ,να μη φοβάται , να μην πονάει ,μοναχά να περπατάει μέχρι να κουραστεί μέχρι να πονέσουν τα πόδια του ,μέχρι να θέλει να πέσει κάτω, η κούραση να μην τον αφήνει να σκέφτεται.
Μετά το απόλυτο κενό ,ο θάνατος της ψυχής, όλα παγωμένα μέσα του, η μοναχικότητα, η φαντασία να καλπάζει και να φτιάχνει δικούς της κόσμους ,μακριά από αυτόν που ζούσε, μια δική του χώρα στο πουθενά , αφού στο κόσμο του είδε στον έρωτα το θάνατο.
«Εντάξει δεν σου μίλησα τότε που έπρεπε. Θα με συγχωρέσεις Κλειώ μου ;»
Κρυώνω σκέφτηκε, θα κρυώνει και η Κλειώ μου, πρέπει να φέρω και άλλα ξύλα ,νόμιζα πως θα το αποφύγω ,αλλά πρέπει να φέρω και ας σταματήσω , δεν πειράζει θα με συγχωρήσει.
«Θα με συγχωρέσεις έτσι δεν είναι Κλειώ μου ;; θα γυρίσω αμέσως .»
Ο Πάρις κατέβηκε στο υπόγειο και άρχισε να μαζεύει βιαστικά ξύλα , μάλιστα του έπεφταν κάτω με τις γρήγορες κινήσεις και επέστρεψε με μια αγκαλιά ξύλα και τα έριξε με θόρυβο στη φωτιά που δυνάμωσε .
Τη κοίταξε ο Πάρις και έτριψε τα χέρια του να ζεσταθούν.
Κρυώνω πολύ ,κάτι για να ζεσταθώ ,δεν κάνει να με δει παγωμένο η Κλειώ , δεν πρέπει να γκρεμίσω την αγάπη για άλλη μια φορά , δεν έπρεπε να κρυώνω και όμως ….
Θα πιω άλλο ένα κρασί θα με ζεστάνει δεν μπορεί, δεν πρέπει να με δει έτσι η Κλειώ.
Κάθισε πάλι στο καναπέ κοιτάζοντας τις άδειες θέσεις , έκλεισε τα μάτια μήπως και την ξαναδεί ,άρχισε να τη βλέπει να του χαμογελάει συγκαταβατικά και μετά να αλλάζει πάλι μορφή να γίνεται σαν τη Δήμητρα ,τότε που έπρεπε να χωρίσουν ,μεγάλος πια , πολλά χρόνια αργότερα ,δεν γινόταν αλλιώς ,αυτό νόμιζε πως ήταν το σωστό ,για άλλη μια φορά έχανε τον έρωτα, άλλη μια απώλεια στη μνήμη του.
Ίσως να ήταν της μοίρας του να χάνεται ότι αγαπούσε, ότι είχε τολμήσει να ονειρευτεί.
«Μίλησε μου Κλειώ πες μου κάτι, να νοιώσω πως είσαι κοντά μου , δεν θα σε χάσω ; έτσι; και σένα; δεν θα ξανά νοιώσω πόνο ,δεν θα ξανά νοιώσω το άδειασμα της ψυχής ,θα μείνουμε για πάντα μαζί, θα είμαστε ευτυχισμένοι, θα είμαι πλούσιος τόσο που θα μπορώ να σου προσφέρω ευτυχία , δεν θα πληγωθεί κανείς ,θα σε βλέπω να χαμογελάς , κανείς δεν θα μπορεί να μας χωρίσει ούτε άνθρωπος ούτε ο θάνατος , ούτε η ζωή κανείς – κανείς.
Μίλησε μου σε παρακαλώ μη με αφήνεις μόνο…
Θυμήθηκε , ήταν Δεκέμβρης Χριστούγεννα και για άλλη μια φορά να περπατάει όπως τότε μέσα στη βροχή και στο κρύο ,να είναι παγωμένος και να μη πηγαίνει σπίτι του ,παρά μόνο να περπατάει, τα πόδια του να έχουν παγώσει, τα ρούχα του μουλιάσει επάνω του και να περπατάει χωρίς σταματημό ,το κρύο τον βοηθούσε πάλι να μη σκέφτεται ,η κούραση να μη νοιώθει το πόνο της ψυχής, όπου έβλεπε το δρόμο πλημμυρισμένο περνούσε ακριβώς από εκεί ,βουτούσε τα πόδια του και περπατούσε, έπρεπε να παγώσει περισσότερο ,το κρύο να μη τον αφήνει να σκέφτεται, όταν ξημέρωσε επέστρεψε σπίτι και κοιμήθηκε πολλές ώρες , εκείνη την εποχή κοιμόταν πολλές ώρες και δεν έτρωγε τίποτα ,απλά ζούσε σαν να μην υπήρχε .
Σαν πέρασε ο καιρός που όλα τα αλλάζει, ακόμη και τα ίδια με άλλη μορφή τα μοιάζει, άρχισε να αποκτάει τη συνήθεια να περπατάει ,να τρέχει και να πηγαίνει όσο πιο πολύ μακριά μπορεί ,χωρίς σταματημό, τότε ήταν που κάποιος φίλος του έδωσε την ιδέα να πηγαίνει σε αγώνες και τη βρήκε πολύ καλή.
Φόβος η επόμενη λέξη που έγραψε στο χαρτί , ο φόβος της απώλειας.
«Και αν όλα γίνουν όπως με τη Δήμητρα και τη Μαρίνα;
Πάλι θα πρέπει να περάσω όλα αυτά;
Να νοιώσω να πεθαίνει η ψυχή μου για άλλη μια φορά;
Για αυτό δεν σου μίλησα, για αυτό δεν σου έδειξα τα συναισθήματα μου , γι αυτό τράπηκα σε φυγή, μη με κατηγορείς, μη μου θυμώνεις ,το ξέρω δεν σε διεκδίκησα ,όχι αλήθεια λέω δε σε παράτησα δεν ήταν ψέματα αυτά που έγραψα τότε σε ένα χαρτί και δεν στα έδωσα ποτέ ,
απλά φοβήθηκα ,πως όλα θα τελειώσουν άδοξα ,πως τίποτα δεν θα γίνει έτσι όπως πρέπει ,
πως όλα θα γίνουν λάθος ,η ζωή θα τα κάνει λάθος, όπως το συνηθίζει , μη με κατηγορείς,…θα με συγχωρέσεις;
Θεέ μου πόσο εύκολο ,άμα δεν είσαι ερωτευμένος άμα δεν αγαπάς, δεν κινδυνεύεις, δεν φοβάσαι, δεν θα πληγωθείς, έχεις το πάνω χέρι είσαι κύριος του εαυτού σου, έχεις τον έλεγχο…. θεέ μου κρυώνω πρέπει να ρίξω και άλλα ξύλα στη φωτιά , δεν φτάνουν αυτά.»
Σηκώθηκε ο Πάρις από τη καρέκλα κοίταξε τη φλόγα, δεν είχε σβήσει, ούτε καν αδύναμη ήταν ,μάλλον δυνατή.
Τα χέρια του όμως σχεδόν έτρεμαν από το κρύο.
Έπιασε τη πένα του και έγραψε ….
Να σε αγαπώ και η αγάπη μου να σου χαρίζει την ευτυχία ,υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος από το να έχω αυτή την ικανότητα; να μπορώ να σου προσφέρω τη ζωή και μέσα από αυτή την ικανότητα μου να ζω και εγώ με έναν σκοπό στη ζωή , να με αφήνεις , να μου χαρίζεις τη χαρά να σε κάνω ευτυχισμένη, να βλέπω τα λόγια μου να σου χαρίζουν το χαμόγελο στα χείλη ,η πιο λαμπρή δόξα της ζωής, να είμαι αρχιτέκτονας της ευτυχίας σου, να σε κάνω να νοιώθεις ζωντανή.
Αν με απαρνηθείς σημαίνει πως δεν θα έχω τη δύναμη πια αυτή, και αν δεν τα καταφέρω θα είμαι στο έλεος σου και αν δεθώ μαζί σου και κάτι σε πάρει μακριά μου ; και αν δεν μπορώ να ζήσω πια χωρίς εσένα;
Πάλι μόνος θα μείνω όπως τότε, σε αγαπώ ,πρέπει νοιώσεις τη ζεστασιά της αγάπης μου ..όμως κρυώνω ….
Αν δεν μπορώ πια να ζω χωρίς εσένα δίπλα μου ;
Και αν χαθείς ,όπως χάνονται κάποια ημέρα όλα, αν όλα σβήσουν χαθούν , σε μια ανάμνηση που ματώνει , απομείνω μόνος σε κάποιο λιμάνι ερημικό….θεέ μου καλύτερα έτσι μόνος ….εδώ σε βλέπω μα ζω μακριά σου..όχι …μη σκέφτομαι τέτοια πράγματα σήμερα…όχι είσαι εδώ …με κοιτάς σε κοιτώ, μου μιλάς σου μιλώ, σου κρατώ το χέρι, είμαστε γοητευμένοι ο ένας από τον άλλον ,τα λόγια μας χορεύουν ταιριαστά και μιλάνε στη καρδιά μας και να ….έχουμε παρασυρθεί από τη μουσική τους, δεν χρειαζόμαστε μουσική άλλη , τι πιο όμορφο από τη μουσική του έρωτα μας .

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κινητό να φωνάζει να τον καλεί και συνάμα να γκρεμίζει τις σκέψεις του , να τις θρυμματίζει.
Ο Πάρις τώρα κοιτούσε το τηλέφωνο χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει γύρο του, δεν κοίταξε καν ποιος τον καλούσε.
«Όχι δεν θα το σηκώσω σήμερα, είμαι εγώ και η Κλειώ μου , είναι η νύχτα μας , είναι οι στιγμές που ονειρευόμουνα, η απαρχή του ονείρου .»
Κάποια στιγμή σταμάτησε να κτυπάει και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο γράμμα ,στο κρυστάλλινο ποτήρι με το κρασί ..το δικό της ήταν ανέγγιχτο ακόμη.
«Γιατί δεν πίνεις και εσύ; Δε θα πιούμε στην υγεία μας; Στην υγεία του έρωτα που γεννιέται;»
σηκώθηκε ήπιε από το ποτήρι της να μη φαίνεται πως κανείς δεν είχε πιει από αυτό.
Κάθισε στο καναπέ να βλέπει το τραπέζι ,να βλέπει τον εαυτό του να της μιλάει και αυτή να του χαμογελάει.
Εκείνη τη στιγμή ξανά κτύπησε το κινητό ,ήταν η Κλειώ.
Τα έχασε η καρδιά του άρχισε να κτυπά γρήγορα, δεν συνήθιζε να τον παίρνει τηλέφωνο και γενικά να μιλάνε από εκείνη την ημέρα που συναντηθήκαν για τελευταία φορά ,σπάνια μιλούσαν και αυτό μόνο για κάποιο θέμα που τύχαινε να προκύψει μιας και ήσαν συνάδελφοι, μάλλον κάποιο θέμα στη δουλειά θα είχε προκύψει ……
Ο φόβος άρχισε να του κτυπάει δυνατά τη ψυχή ,να ουρλιάζει και να του ζητά να χαθεί από το πρόσωπο της γης.
Έκανε μια κίνηση σαν να ήταν να σηκώσει το τηλέφωνο και να αρχίσει να της μιλάει…. μα σταμάτησε… μια μάχη μέσα του ξέσπασε, τα μάτια του ήταν κόκκινα.
Στο τέλος δεν έκανε τίποτα ,απλά κοιτούσε το τηλέφωνο ,χάθηκε στο κόσμο που είχε φτιάξει μόνος του, ήταν ένας κόσμος που νόμιζε πως δεν θα τον πονούσε, πως όλα τα έκανε όπως ήθελε αυτός, με τον τρόπο που ήθελε ,με το τέλος που θα ήθελε.
«Κακό τέλος, ναι κακό, αλλά θα είμαι έτοιμος για αυτό και εγώ μόνος μου θα το δώσω, δεν θα μου το κοινοποιήσει με αμετάκλητη απόφαση η ίδια η ζωή.»
Πήρε το γράμμα και πλησίασε προς τη θέση της και το άφησε ,μετά ακούμπησε πάνω στο τραπέζι το μικρό βελούδινο κουτί ,το άνοιξε και ξεπρόβαλλε μέσα από αυτό ένα πλατινένιο μονόπετρο δακτυλίδι ,δείγμα υπόσχεσης και προσμονής απάντησης καταφατικής. Ήθελε να της πει, πως θα ήταν κοντά της για πάντα ότι και να γινόταν και σα να είδε το πρόσωπό της να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει απόμακρα σιωπηλά.
«Δεν θα μου πεις κάτι;» τη ρώτησε
«Γιατί με αφήνεις να περιμένω μια σου λέξη;»
«Γιατί με αφήνεις να φοβάμαι;»
Αναμνήσεις από το παρελθόν έγραψε πάλι στο χαρτί ,θυμήθηκε κάποιες σκηνές από τη ζωή του ,πως ένοιωσε σαν κράτησε το χέρι για πρώτη φορά της Μαρίνας τότε που ήταν ερωτευμένος μαζί της, πως του είχε φανεί σαν ένα θειο δώρο, σαν να του χαμογέλασε η ίδια η ζωή αυτοπροσώπως, σαν να κοιτούσε αυτόν μοναχά και να του μιλούσε να του μηνούσε ,πως για πάντα ευτυχισμένο θα τον κρατούσε μιας και τον συμπαθούσε.
Μα χάθηκε από το μυαλό του αυτή η παλιά ξεχασμένη σκηνή.
Για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό να τα παρατήσει όλα και να πάρει τηλέφωνο τη φίλη του, που ήταν αυτή την εποχή μαζί, μα τότε ξανά ένοιωσε πως κρύωνε ,κοίταξε το τζάκι ήταν έτοιμο να σβήσει .
Θεέ μου ..είπε και γρήγορα κατέβηκε στο υπόγειο για άλλη μια φορά και γύρισε με ένα σωρό ξύλα που τα πέταξε στο τζάκι απεγνωσμένα θα έλεγε κανείς.
Μετά άρχισε να αναδεύει τη φωτιά για να δυναμώσει, μετά από λίγη προσπάθεια , άρχισε να φουντώνει και η ζεστή ανάσα της φλόγας τον κτύπησε στο πρόσωπο οπισθοχώρησε και σαν να είδε το πρόσωπο της Κλειώ να τον κοιτάζει με ένα θλιμμένο μα και θυμωμένο βλέμμα ,σα ένα κατηγορώ σιωπηλό που κραύγαζε και ήθελε να τον τιμωρήσει και πάλι κρύωνε .
Μα η φωτιά τώρα είναι δυνατή, γιατί κρυώνω, δεν μπορεί δεν είναι δυνατόν.
Το κινητό άρχισε να κτυπάει για άλλη μια φορά ,ήταν πάλι η Κλειώ ο Πάρις το κοίταξε και είδε τη Κλειώ με τη σιωπή της να θέλει κάτι να του πει .
«Θα με συγχωρήσεις;» τη ρώτησε
Κοίταξε την άδεια θέση της Κλειώ ,σα να περίμενε κάποια απάντηση της.
«Θεέ μου πόσο κρύο κάνει;»
Ξανακοίταξε το τζάκι να δει αν η φωτιά ήταν δυνατή και είδε τις φλόγες να χορεύουν σε ένα δικό τους σκοπό , σα να καλούσαν όποιον βρισκόταν γύρω να τις μιμηθεί ,να γευτεί τη χαρά του ερωτικού τους χορού, έτσι φάνηκε του Πάρη και είδε το πρόσωπο της Κλειώ να χάνεται σιγά - σιγά …. κρύωνε τώρα πολύ και ψιθύρισε για άλλη μια φορά
«θα με συγχωρήσεις Κλειώ;»
«Σ΄ αγαπώ» έγραψε και ένα ζεστό δάκρυ έσταξε και έβρεξε τη λέξη σαν να προσπαθούσε να τη ζωντανέψει με κάτι από τη ψυχή του.
Πήρε το κινητό ,βγήκε στο μπαλκόνι, κάθισε στο παγωμένο μάρμαρο.
Έκανε κρύο , μα ήταν φυσιολογικό σκέφτηκε ,είμαι έξω και κάνει κρύο, τίποτα παράξενο, θα καθίσω εδώ ,να μη σκέφτομαι,
« θα με συγχωρέσεις; θα μου δώσεις άλλη μια ευκαιρία;»
Είναι κάποιες φορές που ο άνθρωπος σαν να αποζητά το χαμό του, έτσι και ο Πάρις, κάθισε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το κινητό του , μήπως και χτυπούσε για άλλη μια φορά ,άλλη μια ευκαιρία.
Αυτός που τον ζήλευαν όλοι , αυτός που κυνηγούσε τις γυναίκες και πάντα ήξερε τι ήθελαν να ακούσουν, αυτός που πάντα έλεγε ότι ηχούσε όμορφα στα αυτιά τους , αυτός που στεκόταν περήφανα ψηλά στα μάτια όλων , καθόταν σε μια γωνιά του μπαλκονιού κρυώνοντας και παρακαλώντας να πάρει θάρρος να μιλήσει σε αυτήν που αγαπούσε αντί να προσπαθεί να αρπάξει με ψεύτικα λόγια κάτι που θα έμοιαζε με έρωτα.
«Ναι θα της ζητήσω συγγνώμη αυτό θα κάνω.»
Πήγε να σηκωθεί μα δεν μπόρεσε ήταν παγωμένος, τα χέρια του μουδιασμένα και βαριά ,
δεν βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί και να μπει στο σπίτι ,ξάπλωσε έκλεισε τα μάτια του και την ονειρεύτηκε και της έλεγε πως την αγαπούσε, πόσο την ποθούσε και συγγνώμη της ζητούσε ,μα σε μια στιγμή αυτή τον σταμάτησε τον έκανε να σιωπήσει με τη δική της σιωπή .
«Θα με συγχωρέσεις;»τη ρώτησε
Και αυτή με τη σιωπή της του απάντησε
«Να σε συγχωρήσω; Εσύ θα συγχωρήσεις τον εαυτό σου για αυτό που του κάνεις; από αυτόν ζήτησε να σε συγχωρήσει. Θα σε συγχωρήσει;»
Έπαψε να κρυώνει και να πονάει ο Πάρις και άρχισε να βλέπει τη σκιά του να χορεύει με τη σκιά της Κλειώ ,χωρίς να κουράζονται, αέναα στο χρόνο στο όνειρο και σιγά - σιγά μεγάλωναν οι σκιές ώσπου όλα έγιναν μια σκιά και βυθίστηκαν στη σιωπή και στο σκοτάδι από όπου ξεπρόβαλλε ένα όνειρο…..

IV
……..ήταν φυλακισμένος ,μόνο ένα μικρό παράθυρο με κάγκελα είχε το δωμάτιο που ήταν κλεισμένος , σε ένα κελί που με σκόνη ήταν γεμάτο.
Έβλεπε τον φωτεινό ουρανό από το παράθυρο, τον ήλιο, τα σύννεφα να περνάνε από μπροστά του αλλάζοντας σχήματα και χρώματα όταν κάποια στιγμή σε κάποιο σύννεφο είδε το απόμακρο πρόσωπο της Κλειώ να του λέει σιωπηλά
«θα τον συγχωρήσεις; Κοίτα τι έκανες; Εγώ θα σε συγχωρήσω αν με αγαπήσεις αρκετά ,
τόσο που να με κάνεις να ζωντανέψω, να πάρω σάρκα και οστά ,στο κόσμο σου το πραγματικό βρεθώ ,βγες από εκεί μέσα και έλα στο όνειρο μου ζωγράφισε το με τα χρώματα της ψυχής σου ,όμορφα καθώς ταιριάζει σε μια αγάπη, κάνε το σωστό.»
Τότε ο Πάρις άρχισε με δύναμη να κτυπάει τα κάγκελα του κελιού του, να τα γκρεμίσει να τη φτάσει ..μα μάτωσε τα χέρια του και δεν σταμάτησε μέχρι που σκέφτηκε κάτι άλλο να κάνει.
Άρχισε να ζωγραφίζει με το δάκτυλο του χεριού του πάνω στη σκόνη ,για την ακρίβεια να προσπαθεί να ζωγραφίσει το πρόσωπο της Κλειώ, μα… δεν τα κατάφερνε και έτσι ζωγράφισε πολλά πρόσωπα, μα που κανένα δεν της έμοιαζε, τότε άκουσε τη φωνή της να του λέει, άμα τα καταφέρεις τότε ίσως να με ζωντανέψεις, μα όσα και να ζωγράφισε κανένα δεν της έμοιαζε και στο τέλος απογοητεύτηκε και άρχισε για να ξεγελάσει τον εαυτό του να προσπαθεί να αγαπήσει αυτά τα πρόσωπα που δεν της έμοιαζαν ,να κάνει πως αυτή ήταν και να τους μιλάει και να τους λέει και να ξαναλέει πως την αγαπάει και είναι καιρός να ζωντανέψει, βρήκε απάγγειο στα πρόσωπα που θα τον οδηγούσαν στη Κλειώ, στο δρόμο που θα τον οδηγούσε στη Κλειώ ,μιας και έχασε την ίδια τη Κλειώ, μα υποσχέθηκε στον εαυτό του, πως κάποτε θα τα καταφέρει …μα άκουγε τη φωνή της κάθε φορά που έφτιαχνε ένα καινούριο πρόσωπο που δεν έμοιαζε με της Κλειώ να του λέει «δεν με αγαπάς αρκετά» και αυτός πείσμωνε και έφτιαχνε περισσότερα και λάτρευε περισσότερα και η φωνή της δυνάμωνε και του έλεγε μονότονα «δε με αγαπάς αρκετά»

V
Η επόμενη ημέρα τον βρήκε να κοιμάται στο παγωμένο μάρμαρο του μπαλκονιού. Ο ήλιος κτύπησε δυνατά τα βλέφαρα των ματιών του αναγκάζοντας τον να τα ανοίξει .
ένοιωθε μουδιασμένος και παγωμένος, σηκώθηκε , είδε στο φως της ημέρας το θλιβερό σκηνικό ενός μοναχικού δείπνου για δύο, τα μάζεψε όλα γρήγορα, να μη τα βλέπει, να τα ξεχάσει.
Βγήκε έξω από το σπίτι και άρχισε να περπατάει πάλι χωρίς σκοπό, βάδιζε γρήγορα, όσο μπορούσε, έβλεπε τους ανθρώπους να περνάνε από μπροστά του και να χάνονται ,όπως έβλεπε και τη ζωή να περνάει από μπροστά του και να χάνεται και να τρέχει και να τρέχει.
Συνέχισε να παίρνει μέρος σε διοργανώσεις ,σε μαραθώνιους ,μικρούς μεγάλους φτάνει να έφτανε στο σημείο να κουραστεί τόσο που να θέλει να πέσει κάτω από την εξάντληση .Πήρε και μετάλλια άλλα και διακρίθηκε και πάλι και καυχιότανε γι ΄ αυτό ,πως ήταν σπουδαίος ,
ικανός, πως έχει αντοχή και όταν ερχότανε κάποιος άνθρωπος στο σπίτι του, έβλεπε τα μετάλλια σε περίοπτη θέση , χρυσά ,αργυρά ,χάλκινα ..μα σαν έμενε μόνος του τα κοίταζε και ήξερε πως ήταν βραβεία της φυγής του, του φόβου του ,της αγωνίας του, είχε όλα τα βραβεία ,μα δεν είχε αυτό που από κανένα πολύτιμο μέταλλο δεν είναι φτιαγμένο και που δεν μπαίνει σε καμιά περίοπτη θέση παρά μόνο σε αυτή της καρδιάς, που κανείς δεν καυχιέται γι΄ αυτό, απλά το έχει , απλά το ζει, το μετάλλιο της ζωής, αυτό το είχε χάσει.
Κάποια ημέρα σταμάτησε να τρέχει, να πηγαίνει σε αγώνες ,άρχισε να αποξενώνεται από τους ανθρώπους ,να απομονώνεται ,δεν είχε όρεξη ούτε στα ψέματα να ζωγραφίζει έρωτες , παρά μόνο ήθελε να χαθεί , παραιτήθηκε από τη δουλειά του και απομονώθηκε στο πατρικό του σε κάποιο ορεινό μικρό χωριό, καλλιεργούσε ένα μικρό μποστάνι και είχε λίγα πρόβατα, ζούσε φτωχικά.
Εκεί όταν μιλούσαν για αυτόν έλεγαν πως ήταν παράξενος, πως όλο ξύλα έψαχνε να βρει και μάζευε και όλο έβριζε και όλο έλεγε και όλο μονολογούσε ,πως δεν είναι τα ξύλα πια καλά, πως δεν ζεσταίνουν πια , πως δεν μπορεί κάποιο δένδρο θα βρει, κάποιο παράδεισο να ζεσταθεί και όλο περπατούσε και όλο έτρεχε στη ζέστη στο κρύο στη βροχή τη μέρα και τη νύχτα, λίγη ζεστασιά να βρει.
Μα δεν θα τη βρει αφού δεν άκουσε του θεού Έρωτα τη προσταγή ,να ακολουθήσει τη δική του τελετή, το τυπικό να σεβαστεί… μόνο…. λίγη ζεστασιά θα ψάχνει να βρει, με τη τιμωρία αυτή θα ζει, με τη η μοίρα που …….διάλεξε; - τον διάλεξε; ….αυτή……….
ΤΕΛΟΣ
Μιχάλης Γεωργούλης
Μ.Γ. …