Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ - Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει…μέχρι που ανακάλυψε έναν καινούργιο κόσμο και τον έχασε.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή άπο εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

Ζούσε, λοιπόν, ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, που ήταν βέβαια λίγο μονότονη, αλλά αυτό κα θόλου δεν την ενοχλούσε, γιατί, αφού δεν ήξερε τί δεν είναι μονοτονία, δεν ήξερε ούτε τί είναι. Μια μέρα όμως έμαθε.

Εκείνη τη σημαδιακή, για τη ζωή της πέτρας, μέρα, εν’ αγόρι, που ήθελε να σκοτώσει ένα σπουργίτι ή να σπάσει κάποιο γλόμπο και δεν έβρισκε άλλη πέτρα, πιο κατάλληλη, τη μάζεψε απ’ το δρόμο, την έβαλε στη σφεντόνα του και την τίναξε στον αέρα, ψηλά και μακριά. Ευτυχώς, επειδή ήταν ατζαμής, δεν πέτυχε τον στόχο του, πέτυχε όμως, δίχως να το ξέρει, ν’ αλλάξει τη ζωή της πέτρας. Δίχως να το ξέρει, της έδειξε πως δεν ήταν πλασμένη μόνο για να σέρνεται στον δρόμο, μα πώς μπορούσε και να πετάξει, κι ακόμη πώς ο δρόμος δεν ήτανε ο κόσμος όλος αλλά μονάχα ένα μέρος του, και μάλιστα όχι το πιο ωραίο, γιατί η πέτρα, όταν τέλειωσε το πέταγμα της, βρέθηκε μέσα σ’ έναν κήπο.
Ο κήπος αυτός, τώρα, αν και δεν ήτανε καθόλου μαγεμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κήπους των παραμυθιών, ήταν χαρά των ματιών να τον βλέπεις. Και τί δεν ήταν φυτεμένο εκεί!
Κρεμμύδια και ντομάτες και φασολάκια πράσινα κι αγγούρια, αλλά και λουλούδια, πολλά λουλούδια και διάφορα, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα (τριαντάφυλλα και εκατόφυλλα) και κρίνα και βιολέτες και ντάλιες και γεράνια, πολλά γεράνια. Άσε πια τα μυριστικά, βασιλικούς και δυόσμους κι αρμπαρόριζες και δεντρολιβανιές και μαντζουράνες. Μ’ άλλα λόγια, ό κήπος ήταν κήπος κι όχι ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπως εκείνοι οι κήποι με το κουρεμένο σύρριζα γρασίδι.

Φανταστείτε τώρα το ξάφνιασμα της πετρούλας, πρώτα απ’ το ταξίδι της στον αέρα κι ύστερα απ’ τον καινούργιο αυτόν κόσμο, πού τόσο ξαφνικά ανακάλυψε. Όσο για το πέσιμο της, αυτό δεν είχε διόλου άσχημες συνέπειες, γιατί, όπως οι πέτρες δεν έχουν ούτε χέρια ούτε πόδια ούτε κεφάλι, δεν κινδυνεύουνε να σπάσουν τίποτε πέφτοντας στο χώμα, όταν μάλιστα αυτό είναι το αφράτο χώμα ενός κήπου.

Το μεγάλο ξάφνιασμα της κράτησε βέβαια πολύ λίγο, όσο βρισκότανε ακόμη στον αέρα, πάνω απ’ τον κήπο, γιατί μόνο από κει μπόρεσε να δει όλο το θαύμα πού απλωνόταν από κάτω της. Απ’ τη στιγμή πού βρέθηκε στο χώμα και μετά, μπορούσε να βλέπει μόνο ό,τι βρισκότανε πολύ κοντά της, δηλαδή μια ντοματιά, μια γαριφαλιά και δυο ρίζες βασιλικό. Σιγά σιγά όμως γνώρισε κι άλλα πράματα, σπουδαία, πού ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί την ύπαρξη τους. Γνώρισε τις μέλισσες και το ατέλειωτο παιχνίδι τους μέ τον ήλιο και τα λουλούδια, τα μακριά κοκκινοσκούληκα, πού βγάζαν πότε πότε το κεφάλι έξω απ’ τις τρύπες τους για να δουν πώς παν τα πράγματα στο φώς, τα μερμήγκια, πού σκαρφάλωναν πάνω της αγκομαχώντας, κουβαλώντας
τεράστια ψίχουλα, κάτι περίεργα μυγιάγγιχτα ζουζούνια, πού, στο παραμικρό άγγιγμα, μαζεύονταν και γίνονταν μικρά σκληρά μπαλάκια…

Η πετρούλα πέρασ’ εκεί μιαν άνοιξη κι ένα καλοκαίρι, και στις αρχές του φθινοπώρου, με τα πρωτοβρόχια, ανακάλυψε με χαρμόσυνη ανατριχίλα, πού έφτανε ως τα βάθη της πέτρινης καρδίας της, ότι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα και, από γκρίζα κι αναιμική πού ήτανε, ν’ αποκτά μια πρασινωπή, όλο υγεία όψη. Ή χαρά της όμως αυτή δεν κράτησε πολύ. Ένα φθινοπωριάτικο απογευματάκι, από κείνα πού ή γλύκα τους μεθάει τα χρυσάνθεμα και τα κάνει να θέλουν ν’ αποχωριστούν τις ρίζες τους και να πετάξουνε στον ουρανό σαν χρυσορρόδινα συννεφάκια, ένα τέτοιο λοιπόν απογευματάκι, ενώ ήταν απορροφημένη απ’ τον αγώνα ενός μερμηγκιού πού προσπαθούσε να σηκώσει ένα σποράκι, ένιωσε μια δύναμη να τη σηκώνει σαν πούπουλο στον αέρα. Πριν καταλάβει καλά καλά τί της γινότανε, πριν ακούσει καν τον κηπουρό να μουρμουρίζει «μπα, μια πέτρα!)), βρέθηκε να κάνει τη δεύτερη πτήση στη ζωή της και, περνώντας πάνω απ’ τη μάντρα του κήπου, να προσγειώνεται στο σκληρό γκρίζο δρόμο, απ’ τον όποιο νόμιζε πώς είχε φύγει πια για πάντα.

Καταλαβαίνετε τώρα την απελπισία της' μετά από τόση ομορφιά πού είχε ζήσει, να ξαναβρεθεί στη μέση της ίδιας της παλιάς, μονότονης ασκήμιας…

Στην αρχή ήθελε να πεθάνει και προσευχόταν να περάσει από πάνω της ό τροχός κανενός οδοστρωτήρα και να την κάνει σκόνη. Αργότερα, όταν της πέρασε ή πρώτη, μεγάλη πίκρα, άρχισε να ονειρεύεται ότι θα ξαναπερνούσε από κει ό μικρός πρίγκιπας, ό πιτσιρίκος με τη σφεντόνα, κι ότι θα την ξαναπέταγε μες στον παράδεισο της.

Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ό μικρός πρίγκιπας, πού στο μεταξύ έγινε ένας μεγάλος μπακάλης, ποτέ δεν ξαναπέρασε από κει.

Η πέτρα, βέβαια, πού δεν ξέρει (κι ούτε θέλει να μάθει) από χρόνια, ηλικίες κι άλλα τέτοια, ποτέ δεν έπαψε, κι ούτε θα πάψει, να ονειρεύεται τον κήπο της, ακόμη και τώρα πού βρίσκεται θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου κι ο παράδεισος της δόθηκε αντιπαροχή για πολυκατοικία.

Επιμύθιο I: Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.

Επιμύθιο II: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες πού ονειρεύονται κήπους.

*Από το βιβλίο Αργυρης Χιόνης, Το οριζόντιο Ύψος, εκδ. Κίχλη 2009 (β΄εκδ)



ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ ''Απόψε αυτοσχεδιάζουμε!''





Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, οι άνθρωποι ''μαύρες τρύπες'', που σου ρουφούν όλη την ενέργεια, είναι τοξικοί, επικίνδυνα μολυσματικοί και μόνο που τους κοιτάζεις λερώνεις το βλέμμα σου. Επιδίδονται σε ύβρεις και συκοφαντίες, εκτοξεύουν μυθεύματα και προσπαθούν να χαλάσουν ό,τι καλό συμβαίνει στις ζωές των άλλων.

Λογικά και συνετά θα έπρεπε να τους εκθέτουμε, εδώ μέσα, εκεί έξω, όπου μπορούμε και με οποιονδήποτε τρόπο. Θα προστατεύσουμε, θα προειδοποιήσουμε έτσι τους φίλους και όσους κινδυνεύουν από την επικίνδυνη μόλυνση. Μια δεύτερη όμως και πιο ψύχραιμη σκέψη, μια σοφή εσωτερική φωνή, μας λέει πως αυτά τα όντα είναι απλώς πτώματα, που θα πρέπει εντελώς φυσικά να προσπεράσουμε και αν χρειαστεί να περάσουμε από πάνω τους. Εάν τώρα στο πέρασμά μας αναστηθούν ξαφνικά, όπως συμβαίνει συχνά στα θρίλερ, και μας αρπάξουν το πόδι, υπάρχει και πιο δυναμική αντιμετώπιση της στιγμής. Απόψε αυτοσχεδιάζουμε...στη συνέχεια τινάζουμε πίσω τα μαλλιά και προχωράμε.
Είναι ασφαλώς θλιβερό, πόσο πόνο, αδιέξοδα προσωπικά, ελλείψεις και μοναξιά κρύβουν στην ψυχή τους και προκαλούν τον οίκτο μας. Ανθρωπάκια δειλά και ασήμαντα, καταδικασμένα σε μοναξιά και περιφρόνηση, φωνάζουν και χυδαιολογούν όπως ''ο τρελός του χωριού'' και από ένα σημείο και μετά δεν ασχολείται κανείς μαζί τους, αφού δεν προκαλούν κανένα συναίσθημα, παρά μόνο αδιαφορία. Δική τους η παραζάλη και το παραλήρημα φθόνου και απέραντη χλεύη στην κακοήθεια και το μίσος τους.
Καλό θα ήταν να μην τους ξεχνάμε στη γιορτή τους, σε κάποιες παγκόσμιες μέρες ατόμων με ''αναπηρία'', γιατί είναι άτομα ψυχικά ακρωτηριασμένα και ανήμπορα για κάθε είδους θετική προσφορά στον συνάνθρωπο και στην κοινωνία. Τιμή και σεβασμό στη λήθη που θα τους σκεπάσει σαν το τελευταίο άσπρο σεντόνι. Θα τους θυμόμαστε πάντα με αηδία, τρόμο, αλλά και περισυλλογή για το πού μπορεί να φτάσει και πόσο να εκτροχιαστεί ο ανθρώπινος νους.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ https://pixabay.com/










Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ 'ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ ΑΛΦΑΒΗΤΟ''


Α: Απόντα συναισθήματα άδικα, αγγίγματα ξεχασμένα. Αν τα ξαναρχίζαμε όλα, δε θα χρειαζόμασταν αλεξίπτωτο!


Β: Βόλτες σε οτιδήποτε ερωτικό και αγαπησιάρικο: από το παιχνίδισμα των βλεφάρων ενός κοριτσιού, μέχρι ένα καυτό φιλί που αιφνιδιάζει και ζαλίζει.

Γ: Γεννημένοι στην Ελλάδα, κάτι που δε θα αλλάξει ποτέ και με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δ: Διακινδυνεύω γιατί…Δε θέλω να περνάς δίπλα μου αύριο και να μη γνωριζόμαστε…

Ε: Εννέα στα δέκα από όσα φοβόμαστε δε συμβαίνουν ποτέ.

Ζ: Ζούμε καλύτερα χωρίς την τελειότητα. Αφηνόμαστε και ζωντανεύουμε.

Η: Ήλιος, λιγότερες αποσκευές και ξεκινάμε το ταξίδι.

Θ: Θέλω να ξέρω τι γίνεται σήμερα και να μη σκοτίζομαι για το αύριο.

Ι: Ίσως να ζήσουμε τη στιγμή τώρα.

Κ: Κορφές, κολύμπι σε παγωμένα νερά, ηλιοβασιλέματα και γέλια, όσα δε ζήσαμε πολύ από το κουτί της ζωής.

Λ: Λιακάδα παντού, όταν είσαι το παραμύθι κάποιου.

Μ: Μοναχικός άνθρωπος που μας έχει ανάγκη. Μπορούμε.

Ν: Ντοπάρισμα από πάθος.

Ξ: Ξελόγιασμα.

Ο: Όνειρα με μάτια ανοιχτά!

Π: Παράφορες στιγμές, θέληση αδιάβροχη. Πάλλομαι με κάποιον σε ιδρωμένα σεντόνια.

Ρ: Ραγισμένες σχέσεις και καρδιές, σαν γυάλινα ποτήρια. Και λογαριάζουμε πόσοι έφυγαν από κοντά μας τους προηγούμενους μήνες. Κάπου χάνουμε το λογαριασμό. Δεν είμαστε καλοί στα μαθηματικά.

Σ: Συγχώρεση, άλλοθι ζωής! Σε έχω ανάγκη.

Τ: Τηλέφωνο μέσα στη νύχτα που σε κάνει να χαμογελάς.

Υ: Υπόσχεση να μη βάλουμε τη ζωή μας στην κατάψυξη.

Φ: Φαντάσματα έξω πια από τη ζωή μας. Ναι στους ανθρώπους, όχι στα ανθρωπάκια.

Χ: Χορταστική απαραίτητη χαρά, να πηγαίνουμε πέρα από τον εαυτό μας.

Ψ: Ψάχνουμε το ξόρκι που θα λύσει τους κόμπους.

Ω: Ώρα να πάμε με το μέρος της ζωής και να ζήσουμε την ιστορία μας χωρίς παρεμβάσεις, αρκετά κακοποιήθηκαν οι ψυχές μας.



Στη φωτογραφία : το καλλιτεχνικό πρότζεκτ της Αναστασίας Μαστρακούλη, η οποία φωτογραφήθηκε γυμνή  πίσω από ένα θολό γυαλί σχηματίζοντας τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου.






ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΙΑΜΠΑΝΗ " Ατιτλο "


Γράμματα και λέξεις
έπεσαν κάτω
μπερδεύτηκαν
και κρύφτηκαν
πίσω απ'το μεγάλο καναπέ ,
κάτω από κείνο το χαλί
που στρώμένο ξεχάστηκε
όλο το καλοκαίρι
να θυμίζει χειμώνες σκοτεινούς ,
χάθηκαν στο σβηστο τζάκι
περιμένοντας να καούν
στο πρώτο άναμμα
Λέξεις χάμενες ,
άλλες εδώ κι άλλες εκεί ,
που δραπέτευσαν
να μην εγκλωβιστούν
σε προτάσεις χωρίς νόημα
χωρίς ειρμό
χωρίς αισθήματα .

Λέξεις φυγάδες
μιας σκέψης ,
που έμεινε μετέωρη ... 

el.S~





Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Το Λεωνιδαίο στην Αρχαία Ολυμπία.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΚΗΣ 


Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία,με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία.Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

Το Λεωνιδαίο ήταν μεγάλος πολυτελής ξενώνας, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία του ιερού, έξω από τον περίβολο της Άλτεως. Προοριζόταν για τη φιλοξενία των επισήμων, που έρχονταν στην Ολυμπία κατά τη διάρκεια τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Κτίσθηκε περίπου το 330 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε τουλάχιστον δύο φορές στους ρωμαϊκούς χρόνους. Οφείλει τό όνομά του στο δωρητή και αρχιτέκτονά του Λεωνίδη από τη Νάξο, όπως μας πληροφορεί η αναθηματική επιγραφή, που διατηρήθηκε σε τμήματα του επιστυλίου της εξωτερικής ιωνικής στοάς, σε περισσότερες από μία πλευρές του κτηρίου, και αναφέρει ''ΛΕΩΝΙΔΗΣ ΛΕΩΤΟΥ ΝΑΞΙΟΣ ΕΠΟΙΗΣΕ''. Το άγαλμα του Λεωνίδη, που ήταν ο χορηγός του κτιρίου, ήταν στημένο κοντά στη βορειοανατολική γωνία του κτηρίου, εκεί όπου βρέθηκε και το ενεπίγραφο βάθρο του. 

Το Λεωνιδαίο είναι μεγάλο, σχεδόν τετράγωνο κτίσμα, που έχει εξωτερικά στις τέσσερις πλευρές του ιωνική κιονοστοιχία, αποτελούμενη συνολικά από 138 κίονες με ύψος 5,55 μ. Στο κέντρο του βρίσκεται μία αυλή, με περιστύλιο που αποτελείται από 44 δωρικούς κίονες. Ανάμεσα στις δύο κιονοστοιχίες αναπτύσσονται στις τέσσερις πλευρές του κτηρίου τα δωμάτια, που βλέπουν προς την αυλή. Τα πιο ευρύχωρα δωμάτια βρίσκονται στη δυτική πλευρά του, που είχε βάθος 15 μ., ενώ οι υπόλοιπες είχαν βάθος 10 μ. Ανά μία είσοδος υπήρχε στη νότια και βόρεια πλευρά. Επεμβάσεις στο κτήριο έγιναν στα ρωμαϊκά χρόνια, οπότε και διαμορφώθηκε τεχνητή διακοσμητική λίμνη στην κεντρική αυλή. Τότε το κτήριο χρησιμοποιείτο ως κατοικία των Ρωμαίων αξιωματούχων. 
Το μνημείο αποκαλύφθηκε πλήρως κατά τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές και κατά το 2003 πραγματοποιήθηκαν εργασίες συντήρησης και στερέωσης των κονιαμάτων των τοίχων. Τμήμα της περίτεχνης διακοσμητικής πήλινης σίμης του κτηρίου μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας.
ΠΗΓΕΣ.






Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΔΟΥΝΑ ΜΕ ΘΕΜΑ " ΕΝ ΠΛΩ..."

"Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά,που να μη ματώνει ποτέ η ευλάβεια...Τόσο το θέρος,τόσα τα πουλιά,και σε μέγα βάθος.Η πάντων και πασών Ελληνίς η θάλασσα!"

Οδ.Ελύτης-"Εκ του πλησίον"

Εν πλω...

Εν πλω...

...στο πιο ψηλό κατάρτι!

..ένα με τον ήλιο!

Κοιτώντας τον ήλιο κατάματα...

Πρωινοί ιριδισμοί...

Με τη λάμψη στα μάτια...

...απογευματινός θυμός!

...λάμψη στα σύννεφα!



...κρυφτούλι!

..θλιμμένη ομορφιά!
...θαλασσινά μονοπάτια!

Aφήνοντας πίσω το μικρό λιμανάκι της Πούντας(Πάρος).


Πούντα-Πάρος, Σύνηθες φαινόμενο...


Πούντα-Πάρος.


Λιβάδια-Κριός(Πάρος).

Αφήνοντας πίσω το λιμάνι της Παροικιάς...η μικρή μας λάντζα,σκέτη απόλαυση!

Έκαστος στο είδος του!

Από τις εικόνες-στιγμές που πολύ θα μου λείψουν!
Μαρτσέλο(Πάρος).

Μαρτσέλλο!(Πάρος)

Στ'ανοιχτά της Πάρου και στο βάθος ο Παρασπόρος...

Στου Αιγαίου τ'ανοιχτά...
Στου Αιγαίου τ'ανοιχτά...

Έτσι απλά..
Πλησιάζοντας στη Νίσυρο..

Βαθύ Καλύμνου

Βαθύ Καλύμνου





ΤΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ " Στης Μάνης τον πετρότοπο "

Φωτογραφία - Αθηνά Κοτσόβολου ( Δολοί Μάνης )

Ν’ αναπνεύσει
προσπάθησε κάποτε η ελιά.
Μια τόση δα μικρή πνοή όση της ανήκει.
Τόπο ίσα δυο σπιθαμές
με τον καρπό της να προσφέρει.
Δυσβάσταχτη
σ’ ανθρώπου νου
τ’ άμοιρου ξωμάχου η ανάγκη.
Μια και η προσφορά
μόνο μέσα στη δυσκολία
καθαγιάζεται.
Παραμέρισαν
τα λιοκαμένα ξερολίθια,
στοιβάχτηκαν το ένα πάνω στ’ άλλο
μοιράστηκαν μαζί της
το λιγοστό τους χώρο.
Εκεί
στου σκορπιού το κατάλυμα,
στης οχιάς
και τ’ αστρίτη τα φιδοπουκάμισα.
Για να μη ματαπούν άνθρωποι
ότι τούτο το κομμάτι
είναι μονάχα άκαρπη γης.
Έτσι
λιτά κι απέριττα
όπως η φύση το ορίζει.
Δυο στάλες λάδι μοναχά
στου πατέρα το χρονιάτικο ξόδι.
Γεράκι έγινα
εφ’ ω μου ετάχθη,
φύλακας άγρυπνος
σε τόπο κακοτράχαλο.
Φωτοστέφανο
στην προσπάθεια επιβίωσης
οι αέναοι στα ουράνια κύκλοι μου.
γιώργος θ. τζιας