Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΒΙΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ "Χαρταετού Ανάβαση" - Ποιητική Συλλογή



Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η ποιητική συλλογή «Χαρταετού Ανάβαση» ανθολογεί 67 ποιήματα και στιχουργήματα. Είναι μια πρώτη προσπάθεια να βγουν απ’ το συρτάρι και να τα μοιραστώ μαζί σας. Το εγχείρημα της ανθολογίας δημιουργήθηκε από την επιθυμία καταγραφής των σημαντικότερων ποιημάτων από την περίοδο της ενηλικίωσής μου μέχρι σήμερα. Διαβάζοντας την ανθολογία αυτή ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει μια εκκολαπτόμενη στιχουργό και συγγραφέα και να ταξιδέψει στον εσωτερικό της κόσμο. Έναν κόσμο γεμάτο όνειρα, προβληματισμούς, προσδοκίες , συναισθήματα που εκφράζονται μέσω της ποίησης. Γιατί όπως λέει κι ο μεγάλος Καβάφης «η ποίηση είναι φάρμακο της ψυχής». Αυτό είναι και για μένα.

Ε.Κ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όταν το 2013 η Εβίτα µου απέστειλε ηλεκτρονικά στίχους της, για να της εκφράσω την άποψη µου, της έγραψα: «Υπάρχει λυρισµός και εικονοκλασία στα ποιήµατά σου. Διαθέτεις µια έµφυτη ποιητική προδιάθεση που στοχάζεται πικρά και συµµετέχει µετέχοντας στην αγωνία της εποχής, την οποία µεταγλωττίζει σε ποιητικό σχήµα λιτής µορφής. Η γυναικεία σου αισθαντικότητα οδεύει κατ' ευθεία στην ουσία και µια ασίγαστη πίκρα που ενεδρεύει µέσα σου και µια άγρυπνη αυτοενδοσκόπηση σε παρωθούν σε ξεσπάσµατα πίκρας, δύναµης ή περισυλλογής, που κυριαρχούνται από ειλικρίνεια και αυθορµησία. Και όλα τούτα γίνονται ποιήµατα που µεταφέρουν µε εκφραστική σιγουριά έναν βαθύ συναισθηµατικό απόθεµα από εσωτερική θλίψη. Μέσα από τα ποιήµατά σου αναδύεται ξεκάθαρα και σ' όλη της τη µεγαλοπρέπεια η λυρική και γνήσια ποιητική φωνή σου, που µετουσιώνει τον αναγνώστη και τον οδηγεί σε κόσµους άλλους, αληθινούς.

Οµολογώ πως µε έχει ελκύσει ο αυθορµητισµός και η ειλικρίνειά των στίχων σου και µε συγκίνησαν παράλληλα. Τα δυο πιο πρόσφατα ποιήµατά σου τα βρίσκω πιο ώριµα και πιο µεστά από εκείνα που έγραψες πιο παλιά. Να προσπαθείς πάντα ν' αποφεύγεις τις κοινοτυπίες και ν' αλιεύεις στη θάλασσα της πρωτοτυπίας, απ' όπου ν' αντλείς τις ποιητικές εικόνες, το συµβολισµό και γενικά τα εκφραστικά σου µέσα. Όπως κάνεις, για παράδειγµα, µε τους πιο κάτω στίχους: «σηµαίνουν τα ρολόγια κουρασµένα», «ουρλιάζει η σιωπή µου».

Σου εύχοµαι αίσιον πλουν στον ωκεανό της ποίησης...»

Το 2020 και συγκεκριμένα την 1η Νοεμβρίου, πήρα ηλεκτρονικό µήνυµα της στο οποίο µου έγραφε: «Αποφάσισα να κάνω το όνειρο µου πραγµατικότητα και να προχωρήσω µε την ποιητική συλλογή που από χρόνια θέλω να δηµοσιεύσω. Έχουν µαζευτεί πολλά και θα ήθελα τη γνώµη σας ως γνώστης του θέµατος. Είχαµε µιλήσει και παλιά (2013) γι αυτό το θέµα, όταν ακόµα έγραφα σε πιο ελεύθερο στίχο κυρίως. Τώρα έχω προσανατολιστεί κυρίως σε κυπριακό και µου βγαίνει αβίαστα. Έχω βέβαια διάφορα και θέλω πλέον µια ειδική γνώµη για να προχωρήσω σε έκδοση, την πρώτη µου προσπάθεια αφού γράφω από το 1997. Εβίτα Κωνσταντίνου 5 ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ ΑΝΑΒΑΣΗ Μπορείτε µήπως να µε βοηθήσετε σε αυτό; Θα το εκτιµούσα ιδιαιτέρως.»

Χάρηκα για την απόφαση να προχωρήσει στην έκδοση των ποιηµάτων της και αφού την ευχαρίστησα για την εµπιστοσύνη, µου τα απέστειλε και τη βοήθησα. Οµολογώ ότι εντυπωσιάστηκα, διαπιστώνοντας την ανοδική της πορεία σε σχέση µε τα προηγούµενα ποιήµατα τα οποία µου είχε αποστείλει το 2013. Γοητεύτηκα από τα ερωτικά ποιήµατα της συλλογής, στάθηκα µε θαυµασµό µπροστά στους λυρικούς, λιτούς και ενίοτε καυστικούς αλλά και γνωµικούς στίχους, γέλασα µε το λεπτό χιούµορ των σατιρικών ποιηµάτων, χάρηκα τη µουσικότητα και τον ρυθµό των ποιηµάτων στην κυπριακή διάλεκτο.

Εύχοµαι στην Εβίτα καλή και παραγωγική συνέχεια µε πολλές εµπνεύσεις και πολλές άλλες ποιητικές καταθέσεις.

Νίκος Πενταράς

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ 

ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΣΤΙΧΟ

ΑΓΑΠΗ

Σαν έπειτα από βροχή και µαύρο σκότος
φύτρωσε και κάρπισε στη µικρούλα ψυχή µου
γελαστό το ουράνιο τόξο άνθισε ξανά η χαρά µου
άνοιξη µοιάζει να 'ρχεται
κι ας µας καίει η κάψα του καλοκαιριού
όµως η αύρα δροσερή χαϊδεύει τα µαλλιά µου
που κυµατίζουν αρµονικά στο ρυθµό της αγάπης.

Μα για στάσου…
Σαν τ' αυτί σου στήσει καρτέρι
µια µελωδία όντως µαγική τη συλλαµβάνει
την πιάνει επ' αυτοφώρω να προσηλυτίζει το θλιµµένο µου είναι
να το τραβάει απ' τα σκοτάδια και το βούρκο
και το σέρνει µαζί της στον κόσµο του απέραντου γαλάζιου.

Τραγουδά η ψυχή µου ντουέτο µε τον ήλιο
χορεύει η καρδιά µου παρτενέρ µε το φεγγάρι
στεφανωµένη µε λουλούδια, ντυµένη στα λευκά. Το βλέπω η αγάπη έχει λάµψει πια… 2

4-7-98


ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΜΥΣΤΙΚΑ 

Ολόγιοµο φεγγάρι... 
Νύχτα που κρύβεις µυστικά 
Έλα κ σκέπασε απόψε της µοναξιάς την κρύα ανατριχίλα 
Σκέψη µου τρελή κι αλλοπαρµένη 
Η νύχτα λαίµαργα σε περιµένει 
Κόλπα στα σίγουρα γυρεύει 
Φύγε αλάργα... φύγε τώρα... να προσέχεις
 Φόρα για µένα τα καλά σου 
Γύρνα κεφάτη την αυγή 
Στο φως να µείνεις µη χαθείς
 Στο φως που ξέρεις τι γυρεύεις. 
 29-01-15


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ 

Ξεκίνησα µ' ανηφοριές δύσκολα µονοπάτια 
πέρασα µέσ' από βροχές και άγονα χωράφια 
τσακίστηκα, πληγώθηκα , το αίµα ρέει ποτάµι 
µα εγώ εκεί... στο πείσµα µου... να συνεχίζω πάλι. 
Βροχές, χαλάζι κι αστραπές όλα τον δρόµο κλείναν 
ο αγέρας απ' τo µένος του ξεγύµνωνε τα δέντρα. 

Παντού σκοτάδι κι έρεβος κι οµίχλη βασιλεύει 
µα µια µικρή και τρυφερή ψυχούλα αναζητάει 
το φως, το γέλιο, τη χαρά και τη λιακάδα µέρα. 
Ξάφνου ένα κύµα γλυκασιάς µυρίζει όλη η πλάση 
τον χαλασµό και τις βροχές πέρα απ' τα βουνά 
τα στέλνει και ψιθυρίζει µες στ' αφτί του ήλιου 
να προφτάσει να τρέξει να σκορπίσει πια 
παντού αγκαλιές λουλούδια. 

Τώρα στον δρόµο που περνώ, χαµογελούν κι οι πέτρες 
όλα αστράφτουν οµορφιά και πληµµυρίζουν χάρη 
πετάνε ξέγνοιαστα πουλιά, αηδόνια τραγουδάνε 
κι όλα τ' αγκάθια, το κακό πνιγήκαν µες στη λάσπη. 

Στη θέση τους φυτρώσανε σµάρια από πεταλούδες 
κι εγώ που όλο ψαχνόµουνα βρήκα επιτέλους άκρη 
κατάφερα να γλυκαθώ ,να ζήσω, να ευτυχίσω 
κι όλα αυτά είχαν που λες συνέπεια ν' αγαπήσω. 
3-12-98



ΣΕ ΣΤΙΧΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ


ΖΗΣΕ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ 

Η λαβωµένη µου ψυχή 
Γροικά να βρει λιµάνι 
Κι η σκέψη σου σαν προσευχή 
Πασκίζει να τη γιάνει. 

Αγάπη κι έρωτας θαρρώ 
θα 'ναι το βάλσαµό της 
µα το φοβάται από παλιά 
ήταν το βάσανό της. 

Aφήνεται χαµογελά 
Πισωπατά και τρέµει 
µη νοιάζεσαι, της λέω,
 χαζή το αύριο αν θα ξέρεις. 

Ζήσε µονάχα τη στιγµή 
και δε θα υποφέρεις 
ρίχνει γροθιά στο όνειρο
 ο φόβος αν διατάζει. 

Ο έρωτας είναι τρελός 
έλα που σου φωνάζει 
γέλασε, νιώσε κι άφησε 
το µέσα σου να βράζει. 

Κι ας είναι του ονείρου σου η φλόγα να σε κάψει. 
 21-6-14

ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ 

Όταν µε κοιτάς 
στα χέρια µου ακουµπάς 
νιώθω στη στιγµή 
να µην πατάω στη γη. 

Τόση αγάπη εγώ 
δεν πίστευα να βρω 
την έχω φυλαχτό 
και δείχνει να 'ν' γραφτό. 

Μαζί σου εγώ πετώ 
κι από ψηλά κοιτώ 
όλου του κόσµου τα αστέρια 
µου χάρισαν τα δυο σου χέρια. 

Όνειρο είν' αυτό που ζω 
µε σένα στο πλευρό µου 
και τον Θεό ευχαριστώ 
που σ' έχω σύντροφό µου. 

Είναι το γέλιο µου βαθύ 
κι από ευτυχία µε µεθεί 
είν' η αγκαλιά σου το λιµάνι
 κι ο έρωτας βαρύ χαρµάνι.

 Τα χείλη µου σου ψιθυρίζουν 
στην ψυχή µου όσα ξεχειλίζουν 
σαν µυστικό να σου το πω 
Πόσο καρδιά µου σ' αγαπώ. 

Δίπλα σου σβήνω όλα τα πίσω 
τολµάω να ξαναγαπήσω 
έγινε η ψυχή µου περιστέρι 
φτεροπετάει µες στ 'αγέρι. 

Είσαι για µένα ο θησαυρός µου 
πολύτιµος σαν κι ο σταυρός µου 
φωτίζεις τα δικά µου µέρη 
κράτα µου σφιχτά το χέρι.... 

 27-4-17 
Μελοποιήθηκε από την Εταιρεία ΄Make My Song΄ στη Λάρισα 
Σύνθεση - Μουσική : Ιωάννης Χατζής 
Τραγούδι : Μαριανίκη Τόκα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ 

Μες στην παλιά µου αποθηκούλα 
στα σκονισµένα µου µπαούλα 
ξετρύπωσα σ ' ένα λεπτό 
έναν πολύχρωµο αετό. 

Ήταν κοµµένη η ουρά του 
και λαβωµένα τα φτερά του 
για να πετάξει ούτε λόγος 
για τα σκουπίδια µάλλον µπόγος. 

Κι όµως στη θέα του εγώ 
άρχισα να καρδιοχτυπώ 
σαν να θυµίζει τη ζωή µου 
τη µπαλωµένη ύπαρξη µου. 

Χαρταετός ειν' κι η ζωή µου 
βουτάει ,χαλάει το σκαρί µου 
µα στη µιζέρια εγώ δε µένω 
πάλι στον άνεµο ανεβαίνω. 

Και ταξιδεύω εγώ ταξιδεύω 
καλούµπα αφήνω και µόνη χορεύω 
τα όνειρα µου δε θα πάρεις 
τι κι αν φυσάει Μελτέµι ή Βαρδάρης. 

Βάλθηκα να τον κουµαντάρω 
τρύπες και ασχήµια να µαντάρω, 
Φιογκάκια ,ουρά και κορδελίτσες
 έτοιµος πάλι για τρελίτσες.
 
 Χαρταετέ µου ανέβα πάλι 
στον άνεµο στήσε κεφάλι 
βουτάς και τούµπες κάνεις ήδη 
µα είναι όλα στο παιχνίδι. 

Κι αν η ζωή µοιάζει µπουνάτσα 
αµόλα σπάγκο, τραγούδα φάλτσα 
χόρεψε γέλα στην εξοχή 
αύριο πάλι πιάνει η βροχή. 

Κι αν η ζωή σου µοιάζει αντάρα 
µάζεψε σπάγκο, άστην λαχτάρα 
κράτα γερά µες στη φουρτούνα 
πάντα µετά θα φέγγει η Λούνα. 

16-01-21 
Μελοποιήθηκε από την Εταιρεία ΄Make My Song΄ στη Λάρισα 
Σύνθεση - Μουσική : Ιωάννης Χατζής 
Τραγούδι: Μαριανίκη Τόκα 


ΣΕ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ 

Αµυγδαλιά για αθασιά 
Όπως τζι αν σε λαλούσιν 
Είσαι του κάµπου στόλισµα 
Όπου τζι αν σε θωρούσιν. 

Μ' άσπρα φκιορούθκια όµορφα 
Εστόλισες τους κλώνους 
Που ούλλον σιειµώναν καρτερούν
 Πρώτοι να πάρουν µπόνους. 

Εν τζ έσιει άλλον που τολµά 
δεντρό να στήσει πόιν 
Μέσα στο κατασιείµωνον 
Ν' ανθίζεις σαν τον γόην. 

Είσαι η ελπίδα που γεννά η άνοιξη του κόσµου 
Τζ ' αλλάσσεις µου διάθεσην 
Σαν σε θωρώ οµπρός µου. 

Μες τ' άσπρα σου είσαι όµορφη 
Ρέσσεις τες ανεράδες 
Τζιαι στέκεσαι καµαρωτή 
Σε κάµπους τζιαι κοιλάδες.
 02-03-20


ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Στο σινεμά επήαμεν
να δούμε μιαν ταινία
μα η νύστα με εσκούλλησε
γυρεύκω πατανία.

Τα μμάθκια μου δεν άννοιαν
συνέχεια εκλείαν
το άξιον εν που 'χασα
τζιαι μιαν φασην γελοίαν.

Οι άλλοι εγελούσασιν
εκάμνασιν τζιαι χάζι
τζ' εγώ εθώρουν όνειρο
πως ήμουν καμικάζι.

Εξύπνουν τζ' εποσσιέπαζα
τζ' έκαμνα πως εθώρουν
μ' αν μ' αρωτήσεις τίποτε
χαρκούμαι εν τζ' εμπόρουν.

Ήντα 'θελα στο σινεμά
μάνα μου να λαμνίσω
αφού ήμουν ποστάμενη
τζ' ήθελα να καμμήσω.

Το μόνον που μου έμεινεν
πόψε που την ταινίαν
εν μια ωραία κουτουλιά
που δίουν με μανίαν.
21-9-16


ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ

(τσιαττιστό)


Άμπλεψε, θώρε καθαρά
τζι εκτίμα την αγάπην
τζιαι μεν μου κάμνεις την ζωήν
σαν τον φτωχό αράπην.

Το τέρτιν της καρτούλας μου
εμάθαν το τζι οι πέτρες
πως τρέχουσιν τα μμάθκια μου
σαν πλαστικές χολέτρες.

Έχω σε μέσα στην καρκιάν
τζιαι τρέμω μεν σ' αρπάξει
κανένας πελλοτζηνυός
με κάπριο αμάξι.

Καρτούες κάμνω τζιαι βουρώ
αγάπην μπας τζιαι δείξω
μα έτσι τζιαι πετάξεις τες
μασιαίριν εν να μπήξω.

Αφού λαλούν αρέσκουν σας
που εν να 'ρτει η μέρα τζιείνου
του κότσιινου που την λαλούν
«Αγίου Βαλεντίνου».

Είμαι λαλώ σου τυχερός
που 'βρα εσέν για ταίρι
τζι έχω σε πα' στην τζιεφαλήν
σαν το λαμπρόν αστέρι.

Στο σιέρι σου εν να φανεί
για πόσον εν να λάμψεις
ή εν να γκρεμοτσακιστείς
που τες μαννές τες πράξεις.

14-2-19



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Εβίτα Κωνσταντίνου.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λεμεσό από γονείς που κατάγονται από την Επαρχία Λεμεσού. Κατοικώ στη Λεμεσό με τον σύζυγο και τα 3 μας παιδιά.
Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και εργάζομαι εδώ και 19 χρόνια σαν δασκάλα σε Δημοτικά σχολεία της πόλης και Επαρχίας Λεμεσού.
Με την ποίηση και τη λογοτεχνία άρχισα να ασχολούμαι από τα χρόνια του Λυκείου γράφοντας σκέψεις , προβληματισμούς και συναισθήματα με τη μορφή ποιημάτων και στίχων. Έχω πάρει μέρος σε σχετικούς σχολικούς και εξωσχολικούς διαγωνισμούς και έχω αφιερώσει τρυφερά ή χιουμοριστικά ποιήματα και τσιατιστά σε φίλους , συγγενείς και ευρύτερη οικογένεια αλλά και ως μέρος διαφημιστικής εκστρατείας διαφόρων εταιρειών ή χώρων εστίασης.
Στον ελεύθερο μου χρόνο, γράφω ποιήματα τόσο σε ελεύθερο στίχο, όσο και σε παραδοσιακό. Το ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον μου στρέφεται στην Κυπριακή ποίηση στην κυπριακή διάλεκτο. Αρέσκομαι στο γράψιμο παραδοσιακών τσιαττιστών για κάθε περίσταση. Λόγω του έμφυτου ταλέντου μου σε αυτό, σε κάθε σχολείο που υπηρετώ, γράφω ανάλογα προσαρμοσμένα σε αυτά ποιήματα και πολλά από αυτά πρωτοστάτησαν σε σχολικές εκδηλώσεις.
Επίσης απολαμβάνω να κριτικάρω χιουμοριστικά και ποιητικά την καθημερινότητα και να γράφω με καυστικό ιδιαίτερο χιούμορ, τσιαττιστά που αναδεικνύουν τα κακώς έχοντα της κοινωνίας μας.
Ως ανήσυχο πνεύμα που είμαι, διψώ για νέες προκλήσεις ,συνεχώς επιμορφώνομαι και εξελίσσομαι. Δεν αρκέστηκα στη συγγραφή ποιημάτων και τραγουδιών, αλλά τον τελευταίο χρόνο ξεκίνησα να δοκιμάζω τις ικανότητές της πένας μου στην Παιδική λογοτεχνία. Μέσα από διάφορους κύκλους εργαστηριακών μαθημάτων συγγραφής Παιδικού Παραμυθιού, Μαθητευόμενων ποιητών και Παιδικής Λογοτεχνίας, ξεκίνησα να γράφω τα δικά μου διηγήματα, και παιδικά παραμύθια, των οποίων η έκδοση είναι ήδη στα σκαριά.
Η Ποιητική Συλλογή «Χαρταετού Ανάβαση» είναι η πρώτη επίσημη έκδοση μου και κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούνιο.
Το βιβλίο είναι εγκεκριμένο από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου.
Από τα ποιήματα της συλλογής μου έχουν μελοποιηθεί τα 5 , που κινούνται το καθένα σε διαφορετικό ύφος, καλύπτοντας έτσι ένα μεγάλο εύρος μουσικών ακουσμάτων και κυκλοφορούν ήδη σε μουσικό δίσκο.
Eπιλέγηκα για να συμμετάσχω στο 7ο Φεστιβάλ Άμμου που έγινε στο Ρέθυμνο τον φετινό Αύγουστο με ένα διήγημα μου με τίτλο : «Γκρίνια Εντ».Το Φεστιβάλ αυτό είναι Φεστιβάλ Ποίησης και Λογοτεχνίας.
Όλα τα διηγήματα του Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσουν σε συλλογική έκδοση τον Νοέμβριο.
Συμμετέχω σε αρκετές κυπριακές ποιητικές βραδιές εντός και εκτός της πόλης μου.
Ξεκίνησα να διοργανώνω ποιητικές βραδιές σε γκρουπ συνταξιούχων.
Προγραμματίζονται ήδη για τον Οκτώβριο 3 αφιερώματα-αναφορές στην ποίησή μου σε Ραδιοφωνικές Εκπομπές και υπάρχει στο πλάνο ήδη μια εμφάνιση σε τηλεοπτική εκπομπή.

Εβίτα Κωνσταντίνου



Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΥΜΩΝΗ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ - Ο ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ ΜΟΥ (ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ)


Συμώνη Κατραμάδου : Ο κατακτητής μου
Εκδότης : ΥΔΡΟΠΛΑΝΟ
Έτος έκδοσης: 2021
Είδος: Ιστορικό μυθιστόρημα
Αρ. σελίδων: 352
Εξώφυλλο: Μαλακό
Διαστάσεις: 14 x 21
ISBN: 978-618-5556-76-1

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τον 1ο α ι. π .Χ. οι Ρωμαίοι έχουν κατακτήσει την ελληνική γη. Στη Μυτιλήνη, οι κάτοικοι θα συμμαχήσουν με τον Μιθριδάτη, όμως η επιλογή αυτή θα τους στοιχίσει ακριβά. Η Φοίβη, μια νεαρή αριστοκράτισσα, ετοιμάζεται για τον γάμο της με τον αγαπημένο της Αρίωνα. Όμως, άλλα ποθούμε εμείς κι άλλα μας γράφει η μοίρα. Θα μπορέσει η Φοίβη να χαράξει τη ζωή που ονειρεύεται ή άλλοι θα την ορίσουν; Θα ζήσει με τον άνδρα που αγαπά ή ο κατακτητής θα κερδίσει και την ίδια; Η πορεία και η πάλη της με τις δυνάμεις που τη σκλαβώνουν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Το ταξίδι της Ψυχής στην αναζήτηση του Έρωτα.

Αποσπάσματα

Η ΠΗΓΗ

"Δοκίμασα το νερό με τα δάχτυλα του ποδιού. Είχα ξεχάσει πόσο ζεστό ήταν! Πήρα μια βαθιά ανάσα και βούτηξα.

Μια καυτή αγκαλιά με τύλιξε. Κινήθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς τον καταρράχτη και στάθηκα από κάτω του. Θα βρεχόταν τα μαλλιά μου, αλλά δεν με ένοιαζε. Ήθελα να νιώσω το νερό να τρέχει πάνω στο σώμα μου. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί με τα μάτια κλειστά, το νερό να με χτυπά στους ώμους και το πρόσωπο και να ρέει πάνω μου. Ένοιωθα τόση ευεξία! Κάποια στιγμή, σήκωσα τα χέρια ψηλά να τρέξει το νερό πάνω τους. Άνοιξα τα μάτια.

Μέσα στους ατμούς που αναδύονταν από την στέρνα, διέκρινα μια γνώριμη ανδρική φιγούρα. Ο Μάριος! Στεκόταν δίπλα στον βράχο όπου είχα αφήσει τα ρούχα μου. Δεν μπορεί! Έτριψα τα μάτια μου. Δεν είχα κάνει λάθος. Προσπάθησα να κρύψω την γύμνια μου με τα χέρια μου, ενώ το μυαλό μου δούλευε σε φρενήρεις ρυθμούς. Πώς με βρήκε; Η Δορκάς γιατί δεν με ειδοποίησε; Τί ήθελε εδώ;

Με γρήγορες κινήσεις, ο Μάριος γδύθηκε και έριξε τα ρούχα του πάνω στα δικά μου. Θα έμπαινε στην στέρνα! Του γύρισα την πλάτη και απομακρύνθηκα όσο περισσότερο μπορούσα, γονατίζοντας για να κρύψω την γύμνια μου στο νερό. Άκουσα τον παφλασμό που έκανε το νερό όπως το έσχιζε με το σώμα του και έσφιξα τα χέρια μου στο στήθος μου. Δεν άκουσα τίποτα για λίγο. Πού πήγε; Η περιέργεια μ' έκανε να στρέψω το κεφάλι. Ήταν κάτω από τον καταρράκτη και έτριβε με τα χέρια το σώμα του για να ξεπλύνει τον ιδρώτα και την σκόνη του δρόμου. Το δέρμα του λευκό και αψεγάδιαστο έλαμπε κάτω από το νερό. Τα μαλλιά του βρεγμένα φαινόταν πιο σκούρα και μακριά. Οι μυς της πλάτης σχημάτιζαν ρυάκια. Οι γλουτοί γεροδεμένοι στηρίζονταν σε δυο δυνατά πόδια που έμοιαζαν σμιλεμένα από μάρμαρο.

Απέστρεψα το βλέμμα. Η παρουσία του μου προκαλούσε ταραχή. Έπρεπε να βγω από την πηγή. Προχώρησα προσεκτικά προς τον βράχο που ήταν τα ρούχα, κρατώντας την μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από τον καταρράκτη. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, αφού έπρεπε να περπατώ γονατιστή. Είχα ήδη φτάσει στην όχθη και ετοιμαζόμουν να σηκωθώ για να βγω έξω, όταν ένοιωσα το χέρι του στο μπράτσο μου.«Πού πας;» "

Απόσπασμα, Ο ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ ΜΟΥ της Συμώνης Κατραμάδου, εκδ. Υδροπλάνο. 


ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

"«Αφέντη, την έδεσα. Τραβήξτε!» Η φωνή του ιπποκόμου, απόκοσμη έτσι όπως έβγαινε από το πηγάδι, διέκοψε τις σκέψεις μου.

Όλοι κοιτούσαμε τώρα το σχοινί που ανέβαινε σιγά σιγά γύρω από την τροχαλία, σέρνοντας στην άκρη του το αποτρόπαιο φορτίο του. Πρώτα είδαμε τα πόδια. Ο χιτώνας είχε κολλήσει επάνω τους και διέγραφε με κάθε λεπτομέρεια το καλλίγραμμο σχήμα τους. Μετά ο κορμός, έκανε μια αφύσικη καμπύλη. Τέλος, το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, με τα μακριά μαλλιά να κρέμονται σαν φύκια. Ο Μάριος την έπιασε, την σήκωσε στα χέρια και την εναπόθεσε απαλά στο δάπεδο. Την κοίταξε για μια στιγμή, χάιδεψε το μάγουλό της. Μετά, έλυσε το σχοινί από την μέση της, το έριξε πάλι στο πηγάδι και φώναξε στον ιπποκόμο να δεθεί."

Απόσπασμα, Ο ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ ΜΟΥ της Συμωνης Κατραμάδου, εκδ. Υδροπλάνο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

HΔρ. Συµώνη Κατραµάδου γεννήθηκε και µεγάλωσε στη Μυτιλήνη της Λέσβου. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία/Γλωσσολογία και Νοµικά στο ΕΚΠA. Απέκτησε µεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Υπολογιστική Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ Αγγλίας και διδακτορικό στη Θεωρητική Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσµπουργκ. Εργάζεται ως πολιτιστικός ακόλουθος με ειδίκευση στις ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές και πολιτιστικές πολιτικές και προωθεί τη συνεργασία της Ελλάδας µε τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για την προβολή του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού στις τρίτες χώρες. Τον τελευταίο χρόνο εργάσθηκε για την διαμόρφωση της νησιωτικής πολιτιστικής μας πολιτικής. Έχει ζήσει για σπουδές και εργασία στην Αγγλία, στη Νότια Αφρική και στον Καναδά. Έχει εκδώσει το ιστορικό μυθιστόρημα Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ – Το ταξίδι της Αταλάντας (2018, εκδ. Ωκεανίδα) και έγραψε το σενάριο του μουσικοθεατρικού έργου ΣΑΠΦΩ -ΚΑΛΑΝ ΣΕΛΑΝΝΑΝ που βασίζεται στο ανωτέρω μυθιστόρημα. Συμμετέχει στην συλλογική έκδοση για το 1821 «Λεσβογραφίες του Αγώνα» (2021, εκδ. Μύθος) με το διήγημα για μεγάλα παιδιά Η ΓΛΑΥΚΗ ΚΑΙ Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ 1821 και ευελπιστεί να υλοποιήσει την σειρά «Γλαύκη» με στόχο την εξοικείωση των παιδιών με την ναυτική μας ιστορία και την ενάλια πολιτιστική μας κληρονομιά. Στον ελεύθερο χρόνο της ζωγραφίζει, ενώ της αρέσει και η πεζοπορία (έχει περπατήσει στις Άλπεις αλλά και στις σαβάνες της Ν. Αφρικής), το χειμερινό σκι, η ιστιοπλοΐα και οι καταδύσεις. Έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη της γης και θα ήθελε να δει ακόμη περισσότερα. Πάντα όμως επιστρέφει στη βάση της, την Ελλάδα, και την αγαπημένη της ιδιαίτερη πατρίδα, τη Μυτιλήνη.



Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

Κωνσταντίνος Λίχνος "ΝΕΑ ΑΓΩΓΗ"

 

Tommy Ingberg  photography

«Ανήθικο» και «παντελώς αχρείο»· έτσι αποκαλούσε τελευταία τον εαυτό του. Μα αντί να καταρρέει υπό το βάρος τέτοιων κατηγοριών, έδειχνε να λαμβάνει κάποιου είδους νοσηρή ικανοποίηση απ' τα κοσμητικά αυτά επίθετα, με τα οποία στόλιζε το άτομο του.

Τα έβρισκε εξίσου ταιριαστά με το «αλιτήριος» που χρησιμοποιούσε μέχρι προσφάτως, γιατί, καθώς φαίνεται, είχε από καιρό χάσει κάθε ψήγμα εγωισμού κι αυταρέσκειας. Πλέον επέλεγε τους πιο μειωτικούς χαρακτηρισμούς για να αναφέρεται ενδιάθετα στο πρόσωπο του και έβρισκε, είναι η αλήθεια, τόσους πολλούς υβριστικούς προσδιορισμούς για να αυτοχαρακτηρίζεται, που πια ήταν αδύνατον να τους συγκρατεί όλους, ακόμη κι ο ίδιος. Μέχρι και την μνήμη του κατηγορούσε πως ήταν νωθρή λοιπόν, παρόλο που θεωρούνταν νέος κι ακμαιότατος για την εποχή μας. Είχε φτάσει όμως, όπως έδειχνε να πιστεύει, σε μια ηλικία που δεν μπορούσε άλλο να ξεχειλώνει τον εαυτό του και διαρκώς να τον επανασυνθέτει. Δεν ήταν πια παιδί, ώστε να περιμένει να γίνει κάποιος σαν μεγαλώσει, ούτε μπορούσε να φέρει αιωνίως το τίτλο του «φερέλπιδος νέου» που έχει ολάκερη ζωή μπροστά του. Πλέον είχε διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και προσδοκούσε να γευτεί μια κάποια εσωτερική σταθερότητα και, αν ήταν εφικτό, να αποκτήσει μια αίσθηση ταυτότητας κι ακεραιότητας του χαρακτήρα.

Τώρα που εργαζόταν ως υπάλληλος σε κάποια δημόσια υπηρεσία, έβλεπε τον κόσμο αρκετά διαφορετικά απ' ό,τι παλιότερα. Έκτοτε που δέχτηκε την πρώτη του προαγωγή μάλιστα, απολάμβανε τον σεβασμό των συναδέλφων, μα και του προϊσταμένου του. Το μόνο κακό ήταν πως είχε πέσει όμως στη δυσμένεια του εαυτού του. Βλέπεται, στο χώρο που εργάζεται, δεν προσελήφθη ακριβώς αξιοκρατικά, αλλά αυτό δεν έδειχνε αρχικά να τον επηρεάζει διόλου. Το ίδιο είχε συμβεί και παλιότερα, όταν υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, μα όλως τυχαίως κατόρθωνε διαρκώς να επισκέπτεται ως αδειούχος το σπίτι του. Και τότε, όπως και τώρα, ειδικής μεταχείρισης έχαιρε, μα δεν ήταν ο μόνος. Γιατί να χολοσκάει λοιπόν; Με το σταυρό στο χέρι, κανένας δεν πρόκοψε.

Οι μικρές παρασπονδίες στις οποίες είχε υποπέσει φάνταζαν ασήμαντες, καθώς αποτελούσαν για τους πάντες κοινή πρακτική κι εκείνος δικαιολογούνταν απόλυτα· όντας νέος που προσαρμοζόταν στις συνθήκες και εξερευνούσε στον κόσμο τριγύρω του. Παράλληλα με τον κόσμο, διερευνούσε φυσικά και τον εαυτό του τον ίδιο, μα εκείνον τον έκρινε με εξωφρενική επιείκεια· λογαριάζοντας τον ασχημάτιστο κι εύπλαστο. Αργότερα, σαν τ' αποφάσιζε, θα ήταν ικανός να σταθεροποιηθεί σ΄ όποιο καλούπι επέλεγε και να πορευτεί όπως έκρινε εκείνος σωστά. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, ως μια σειρά πλημμελημάτων μπορούσε να περιγράψει το βίο του· έγκλημα δεν είχε διαπράξει κανένα. Για την ώρα, δεν μπορούσε παρά να συνεχίζει το δρόμο του, να συμπλέει με τις κοινωνικές νόρμες και να συμμορφώνεται με το σύστημα αξιών των γονιών του.

Είχε μείνει, προτού διοριστεί, άνεργος για κάμποσους μήνες και συνειδητοποίησε το διάστημα εκείνο πως, εφόσον οι προσφερόμενες θέσεις απασχόλησης είναι λιγοστές, θα έπρεπε να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία που θα του δινόταν. Αμέτρητες φορές είχε πιάσει τότε τον εαυτό του να τριγυρνά μάταια έξω απ' τα γραφεία εύρεσης εργασίας ή να ξεφυλλίζει άπελπις τις μικρές αγγελίες. Πριν προλάβει να τον διεκδικήσει η απογοήτευση όμως, μεσολάβησαν οι γνωριμίες των δικών του για να τον βγάλουν από τη δύσκολη θέση. Το σκέφτηκε σοβαρά, βέβαια, αν θα έπρεπε να δεχτεί την ευεργεσία αυτή που του προσφερόταν ανέξοδα, καθώς κι αν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει τυχόν κατηγορίες που θα εξαπολύονταν εναντίον του απ' το φιλικό και συγγενικό του περιβάλλον. Το να παρέμενε άνεργος όμως, ενώ συνάμα θα είχε εξαγριώσει τους γονείς του, φάνταζε αποτυχία πολύ μεγαλύτερη από τη χρήση αθέμιτων μέσων για την απόκτηση μιας ταπεινής θέσεως εργασίας.

Την κατακραυγή ένιωθε βέβαιος πως θα μπορούσε να την αντέξει. Η μικρή κοινωνία, στην οποία ζει, μπορεί να ενοχλείται με το παραμικρό, αλλά τελικά αποδέχεται και χωνεύει τα πάντα. Κι όσοι θα σπεύσουν να τον επικρίνουν, εάν βρισκόταν στη θέση του, το ίδιο με εκείνον δεν θα έπρατταν άλλωστε; Κανείς δεν είναι αμέμπτου ηθικής σήμερα κι αυτή η διαπίστωση είναι από μόνη της ικανή να απενοχοποιήσει κάθε έκνομη συμπεριφορά και ατασθαλία. Καιρό ήταν λοιπόν, να το πάρει απόφαση. Θα γινόταν κι εκείνος, ένας από αυτούς που καθημερινά τους κατακρίνουνε ανενδοίαστα όλοι, μα ενδόμυχα τους ζηλεύουν και τους επαινούν. «Ένας ακόμη αμοραλιστής αριβίστας»!

Αυτός θα ήταν ένας τίτλος που θα μπορούσε να τον αποδώσει στον εαυτό του δικαιωματικά. Κι εφόσον θα τον έφερε επάξια, θα αποτελούσε αντικείμενο παραδειγματισμού για τους υπόλοιπους και θα πρόσφερε, με τη στάση ζωής του, επαρκή δικαιολογία για αναρίθμητες μελλοντικές ανομίες. Κάπως έτσι δημιουργούνται τα πρότυπα άλλωστε. Χέρι με χέρι περνάει στους επόμενους η σκυτάλη της παράδοσης, μέσω της μίμησης. Και οι νέες γενιές, για να καλύψουν τις πομπές τους, δεν θα χρειάζονται τίποτα πιότερο, απ' το να στρέψουν το δάχτυλο στους προγενέστερους.

Στην τελική, κι εκείνος το ίδιο δεν έκανε; Περπάτησε ένα δρόμο, που τον είχαν στρώσει άλλοι, πριν απ' αυτόν. Κι όσο θα ακολουθούν όλοι, την αγία τούτη πεπατημένη, τόσο η φαυλότητα θα σκεδάζετε προς κάθε κατεύθυνση και θα εμποτίζει τις συνειδήσεις. Oποιοδήποτε διαφορετικό μονοπάτι είναι δύσβατο, σε κάθε στροφή του καραδοκούν Λαιστρυγόνες και η τόλμη που απαιτείται για να το περπατήσει κανείς, δεν γίνεται να βρεθεί σ' εμάς τους συνηθισμένους ανθρώπους. Ίσως ακόμη και ο πολύτροπος Οδυσσέας, ο πιο περιβόητος των πλανήτων, να λιποψυχούσε εάν γνώριζε εκ των προτέρων τα προσκόμματα που θα συναντούσε μέχρι να προσαράξει στη πολυπόθητη Ιθάκη του. Το σώφρον άλλωστε, δεν είναι να περιπλανιόμαστε σε μονοπάτια επίφοβα, αλλά το να πορευτεί ο καθένας μας όσο το δυνατόν πιο ασφαλώς και ακόπιαστα. Πολυμήχανος σήμερα, είναι αυτός που επιδεικνύει επινοητικότητα στην εξεύρεση ατομικών λύσεων και διαπρέπει στην αποποίηση κάθε περιττής υποχρέωσης και κάθε είδους ευθύνης.

«Στυγνός πρακτικιστής» το λοιπόν· κι αυτός θα μπορούσε να ήταν ένας τίτλος ταιριαστός για εκείνον. Είχε άλλωστε, από καιρό διακόψει κάθε σχέση με τα νεανικά του οράματα, το ομολογούσε με κάθε ευκαιρία κι ο ίδιος. Μπορούσε να δηλώνει με αυθάδεια δύσπιστος απέναντι σ' όλες τις θεωρίες και να ισχυρίζεται περήφανος, πως κόρεσε στο έπακρο τις φιλοσοφικές του ανησυχίες. Είχε ήδη αντιληφθεί με σαφήνεια το τρόπο που λειτουργούσε ο κόσμος και δεν υπήρχε περίπτωση να πιαστεί απονήρευτος. Μπορούσε πλέον να ελίσσεται επιδέξια σε κάθε κατάσταση, αλλά και να επινοεί δικαιολογίες για να επαναπαύει διαρκώς τη συνείδησή του. Το σημαντικότερο ήταν, ότι κατείχε την δεξιότητα να διατυπώνει σιβυλλικά τις απόψεις του και όταν το απαιτούσε η περίσταση να αλλάζει τεχνηέντως δέρμα σαν φίδι. Κι αυτά όλα είναι προσόντα πολύτιμα στις μέρες που ζούμε, δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί κανένας αυτό.

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις... Μπερδεμένο κουβάρι καταλήγουν τα πράγματα σ' αυτή τη ζωή. Το ίδιο γεγονός, αλλιώς το βλέπει ο ένας κι αλλιώς το κρίνει ο άλλος. Το μόνο σίγουρο είναι, πως δεν πρέπει να προκαλούμε το κοινό αίσθημα, ώστε να μας βλέπει με καλό μάτι η κοινωνία. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να ερμηνεύσουν μονάχοι τα όσα συμβαίνουνε γύρω τους, ειδικά αν δεν έχουν πρωτύτερα αξιολογηθεί δημοσίως, αν δηλαδή δεν έχει αποφανθεί γι' αυτά η παντοκράτειρα κοινή γνώμη. Ακόμη κι αυτοί όμως, ποιοι είναι τάχα που θα υποδείξουν τι είναι σωστό και τι λάθος; Στην τελική, είναι ο καθένας μας αποκλειστικά υπεύθυνος για τις πράξεις του ή μήπως για όλα ευθύνονται οι περιστάσεις και οι συλλογικές παθογένειες; Ας τον ξεφορτωθούνε, λοιπόν· ας τον αφήσουνε ήσυχο να πορεύεται όπως καταλαβαίνει εκείνος.

Όχι πως δεν έχει ανάγκη κανέναν βέβαια ή ότι έχει καταφέρει τάχα στη ζωή του κατιτίς το σπουδαίο. Για μια επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας και την δυνατότητα να εξασφαλίζει τα απαραίτητα έκανε τα όσα έκανε. Ασχέτως που το κυνήγι των απαραίτητων, για τη συντήρηση της ζωής αγαθών, έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ατέρμον ταντάλιο μαρτύριο. Και είναι να αναρωτιέσαι, τι μας είναι πραγματικά απαραίτητο και σε τι ενέργειες οφείλει να καταφεύγει κανείς για να το αποκτήσει. Ερώτηση, θα μου πείτε, κάπως αόριστη, καθώς ουδεμία συνθήκη παραμένει αμετάβλητη στου χρόνου το ακλόνητο πέρασμα. Πάντως, για να επιβιώσεις σ' αυτή τη ζωή, έπρεπε ανέκαθεν να πράττεις τα δέοντα. Τα αναγκαία και πρέποντα δηλαδή, ή τα ανθρωπίνως εφικτά και επιτρεπόμενα, αν θέλουμε αλλιώς να το θέσουμε. Όσες ενέργειες δεν επιτρέπονται, αποτελούν, αν διαπραχθούν, ηθικής ολισθήματα· μα χρησιμοθηρικά, καθαρά πιο ωφέλιμα αποδεικνύονται πάντα τα νομικά ανεπίτρεπτα. Γιατί όσο η ηθική υπνώττει εφημερεύει η διαφθορά και εδραιώνεται έρποντας στων βολεμένων τις ράχες.

Κάθε δημόσια πράξη γίνεται πρόπλασμα μελλοντικών συμπεριφορών. Έτσι αναπαράγεται το κυρίαρχο ήθος και διαμορφώνεται η κοινή λογική, αυτό το συνονθύλευμα συλλογικής αφροσύνης. Μέσω του παραδειγματισμού πλάθονται τα πρότυπα της κάθε εποχής, στα οποία προσαρμόζονται των ανθρώπων τ' ατελείωτα στίφη. Κι όταν κάτι χαράζεται εντός μας μέσω της μίμησης, καμιά διδαχή δεν μπορεί να το σβήσει. Καμιά νουθεσία δεν είναι ικανή να αποσείσει την πρόληψη, που επιβεβαιώνεται τάχα απ' τα ίδια τα μάτια μας και θάλλει επάνω στην εύφορη και παχυλή μας αμάθεια.

Κάπως έτσι, διαμορφώθηκε η «Νέα αγωγή» που ανάγει σε αξία υπέρτερη την θήρευση της επιτυχίας και της οικονομικής πλησμονής. Μα όλα αυτά δεν είναι παρά θεωρητικολογίες αβάσιμες, κι εκείνος, σαν «γνήσιος ρεαλιστής», δεν τις λαμβάνει υπόψη του. Άλλωστε, τα έχει καταφέρει περίφημα έως τώρα και επ’ ουδενί λόγω θα διακινδύνευε την τωρινή του κατάσταση. Στο κάτω κάτω, το κόστος για να πετύχει όσα πέτυχε, δεν ήταν δα και τόσο υψηλό. Μονάχα την ψήφο του έταξε, ως ανταπόδοση για την ευεργεσία που δέχτηκε και απώλεσε έτσι μέχρι κι αυτό, το κατά πολλούς ιερό, δικαίωμα του εκλέγειν.

Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Άλλοι έχουν θυσιάσει πολλά περισσότερα για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο. Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ακέραιος εν μέσω αχρείων, εκεί που δεν εκτιμάται η αρετή και η φαυλότητα δρα ανεμπόδιστα. Γιατί καταλήγει τόσο πολύκλωνος της διαφθοράς ο κορμός, που περιτυλίγει τους πάντες και ο «πραγματιστής» φίλος μας το είχε αποδεχτεί πλήρως αυτό. Κι αν βίωνε ποτέ του ευνομίας εκλάμψεις και βρισκόταν εμπρός σε διλήμματα, ήξερε πως όλα αυτά θα εκλείψουν, όταν θα το έπαιρνε απόφαση να θεραπευτεί μια και καλή απ' τη νόσο που καλείται «συνείδηση». Μέχρι τότε, θα αναμετριέται με την αυτοεπίκριση και την ενοχή, αυτούς τους δυο ανθρωποφάγους υφάλους. Πασχίζοντας να τους αποφύγει με ημίμετρα, δεν θα μπορούσε παρά να αισθάνεται χαμένος κι ανίσχυρος, έτσι όπως νιώθει ο καθένας μας όταν χάνει των καταστάσεων τον έλεγχο.

Βλέπετε, ακόμη κι αν έχει για τα πάντα προνοήσει, αισθάνεται ανέτοιμος και παρόλο που έχει προ πολλού τους λογαριασμούς του φροντίσει, συνεχώς νιώθει οφειλέτης σε όλους. Μπορεί γι' αυτό να πασχίζει διακαώς να ευχαριστήσει τους πάντες και να είναι αρεστός. Μα αυτό τον κάνει να αισθάνεται «γελοίος» στο τέλος της μέρας και ίσως αυτός να είναι ο επόμενος τίτλος που θα διεκδικήσει επάξια. Όπως και να 'χει, θα έπρεπε να ξεμπερδέψει με την αυτοανάλυση και να περιορίσει τη διάθεσή του για αυτοκριτική, προτού μπει σε μπελάδες. Κυρίως, να διακόψει τους μελαγχολικούς του νυχτερινούς συλλογισμούς, γιατί τον κρατάνε άγρυπνο σχεδόν κάθε βραδύ. Ξεκίνησε με την αυταπάτη πως τους ελέγχει, αλλά κάθε τόσο χιμάνε επάνω του σαν αφηνιασμένα κύματα που τον παρασύρουν στην απελπισία. Η χειρότερη πλάνη του όμως, δεν ήταν αυτή. Ήταν πεποίθηση, πως διαμορφώνει ορθολογικά τις επιλογές του. Γιατί μόνο την τελευταία στιγμή, όταν έχουν πια δρομολογηθεί όλα και βρίσκεται μια ανάσα προτού επιλέξει, μονάχα τότε εμφανίζεται η σκέψη, για να επικυρώσει μια απόφαση προ πολλού ειλημμένη και να παρουσιαστεί ψευδεπίγραφα - παραγκωνίζοντας δήθεν το θυμικό - ως ηνίοχος της συμπεριφοράς του.

Όσο κι αν αποφεύγει την ενδοσκόπηση όμως, κάθε τόσο έρχεται το είδωλο του και στέκεται προκλητικά ανάμεσα στο βλέμμα του και στον κόσμο. Κι αφού αποστρέφεται εκείνο που βλέπει, αναζητά απεγνωσμένα τρόπους να μεταπλάσει τον εαυτό του. Ανίκανος να αποδεχτεί το ποιος είναι εξαϋλώνεται, ξεχειλώνει στον χρόνο μέχρι να αφανιστεί ολότελα το τωρινό του περίβλημα. Αναβιώνει περασμένες στιγμές για να τις αναβαπτίσει, ανοικοδομώντας την αυτοεικόνα του και εδραιώνοντας ένα εναλλακτικό παρελθόν. Τα πάντα εντός του καταλήγουν ρευστά κι ανυπόστατα, καθώς καταργεί των γεγονότων την αλληλοδιαδοχή κι αναπλάθει τις μνήμες του. Μέχρις ότου να διακοπεί η ονειρική περιπλάνηση τούτη, να αποκτήσει και πάλι συνείδηση του ξεπεσμού του και να αναδυθεί απ' της ψυχής του μύχια ξανά κραταιή η αυτοπεριφρόνηση.

Κι αν τώρα βολοδέρνει μονάχος, επιτρέποντας να τον τρώει το σαράκι των χθεσινών ενοχών, δεν παύει να ελπίζει κρυφά πως ο βασανισμός του ετούτος κάποια στιγμή θα τελειώσει. Σύντομα, θα σκληρύνει την πέτσα του πιότερο κι απρόσβλητος θα καταστεί σε κάθε κρίση συνείδησης. Θα το επιδιώξει αυτό, ισχυριζόμενος πως πράττει κατά τον δαίμονα εαυτού και πως μεριμνά πρωτίστως για το προσωπικό του συμφέρον. Δύσκολα πείθεται κάποιος όμως, όταν δεν επιθυμεί να πεισθεί και ίσως η αποτυχία του να διαμορφωθεί άτρωτος απέναντι στην αυτοκριτική, να είναι το έσχατο ίχνος ευσυνειδησίας που του 'χει απομείνει. Θα το αφανίσει όμως κι αυτό, όταν πραγματικά το θελήσει, γιατί πιότερο απ' όλα λαχταρά το να νιώθει ανάλαφρος. Έχει αποδείξει άλλωστε πως μπορεί να γίνει τα πάντα, γιατί πάνω απ' όλα ποθεί την ανεμελιά της απολύτρωσης. Μπορεί - και το ξέρει - να αδιαφορήσει εντελώς για την υστεροφημία του, να προσαρμόσει στην ανημποριά του πάσαν αξίαν και να περιγελάσει κάθε επίκριση. Το μόνο που δυσκολεύεται ακόμη να οραματιστεί, είναι τον εαυτό του ως γονέα, γιατί τέτοιος όπως έχει καταντήσει, δεν θα μπορούσε παρά να αναθρέψει απογόνους ανήθικους.

Βιογραφικό


Ο Κων/νος Λίχνος γεννήθηκε στον Αστακό Αιτ/νίας. Είναι Πτυχιούχος Μηχανικός Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Διατηρεί το μπλόκ Επίκουρος, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά έντυπα (λογοτεχνικά και πολιτικά), είναι συνεργάτης των εκδόσεων Κεφαλος και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Texnesonline.gr.
Με την λογοτεχνία ασχολήθηκε από την εφηβεία του και διακρίθηκε σε πολυάριθμους πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ δοκίμια και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και σε λογοτεχνικά ιστολόγια του διαδικτύου. Διηγήματά του έχουν εκδοθεί σε συλλογικά έργα από τον εκδοτικό οίκο Σύγχρονη εποχή και Άπαρσις.
Θεωρεί την λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα, ως πράξη πολιτική. Ως προσπάθεια αποκάλυψης της κοινωνικής πραγματικότητας και παρέμβασης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα μέσο για τον εξανθρωπισμό της ζωής των ανθρώπων.
Το Διήγημα του “Οι πορτοκαλιές” εκδόθηκε το 2018 από τον Εκδοτικό οίκο Σύγχρονη εποχή και το διήγημά του «Επιδημική κρίση» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Άπαρσις το 2019 στο συλλογικό έργο “Διηγήματα του εγκλεισμού”.
Κέρδισε το 1ο βραβείο για το δοκίμιο του “Περί λογοτεχνικής κριτικής και δοκιμιογραφίας” στον 20ο πανελλαδικό λογοτεχνικό διαγωνισμό της Ε.Τ.Ε.Π.Κ, ενώ για το ίδιο έργο του απέσπασε το δεύτερο βραβείο στον πανελλαδικό διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού Κέφαλος. Το 2ο βραβείο κέρδισε και στον 20ο Πανελλαδικό διαγωνισμό της Ε.Τ.Ε.Π.Κ για το παραμύθι του “Ο μικρός Κάστορας”.

Το 2018 απέσπασε για το διήγημα του “Οι πορτοκαλιές” Γ’ βραβείο διηγήματος στον 8ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό που διεξήγαγε η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού 2018 καθώς και το Γ’ βραβείο διηγήματος στο Διαγωνισμό Λογοτεχνικού Έργου που προκήρυξε η ΚΕ του ΚΚΕ το 2018, με αφορμή τα 100 χρόνια του ΚΚΕ.
Το 2019 πέτυχε συνολικά 10 πανελλαδικές διακρίσεις στις κατηγορίες του Δοκιμίου και του Διηγήματος. Το Δοκίμιο του “Ο ρεαλισμός του εξωπραγματικού” κέρδισε το Α’ βραβείο Δοκιμίου στον Παγκόσμιο λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΠΟΚ , Α’ βραβείο Δοκιμίου στον 19ο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου (Ε.Τ.Ε.Π.Κ.) καθώς και έπαινο στον ΛΕ´ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό από το Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός και έπαινο στον 38ο Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.
Το διήγημα του “Νόστος” απέσπασε Έπαινο στην κατηγορία του Διηγήματος στον Παγκόσμιο λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΠΟΚ καθώς και στον 9ο πανελλαδικό διαγωνισμό που προκηρύχτηκε απο την Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού. Το 1ο βραβείο κέρδισε και στην μεγάλη κατηγορία του μυθιστορήματος ενήλικων στον 2ο πανελλαδικό διαγωνισμό Πεζογραφίας Κέφαλος για το μυθιστόρημα του WWW.Dialogos.gr.
Για το σύνολο των διακρίσεων, το έργο και την ενεργή του παρουσία στα γράμματα, στη διανόηση και στη σύγχρονη πνευματική δραστηριότητα, το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλλονιάς του απένειμε το ειδικό «Βραβείο Πεζογραφίας ”Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης”.









ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Λιμοκτονών θνήσκω..."


Κάτισχνος από την πείνα, κάθιδρος και κατέρυθρος από τον υψηλό πυρετό, σύρθηκε και μισάνοιξε την άθλια εξώθυρα της καλύβας του. Τα κουρέλια που σκέπαζαν το άρρωστο κορμί του, έκρυβαν κάπως τα σημάδια του τύφου που τον σιγότρωγε. Κάθισε στο πεζούλι κι απίθωσε το διδασκαλικό σκουφί του εκλιπαρώντας τους περαστικούς για ένα γρόσι, ένα κομμάτι ψωμί, λίγες σταφίδες, με φωνή που μόλις ακουγόταν:
-Γενναίοι μου συμπατριώται...
Πήρε μερικές ανάσες κι άρχισε να ψέλνει την "Δέησι υπέρ των Ελλήνων", ένα παλαιό στιχούργημα άγνωστου ποιητή, το μέλος του οποίου είχε κανονίσει σε βυζαντινό ήχο τρίτο, και με αυτό εμψύχωνε τους γενναίους πολεμιστές, λίγες εβδομάδες ενωρίτερα, κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

"Ζευ, Θεέ, Θεών τε και ανδρών ομού, πάντων βασιλεύ
Ω συ Μουσών, Χαρίτων, Αθηνάς, Ερμού, Απόλλωνος γονεύ
Έκπληξον, κεραυνοφόρε τους εχθρούς των σοφών Γραικών..."

Κάποιοι τον θυμούνταν, "δες, ο δάσκαλος που μας έψελνε το Θούριο", και του άφηναν ένα παξιμάδι ή μια γαλέτα στο σκουφί, κουνώντας το κεφάλι με λύπη.
-Πείτε του γενναίου Αρχιμανδρίτη, ότι έχω χρεία, ψιθύριζε σε όποιον πλησίαζε αλλά μάταια. Έπαιρνε μια ανάσα και συνέχιζε απτόητος το άσμα του:

"Ρίψον Ζευ, βροντώδη σου τον κεραυνόν
Βρόντησον, ερίγδουπε, βρόντον τρομερόν
Πλήξον σκληρών βαρβάρων κεφαλάς
Φθάνει πλέον των Ελλήνων τα δεινά"

Οι λίγοι που κοντοστέκονταν, διέκριναν στο θολό βλέμμα του τη σπίθα που σιγόκαιγε ακόμα, τον πόθο για τη λευτεριά του δουλωμένου γένους. Η φλόγα που τρεμουλιαστή μεν αλλά ζωντανή, είχε φωλιάσει βαθιά μέσα του, γινόταν ύμνος και δέηση στον πατέρα θεών και ανθρώπων Δία:

"Έως πότε, αγκυλομήτα Ζευ, πλήθος συμφορών;
Ας επανακάμψει και εις ημάς ο χρυσούς αιών".

Αυτή η φλόγα τον είχε οδηγήσει στον ξεσηκωμένο Μοριά. Είχε ποτίσει το είναι του από μικρό παιδί, όταν στο χωριό του στις ακτές της Βιθυνίας, στη Μαρμαρίδα θάλασσα, ο γέρων Θεοδόσιος* ο εκ Μουδανιών, παλαιός διδάσκαλος στη σχολή των Κυδωνιών που είχε επιστρέψει στα πάτρια, τους δίδασκε ψαλτική κι αριθμητική, τους μάθαινε να απαγγέλλουν το Θούριο του Ρήγα και τους μιλούσε για το ένδοξο παρελθόν του τυραγνισμένου γένους.
Τ' αγάπησε τα γράμματα ο υιός του Φιλίππου του αλιέως. Στα δώδεκα φόρεσε το ράσο, έλαβε το όνομα Εφραίμ και διάβαζε τον Απόστολο στο ψαλτήρι ως βοηθός Αναγνώστη. Άφησε τη σκούνα και τα δίχτυα και διάλεξε το δρόμο της γνώσης και της διδαχής. Στα δεκάξι του αποχαιρέτησε οριστικά γονικά κι αδέρφια και, συστημένος από τον Θεοδόσιο, ταξίδεψε στο Αϊβαλί, σπουδαστής στην περίφημη Ακαδημία των Κυδωνιών. Εκεί, κοντά στον σοφό λόγιο Βενιαμίν τον Λέσβιο, του ανοίχτηκαν νέοι ορίζοντες. Πέρα από τα ιερά γράμματα που γνώριζε ήδη, μαθήτευσε στην ελληνική γραμματεία, τη φυσιογνωσία, την πειραματική επιστήμη, την αστρονομία και όσο αυγάταιναν οι γνώσεις του, τόσο φούντωνε μέσα του ο θαυμασμός για τους αρχαίους προγόνους κι ο πόθος της λευτεριάς.

-Περίανδρε;
-Χαράλαμπε, εδώ βρίσκεσαι;
-Μα εσύ είσαι κάτωχρος, αδελφέ!
-Μη με πλησιάζεις, αδελφέ μου Χαράλαμπε, μη σε πιάσει κι εσένα το χτικιό. Μόνον ολίγο φαγί βρες μου αδελφέ μου, ολίγον ζωμόν, διότι μόνον γαλέτα και σταφίδας εσθίω τελευταίως. Αδυνατώ να υπάγω ως την επιμελητεία, το σώμα ασθενεί λίαν εκ του λοιμού και δεν με υπακούει πλέον. Δεν θα αντέξω επί πολύ.
-Σπεύδω τάχιστα! Θα φροντίσω, μη σε μέλλει.

Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στο αποστεομένο πρόσωπό του. Όχι μόνο από την άξαφνη εξ ουρανού βοήθεια. Αλλά κι από τις όμορφες αναμνήσεις που ξύπνησε στο μυαλό του η απρόσμενη παρουσία του παλιού του συντρόφου, του Χαράλαμπου Μάλη*, Κύπριου την καταγωγή, γνώριμου από την Βασιλεύουσα, όπου ο αναγνώστης Εφραίμ είχε μεταβεί φλογισμένος από τον πόθο να μεταδώσει την αρχαιογνωσία που είχε διδαχθεί στην Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Μάλης, ως παλαιότερος στην Πόλη και γνωστός διδάσκαλος ομογενών νέων, τον είχε συστήσει σε επιφανείς ρωμαίικες οικογένειες που αναζητούσαν κάποιον φιλόμουσο και φιλογενή οικοδιδάσκαλο για τα τέκνα τους.
Εισήλθε έτσι στον κύκλο των Ρωμιών της Πόλης, και με την φλογερή διδασκαλία του σύντομα απέκτησε όνομα ικανού και γενναιόφρονος διδάκτορος. Διάβαζε στους μαθητές του αποσπάσματα από τον Λόγιο Ερμή, του οποίου ήταν συνδρομητής, από τους μύθους του Αισώπου, τους δίδασκε τους λόγους του Λυσίου και του Ισοκράτη, Πλούταρχο, Στράβωνα, Πλάτωνα, τις εκδόσεις αρχαίων συγγραμμάτων του Αδαμάντιου Κοραή που υπήρχαν στις βιβλιοθήκες των φιλόμουσων της Πόλης. Παράλληλα, συνέθετε και απήγγειλε πατριωτικά ασμάτια, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές του. Είχε ευγλωττία, αυτοσχεδίαζε και εκφωνούσε φλογερές ομιλίες, συναρπάζων τους ακροατές του.
Εβδομήντα περίπου χρόνια αργότερα ο μαθητής του στην Πόλη, Δημήτριος Μιχ. Βασιλείου*, υπερήλικας πλέον, θυμόταν ακόμα τον διδάσκαλό του Εφραίμ "με τον σκούφον" και απήγγειλε σε διάλεξη στην αίθουσα του Παρνασσού το πατριωτικό στιχούργημα που τους είχε διδάξει:

"Φίλοι μου συμπατριώται,
υπό τον ζυγόν έως πότε
των αχρείων μουσουλμάνων
της Ελλάδος των τυράννων;"

Όπως το υποσχέθηκε, ο Χαράλαμπος δεν άργησε να επιστρέψει με ένα κύπελλο ζεστού ζωμού. Ανακάθησε στο πεζούλι και ήπιε το ζωογόνο ρόφημα. Η όψη του δεν ζωντάνεψε ιδιαίτερα αλλά η διάθεσή του βελτιώθηκε πάραυτα. Ανυψώθηκε το ηθικό του κι άρχισαν με τον Μάλη να θυμούνται τις μυστικές συζητήσεις τους στην Πόλη, όταν ως μέλος της Εταιρείας των Φιλικών ο Μάλης τον μύησε κι εκείνον στο μεγάλο μυστικό και τον όρκισε στα μυστήρια της Εταιρείας.
-Και αύθις ο Εφραίμ μετονομάσθη εις Περίανδρον! Υιοθέτησα το όνομα του εκ των επτά σοφών, θεωρών πως ούτως κληρονομώ και την σοφίαν του, συμπλήρωσε αστειευόμενος και γέλασαν κι οι δυο.
-Πώς και ευρέθης στην Τριπολιτσά; ρώτησε ο Μάλης. Νόμιζα πως ήσουν στην Καλαμάτα, παρά τον παπά-Θεόκλητον τον Φαρμακίδην, εις την Εθνικήν Τυπογραφίαν, ως με έγραψες.
-Αδελφέ μου Χαράλαμπε, πολλά υπέφερα δια την πατρίδα, αναστέναξε ο Περίανδρος κι εσφούγγισε ένα δάκρυ. Από πού να ξεκινήσω. Με είχες αφήσει προ δύο ετών εις την Βασιλίδα των πόλεων ως οικοδιδάσκαλον των τέκνων του ευγενούς τσελεπή-Μιχαλάκη*. Ότε στας αρχάς του τρέχοντος έτους εσηκώθη το γένος κατά του τυρράνου, θα έμαθες πως στην Πόλη οι Αγαρηνοί αφηνίασαν. Κυνήγησαν κι αφάνισαν τη στρατιά του γενναίου πρίντζηπος Αλεξάνδρου εις την Βλαχία και σαν μαθεύτηκε πως ξεσηκώθη ο Μοριάς, η Ρούμελη και τα νησιά, έσυραν τον Πατριάρχη εις το ικρίωμα και εσφαγίασαν όσους Ρωμιούς της Πόλης ενόμιζαν ως υπαιτίους. Ο αυθέντης μου πρόκαμε κι έστειλε τη φαμελιά του στην Οντέσσα. Εγώ έμεινα μαζί του να φυλάξουμε το βιος του, μα σαν δυσκόλεψε η κατάσταση, εμβήκαμε εις ένα βρίκι και ήρθαμε εις την Αίγινα, όπου εχωρίσθημεν.
-Εκεί με απεγύμνωσαν οι εδικοί μας, αν έχεις το Θεό σου, συνέχισε ο Περίανδρος κι έπνιξε ένα λυγμό που ανέβηκε στον πονεμένο λαιμό του.
-Δηλαδή;
-Κάποιοι γενναίοι Ρουμελιώτες που φτάσανε στο νησί κυνηγημένοι απ' τα μέρη τους, ρίχτηκαν στο πλιάτσικο, γυμνώνοντας νοικοκυραίους και μη. Θύμα της λαφυραγωγίας των υπήρξα και εγώ ο τάλας, και ευρέθην ως κάλαμος εις τον άνεμον. Ανέβηκα τότε εις τα Τρικόρυφα**, εις την υπηρεσίαν του φιλογενούς πρίντζηπος Δημητρίου, ίνα δουλεύσω την Πατρίδα και να συνεργήσω εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερόν αγώνα από κάποιο πόστο, όπου θα ήμουν χρήσιμος. Εζήτησα όπλον, μα δεν με έδωκε κανείς. Ούτε κάποιον υπούργημα σχετικόν με τας γνώσεις μου. Επί τριάκοντα ημέρας περιφερόμουν ψωμοζητών, αφηγούμενος εις τας καλύβας τας πράξεις και τας αρετάς των προγόνων μας.

Διέκοψε συγκινημένος, ήπιε λίγο νερό και συνέχισε:
-Μα δεν έμεινα εντελώς άπραγος. Κατά τας μάχας εσυνόδευα τους γενναίους μαχητάς εις το πεδίον του Άρεος, τους εμψύχωνα και τους εγκαρδίωνα με θούριους και κηρύγματα. Ολίγον έλειψε να κατέβω εις τον Πλούτωνα από σφαίραν κανονίου από την Τριπολιτσάν που έπεσε πλησίον μου. Καθημερινώς εκινδύνευα την ζωήν μου δια την γλυκειά πατρίδα μετέχων στις αψιμαχίες άοπλος, πένης και λιμάζων, διότι δεν ανήκον εις κανένα ασκέρι και δεν με έδιδαν ταγίνι, ούτε τα αναγκαία δια την τροφήν μου. Εκοιμώμην επάνω εις πέτρας, ότε κάποιοι Μωραΐτες μ' έκλεψαν τον σάκον με τα ολίγα ρούχα μου κι απέμεινα "γυμνότερος από το γουδοχέρι", κατά την παροιμίαν.
-Και πώς ευρέθεις να εργάζεσαι παρά τον Φαρμακίδην, εις την έκδοσιν της Σάλπιγγος, στην Καλαμάτα;
-Εν τέλει με εσπλαχνίσθη ο ελλόγιμος κύριος Βάμβας κι ότε ο γενναιόκαρδος πρίντζηπας Δημήτριος έφερεν το τυπογραφείον, με συνέστησε εις τον χαριέστατον Θεόκλητον. Επήγα εις την Καλαμάταν ως βοηθός του. Με εδέχθη με δυσαρέσκειαν, φερόμενος πολλά υπεροπτικώς, με μόνην αμοιβήν εκατόν δράμια άρτου ημερησίως, και τούτα κατά περίστασιν, όχι τακτικώς.

Μια σκιά μελαγχολίας σκέπασε το βλέμμα του. Μόλις συνήλθε, συνέχισε την αφήγηση των περιπετειών του:
-Έκαμα υπομονήν καθότι τα πράγματα ήσαν ακόμη ακατάστατα. Εδούλευα ειλικρινώς και τιμίως δια το γένος, μολονότι γύρωθεν πλείστοι μισόκαλοι, χρυσολάτραι, εφέροντο βαρβαρικώς και απλήστως σωρεύοντες τάλαρα, ενώ οι αληθείς πατριώται επένοντο. Αγάπησα την πατρίδα πλειότερο απ' ότι με ηγάπησεν εκείνη, αδελφέ μου Χαράλαμπε, απόσωσε με θλίψη κι έγειρε κουρασμένος το κεφάλι.
-Περίανδρε, μη σκοτίζεσαι. Θα μιλήσω του Αρχιεπισκόπου Δικαίου, στη δούλεψή του είμαι. Θα εύρω λύση. Ξεκουράσου τώρα. Αύριο θα σου φέρω πάλι φαγί κι ένα ντοτόρο να σε κοιτάξει.
Ο ντοτόρος ήρθε με ένα μαντήλι στο στόμα καθώς η δυσωδία από τα εκατοντάδες κουφάρια ήταν ανυπόφορη. Δεν πλησίασε, τον είδε εκ του μακρόθεν κι αναχώρησε κουνώντας απελπισμένος τα χέρια.
-Πυρετός εκ τύφου, όπως το υπέθεσα, είπε στον Μάλη. Δεν υπάρχει γιατρειά.

Ο Μάλης παρακάλεσε τον Δικαίο. Εκείνος θυμήθηκε τον Περίανδρο από τον κύκλο των Φιλικών της Πόλης, τον σπλαχνίστηκε, μα οι ανάγκες του αγώνα ήταν πολλές, πού καιρός για τους χιλιάδες που θέριζε ο λοιμός που προκλήθηκε από τα σκορπισμένα σ' όλη την πόλη άταφα κορμιά, απ' όταν εκυρίευσαν οι Ρωμιοί την Τριπολιτσά κατά την 23η Σεπτεμβρίου.
Απογοητεύτηκε, μα δεν το έβαλε κάτω ο φίλος του. Πήγε στον τυπογράφο Κωνσταντίνο Τόμπρα* και σε άλλους πολλούς, ακόμα και σε ανθρώπους του μπέη της Μάνης Πέτρου Μαυρομιχάλη. Ρώτησε να μάθει για την πολιτεία του Περίανδρου. Όλοι είχαν καλούς λόγους να πουν, για την φιλοτιμία του, τον πατριωτικό ζήλο και την αφιλοκερδή προσφορά του στον πανεθνικό αγώνα.
Αφού έλαβε καλές γνώμες από όλους πήγε και στον Θεόκλητο που γνώριζε πως ήταν δύστροπος και πείσμων. Εκείνος δεν του έδωσε σημασία. Είχε τις δικές του σκοτούρες μιας και ο πρίγκηπας επέμενε εις την προεξέτασι των κειμένων πριν τυπωθούν στην εφημερίδα, κάτι που δεν δεχόταν επ' ουδενί ο πολύς Φαρμακίδης. Με συνέπεια το τέταρτο φύλλο της Σάλπιγγος, στο οποίο θα περιγράφονταν τα γεγονότα της άλωσης της Τριπολιτσάς, να μην τυπωθεί αν και είχε προετοιμαστεί.
-Ναι, το βάλαμε μπρος, αμέσως μόλις ελάβαμε το χαρμόσυνο μαντάτο, στας 26 του Σεπτέμβρη, επιβεβαίωσε ο Περίανδρος στον Μάλη, την επόμενη που του επήγε το ημερήσιο συσσίτιο. Αλλά ο Θεόκλητος εψυχράνθη με τον πρίντζηπα και διέκοψε την εργασία. Εξ αιτίας αυτής της διαφωνίας έπαψε να εκδίδεται η "Σάλπιγξ Ελληνική", εφημερίς την οποία ηγάπησα ως τέκνον μου καίτοι την εδούλευσα πενόμενος. Τότες ήλθον και εγώ εις Τριπολιτσάν, προς αναζήτησι κάποιας άλλης επωφελούς υπηρεσίας προς το γένος. Και εδώ μ' ηύρεν το κακό.

Ο Μάλης συνέχισε να τον σιτίζει, μα όσο περνούσαν οι μέρες χειροτέρευε. Το σαράκι δεν υποχωρούσε. Ψηνόταν στον πυρετό και δεν είχε πια δύναμη ούτε να βγει στο πεζούλι. Το μυαλό του ταξίδευε στα παιδικά του χρόνια, στους γονείς και τ' αδέρφια του που είχε χρόνια να μάθει νέα τους. Πού και πού, πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, τον άκουγαν να σιγοτραγουδά:

"Ανάμεσα σε Τρίγλια, Συγκή και Μουντανιά**
Καράβι αρμενίζει με δεκ'οχτώ πανιά".

-Τραγούδι από τον τόπο μου είναι, απάντησε σε κάποιον που ρώτησε.
Άλλοτε πάλι έπιανε να ψέλνει προσωπικές παρακλήσεις προς τον Δία, δικής του επινόησης:

"Επίβλεψον και ίδε, πλέον, και ημάς
Εάν και υπάρχεις Ζευ!
Και την αρετήν αληθώς τιμάς".

Απελπισμένος, ένα πρωί μάζεψε όσο κουράγιο του είχε απομείνει, φόρεσε το σκουφί του, το μοναδικό απομεινάρι που θύμιζε το διδασκαλικό παρελθόν του, σύρθηκε ως την ξύλινη πόρτα κι έγραψε με ένα κομμάτι κάρβουνο:
"Λιμοκτονών θνήσκω..."
Ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα και εξεμέτρησε το ζην, λίγο πριν μπει ο Νοέμβρης του Α' έτους της ελευθερίας (1821).
Με αυτό το υστερόγραφο, καλλιγραφημένο όπως τα λιγοστά γραπτά του, τα οποία σύναξε ο αδελφικός φίλος του Χαράλαμπος Μάλης*, "δια να διασωθή τό όνομά του εις τα χρονικά της Ελλάδος, όπου έτρεξε και ηύρε το τέλος", αποχαιρέτησε πρόωρα τα εγκόσμια ο Περίανδρος ή Εφραίμ του Φιλίππου, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών περίπου.
Δεν υπήρξε ούτε σπουδαίος πολεμιστής, ούτε διακεκριμένος λόγιος. Όμως είχε ικανή παιδεία, εφλέγετο από ειλικρινές πατριωτικό πάθος και πάσχισε να μεταδώσει, με όση δύναμη είχε, τη φλόγα της λευτεριάς στους συμπατριώτες του.

Θ. Μπελίτσος, Παλιόχωρα Αβίας, Σεπτέμβρης 2021.


* * *


Σημειώσεις

*Ο πίνακας "A beggar seated on a bank" είναι έργο του 1630, του Ολλανδού ζωγράφου Rembrandt.

*Ο Περίανδρος Φιλίππου (περ. 1785-1821), πρόσωπο υπαρκτό, γεννήθηκε σε κάποια παραλιακή πολίχνη της Βιθυνίας, στη νότια ακτή της Προποντίδας. Έλαβε εγκύκλιο παιδεία στην περίφημη Ακαδημία Κυδωνιών. Εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος στην Πόλη με αξιοπρεπές εισόδημα, ήταν συνδρομητής του Λόγιου Ερμή και μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε', διέφυγε στην Πελοπόννησο, όπου εργάστηκε υπό άθλιες συνθήκες αμοιβής και διαβίωσης στο Εθνικό Τυπογραφείο στην Καλαμάτα.
Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς μετέβη στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, όπου ασθένησε από λοιμική νόσο και απεβίωσε. Η λογοτεχνική απόδοση του βίου και του άδοξου τέλους του, την οποία επιχείρησα, περιλαμβάνει πολλά στοιχεία μυθοπλασίας αλλά στηρίχτηκε σε διασώθεντα τεκμήρια, τα οποία αντλήθηκαν κυρίως από τις παρακάτω βιβλιογραφικές πηγές.
-Β.Π. Παναγιωτόπουλου, "Περίανδρος Φιλίππου", Ο Ερανιστής τόμος 1 (1963), τεύχ. 2, σελ. 56-60 και τεύχ. 3/4, σελ. 86-99.
-Δημητρίου Μ. Βασιλείου, "Ενθυμήματα της εποχής μου", Εν Αθήναις 1890, σελ. 5-6.
-Αντωνίου Ν. Σιγάλα, "Συλλογή εθνικών ασμάτων", Εν Αθήναις 1880, σελ. 1-2.
-Χαραλάμπους Μάλη, επιστολή στην εφ. "Αθηνά" Ναυπλίου, φ. 70, 19-11-1832.

*Πρόσωπα.
Εκτός από τις γνωστές προσωπικότητες που αναφέρονται στο κείμενο (Παπαφλέσσας, Πετρόμπεης, Νεόφυτος Βάμβας, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Αδαμ. Κοραής, Βενιαμίν Λέσβιος, Υψηλάντηδες), υπάρχουν και κάποια πρόσωπα λιγότερο γνωστά, για τα οποία παραθέτω λίγες πληροφορίες για τον φιλομαθή αναγνώστη:
-Θεοδόσιος εκ Μουδανιών. Δίδαξε στην Σχολή Κυδωνιών στην πρώτη φάση της, πριν από το 1792.
-Μιχαήλ Βασιλείου (τσελεπή Μιχαλάκης). Φιλόμουσος έμπορος της Κων/πολης, Φιλικός, μέλος οικογένειας εμπόρων και λογίων με καταγωγή από το Αργυρόκαστρο της Ηπείρου, με επιχειρηματική δραστηριότητα σε Οδησσό, Τεργέστη, Βιέννη, Γαλλία κ.α. Υπήρξε χορηγός της έκδοσης του Λόγιου Ερμή και εκδόσεων αρχαιοελληνικής γραμματείας, στην διάδοση των οποίων στον ελληνικό χώρο συνέβαλε. Ο πρεσβύτερος αδελφός του Αλέξανδρος Βασιλείου (1760-1818), γνωστός λόγιος της διασποράς, υπήρξε έμπιστος φίλος και στενός συνεργάτης του Αδ. Κοραή.
-Δήμητριος Μιχ. Βασιλείου, υιός του προηγούμενου, μαθητής του Περίανδρου Φιλίππου.
-Χαράλαμπος Μάλης. Κύπριος λόγιος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, γραμματεύς εξ απορρήτων του Παπαφλέσσα, που υπηρέτησε αργότερα σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις.
-Κωνσταντίνος Τόμπρας. Κυδωνιεύς που είχε λάβει γνώσεις τυπογραφίας στη Γαλλία κοντά στον εκδότη Firmin Didot (Διδότο). Ανέλαβε να λειτουργήσει την τυπογραφική μηχανή που έφερε ο Δημ. Υψηλάντης, στην οποία τον Αύγουστο του 1821 τυπώθηκε στην Καλαμάτα η πρώτη εφημερίδα των επαναστατημένων Ελλήνων, η "Σάλπιγξ Ελληνική", καθώς και άλλα κυβερνητικά έντυπα.

**Τοποθεσίες.
- Τρικόρυφα: τα Τρίκορφα Αρκαδίας, όπου στήθηκε το στρατόπεδο των Ελλήνων πολιορκητών της Τριπολιτσάς το καλοκαίρι του 1821.
- Τρίγλια, Συγή ή Συγκή, Μουδανιά: τρεις κοντινές παράλιες πόλεις στις νότιες ακτές της Προποντίδας, στην επαρχία της Βιθυνίας, στο έμπα του κόλπου της Κίου. Ως το 1922 είχαν σχεδόν αμιγή ελληνικό πληθυσμό.
Θ.Μ.







Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Κώστας Τσιαντής- Ζάτουνα

 


Ζάτουνα Ζάτουνα

Σπίτι σου εκτίω τα πέτρινα χρόνια
φωτιά ανάβω να διώξω τα στοιχειά
τις Αρκαδίες σου να λευτερώσω
στα δάση που κρύβεις τα δασιά.

Πόσο με ξέρεις και δε μου μιλάς
πόσο με ξέρεις κι ας με αρνιέσαι
του ίδιου πατέρα πίνεις το φως
κι απ' την ίδια τη Μάνα γεννιέσαι.

Ζατουνα Ζάτουνα

Το γράμμα μου το Λούσιο περνάει
πάτριο πέρασμα η Λευτεριά
στου Μαίναλου αντίκρυ μου τη σιωπή
και στ' ανυπότακτα όνειρα.

Πόσο με ξέρεις και δε μου μιλάς
πόσο με ξέρεις κι ας με αρνιέσαι
του ίδιου πατέρα πίνεις το φως
κι απ' την ίδια τη Μάνα γεννιέσαι.

''Απόρθητες είναι οι ιδέες και αυτοί
που τις υπερασπίζονται ηρωϊκά,
απόρθητες είναι και οι ψυχές των Ελλήνων
που έχω τάξη κι εγώ να τραγουδώ''**


**Από το γράμμα που έστειλε ο Μίκης στη διεθνή κοινότητα, από τη Ζάτουνα όπου ήταν εξόριστος (1969)

Κώστας Τσιαντής 2/9/2021

(Η μόνη μου δεξιότητα στη μουσική, είναι η αγάπη μου γι' αυτή. Αυτήν καταθέτω στη μνήμη του μεγάλου 'Έλληνα που έφυγε σήμερα [https://www.youtube.com/watch?v=k5920ZUww1c], ελπίζοντας πως δεν θ' αργήσει η στιγμή να βρει τη σωστή καλλιτεχνική της άρθρωση. Προϋπόθεση και συγχρόνως έκκληση, η βοήθεια των φίλων).



AΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://heltios-poiesis.blogspot.com/





Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021

"ΤΑΠΕΙΝΗ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ" ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΝΑ & Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΟΛΑΡΗ

 

Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ


ΤΑΠΕΙΝΗ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Στα σχολικά σου τετράδια
θέλω να κρυφτώ
τώρα που μεγάλωσες και πας στο λύκειο.
κι όταν σφυρίζουν στη γωνία τ’ αγόρια, εσύ γελάς,
κι όταν σκοντάφτει ο ήλιος στα λυμένα σου κορδόνια, ξεκαρδίζεσαι.
Τι ανάλαφρη που είσαι αλήθεια!
Μαύρο στενό φουστάνι, ευωδιαστοί μηροί,
τα δάχτυλα κορυδαλλοί στη συναυλία της άνοιξης,
─ έτσι θα γράψουνε για σένα οι ποιητές.
Όμως, εμένα που σε ξέρω καλύτερα,
μου αρκεί να’ μαι πάντα μαζί σου
─ στις καφετέριες, στα μαθήματα, στα γυμναστήρια.
Μου αρκεί να κλέβω το σταρένιο σου φιλί,
να γεύομαι το δέρμα του ίσκιου σου,
να γράφω κρυφά σε κάθε τοίχο τ’ όνομά σου.
Κι όταν πλαγιάζεις,
να δραπετεύω για μιαν ώρα από τη φυλακή μου,
ευλαβικά να σ’ αγκαλιάζω
και να σε παρασέρνω στο ρυθμό κάποιου χορού
που άλλος κανείς ποτέ δε θα γνωρίσει.
Νίκος Παπάνας


HUMBLE ODE A LA POÉSIE

Je veux me cacher
dans tes cahiers scolaires
maintenant que tu as grandi et que tu es lycéenne;
et que tu ris quand les garçons sifflent dans le coin,
et que tu éclates de rire lorsque le soleil bute contre tes cordes dénouées.
Comme tu es légère!
Robe moulante noire, cuisses parfumées,
doigts alouettes au concert du printemps,
─ c’est ce que les poètes écriront de toi.
Mais pour moi qui te connais mieux,
il me suffit d'être toujours avec toi
─ dans les cafés, aux cours d’école, dans les gymnases.
Il me suffit de voler ton baiser de blé,
de goûter de la peau de ton ombre,
d'écrire en cachette ton nom sur chaque mur.
Et quand tu te couches,
m'évader de ma prison pour une heure,
t'embrasser pieusement
et t'entraîner au rythme d'une danse
que personne d'autre ne saura jamais.

******

Traduit en français par Paraskevi V. Molari



Από το 1988 ο Νίκος Παπάνας έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μεταφράσεις ποιημάτων και δοκίμια για την ποίηση σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 2004 έλαβε τιμητική διάκριση από το Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας. Το 2019 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Πρώτη δημοτικού και άλλα» (Εκδόσεις Ιωλκός).




Η Παρασκευή Β. Μόλαρη είναι πτυχιούχος Αγγλικής και Ελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και πτυχιούχος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών Μάστερ ΙΙ από το Πανεπιστήμιο Paul Valéry Montpellier III . Τμήμα Νεοελληνικών σπουδών στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία και Ιστορία της Εκπαίδευσης. Έχει παρουσιάσει και μεταφράσει πλήθος ποιημάτων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών και τα οποία χρησιμοποιούνται ως διδακτικό υλικό στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Ως συνεργάτης του επιστημονικού περιοδικού ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ έχει δημοσιεύσεις μεταφραστικές της εργασίες και παρουσιάσεις, καθώς και στο Δίκτυο Πολιτικής Ανωτάτης Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών.








Spyridon Trousas "Φθινόπωρο"

Πίνακας : Spyridon Trousas.

Φύλλα ξερά πέφτουν στη γη
παρασυρμένα απ'τη βροχή
με του ανέμου την πνοή
ρίγος διατρέχει το κορμί.
Στη χλόη τα κυκλάμινα
στάζουνε δάκρυα πικρά
τα πορφυρένια δειλινά
γκριζάρισε η καταχνιά
Στις κουμαριές και στις μυρτιές
σπουργίτια κάνουνε φωλιές
κούλουμες με καρπό οι ελιές
φλόγες στους φράχτες οι ροδιές.
Σαν χάντρες από κεχριμπάρι
τα τζίτζιφα μές στο κελάρι
των χρυσανθέμων το άρωμα
για τους νεκρούς θυμίαμα.

Spyridon Trousas.