Τρίτη 11 Μαΐου 2021

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

«Η λύπη δεν υφαίνει ουράνιο τόξο αλλά τα χρώματα θερίζοντας συνθέτει ένα μεσίστιο γιατί που φτάνει δήθεν από μακριά επειδή ποτέ δεν έφυγε.»
Κώστας Παπαγεωργίου 


Τοπίο με ένα ουράνιο τόξο – Peter Rubens

Νάνσυ Δανέλη - Ουράνιο τόξο.

Στην έρημη ακτή του φθινοπώρου
περπατώντας δίχως προορισμό
κάτω απ΄το μολυβένιο ουρανό

νερά κατηφόριζαν απ΄τα σύννεφα
πικρά νερά από τα μάτια

κι έσμιγαν τα νερά

στην ξαφνική νεροποντή
τα κύματα αλλόκοτα αγρίευαν
ο αέρας βούιζε οργισμένος

και μη μπορώντας να ξεχωρίσω
αν η καταιγίδα ερχόταν από μακριά
ή αν εγώ ήμουν εκείνη
που την είχε φέρει
δεν αναζήτησα άλλο καταφύγιο.

Αφέθηκα να μουσκεύω ως το μεδούλι

ως το τέλος της βροχής
ως τη σιωπή του ανέμου
ως το τέρμα του ορίζοντα

Νερό κατάντικρυ στον ήλιο
τον κρυμμένο
ως την απρόσμενη στιγμή
που ο ουρανός θα φανερώσει
το τόξο της απαντοχής

ως τη στιγμή που
θα κατηφορίζει η Ίριδα
ολόχαρη
σκορπίζοντας χρώματα

παπαρούνες
χλόη
κίτρινο φως
και πορτοκαλί
το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας
μενεξέδες
στους δρόμους του σούρουπου
τις βιολέτες του δειλινού.

κι ο ουρανός θα κατεβάσει
τη γέφυρα
ν΄ανηφορίσουν οι ψυχές
για τον παράδεισο.

Νερό κατάντικρυ στον ήλιο
ως τη στιγμή
που θα σκύψει ο ουρανός.


Girl and rainbow Painting by Boyan Dimitrov


Μαρία Κυρτζάκη -  Το ουράνιο τόξο

[Ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

Ψάχνοντας για οποιοδήποτε τόξο
«Το κυνήγι δεν τέλειωσε» είπες
Και τα μάτια χάθηκαν
Το μαύρο ανιχνεύοντας.
«Το ουράνιο τόξο» είπες και γαλήνεψα.
Περνούν οι μέρες
«Τα γεγονότα», είπες, «αναμφισβήτητα».
Κι όμως, σε άφησαν πίσω τα γεγονότα
Σε λησμόνησαν
Οι μέρες έγιναν χρόνια
Και τώρα πια είναι ζήτημα επιβίωσης
Τώρα μετράς στα πέντε σου δάχτυλα
Μετράς κι απορείς
Πώς έγινε, είπες, και σκούριασαν οι κλειδώσεις
Πώς έγινε
Και δεν φύσηξε άνεμος στην πλευρά μας
Δεν το παίξαμε το παιχνίδι μας
Δεν το παίξαμε
Δε γινόταν αλλιώς

Τα κιβώτια βαριά στη μεταφορά
Εύφλεκτα
Κι απορώ κι απορείς κι απορούμε
Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις τα βράδια
Πώς η τόση αγάπη εξατμίστηκε
Πώς οι χαρταετοί έπαψαν –τρυπημένοι στο μέρος
της καρδιάς– το παιχνίδι

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) της Μαρίας Κυρτζάκη


Landscape with a Rainbow, 1915 by Konstantin Andreevic Somov


Τάσος Λειβαδίτης - ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας
ο ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση
οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ’ ένα μονάχα πυροβολισμό
το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δυο καταφρονεμένους



RAINBOW by Leonid Afremov


D. H. Lawrence — Ουράνιο τόξο

Ακόμη και το ουράνιο τόξο έχει κορμί
φτιαγμένο από τις ψιχάλες της βροχής
και είναι μια αρχιτεκτονική αστραφτερών ατόμων,
ωστόσο δεν μπορείς ν’ ακουμπήσεις
το χέρι σου πάνω του,
ή μάλλον, ούτε και το νου σου.
Μετάφραση: Γιώργος Χ. Κουλούρης



Jan Siberechts - Landscape with Rainbow

Χρήστος Ντάλιας - Ουράνιο τόξο

Είδα το Θεό μικρό
σε μια σταγόνα.
Και τίναξα τα χέρια παίζοντας
δίχως να το ξέρω
κάνοντας
ένα πλατύ ουράνιο τόξο.
Κι ακούμπησα στις άκρες του.

Από τη συλλογή Τα επόμενα (1986) του Χρήστου Ντάλια

The Puszta by Karoly, the Elder Marko


ΗΛΙΑΣ Δ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Αυτά τα δέντρα δε σηκώνουν άλλους ανθρώπους πάνω τους,
η φλούδα χάνει τον ήλιο,
εκείνοι οι βράχοι την αρμύρα δεν αντέχουν,
μισόκλειστα κρατούν τα μάτια τους
κι οσφρίζονται τα θέατρα που παίζει το πέλαγος.
Στον ορίζοντα αστράφτουν λαλιές κι εικόνες,
όμως η ανέμη ακόμη χορεύει το μάλλινο
κι οχτρεύει το γρήγορο συνθετικό κύκλο.
Τούτες τις φορές, οι φόρες που πήραμε έχουν άλλες ανάσες
εξόρυξαν ήχους που βαστούν, βαστούν μυρωδιές,
κύκλους από αλώνια στο νου, βουή τζιτζικιών
στην ελεύθερη σκέψη του παραθερισμού.
Αυτές οι μέλισσες χάρισαν όλη τη γλύκα τους να γιάνουμε,
εκείνα τ΄ αρμυρίκια ψήλωσαν
κι έσβησαν την άμμο απ΄ τον ορίζοντά τους,
γύραν στους λόφους, χάδι, άλλο άγγιγμα να δροσερέψουν.
Αυτά τα φύλλα πείσμωσαν, δεν πέφτουν φέτος
κρατούν το χρώμα τους ψηλά,
εκείνα τα νερά θυμήθηκαν τη νιότη τους και ξεχύθηκαν στα πόδια μας.
Αυτά τα γυαλιστερά σύμβολα ξέβαψαν, να γίνουν σύμβολα
τους πάει η αφαίρεση.
Αυτά τα χρώματα έρχονται κάτ΄ επάνω μας σχίζοντας το βαθύ γκρι.
Τι ευτυχία ν ΄ αντέχεις τη λάμψη τους,
να περνάει στο αίμα μας ουράνιο τόξο!


Sky Study with Rainbow 1827 By John Constable


William Wordsworth - My Heart Leaps Up ή Το ουράνιο τόξο

Η καρδιά μου πηδά όταν βλέπω
Ένα ουράνιο τόξο στον ουρανό:
Έτσι ήταν όταν ξεκίνησε η ζωή μου.
Έτσι, τώρα είμαι άντρας.
Γι 'αυτό, όταν μεγαλώσω,
Ή άσε με να πεθάνω!
Το παιδί είναι πατέρας του ανθρώπου.
Και θα ήθελα οι μέρες μου να είναι
δεσμευμένες ο καθένας με φυσική ευσέβεια.
https://www.greelane.com/


Arctic Sunset with Rainbow by William Bradford

Μάνος Κοντολέων - Ο σπουργίτης και το ουράνιο τόξο

Ήταν κάποτε ένας σπουργίτης που ήθελε να γνωρίσει το ουράνιο τόξο. Ήθελε να δει από κοντά τα χρώματά του.

«Είναι πολύ μακριά το ουράνιο τόξο!» του έλεγε η σοφή κουκουβάγια. «Κι εσύ, τόσο μικρούλης που είσαι, θα κουραστείς και θα μείνεις στα μισά του δρόμου!»
Όμως ο σπουργίτης δεν άλλαζε γνώμη.
Κι έτσι ένα πρωί ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.
Πέρασε μέσα από το μεγάλο δάσος. Είδε τα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους ελέφαντες και τις μαϊμούδες.
«Πάω καλά για το μέρος που είναι το ουράνιο τόξο;» ρώτησε ένα χιμπατζή.
«Καλά πας!» του απάντησε εκείνος.
Μετά από το μεγάλο δάσος, ο σπουργίτης βρέθηκε στη μεγάλη θάλασσα. Είδε τα κύματα, είδε τα ψάρια, είδε τα καράβια, είδε και τους γλάρους.
«Για το μέρος που βρίσκεται το ουράνιο τόξο, από εδώ πάνε;» ρώτησε ένα δελφίνι.
«Ναι!» του απάντησε εκείνο.
Μετά από τη μεγάλη θάλασσα, ο σπουργίτης βρέθηκε στη μεγάλη έρημο. Είδε την άμμο να αστροποβολάει κάτω από τον ήλιο, είδε τα φοινικόδεντρα, είδε τις καμήλες.
«Θέλω να φτάσω στο ουράνιο τόξο. Καλά πάω;» ρώτησε ένα σκαθάρι.
«Καλά πας!» του απάντησε εκείνο.
Μετά από τη μεγάλη έρημο, ο σπουργίτης βρέθηκε στα μεγάλα βουνά. Είδε τα χιόνια, είδε τους αϊτούς, είδε τις αρκούδες, είδε τις δροσερές πηγές και τα πανύψηλα έλατα.
«Προς τα πού πέφτει το ουράνιο τόξο;» ρώτησε ένα σκίουρο.
«Εκεί!» του έδειξε εκείνος.
Και ο σπουργίτης –αν και είχε πια κουραστεί– πήρε κουράγιο και συνέχισε. Το καταλάβαινε πως πλησίαζε.
Και ναι! Μόλις πέρασε το τελευταίο βουνό, βρέθηκε στην πεδιάδα που κατοικούσε το ουράνιο τόξο.
Ήταν μια πλατιά πεδιάδα, γεμάτη από λουλούδια. Τα λουλούδια είχαν πάνω τους τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Υπήρχαν και μερικές λίμνες. Τα νερά τους είχαν χρώματα του ουράνιου τόξου. Υπήρχαν και πουλιά που τα φτερά τους είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Υπήρχε και το ίδιο το ουράνιο τόξο. Όμορφο που ήταν!
Ο σπουργίτης πήγε και κούρνιασε στην πιο χαμηλή μεριά του. Μπορούσε πια να ξεκουραστεί. Σήκωσε τα μάτια του προς τα επάνω. Ό,τι έβλεπε ήταν λουσμένο σε μαγευτικούς χρωματισμούς.
«Αχ, τι ομορφιά!» είπε ο σπουργίτης. «Άξιζε η κούραση!» κι έπειτα έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε.
Τα όνειρά του είχαν χρώματα του ουράνιου τόξου. Τόσο όμορφα όνειρα ήταν.

Joan of Arc by Annie Swynnerton

ΦΡΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ -ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ

Πίσω από κάθε καθρέφτη
είν’ ένα αστέρι νεκρό
κι ένα ουράνιο τόξο βρέφος
που κοιμάται.

Πίσω από κάθε καθρέφτη
είναι μια αιώνια γαλήνη
και μια φωλιά από σιωπές
που ποτέ δεν έφυγαν.
Ό καθρέφτης είναι η μούμια
της πηγής κλείνει
σαν όστρακο από φως
τη νύχτα.
Ό καθρέφτης
είναι μάνα-δροσιά
το βιβλίο που ανατέμνει
το λυκόφως, η ηχώ που έγινε σάρκα.
«Σουίτα των καθρεφτών» 1921

μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη



Landscape with a Double Rainbow 1812
By John Constable

Μελισσάνθη - Κύκλοι
Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που αδιάκοπα, η ψυχή μου, θ’ ανεβαίνει
—σε ύψη και βάθη αβυσσαλέα χαμένη—
μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
σε κύκλους δαντικούς και δαχτυλίδι
Τις δυο της άκρες τόξο ουράνιο δένει
Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει.

Arundel Castle, with Rainbow by William Turner


Lord Byron -  The Bride of Abydos

Or, since that hope denied in worlds of strife,
Be thou the rainbow in the storms of life!
The evening beam that smiles the clouds away,
and tints tomorrow with prophetic ray!

https://publicdomainreview.org/

Das Zeichen des Bundes from the Genesis section of the Augsburger Wunderzeichenbuch (ca. 1552)


Νίκος Πενταράς -  Αριθμητική Αναμονής

Ουράνιο τόξο
άθροισμα καταιγίδων
κάθε χάδι και φιλί σου
σκίρτημα στα κλαριά της μυγδαλιάς
μέσα στο καταχείμωνο
καμαρόπορτα ορθάνοιχτη
στην είσοδο του Παραδείσου
αειφόρα μου Άνοιξη
άρρητη κι απόρρητη
άνασσα χαρά μου
αμάραντη ευφορία
η αγάπη σου
στον καροτσέρη χτύπο
της καρδιάς μου
κοντά σου έχω μάθει να σχηματίζω
τα παραθετικά των επιθέτων
μα πιο πολύ να σχηματίζω
και να χρησιμοποιώ σωστά
τον απόλυτο υπερθετικό βαθμό

να διαλυθώ και να ξαναγεννηθώ
στο Φως της αγάπης σου
κι έτσι λουσμένος στο Φως της
ν’ αναληφθώ. 
Απόσπασμα 


Detail from a Hans Memling painting depicting scenes from The Book of Revelation, 1479


Wislawa Szymborska - H ευγένεια των τυφλών

Ο ποιητής διαβάζει ποιήματα στους τυφλούς.
Ποτέ δεν πίστευε ότι θα ήταν τόσο δύσκολο.
Του τρέμει η φωνή.
Του τρέμουν τα χέρια.
Αισθάνεται πως κάθε πρόταση
τοποθετήθηκε εδώ για να δοκιμαστεί στο σκοτάδι.
Πρέπει να βοηθήσει μόνη τον εαυτό της,
δίχως φώτα και χρώματα.
Μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια
για τα αστέρια των στίχων της,
και την αυγή, το ουράνιο τόξο, τα σύννεφα, το νέον, το φεγγάρι,

για το ψάρι ακόμα τόσο ασημένιο κάτω από την επιφάνεια του νερού,
και για το γεράκι, τόσο απόμακρο κι αθόρυβο στον ουρανό.

Διαβάζει – επειδή είναι πλέον αργά για να σταματήσει –
για το αγόρι με το κίτρινο σακάκι σε ένα καταπράσινο λιβάδι,
για τις κόκκινες στέγες, που μπορείς να μετρήσεις, στην κοιλάδα,
για τους κινούμενους αριθμούς στις φανέλες των παικτών
και για την γυμνή άγνωστη πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Θα ήθελε να σιωπήσει – αν και είναι αδύνατο-
για όλους αυτούς τους αγίους στην οροφή του καθεδρικού,
για κείνη τη χειρονομία του αποχαιρετισμού στο παράθυρο του τρένου,
για το φακό του μικροσκόπιου και τη λάμψη του φωτός στο δαχτυλίδι
και για τις οθόνες και τους καθρέφτες και τα άλμπουμ με τα πορτραίτα.
Όμως, είναι μεγάλη η ευγένεια των τυφλών,
μεγάλη η κατανόηση και η γενναιοδωρία τους.
Ακούν, χαμογελούν και χειροκροτούν…
Ένας από αυτούς, πλησιάζει
με το βιβλίο ανοιγμένο ανάποδα
ζητώντας ένα αυτόγραφο που δεν θα δει…

Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) Μετάφραση στα ΕλληνικάJob Pilgrim




 Image depicting the Story of Noah, with the rainbow of the covenant, from the Trevelyon Miscellany, 1608


Μαργαρίτα Λυμπεράκη - Τα ψάθινα καπέλα

(απόσπασμα)

Από χτες ο καιρός είναι στη βροχή, μα δε λέει να βρέξει. Συννεφιάζει, βγαίνει ο ήλιος, ξανασυννεφιάζει, αυτό γίνεται. Λίγες ψιχάλες παν να πέσουν, όμως μένουν στον αέρα, αναδίνοντας το άρωμα της ένωσής τους με τη γη που ακόμα δεν έγινε. Τα δέντρα, αναποφάσιστα, λυγίζουν πότε από δω πότε από κει, οι ρίζες κι οι κορμοί ζητάν νερό, τα φύλλα θέλουν ήλιο. Σκοτεινιάζει, ο ουρανός χαμηλώνει, όλα χαμηλώνουν. Τα ζώα φοβούνται. Οι κότες κουρνιάσανε, τα κουνέλια κάθουνται μαζεμένα και γλείφουνται, οι κατσίκες ρίχνουν γύρω βλέμματα ανήσυχα. Κι ο Μαυρούκος φοβότανε. Κατέβαζε την κομμένη του ουρά, τα μάτια του παρακαλούσαν, φαινόταν το ένα του δόντι σα να το 'χε ξεχάσει έξω από το στόμα, και δεν το κουνούσε από κοντά μου. Εκεί, τώρα, δεν έχει να φοβάται. Η πλάκα που τον σκεπάζει είναι στέρεα, κανένας άνεμος δεν μπορεί να τη σηκώσει.
Βροντάει. Μια αστραπή. Κλείνουμε τα μάτια γιατί τη μεγάλη λάμψη δεν την αντέχουμε. Κρυώνουμε λίγο, μόλις, κι αυτό το κρύο είναι πιο δυνατό απ' τα χιόνια του χειμώνα. Βουβοί κοιτάζουμε έξω απ' το τζάμι, δεν τολμάμε να κάνουμε μια κίνηση, πιάστηκε η ανάσα μας, πνιγόμαστε, μια στιγμή και θα χαθούμε.
Τότε πιάνει η βροχή. Ένα δάκρυ που δε θα φτάσει ποτέ ως τα μάτια μας μας ανακουφίζει, γελάμε.
— Ευχάριστο, λέει ο παππούς, πολύ ευχάριστο.
Αυτό για τον παππού θα πει ωφέλιμο για τα δέντρα.
— Ναι, πολύ, λέει κι η θεία Τερέζα, τάχα για τα δέντρα, ενώ χαίρεται μόνο που θα μπορέσει να λουστεί με βρόχινο νερό.
Η μητέρα δε μιλάει, τον πατέρα τον γνώρισε μέρα βροχερή.
Θα 'θελα να τρέξω έξω, να χαρώ. Μα θα βρεχόμουν. Κάθουμαι μαζεμένη στον καναπέ, σα γάτα, δίχως σκέψη ακούω τη βροχή. Κάτι μαζεύεται μέσα μου που δεν ξέρω, που με γεμίζει χαρά κι αγωνία. Ξαλαφρώνω μόνο όταν τραγουδάω, όταν γράφω λίγες λέξεις σ' άσπρο χαρτί, ή ζωγραφίζω σχήματα φανταστικά, πολλούς κύκλους τον ένα μέσα στον άλλο ή τριφύλλια με τέσσερα φύλλα.
— Πάρε ένα βιβλίο, ένα κέντημα, λέει η μητέρα. Δε μ' αρέσει να σε βλέπω με σταυρωμένα τα χέρια.
— Δεν μπορώ.
— Τι θα πει δεν μπορείς;
— Θα πει πως δεν μπορώ.
Το βλέμμα της ανάβει, ύστερα γίνεται παγερό. Δε φτάνει ποτέ μέχρι το θυμό η μητέρα, σταματάει λίγο πριν, και τούτο είναι φοβερό, είναι σα να σε πνίγει. Θα 'πρεπε να με δείρεις, μητέρα, για την αυθάδειά μου, η παλάμη σου να πέσει απάνω μου βαριά. Σηκώνουμαι να της ζητήσω συγχώρεση, μα ντρέπουμαι και σταματάω· την κοιτάζω λοξά, φαίνεται λυπημένη. Πλησιάζω τότε το τζάμι και χτυπάω τα δάχτυλά μου στο γυαλί· παίζω ένα σκοπό της μόδας, το αριστερό μου πόδι κρατάει το ρυθμό. Το βλέμμα της χαϊδεύει την πλάτη μου, μ' έχει κιόλας συγχωρέσει. Τότε δε βαστάω. Βγαίνω τρέχοντας απ' το δωμάτιο, να πάω να κλάψω. Η βροχή πέφτει απάνω μου άφθονη, τα μαλλιά μου κολλάνε στα κροτάφια. Η μητέρα θα με είδε απ' το τζάμι, όμως δε με φώναξε. Η ώρα περνάει, με κυριεύει σιγά σιγά η ευδαιμονία που έρχεται μετά τα δάκρυα.
— Κατερίνα, τρελάθηκες;
Είναι η Μαρία. Βγαίνει απ' το σπίτι με την κουκούλα της κι έρχεται και με τραβάει απ' το χέρι. Είναι πολύ τρυφερή, όταν δεν την απορροφάει ολότελα ο εαυτός της.
— Θα πλευριτώσεις, λέει. Είσαι μούσκεμα. Έλα μέσα να σε τρίψω.
Άβουλη, αφήνουμαι. Πετάει τα ρούχα μου ένα ένα, με τυλίγει στ' άσπρο μπουρνούζι.
— Άσε με, της λέω. Εσένα τι σε νοιάζει;
Κι όπως με κοιτάει μ' απορία:
— Τι σε νοιάζει αν αρρωστήσω; Τι σας νοιάζει;
Ίσως, αν αρρώσταινα, η μητέρα να μ' αγαπούσε πιο πολύ. Θα μου ανασήκωνε το κεφάλι για να μου δώσει να πιω νερό, θα με παρακαλούσε να φάω, το βράδυ στο σκοτάδι θα μου χάιδευε το μέτωπο, κι η κάμαρα θα μύριζε γιατρικά και λουλούδια. Κι εγώ, μια νύχτα που θα 'χα πολύ πυρετό. θα της έλεγα...
— Το ξέρεις πως ώρες ώρες γίνεσαι κακιά; μου ψιθυρίζει η Μαρία.
Τα χέρια της βαραίνουν στο κορμί μου, με τρίβει πιο δυνατά από πριν.
— Μαρία, ποιον θα παντρευτείς; τη ρωτάω τότε.
— Εσένα τι σε νοιάζει; λέει και γελάει.
— Μα πώς, με νοιάζει. Τα βράδια, πριν κοιμηθώ, σας συλλογίζουμαι, κι εσένα και την Ινφάντα, και τη μητέρα και τον πατέρα, και λίγο τη θεία Τερέζα και τον παππού. Πώς θα 'ναι η ζωή μας αργότερα, ρωτιέμαι, τι θα κάνουμε; Γιατί πρέπει κάτι να κάνουμε, ε, δεν πρέπει, Μαρία;
Η βροχή έχει πάψει, δεν κατάλαβα ποια στιγμή. Τα δέντρα μόνο στάζουν κι οι σταλαγματιές τους γίνουνται κόκκινες, κίτρινες, πράσινες μες στον αέρα χρώματα του ουράνιου τόξου.
— Τι θες να πεις, Κατερίνα;
— Να μην αφήνουμε τον ήλιο να μας καίει το πετσί και τη βροχή να μας μουσκεύει, έτσι...
— Να τα βάλουμε με το Θεό λοιπόν, ε;
Σωπαίνω. Δεν ήθελα να πω αυτό, το Θεό τον σέβουμαι.
— Να τα βάλουμε με το Θεό λοιπόν; ξαναλέει η Μαρία και περιμένει την απάντησή μου σα να εξαρτιέται απ' αυτήν η ζωή της.
— Ώρες ώρες σκέφτουμαι τον Προμηθέα και...
Τότε ξεσπάει. Γελάει όπως ποτέ ως τα τώρα δεν έχει γελάσει......


Italian Landscape with Viaduct and Rainbow by Karoly, the Elder Marko

Νίκος Τσιφόρος  - Eλληνική Mυθολογία


Δεν υπάρχει ρομαντισμός μέσα στο ουράνιο τόξο. Πουθενά δεν υπάρχει ρομαντισμός. Όλα είναι μια μικρή απάτη της αιωνιότητας... Πάνω στη γη, τον χειμώνα, αντικρίζεις τα ξερά, παγωμένα κλαδιά... Ξαφνικά, ξεπετιούνται τα μαβιά λουλουδάκια της μυγδαλιάς. Τότε όλοι φωνάζουνε:
"Έρχεται η άνοιξη".
Και μέσα στην άνοιξη κοκκινίζουνε τον κάμπο οι παπαρούνες και μυρίζει σπέρμα η γη. Και, ξαφνικά, όλα χρυσίζουνε, μια πύρα αλλιώτικη απλώνεται στον κόσμο και λένε μαζικά οι άνθρωποι: "Να το το καλοκαίρι".
Και αμέσως γίνονται καφετιά και κίτρινα τα φύλλα και καστανόχωμα πουντράρει τα περάσματα και φωνάζουνε στεναγμικά τα πουλιά και οι άνθρωποι σκέφτονται προφυματικά και στενάζουνε:
"Έφτασε το φθινόπωρο".
Και αυτό γίνεται πάντα, με μαθηματική επανάληψη, χιλιάδες χρόνια, εκατομμύρια χρόνια, μέσα σε μια μονοτονία που εμείς τη λέμε "διάσταση χρόνου" και μέσα σ' έναν χώρο που εμείς τον λέμε "διάσταση χώρου", αλλά που δεν είναι διαστάσεις και δεν είναι και τίποτα... Και ο ήλιος βγαίνει και αυτός μαθηματικά, ανατολή ώρα τόση, λεπτά τόσα, δύση το ίδιο, σαν ωτομοτρίς, με δρομολόγιο καθορισμένο, και το φεγγάρι ξεκινάει, τόξο της Άρτεμης, γεμίζει σαν τα μάγουλα της κυρά Αργυρούλας, ξαναδειάζει, και όλα γίνονται μ' έναν σκοπό που είναι κρυμμένος μέσα στ' αστρικά μυστήρια, και μεις ερχόμαστε στον κόσμο ξεδοντιάρικα και ζαρωμένα μωρά και φεύγουμε ξεδοντιάρικα και ζαρωμένα γεροντάκια, μέσα στα εβδομήντα-ογδόντα χρόνια της κουράδικιας υπάρξης μας, θαρρούμε πως είμαστε το κέντρο του σύμπαντος, κουβεντιάζουμε για ανωτερότητες και ιδανικά, κάνουμε βρωμιές και κάτουρα, κάμποσοι αφήνουνε μια τσιρλιά πάνω στην ιστορία, οι περισσότεροι περνάνε ασήμαντοι και χαντακωμένοι και από δίπλα οι παπάδες και τα αγιαστούρια μας σκυλοφοβερίζουνε με καζάνια γιομάτα καυτή πίσσα και μαρτύρια στον αιώνα τον άπαντα. Γιατί ρε; Επειδή και κάναμε το έγκλημα νάρθουμε να ζήσουμε εφτάοχτώ δεκαετίες και να φάμε το ψωμί με ιδρώτα και την πίκρα με τον κάδο... Έ, άει σιχτίρ λοιπόν!
Όλα είναι ίδια. Άμα και σας λένε για τις θερμές και όμορφες γυναίκες της Ταϊτής, που τις λάτρεψε ο ξυπόλυτος και βρωμιάρης Γκωγκέν, φωνάζετε όλοι μαζί:
"Ώ, η Ταϊτή... Η Ταϊτή!!!..."
Και άμα πάτε στη Ταϊτή θα βρείτε κάτι βρωμυξυγκάτες ξυπόλυτες, με πλακουτσερές μύτες που σκυλοαποπνέουνε ψαρίλα και λίπος και που σιχαίνεσαι να τις ζυγώσεις, εκτός αν είσαι χαρμάνης από θηλυκό και μαστούρης από κοροϊδιλίκι... Και τα ξωτικά λιμάνια που σου περιγράφουνε, τα Χογκ Κογκ και τα Ικουίκουε είναι κι αυτά βρώμικα, γιομάτα ψειριάρηδες πεινασμένους και δολοφόνους. Ακούς "Λορέντζο Μαρκές", σε δολώνει τ' όνομα κι άμα πας σε πλακώνει το αγριοκούνουπο κι' η μιζέρια και λες "αμάν να φύγω", αλλά δεν έχει κάθε μέρα παπόρι και κάθεσαι και χτυπιέσαι κι' ονειρεύεσαι το Παρίσι, "πόλι-φως", που άμα και βρεθείς σε μπλέκουνε οι παλιοαλανιάρες, σικ ντυμένες, στα τρώνε μέχρι κουμπί από σώβρακο και τις δέρνουνε ή τις μαχαιρώνουνε Κορσικανοί αγαπητικοί και σαρακιασμένοι έμποροι του "ντρογκ", σκατά μωρέ σας λέω, άμα δε τα βλέπεις με μικροαστικό μάτι θαυμασμού, σκατά κι' απόσκατα, και άσε τα περί ανθρωπίνου πνεύματος και ανωτερότητας, γιατί θα πω κανά χοντρό και θ' αγανακτήσουνε πάλι τα λαμπρά πρόσωπα, τα "κοσμούντα δια της υπάρξεως και της ανωτερότητος των την ανθρώπινην κοινωνίαν" - εδώ, παρακαλώ, να μας φέρετε τα καθήκια να τα γεμίσουμε. Άμα πεθάνουμε μας λένε όμορφα λόγια "χους ήν και είς χουν απελεύσει", να τ' ακούνε οι ζωντανοί δηλαδή, γιατί οι πεθαμένοι δεν ακούνε και είτε του πεις ωραία, είτε του πεις άσχημα... Ζητώ όθεν συγγνώμην δια την Αριστοφάνειον αναισχυντίαν μου, αλλά άμα δεν τα γράψω να ξεθυμάνω, θα σκάσω κι όποιος θέλει να τα παρεξηγήσει δικαίωμα του, ας τα διαβάσει όμως... Μπορεί να βρει και λίγην αλήθεια μέσα στην τόση την κοπριά. Δύσκολο δεν είναι. Δύσκολο είναι να "βρεις κοπριά στην αλήθεια".
Εκδόσεις Eρμής 1993


Der Verlorene Sohn by Josef Thoma

Τόνι Μόρισον - Η λογοτεχνία είναι το ουράνιο τόξο!

«Η γραφή μού είναι σήμερα απαραίτητη όσο ποτέ άλλοτε. Εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η άγνοια, το μίσος, η κακή λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, το χρήμα, η διασκέδαση, όλα αυτά με κάνουν να ανατριχιάζω. Η γραφή είναι η λύτρωσή μου. Μέσα στη γραφή κανείς δεν μου υποδεικνύει τι να σκεφθώ ή τι να κάνω. Είμαι ελεύθερη και φέρω την ευθύνη. Ακόμη και αν κανένας δεν ενδιαφερόταν να εκδώσει το έργο μου, εγώ θα έγραφα ούτως ή άλλως. Στη γραφή φωλιάζει το οικουμενικό προτέρημα της αφήγησης. Μέσω της αφήγησης απορροφούμε τη γνώση, όσα γράφονται, όσα λέγονται, όσα τραγουδιούνται. Οι κουφοί συνάνθρωποί μας το ξέρουν αυτό καλά. Η λογοτεχνία είναι το ουράνιο τόξο! Εξω από τη γραφή, η διάθεσή μου σκοτεινιάζει, πικραίνει. Είμαι πλέον αρκετά μεγάλη ώστε να βλέπω αγαπημένους φίλους να πεθαίνουν. Και αυτό μου υπενθυμίζει το αναπόφευκτο δικό μου τέλος. Αλλά το μυαλό μου διάγει μιαν υπέροχη φάση: τούτη την εποχή γράφω το καλύτερο βιβλίο της ζωής μου».
 Από συνέντευξή της στο Βήμα https://www.tovima.gr/

Η Τόνι Μόρρισον ( 18 Φεβρουαρίου 1931-6 Αυγούστου 2019) ήταν αμερικανίδα λογοτέχνιδα, βραβευμένη με τα βραβεία Νόμπελ το 1993 και Πούλιτζερ.


The Rainbow by Henry Moore


ΕΙΠΑΝ

Προσπάθησε να γίνεις το ουράνιο τόξο στο σύννεφο κάποιου άλλου.
Μάγια Αγγέλου

Δεν θα βρεις ποτέ ένα ουράνιο τόξο αν κοιτάς κάτω
Τσάρλι Τσάπλιν

Το ουράνιο τόξο που διαρκεί πάνω από 15 λεπτά, δεν το προσέχει πια κανείς.
Γκαίτε



Fishing for Souls by Adriaen Pietersz van de Venne, 1614. To the left are the Protestant north Netherlanders, and to the right the Catholic southerners. Both parties fish for souls in the wide river dividing them — the Protestants’ catch greater than that of the Catholics


Ίρις (Μυθολογία)

Στην ελληνική μυθολογία η Ίρις ήταν θεά του Ολύμπου και τα καθήκοντα της ήταν να μεταφέρει μηνύματα στους θεούς ή στους ανθρώπους.Ακόμα της ανέθεταν να μεσολαβεί στην επίλυση των προβλημάτων που προέκυπταν ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, συμβάλλοντας έτσι στην απονομή της δικαιοσύνης.
Όταν έπρεπε να κατέβει στη γη χρησιμοποιούσε τα χρυσά της φτερωτά σανδάλια κατεβαίνοντας το φωτεινό και πολύχρωμο δρόμο του ουράνιου τόξου που ένωνε τον ουρανό με τη γη.
Μια άλλη θεωρία λέει ότι η Ίριδα κατάγεται από νεροοικογένεια, γι ΄ αυτό κάθε φορά που αναδυόταν στην επιφάνεια του νερού στα ρούχα της καθρεφτίζοταν τα επτά χρώματα της φύσης και αυτό το γεγονός την ταυτίζει με το ουράνιο τόξο, το φαινόμενο που οφείλεται στις σταγόνες της βροχής.


 Leonid Afremov-RAINBOW

Ετυμολογία λέξης "ουράνιο τόξο" στις διάφορες γλώσσες

Η γνωστική αναπαράσταση του ουράνιου τόξου από τον ανθρώπινο νου, ανάλογα με τις επιστημονικές γνώσεις και δοξασίες κάθε εποχής ποικίλει. Για το λαό κάθε χώρας και θρησκείας, όμως, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, δεν παύει να είναι μια πηγή θετικών συναισθημάτων και μια εμπειρία που ευφραίνει την καρδιά συμβολίζοντας την ομορφιά και τη μοναδικότητα της φύσης και των χρωμάτων της


Η Ετυμολογία της λέξης «ουράνιο τόξο» στις διάφορες γλώσσες των λαών του κόσμου μαρτυρά ίσως και την προέλευση που προσδίδανε σε αυτό, από πού πίστευαν ότι έρχεται, ποιος το γεννά και του δίνει το χρώμα και τη δύναμη ώστε να μπορεί να υπάρχει και να γίνεται ορατό σε εμάς. Ανατρέχοντας στα λεξικά των διαφόρων γλωσσών, εντοπίζουμε ενδεικτικά τα εξής

Εσθονία: Vikerkaar - Η ετυμολογία της λέξης είναι μάλλον ασαφής. Η λέξη viker μπορεί να έχει πολλές προελεύσεις και να σημαίνει “πολύχρωμος”, “δρεπάνι” ή “κεραυνός”. Η λέξη kaar είναι το τόξο. Πιθανώς, η πιο σωστή ερμηνεία είναι το «πολύχρωμο τόξο».


Φιλανδία: Sateenkaari – Συνδέεται με τη βροχή, καθώς sataa στα φιλανδικά είναι η βροχή και kaari το τόξο, δηλαδή το «τόξο που σχηματίζεται από τη βροχή».


Η σύνδεση όμως με τη βροχή υπάρχει και σε γλώσσες πολλών άλλων χωρών, όπως στη Γερμανία: Regenbogen (regen=βροχή + bogen=αψίδα/τόξο), τη Σουηδία: Regnbåge (regn=βροχή + båge=αψίδα/τόξο), τη Νορμανδία: Regnbogi (regn=βροχή + bοgi=αψίδα/τόξο), τη Δανία: Regnbue (regn=βροχή + bue=τόξο) και σαφώς την Αγγλία και την Αμερική: Rainbow (rain=βροχή + bow=τόξο).


Ευρεία όμως στις γλώσσες και τις διαλέκτους είναι και η σύνδεση της λέξης «ουράνιο τόξο» με τον ουρανό. Πρώτη και καλύτερη η Ελλάδα: Oυράνιο τόξο, δηλαδή το «τόξο του ουρανού», ακολουθεί μία γερμανική διάλεκτος με τη λέξη Himmelring (himmel=ουρανός + ring = δαχτυλίδι) και η Γαλλία: Arc-en-ciel (arc=τόξο + en=στον + ciel=ουρανός).

Στη λατινική γλώσσα υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκφράσεις που δηλώνουν το ουράνιο τόξο, μερικές από τις οποίες είναι: Αrcus pluvius - «ουράνιο τόξο», Arcus caelestis - «τόξο του ουρανού ή των θεών» και Arcus coloratus - «χρωματισμένο τόξο»

The Blind Girl 1856 By John Everett Millais


Δε θα πρέπει βεβαίως σε αυτό το σημείο να λησμονηθεί και η ελληνική λέξη Ίρις-Ίριδα, που η σημασία της κρύβει μία ολόκληρη ιστορία της ελληνικής μυθολογίας. Η Ίριδα ήταν κόρη του Θάμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας. Ήταν φτερωτή και πιστή αγγελιοφόρος των θεών. Μετέφερε τα μηνύματά τους, είτε σε άλλους θεούς είτε στους ανθρώπους. Το όνομα της Ίριδας σήμερα χρησιμοποιείται με διάφορες σημασίες. Έτσι ονομάζουμε το τμήμα του ματιού μας που είναι έγχρωμο, ένα πολύχρωμο φυτό, αλλά κυρίως, έτσι ονομάζουμε το ουράνιο τόξο.

Η Ίριδα ταυτίζεται με το ουράνιο τόξο στη σκέψη των ανθρώπων, αρχικά η ίδια κι αργότερα το φόρεμά της ή ο δρόμος της. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η εξήγηση είναι απλή: Το ουράνιο τόξο μοιάζει να συνδέει τη Γη με τον Ουρανό, τον αέρα με τη θάλασσα και η Ίριδα ως αγγελιοφόρος κινείται μεταξύ θεών και ανθρώπων, καθώς και μέχρι τα βάθη της θάλασσας και τον Κάτω Κόσμο και τα συνδέει με την ταχύτητα του ανέμου.

Η ταύτιση ίριδας-ουράνιου τόξου, φαίνεται έντονα και στη λετονική λέξη - Varaviksne, που σημαίνει κυριολεκτικά ιριδίζουσα-ίριδα.

Κίνα: Το Ουράνιο τόξο στην πιο δύσκολη γλώσσα του κόσμου έχει τρεις ονομασίες. Η πιο συνηθισμένη και καθημερινώς χρησιμοποιούμενη (στην καθομιλουμένη) είναι: hong ή jiang - 虹 -. Αυτή που χρησιμοποιείται στα λογοτεχνικά κείμενα είναι: didong - 蝃蝀 -. Η Τρίτη είναι ni - 蜺 - και σημαίνει δευτερεύον ουράνιο τόξο, όταν στον ουρανό έχουμε το σχηματισμό δύο ουράνιων τόξων. Και οι τρεις αυτές κινεζικές λέξεις περιέχουν ένα γραφικό στοιχείο – χαρακτήρα, το Chong - 虫 , που σημαίνει έντομο, σκουλήκι, κλπ…Οι λέξεις που περιέχουν το χαρακτήρα 虫, όμως, συνήθως ονομάζουν και ερπετά και διάφορα άλλα πλάσματα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων δράκων. Άρα λοιπόν, παρατηρούμε την άμεση σύνδεση δράκου και ουράνιου τόξου που υπάρχει στην Κίνα.

Ιαπωνία: Και σε αυτή τη χώρα όμως, το ουράνιο τόξο έχει άμεση σχέση με ερπετό. Στα γιαπωνέζικα η λέξη nijihebi χρησιμοποιείται για το ουράνιο τόξο, αλλά στην κυριολεξία σημαίνει «το φίδι του ουράνιου τόξου» - “rainbow snake”.

Frederick Mccubbin - The Rainbow

ΜΥΘΟΙ

Ξεκινώντας το ταξίδι μας στο χρόνο και τους μύθους, πρώτος μας σταθμός είναι η μεσαιωνική Γερμανία, όπου πολλοί πίστευαν ότι για σαράντα χρόνια πριν από το τέλος του κόσμου, κανένα ουράνιο τόξο δε θα εμφανίζεται. Έτσι, οι άνθρωποι, μόλις βλέπανε ένα ουράνιο τόξο ανακουφιζόταν, ήσυχοι ότι η συντέλεια του κόσμου ακόμη αργεί… Όπως λέει μάλιστα και το ρητό τους: “So the rainbow appear, the world has no fear, until thereafter forty years.” – (Αφού εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο, ο κόσμος δεν έχει κανένα φόβο για σαράντα χρόνια ακόμη).

Πολλοί πολιτισμοί, επίσης, σε ολόκληρο τον κόσμο πιστεύουν ότι τα ουράνια τόξα οδηγούν στο Θεό. Ορισμένες φυλές των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής ονόμαζαν το ουράνιο τόξο «Δρόμο των Ψυχών» - “The pathway of Souls”. Στην Ιαπωνία, ορισμένοι αναφερόταν στο ουράνιο τόξο με τη φράση «Γέφυρα του Ουρανού» – “The floating bridge of Heaven”. Στη Χαβάη και την Πολυνησία, μύθοι αποκαλούν το ουράνιο τόξο «Μονοπάτι προς τον επάνω κόσμο» - “Path to the Upperworld”. Οι άνθρωποι στις Αυστριακές Άλπεις λένε πως το ουράνιο τόξο είναι αυτό που οδηγεί στον Παράδεισο τις δίκαιες και καλές ψυχές και ένας παλιός μύθος της Νέας Ζηλανδίας λέει ότι οι νεκροί αρχηγοί της φυλής πάνε επάνω, στην επόμενη ζωή, περνώντας από ένα ουράνιο τόξο.

Όσον αφορά τώρα το θρησκευτικό περιεχόμενο κάποιων μύθων, δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι στην Αλβανία το ουράνιο τόξο ήταν η ζώνη της θεάς της ομορφιάς και ο μεταγενέστερος καθολικός Άγιος Prenne (ή Prende), που το όνομά του προέρχεται από τη λέξη perëndi, που σημαίνει «Ουρανός», ενώ στη Βίβλο και την Καινή διαθήκη αποτελούσε τη συμφωνία ειρήνης Θεού και ανθρώπων.

Από την άλλη μεριά, όμως, υπάρχουν και πολιτισμοί που συνδέουν το ουράνιο τόξο και το βλέμμα του ανθρώπου προς αυτό με την κακοτυχία, τις δεισιδαιμονίες και την αρνητική ενέργεια. Για παράδειγμα, στο παρελθόν, οι Σλάβοι θεωρούσαν ότι η ματιά στη βάση ενός ουράνιου τόξου θα έφερνε το θάνατο. Άλλοι πάλι, θεωρούσαν ότι το να δείξει κανείς στο υψηλότερο σημείο ενός ουράνιου τόξου θα του έφερνε την κακή τύχη – bad luck, όπως λένε και οι Άγγλοι - (ό,τι και αν αυτό σήμαινε – π.χ. από ένα χτύπημα από αστραπή, την ανάπτυξη έλκους έως την απώλεια ενός δάχτυλου...).

Τι αποτελούσαν λοιπόν οι μύθοι που πλάσθηκαν γύρω από τα φυσικά και όχι μόνο φαινόμενα όπως το ουράνιο τόξο στο παρελθόν; Την εξωτερίκευση και αποτύπωση συναισθημάτων, γνώσεων και τάσεων των ανθρώπων της κάθε εποχής!

Georges Seurat - The Rainbow Study for Bathers at Asnières.


ο καλικάντζαρος και το δοχείο του χρυσού (ιρλανδέζικος μύθος)

Αυτός είναι πιθανώς ο διασημότερος μύθος για το ουράνιο τόξο όλων των εποχών. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στο τέλος κάθε ουράνιου τόξου υπάρχει ένα δοχείο γεμάτο χρυσό που φρουρείται από έναν καλικάντζαρο, το κακό και μοχθηρό αυτό πλάσμα. Ο καλικάντζαρος-φρουρός είναι πολύ πονηρός και πανούργος και έτσι, εάν υποψιαστεί πως ο θησαυρός βρίσκεται σε κίνδυνο ανακάλυψης από έναν άνθρωπο, μπορεί να τον εξαπατήσει και να τον αποπροσανατολίσει από τη λεία του, κρατώντας πάντα το θησαυρό ανέγγιχτο.

Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι δε γνωρίζουν είναι το πώς ο καλικάντζαρος προέκυψε ως επιστάτης και φύλακας όχι μόνο του χρυσού, αλλά και άλλων θαμμένων θησαυρών που δείχνουν τα ουράνια τόξα στο σημείο που τελειώνουν. Η εξήγηση είναι η εξής: Ο θησαυρός στην πραγματικότητα ανήκει στις νεράιδες του δάσους. Ο καλικάντζαρος, όμως, ήταν ο μόνος που θυμόταν το σημείο στο οποίο οι εισβάλλοντες Δανοί έθαψαν το θησαυρό τους όταν έφθασαν στην Ιρλανδία. Έτσι, ήταν η μόνη και προφανής επιλογή των νεράιδων για την εργασία της εύρεσης του θησαυρού! Θησαυρό, τον οποίο όταν βρήκαν, τον κράτησαν για τον εαυτό τους.

Rainbow by Boris Mikhaylovich Kustodiev

Ένα μικρό παραμύθι

Κάποτε, ένας άνθρωπος εξαπάτησε έναν καλικάτζαρο και του αποκάλυψε το μέρος όπου βρισκόταν ο θησαυρός και τα πολύτιμα πράγματά του. Η κρυψώνα ήταν κάτω από ένα θάμνο σε ένα μεγάλο χωράφι που περιβαλλόταν από άλλους παρόμοιους θάμνους. Δεν μπορούσε όμως να ξεθάψει και να πάρει τίποτα χωρίς εργαλεία, γιατί ο θησαυρός βρισκόταν θαμμένος βαθειά. Έτσι, χρειάστηκε να πάει να φέρει ένα φτυάρι από το σπίτι του για να ξεθάψει το θησαυρό.

Φεύγοντας για να το φέρει, έδεσε μια κόκκινη κορδέλα στο θάμνο, για να μπορέσει γυρίζοντας να τον αναγνωρίσει, και έκανε τον καλικάντζαρο να του υποσχεθεί ότι δε θα την μετακινήσει. Πεπεισμένος ότι ήταν πιο έξυπνος από τον καλικάντζαρο και ότι είχε εξασφαλίσει το χρυσό του, έφυγε για να φέρει το φτυάρι. Όταν επέστρεψε, όμως, προς μεγάλη του απογοήτευση, αντίκρισε ότι το μικρό πλάσμα είχε μεν κρατήσει την υπόσχεση να μη μετακινήσει την κορδέλα από το θάμνο με το θησαυρό, αλλά έκανε κάτι άλλο... Έδεσε μια κόκκινη κορδέλα σε κάθε άλλο θάμνο του χωραφιού!


Joseph Anton Koch art

ΜΟΥΣΙΚΗ 

Διονύσης Σαββόπουλος -Πρωινό

Στίχοι

Σβήνω αυτό το φως
βάλε για καφέ
ξημερώνει πού 'ναι τα κλειδιά μου
τα λεφτά είναι στην ψωμιέρα
κι ότι ζήσαμε μες στη νύχτα αυτή
σαν σπουργίτι το τζάμι μας ραγίζει

Ραγίζει η αγάπη μας
κομμάτια κι αποσπάσματα
γυρεύει αίμα και ρίζες
μεροδούλι μεροφάι στιχουργική
κι όταν ριζώνει ουράνιο τόξο είδες
ανοίγει ξάφνου
μες στης κυκλοφορίας την αιχμή

κλείσε το νερό
δεν άκουσα τη λες
αλλαξιές σου αφήνω στο καλοριφέρ
είπα η νύχτα ίσως είναι
πρόληψη κοινή θρυμμάτισμα γυαλιού
σαν αράχνη εφτάχρονη φοβία

Γυρίζω την πλάτη μου
και να 'το πάλι εδώ μπροστά
θα ξαναβρούμε τους φίλους μας
θα βγαίνουμε τα βράδια όπως πριν
το καλοκαίρι θα πιάσουμε ένα σπίτι
ξαναγυρνώντας

στις εννιάμισι
θα πάω απ' το γιατρό
αν αργήσω να ο αριθμός
τα παιδιά κοιμούνται ακόμα
κι ότι ζήσαμε μες στη νύχτα αυτή
ξημερώνει με στάχτες στον αέρα

Και φεύγει αόρατο
αλλάζοντας ταχύτητες
ζητώντας δρόμο
στην πολιτεία μας να μπει
σαν μια καινούργια μουσική
κι όταν ριζώνει
ουράνιο τόξο τέλειο
ανοίγει ξάφνου
μες στης κυκλοφορίας την αιχμή


The Rainbow By Edvard Munch



Λουδοβίκος Των Ανωγείων - Ποιό Το Χρώμα Της Αγάπης

Μουσική - Στίχοι: Λουδοβίκος των Ανωγείων


Ποιο το χρώμα της αγάπης,
ποιος θα μου το βρει;

Αν είναι κόκκινο σαν ήλιος θα καίει σαν τη φωτιά…
Κίτρινο σαν το φεγγάρι θά 'χει μοναξιά…

Να 'χει του ουρανού το χρώμα θα 'ναι μακρινή…
Να 'ναι μαύρο σαν τη νύχτα θα 'ναι πονηρή…

Νά 'ναι άσπρο συννεφάκι, φεύγει και περνά...
Να 'ναι άσπρο γιασεμάκι, στον ανθό χαλά...

Να 'ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται...
Όλο φαίνεται πως φτάνω
και όλο χάνεται...



Lac Daumesnil (Effet d'orage) By Henri Rousseau



Γιώργος Λιανός & Δόμνα Κουντούρη - Ουράνιο Τόξο Μουσική: Στέφανος Κορκολής Στίχοι: Χάρης Ρώμας Άλμπουμ: "Το Καφέ Του Έρωτα" (2005) Giorgos Lianos & Domna Kountouri - Ouranio Toxo Στίχοι: Άσε με να σε λέω κόκκινο όπως το χρώμα της φωτιάς όπως το αίμα της καρδιάς και η ματιά η μεθυσμένη τα μεσάνυχτα κόκκινο σαν τον ουρανό στου πυρετού το δειλινό σαν το φιλί πάνω στα χείλη τα μισάνοιχτα Άσε με ουράνιο τόξο να σε πω σημάδι θείο που θα πει η βροχή πως τελείωσε άσε με να σου φωνάξω σ’ αγαπώ ο πάγος γύρω απ’ την καρδιά μου, πάει, έλιωσε Άσε με να σε λέω θαλασσί σαν μια θάλασσα αγκαλιές ένα ποτάμι αφορμές για να σου δείξω την αγάπη που ξεχύνεται σαν μια αόρατη πηγή που ανασταίνει όλη τη γη σαν το κορμί που στο κορμί με πάθος χύνεται Credits: Έπαιξαν οι μουσικοί: Γιάννης Μπιθικώτσης: μπουζούκι, τζουρά, λαούτο, μπαγλαμά Χρήστος Περτσινίδης: κιθάρες Σπύρος Κοντάκης: κιθάρες Γιάννης Γρηγορίου: μπάσσο Άλκης Μισιρλής: τύμπανα Γιώργος Παναγιωτόπουλος: βιολί Μιχάλης Πορφύρης: τσέλο Αντώνης Γούναρης: κιθάρες Δημήτρης Χωριανόπουλος: τύμπανα Στέφανος Κορκόλης: πιάνο, keyboards Λεωνίδας Τζίντζος: πιάνο, keyboards

Willy Lott’s cottage with a rainbow By John Constable




Αγγέλω Σφέτσου - Ουράνιο Τόξο Official Music Video © 2021 Ogdoo Music Group Στίχοι: Παναγιώτης Στράκαρης Μουσική: Σταύρος Σιόλας Ενορχήστρωση - Μίξη - Mastering: Κώστας Παρίσσης (Studio Praxis) Έπαιξαν οι μουσικοί: Αλέξανδρος Τζουγανάκης: λαούτο Τιγκράν Σαρκισιάν: ντουντούκ Κώστας Παρίσσης: κιθάρα και μπάσο Κωνσταντίνος Καλαντζής: κρουστά Στίχοι: Αγοράζω ελπίδες και τις κάνω ευχές Παίρνω άσπρες σελίδες με καινούργιες μπογιές Ζωγραφίζω τα χνάρια για να ‘ρθεις να με βρεις Έχω όνειρα άδεια, σε χωράνε να μπεις Κυνηγάω τα χρόνια μα περνούν οι στιγμές Στου καιρού τα βαγόνια δίχως αποσκευές Προσπαθώ να στριμώξω στη βαλίτσα ένα φως Να ‘σαι ουράνιο τόξο και εγώ ουρανός Τότε όλοι θα βγούνε και θα χαμογελούν Τις ψιχάλες θ’ ακούνε, στη βροχή θα μιλούν Μόνο πριν να νυχτώσει δως μου ένα φιλί Το ουράνιο τόξο δεν κρατάει πολύ Κι αν τα σύννεφα τώρα με τυλίξαν ξανά Της αλήθειας η ώρα ήρθε και με ξυπνά Σκοτεινιάζει η μέρα μα εγώ θα σε βρω Αγκαλιά στον αέρα για άλλον ένα χορό Τότε όλοι θα βγούνε και θα χαμογελούν Τις ψιχάλες θ’ ακούνε, στη βροχή θα μιλούν Μόνο πριν να νυχτώσει δως μου ένα φιλί Το ουράνιο τόξο δεν κρατάει πολύ Είναι κάτι τραγούδια που χρωστάει η σιωπή Ένα ξέφωτο ψάχνει για να βγει να τα πει Έτσι ψάχνω εσένα με τα μάτια κλειστά Όσα λάθη μου μένουν να τα κάνω σωστά


Landscape with rainbow by Caspar David Friedrich



πηγές φωτογραφιών 











Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (11 Μαΐου 1868 - Ιούλιος 1920)

Ο Κωνσταντίνος (Κώστας) Χατζόπουλος (11 Μαΐου 1868 - Ιούλιος 1920) ήταν μυθιστοριογράφος, ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού στην Ελλάδα.
Ο Χατζοπουλος ήτανε γόνος φτωχής οικογένειας. Ήταν το πρώτο παιδί από τα πέντε - τρία αγόρια και δυο κορίτσια - του εμπόρου από το Βάλτο, - και συγκεκριμένα από το χωριό Χαλκιόπουλο, Γιάννη Χατζόπουλου. Η μητέρα του, Θεοφανή Στάικου, ήταν μοναχοκόρη μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες του Αγρινίου που προερχότανε από μεγάλη οικογένεια κοτσαμπάσηδων, πολλά μέλη της οποίας ήταν Φιλικοί και αγωνιστές του 1821. Οι γονείς της ζήτησαν από το γαμπρό τους να πάρουν κοντά τους και να μεγαλώσουν το πρώτο παιδί τους, τον Κώστα. Ο Χατζόπουλος παρακολούθησε το γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια μετά της εγκύκλιες σπουδές του σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου και αποφοιτάει με τον βαθμό "Καλώς". Μετά τη στρατιωτική του θητεία (1889-1891) Επέστρεψε ως δικηγόρος στο Αγρίνιο όπου και εργάζεται για δύο χρόνια. Έχοντας λύσει το βιοποριστικό του πρόβλημα, λόγω της μεγάλης κτηματικής περιουσίας, που κληρονόμησε από τους γονείς της μητέρας του και ειδικότερα από τον παππού του, εγκατέλειψε το επάγγελμα πολύ σύντομα και αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Έτσι εγκαταστάθηκε και πάλι στην Αθήνα, όπου αναμίχθηκε ενεργά στην τότε πνευματική ζωή. Το 1897 πήρε μέρος και επιστρατεύεται ως έφεδρος αξιωματικός του στρατού στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο όπου και υπηρέτησε στην Άρτα. Η εμπειρία του από την κατάσταση του ελληνικού στρατού ήταν απογοητευτική και αυτό, μαζί με την ιδεολογική στροφή του, συνετέλεσε στην τελική απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας, γεγονός που εξέφρασε στο διήγημά του «Αντάρτης» (1907), το οποίο αναφέρεται ακριβώς στον πόλεμο αυτό.

Ο Κωστής Παλαμάς, ένας από τους θαυμαστές του, ενθυμούμενος τα κοινά μαθητικά τους χρόνια στο Μεσολόγγι, γράφει: "...Τον αγναντεύω όξω από το σπίτι μου μαθητούδι, έφηβο, να προχωρεί στο δρόμο,φροντισμένο, κομψοντυμένο, στα κατάλευκα.Ύστερα από χρόνια βρεθήκαμε ανταμωμένοι στην Αθήνα. Εγώ πρεσβύτερος, κάπως ακουσμένος με τους στίχους μου, σκόρπιους εδώ κι εκεί. Ο Χατζόπουλος ήταν ένα έξυπνο παιδί, ζωηρό, ανυπόταχτο, διαχυτικό ή συμμαζεμένο, μα αξιαγάπητο,που μου κίνησε την προσοχή, μου ξύπνησε τη συμπάθεια. Και στο τέλος το θαυμασμό. Αργότερα γράφτηκε στο πανεπιστήμιο στα νομικά. Και πήρε το δίπλωμά του, κατόρθωμα για τους ανθρώπους του είδους του".

Στη Λογοτεχνία ο Κώστας Χατζόπουλος εμφανίστηκε σε νεαρή ηλικία, το 1884, δημοσιεύοντας το ποίημά του «Έλα Ξανθή» στο περιοδικό «Εβδομάς». Χρησιμοποιούσε συνήθως τα φιλολογικά ψευδώνυμα: Πέτρος Βασιλικός και Γληγόρης Παπαστάθης. Ήταν δημοτικιστής και στον αγώνα μεταξύ καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών που μαινόταν την εποχή εκείνη, βοήθησε με την έκδοση του βραχύβιου αλλά πρωτοποριακού περιοδικού «Η Τέχνη», που εξέδωσε από το 1897 ως το 1899 το οποίο και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην λογοτεχνία που ακόμα τότε διαμορφωνότανε, το οποίο επιδίωκε να ενισχύσει τη δημοτική γλώσσα και να συστήσει στους αναγνώστες του την ευρωπαϊκή λογοτεχνία συνεργάτες του οποίου ήταν ο Ιωάννης. Γρυπάρης, ο Κωνσταντίνος. Θεοτόκης, ο Ανδρέας. Καρκαβίτσας, ο Μιλτιάδης. Μαλακάσης, ο Μποέμ, ο Παύλος. Νιρβάνας, ο Κωστής. Παλαμάς, ο Λάμπρος. Πορφύρας κ.ά. -υπήρξε σταθμός στην πνευματική εξέλιξη του τόπου., Την γραμμή της τέχνης συνέχισε το περιοδικό Ό Δίονυσος το οποίο και ιδρύσανε ό Γιαννης Καμπυσης και ό αδελφός του πεζογράφος και Δημοσιογράφος Δημητριος Χατζοπουλος..

Το 1900 ο Κώστας Χατζόπουλος αναχώρησε για τη Γερμανία. Σπούδασε στο Μόναχο, στη Δρέσδη και στη Λειψία και εντρύφησε στη φιλολογία και την ποίηση των βόρειων λαών, και των σοσιαλιστικών ιδεών που επηρέασαν το έργο του. Η διαμονή του στην Ευρώπη αποτέλεσε τομή στη ζωή του, καθώς εκεί παντρεύτηκε τη Φινλανδή σπουδάστρια Σάννυ Χάγκμαν (Sanny Häggman), η οποία υπήρξε υποδειγματική σύζυγος. Από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Ιούνιο του 1905 μένουν οικογενειακώς στην Αθήνα. Τον Ιούνιο του 1905, με τη γυναίκα του και την τριών ετών κόρη τους εγκαθίστανται στο Μόναχο. Τον Ιούλιο του 1906 θα μετακομίσουν στο Βερολίνο, αλλά το Φεβρουάριο του 1908 θα επιστρέψουν στο Μόναχο. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Γερμανία, ο Χατζόπουλος θα ασπαστεί τα σοσιαλιστικά ιδεώδη (1907), θα παρακολουθήσει την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας. Εκεί ασπάστηκε και τον Μαρξισμό. Ό Χατζοπουλος θα δημοσιεύσει ποιήματα, πεζογραφήματα και κριτικά μελετήματα στον "Νουμά" και σε άλλα έντυπα και περιοδικά Ήταν ο πρώτος μεταφραστής στα ελληνικά και δη στην Δημοτική Γλώσσα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, των Μαρξ και Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε στον «Εργάτη» του Βόλου το 1908 το οποίο θα δημοσιευθεί σε συνέχειες στην εφημερίδα "Ο εργάτης" του Βόλου, το 1908. Επίσης, ό χατζοπουλος το 1909 ίδρυσε στο Μόναχο τη «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση». Τέλος, ίδρυσε στο Μόναχο και στο Βερολίνο «Αδελφάτα της Δημοτικής», όπου συγκεντρώνονταν Έλληνες και Γερμανοί διανοούμενοι που ενδιαφέρονταν για το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα.

Το 1914, με την έκρηξη του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου, ο Κώστας Χατζόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέβη στην Αθήνα όπου για ένα διάστημα αφοσιώθηκε στην πολιτική και άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και μυθιστορήματα που είχε γράψει κατά καιρούς στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Με την κήρυξη του Πολέμου το 1914, ο Χατζόπουλος μετακομίζει με την οικογένειά του στην Αθήνα. Θα πάψει να είναι μέλος του "Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών" -αν και δεν θα αποκηρύξει τις σοσιαλιστικές ιδέες-, απογοητευμένος από τις διαμάχες των μελών του. Το 1916, ιδρύει μαζί με άλλους διανοούμενους την "Εταιρεία Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών". Τον Ιούλιο του 1920, ο Χατζόπουλος ταξιδεύει μια τελευταία φορά στο Μόναχο οικογενειακώς, προκειμένου να μεταφέρουν από εκεί τα πράγματα τους για να επιπλώσουν το καινούργιο σπίτι τους στην οδό Μαυρομιχάλη.Το 1917 εργάστηκε σε μια υπηρεσία λογοκρισίας ως διευθυντής. Το 1920, και ενώ ταξίδευε με καράβι(με το ατμόπλοιο "Montenegro") προς την Ιταλία, πέθανε εν πλω από τροφική δηλητηρίαση και θάφτηκε στο κοιμητήριο του Μπρίντεζι. Τα οστά του μεταφέρθηκαν πολλά χρόνια αργότερα από την κόρη του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Η γενέτειρα πόλη του, το Αγρίνιο, σε ένδειξη τιμής έδωσε το όνομά του σε κεντρική πλατεία της πόλης όπου βρίσκεται και ο ανδριάντας του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε και ο αδελφός του Δημήτρης Χατζόπουλος, γνωστός με το ψευδώνυμο Μποέμ, εκδότης του περιοδικού «Ο Διόνυσος».

Έργο

Το έργο που άφησε ο Κώστας Χατζόπουλος είναι πλουσιότατο. Περιλαμβάνει:
*Ποιητικές συλλογές: "Τραγούδια της ερημιάς" και "Ελεγεία και Ειδύλλια" (1898), "Απλοί τρόποι" και "Βραδινοί θρύλοι" (1920), που ανήκουν στη σχολή του συμβολισμού.
*Πεζογραφία: "Το φθινόπωρο" (1917), "Αγάπη στo χωριό" (1910), "O πύργος του Aκροποτάμου" (1915), "Τάσω, Στό σκοτάδι και άλλα διηγήματα" (1916), "Aννιώ" και άλλα διηγήματα (μεταθανάτια έκδοση, 1923), "Υπεράνθρωπος" (1915) Στα έργα του αυτά ακολούθησε τις αρχές του ρεαλισμού και του νατουραλισμού, εκτός από το Φθινόπωρο που είναι γραμμένο με την τεχνική του συμβολισμού. Σε όλα διαφαίνεται ο κοινωνικός προβληματισμός, κυρίως για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.
*Κριτικό έργο: μελέτες για τους Παλαμά, Κρυστάλλη, Καμπύση κα. και γενικότερες μελέτες για τον συμβολισμό ("Η ψυχολογία του συμβολισμού") και τον σοσιαλισμό ("Σοσιαλισμός και Τέχνη", "Σοσιαλισμός και γλώσσα"). Είναι αξιοσημείωτο ότι με αρκετές μελέτες επιχείρησε να ανατρέψει καθιερωμένες απόψεις ακόμα και για λογοτέχνες όπως οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Κωστής Παλαμάς, επισημαίνοντας αρνητικά στοιχεία του έργου τους.
*Μεταφράσεις: μετέφρασε (από τα γερμανικά) κάποια από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά *θεατρικά έργα. Κάποιες από τις σπουδαιότερες μεταφράσεις του είναι:
*Ιφιγένεια εν Ταύροις και Φάουστ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
*Πέερ Γκυντ του Ίψεν (αν και μετέφρασε -κατόπιν παραγγελίας του Θωμά Οικονόμου- ολόκληρο το έργο, δημοσιεύτηκαν μόνο δύο αποσπάσματα στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 538 / 8 Νοεμβρίου 1914 και τεύχος 548 / 17 Ιανουαρίου 1915)
*Όταν ξυπνήσωμε νεκροί του Ίψεν (περιοδικό «Διόνυσος», τεύχος 1 / 20 Ιουλίου 1901 έως τεύχος 4 / 20 Οκτωβρίου 1901)
*Ηλέκτρα του Χόφμανστάλ

Το μεταφραστικό του έργο στον τομέα του θεάτρου στόχευε στην καθιέρωση της δημοτικής, στην ανανέωση του θεατρικού ρεπερτορίου, στο οποίο κυριαρχούσαν κακής ποιότητας γαλλικά έργα και στη διεύρυνση των οριζόντων του θεατρικού κοινού. Ό Χατζοπουλος τοσο από της στήλες των περιοδικών του Τέχνη και Διόνυσος όσο και με το προσωπικό λογοτεχνικό του έργο συνετέλεσε αποφασιστικά στο να γίνει γνωστή στα ελληνικά γράμματα ή Τεχνοτροπία του Συμβολισμού. Ή Ποιησή του,κυρίως οί τελευταίες συλλογές του Απλοί Τρόποι και Βραδυνοί Θρύλοι που κυκλοφόρησαν σχεδόν της παραμονές του θανάτου του, καθώς και οί πεζογραφία του ιδιαίτερα το τελευταίο του μυθιστόρημα Φθινόπωρο το οποίκο και εκδώθηκε το 1917 φιλοξένησαν τα γκρίζα χρώματα και την θολή ατμόσφαιρα του βορρά, στοιχεία που αγαπούσανε υπερβολικά οί συμβολιστές ποιητές. Συγχρόνως ό χατζοπουλος εισήγαγε στο έργο του και στοιχεία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του, έστω και αν αυτή στα έργα της ωριμοτητάς του, δεν διακρίνεται από την αισιοδοξία της αρχικής μυησής του στην αριστερά. Από την μεταφραστική του εργασία που αφοσιώθηκε κατά κανόνα σε συγγραφείς του βορρά, ίσως ή πιο αξιόλογη ήτανε ή μετάφραση του Φάουστ του Γκαίτε.

Εργογραφία

Ποιήματα
Έλα Ξανθή( Ποίημα, περιοδικό «Εβδομάς») (1884).
Τραγούδια της ερημιάς(Γραμμένο με την Τεχνική της Σχολής του Συμβολισμού) (1898).
Ελεγεία και ειδύλλια(Γραμμένο με την Τεχνική της Σχολής του Συμβολισμού) (1898).
Απλοί Τρόποι(Γραμμένο με την Τεχνική της Σχολής του Συμβολισμού) (1920).
Βραδυνοί θρύλοι(Γραμμένο με την Τεχνική της Σχολής του Συμβολισμού) (1920).
Τα Ποιήματα», άπαντα τα ποιήματά του συγκεντρωμένα σε έναν τόμο στη σειρά «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη», του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη. Εισαγωγή-φιλολογική επιμέλεια Γιώργος Βελουδής, 1992

Πεζογραφία
Αντάρτης(Διήγημα αφιερωμένο στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, περιοδικό «Νουμάς») (1907).
Το φθινόπωρο(Διήγημα γραμμένο με την τεχνική του Συμβολισμού ,Νουμάς) (1917).
Αγάπη στο χωριό(Μυθιστόρημα, Νουμάς) (1910).
Ό Πύργος του ακροποτάμου(Διήγημα, Νουμάς) (1915).
Υπεράνθρωπος(Σατηρική Ηθογραφία) (1915).
Τασσώ(Διήγημα, Νουμάς) (1916).
Το όνειρο της κλάρας(Μυθιστόρημα, Νουμάς) (1918).
Πίσω Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα (1916).
Αννιώ και άλλα διηγήματα (Διήγημα, Νουμάς Μεταθανάτια έκδοση Γκοβόστης) (1923).
Τα διηγήματα (Μεταθανάτια έκδοση Περιοδικό Νουμάς) (1924).

Μελέτες Έργων
Κωστής παλαμάς μελετη του έργου του (1915).
Κώστας κρυστάλλης μελέτη του έργου του (1916).
Αλέξανδρος παπαδιαμάντης μελέτη του έργου του (1916).
Γιάννης καμπύσης μελέτη του έργου του (1917).
Ή ψυχολογία του συμβολισμού (1917).
Σοσιαλισμός και τέχνη (1918).
Σοσιαλισμός και γλώσσα (1918).
Δημοτική γλώσσα εισαγωγή και αφιέρωμα (Δίτομο, περιοδικό Νουμάς) (1919).
Καθαρεύουσα γλώσσα εισαγωγή και αφιέρωμα (Δίτομο, περιοδικό Νουμάς) (1919).
Δημοτικισμός και λογοτεχνία - Εισαγωγή και αφιέρωμα (Δίτομο, περιοδικό Νουμάς) (1920).
Σοσιαλισμός και λογοτεχνία - Εισαγωγή και αφιέρωμα (Δίτομο, περιοδικό Νουμάς) (1920).
Τα ελληνικά σχολεία την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας 1453-1821», εκδόσεις Βάνιας - εξαντλημένο

Κρητικογραφίες
Κριτικά κείμενα», κείμενα κριτικής του. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, μεταθανάτια έκδοση (1996).

Μεταφράσεις για θεατρικές παραστάσεις

Θεατρική περίοδος 1903 – 1904
Pius Alexander Wolff, Πρετσιόζα (για το Βασιλικόν Θέατρον / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου)
Θεατρική περίοδος 1904 – 1905
Johann Wolfgang von Goethe, Φάουστ (για το Βασιλικόν Θέατρον / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου)
Franz Grillparzer, Ηρώ και Λέανδρος (για το Βασιλικόν Θέατρον / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου)
Franz Grillparzer, Το στοιχειό του πύργου (Η προμάμμη) (για το Βασιλικόν Θέατρον / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου)
Bjørnstjerne Bjørnson, Έρως και γεωγραφία (για το Βασιλικόν Θέατρον / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου)
Θεατρική περίοδος 1906 (θερινή)
Κάρλ Μάρκ και Μάξ Έγκελς Κομμουνιστικό Μανιφέστο(Οχτάτομο σε συνέχειες) (1901-1908)
Henrik Ibsen, Η κυρά της θάλασσας (για τον Θίασο Θωμά Οικονόμου / σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου ολόκληρο το έργο, δημοσιεύτηκαν μόνο δύο αποσπάσματα στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 538 / 8 Νοεμβρίου 1914 και τεύχος 548 / 17 Ιανουαρίου 1915))

Μεταφράσεις (αυτοτελείς εκδόσεις)
Johann Wolfgang von Goethe, Ιφιγένεια εν Ταύροις (Τυπογραφείο Ερρίκου Λάουππ του νεότερου, 1910)
Gustaf af Geijerstam, Το βιβλίο του μικρού αδελφού (Γ. Βασιλείου, 1915)
Henrik Ibsen Πέερ Γκύντ(αν και μετέφρασε -κατόπιν παραγγελίας του Θωμά Οικονόμου- ολόκληρο το έργο, δημοσιεύτηκαν μόνο δύο αποσπάσματα στο περιοδικό «Νουμάς», τεύχος 538 / 8 Νοεμβρίου 1914 και τεύχος 548 / 17 Ιανουαρίου 1915)
Johann Wolfgang von Goethe, Φάουστ (α’ έκδοση «περικομμένη και πρόχειρη» / Εστία, 1916) (β’ έκδοση «συμπληρωμένη» / Ελευθερουδάκης, 1921)
Hugo von Hofmannsthal, Ηλέκτρα (Εστία, 1916)
Henrik Ibsen ;όταν ξυπνήσωμε νεκροί (περιοδικό «Διόνυσος», τεύχος 1 / 20 Ιουλίου 1901 έως τεύχος 4 / 20 Οκτωβρίου 1901)
Χοφμανστάλ Ηλέκτρα (Περιοδικό Νουμάς) (1919).
Herman Bang, Οι τέσσεροι διάβολοι (Ελευθερουδάκης, 1927)
Franz Grillparzer, Μήδεια (Ελευθερουδάκης, 1927)



ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Ἔλα Ξανθή 

Ἔλα ξανθή ἀγάπη μου, ἡ αρνάδα σου σε κράζει
πέρα στην ἀκροποταμιά, στα πράσινα λειβάδια,
τώρα π᾿ ὁ ἥλιος ἔγειρε, που πιάνει να βραδιάζει
τώρα π᾿ ἀρχίσαν στις βοσκές να βγαίνουν τα κοπάδια.
Να  δεῖς τ᾿ ἀρνάκι που πηδᾷ τριγύρω στη βρυσούλα,
και πάλι πῶς χαρούμενο γυρίζει στη μανούλα.

Θυμήσου μία φορά κι ἐμεῖς σαν εἴμαστε παιδάκια
πῶς παίζαμε τρελά-τρελά μες στ᾿ ἄγρια λουλούδια,
θυμήσου πῶς σοῦ στόλιζα τ᾿ ὁλόχρυσα μαλλάκια.
Θυμήσου πόσα σοῦ ῾λεγα κατ μοῦ ῾λεγες τραγούδια.
Τα χρόνια κεῖνα πέρασαν, τώρα σαν μ᾿ ἀντικρύζεις
τα γαλανά τα μάτια σου ἀλλοῦθε τα γυρίζεις.

💛💛

Χριστούγεννα τοῦ χωριοῦ

Μες την ἀχνόφεγγη βραδιά
πέφτει ψιλό-ψιλό το χιόνι,
γύρω στην ἔρμη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Οὔτε πουλιοῦ γροικᾶς λαλιά,
οὔτ᾿ ἕνα βέλασμα προβάτου,
λες κι ἁπλωμένη σιγαλιά
εἶναι κεῖ ὁλόγυρα θανάτου.

Μα ξάφνου πέρα ἀπ᾿ το βουνό 
γλυκός σημάντρου ἦχος γροικιέται,
ὡσάν βαθιὰ ἀπ᾿ τον οὐρανὸ
μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.

Κι ἀντιλαλεῖ τερπνά-τερπνά
γύρω στην ἄφωνη την πλάση,
και το χωριό   γλυκοξυπνᾶ
την ἅγια μέρα να γιορτάσει.

💛💛

Ασ᾿ τη Βάρκα…

Ασ’ τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει τ᾿ αγέρι, τιμόνι-πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πι᾿ όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί,
η ζωή μία δροσιά είναι ένα κύμα, ας το φέρει
όπου θέλει τ᾿ αγέρι, όπου ξέρει τ᾿ αγέρι.

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν που πύργοι, που καλύβας καπνός,
είτ᾿ ειδύλλιο γελούμενο απλώνετ᾿ η πλάση,
είτ᾿ αντάρες και μπόρες σου κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ᾿ αράξεις.

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
Μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
Δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ᾿ ότι ρωτάς;
Ότι σ᾿ έχει μαγέψει κι ότι σου ῾χει γελάσει,
το ΄χεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

Άσε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
ασ᾿ τις ζάλες να σέρνουν τυφλά την καρδιά
κι αν τριγύρω βογκά κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά
κι αν πικρό τη ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μια χαρά την προσμένει.
http://users.uoa.gr/


💛💛

Θεατρίνοι, Μ.Α.

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε

όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε

στήνουμε θέατρα και σκηνικά,

όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει

και τους θεατρίνους και το θεατρώνη

υποβολέα και μουσικούς

στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς!

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,

ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,

μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές

κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς

(πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;)

πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα

σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα

(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν; )

και τεντωμένα σαν τις χορδές

μιας λύρας που ολοένα βουίζει – δες

και την καρδιά μας: ένα σφουγγάρι,

στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι

πίνοντας το αίμα και τη χολή

και του τετράρχη και του ληστή.


💛💛

Ήρθε το νερό…


Ήρθε το νερό μουγκρίζοντας,

σαν το ταύρο τού χωριού μας,

τον Καρά·

Ήρθε το νερό αφρίζοντας

σαν το άτι τού χωριού μας,

το Σαρή·

Ήρθε το νερό κι απλώθηκε

σαν τις δίπλες τού χορού μας

στην πλατέα!

Παίρνει το δρόμο τής ματιάς μας,

παίρνει το δρόμο τής καρδιάς μας,

παίρνει το δρόμο τού χωριού!

Στις μουριές μας έπλεξε

το θολό του δίχτυ…

Ήρθε το νερό,

με καλάμια και με χώμα.

Σήκωσε κρυφά τις θημωνιές,

τα γεφύρια φόρτωσε

στην πλατειά του ράχη –

και ξεκίνησε!..

(«Φλέβες τού ποταμού», 1958)

https://www.tasakos.gr/


💛💛


Δε γυρεύω ξένο

Δε γυρεύω ξένο, δε ρωτώ κρυφό,
δε γυρεύω χάρη·
κάτι μου έχουν πάρει, μέσ' απ' την ψυχή
κάτι μου έχουν πάρει.

Και δεν ήταν ούτε ξωτικά,
και δεν ήταν χέρια,
και ήταν ένα βράδυ που έπαιζαν θολά
στο γιαλό τ' αστέρια.

Κι ήρθε ένας αέρας κι ήρθε ένας βοριάς
κι ήρθε ένα σκοτάδι -
ω αδερφή, χαμένο κάποιο μυστικό,
που θρηνούμε ομάδι,


μες στο κύμα ανοίγει δρόμο μυστικό,
δείχνει το φεγγάρι: -
κάτι μου έχουν πάρει, μέσ' απ' την ψυχή
κάτι μου έχουν πάρει.


💛💛

Ήρθες

Ήρθες· και η μέρα ήταν χλωμή
και ήταν κρύο -
ήρθες, μα με απλωμένα τα πανιά
έμενε το πλοίο.

Ήρθες·
και τα πουλιά καθίσαν στα κλαδιά
και κελαηδούσαν,
και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά
κι άνθη σκορπούσαν.

Ήρθες·
αλλά τα φύλλα στα κλαδιά
ήταν μαδημένα
και ήταν τα σύννεφα σταχτιά
και κρεμασμένα.

Κι ήταν η θάλασσα χλωμή
και ήτανε κρύο·
κι όλοι κοιτάζανε χλωμοί
που με απλωμένα τα πανιά
έμενε το πλοίο.
http://www.peri-grafis.net/

💛💛

Φθινόπωρο

Έλα, με ρόδα του φθινοπώρου
να στεφανώσω τα μαλλιά στου
αυτά ταιριάζουν ομορφότερα
στη χλωμιασμένην ομορφιά σου.

Να τα κοιτάξω που τριγύρω σου
θα πέφτουνε ξεφυλλισμένα,
όπως ολόγυρα στη νιότη σου
τόσα όνειρα μου είδα σβησμένα.

Έλα, με ρόδα του φθινοπώρου
να στεφανώσω τα μαλλιά σου,
αυτά ταιριάζουν ομορφότερα
στη μαραμένην ομορφιά σου.

Να τα κοιτάζω που τριγύρω σου
θε να μαδούνε στον αέρα,
όπως θωρώ και την αγάπη μας
τώρα να σβήνη μέρα μέρα.
http://www.peri-grafis.net/
.

💛💛

  
Ο Μπαρμπα-Αντώνης


Ακουμπούσε ορθός στον τοίχο, ανασήκωνε την πλατιά λερή μανικά και τέντωνε το χέρι. Ο παππούς του έδενε σφιχτά το μπράτσο με μια καλτσοδέτα κι ύστερα έδινε τη νυστεριά στη φλέβα. Το αίμα πηδούσε αχνοκόκκινο, γράφοντας τόξο στον αέρα, έπειτα χαμήλωνε σιγά σιγά, ως που στάλαζε θόλο και σκούρο, σα μισοστειρωμένη βρύση απο σκουριασμένη κάνουλα, χάμω στις αγριάδες της αυλής.
Κι ο Μπαρμπαντώνης τον κοίταζε με τα θαμπά μάτια του, τον κοίταζε και θυμόταν τον παλιό γιατρό, που έχτισε κει στην εξοχή το σπίτι, το σπίτι αυτό που αγόρασε ύστερα ο παππούς. Μαζί με το σπίτι πήρε ο παππούς και το νυστέρι του παλιού γιατρού και τη συνήθεια ν' ανοίγει κάθε άνοιξη τις φλέβες των χωρικών και των βοσκών, που κατοικούσαν εκεί ολόγυρα σε αχεροκαλύβες κάτω πλατιές, ψηλά στενές, όπως χωνιά αναποδογυρισμένα. σε μια απ' αυτές κι ο Μπαρμπαντώνης.
Η εξοχη ηταν περισσοτερο ερημια. Γυρω ακαρποι πετρινοι λοφοι με δω και κει, στα πλαγια, χλωρασιες που μοιαζαν σα νησακια, και ακπου που ενα δεντρο, που εστεκε σαν ερημιτης στην κορφη. Οταν ερχοταν η ανοιξη, ημερωνε, γελουσε λιγο ο τοπος, μα γληγορα ξαναπαιρνε τη σκυθρωπη, συνηθισμενη του οψη, Ητανε σα να διαλεξε το μερος ο βαρυς και σκυθρωπος, ο ιδιοτροπος και ασκητικος παππους. Κανεις δε σιμωνε στοσ πιτι, κανεις δεν του εκανε υπηρετης. Ο Μπαρμπαντωνης μονο ερχοταν κι εστεκε καθε πρωι στην πορτα.
Ηταν γεροντας ψηλος, στεγνος, σαν ξεραμενο δεντρο. Φορουσε φουστανελλα, μαυρη σκουφια και μυτερα αρβανιτικα τσαρουχια. Δεν εβλεπε καλα, κι περπατησια του ηταν κοντη και χορευτη και σκονταβε σε καθε πετραδακι. Μα ακουμπωντας στην ωηλη του γλιτσα, που την προβαλλε παντα μπροστα σαν τριτο ποδι, πηγαινε τακτικα στην πολη κι εφερνε στην πορτα, οσο που τον εδιωχνε ο αππους.
Γυριζε τοτε στη καλυβα του, στην πλαγια της ραχης και καθοτανε μπροστα στην πορτα. Εβγαζε απο το σελαχι το μακρυ σουγια μ ετην λαβη απο μαυρο κερατο, κι επιανε κι εσκιζε και πελεκουσε μικρα παλουκια και κλαδια απο λυγαριες, κι επλεκε με αυτες το φραχτη, που χωριζε τον τοπο του απο του γειτονα τον κηπο. Επλεκε και διορθωνε και στεριωνε το φραχτη, γιατι του φαινοταν πως αυτος ο φραχτης ζυγωνε ολοενα στην καλυβα κι εφτανε σιγα σιγα παντα κοντυτερα ατη ριζα μιας αχλαδιας που ηταν μπροστα απο την καλυβα. Επειτα ξανακαθοτανε στην πορτα, καθοτανε και κοιταζε εξω περα, και φαινοτανε σα να περιμενα.
Ο παππους βαριοτανε τη φλυαρια του και τον αφηνε να περιμενη. Μα, οταν η πληξη του χειμωνα τον καρφωνε κι αυτον μοναχο μερες ολακερες
μπροστα στο τζακι, εβγαινε και τον ζητουσε. Τον εβαζε και καθιζε στην ακρη πλαι στην πορτα, του θυμουσε παντα να μακραινη την καρεκλα απο τον τοιχο, οπου κρεμοταν το δικο του επανωφορι, και τον αφηνε να λεη τα νεα απο την πολη και να διηγαται για τον παλιον καιρο. Κι ο Μπαρμπαντωνης διηγοτανε για τον παλιο καιρο, για την Αρβανιτια αποθε ηρθε, την Επανασταση που ειχε πολεμησει, για τα ρεντιφικα και το στρατο οπου εκαμε υστερα, για τη λιγη συνταξη που δεν του φτανει. Επειτα για τη γυναικα του—μια χηρα που πρωτα τον παντρευτηκε, μα υστερα, οταν αρχισε και γεραζε, τον αφησε και πηρε αλλον νιοτερο—για το γιο της, ενα μαγκα που ερχοταν και τον εδερνε και του επαιρνε τη συνταξη. Για ολα αυτα μιλουσε και ξαναμιλουσε, μιλουσε και κλαιγοταν, οσο που τον βαριοταν ο παππους και τον ξαναδιωχνε.
Κι ο Μπαρμπαντωνης γυρνουσε παλι στην καλυβα κι επιανε και πελεκουσε, κι εσκιζε και πελεκουσε, κι επειτα καθοτανε παλι στην πορτα, καθοτανε και κοιταζε σα να περιμενε.
Ωσπου τον ξαναφωναξε ο πππους, κι ερχοταν παλι και ξαναρχιζε και διηγοταν παλι γαι την Αρβανιτια και τους πολεμους, για την κονκαρδα του αγωνιστη, που ειχε ακομα στην καλυβα, για τη γυναικα, που δεν ειχε πια, και για το γιο της, που ερχοταν και τον εδερνε, Και διηγοταν υστερα για τον παλιο, τον Μπαβαρεζο το γιατρο, που εχτισε το σπιτι εκει, και τον θυμοτανε ψηλον, παχυ, με μακρυα ξανθα μουστακια, τον θυμοτανε που καβαλουσε το αλογο, το αλογο που ειχε αυτος και συγυριζε—το καβαλουσε καθε πρωι και πηγαινε τριγυρω στα χωρια και γιατρευε τον κοσμο. Επειτα γυριζε και φυτευε κλαρια στον κηπο κι εσπερνε σπορους στις βραγιες. Φυτευε κι εσπερνε, οπως το λεγαν τα βιβλια, τα βιβλια, που ειχερ ενα σωρο α. αυτα και διαβαζε, και εκει μεσα διαβαζε για ολα, και κει μεσα διαβαζε για τον κοσμο, πως θ'αλλαξη.
— Παλαβος ανθρωπος, τον εκοβε ο παππιυς.
— Σοφος ανθρωπος, βασιλικος γιατρος. ελεγε ο Μπαρμπαντωνης.
Για τον παππου ειχε χαλασει για παντα ο κοσμος απο τοτε που διωξανε τον πρωτο βασιλια και καμαν συνταγμα στον τοπο. Και θυμωνε και ξαναδιωχνε το Μπαρμπαντωνη. Κι ο Μπαρμπαντωνης γυριζε και ξανακαθιζε στην πορτα της καλυβας. Γυριζε και καθιζε και πελεκουσε κι εσκιζε και κοιταζε. Κοιταζε μπρος του περα και φαινοτανε σα να περιμενε. Αν ηταν ο προγονος του που περιμενε, ο προγονος του ερχοταν παντα. Ερχοτανε, τον φωναζε αποπισω απο την καλυβα, του γυρευε τη συνταξη, τον εδερνε, και του επαιρνε τη συνταξη. Και τοτε ξαναρχοταν ο Μπαρμπαντωνης στον παππου. Μα του μιλουσε παλι για τον παλιο γιατρο και για τον κοσμο, που ελεγε κεινος πως θ'αλλαξη, κι παππους θυμωνε και ξαναδιωχνε τον Μπαρμπαντωνη.
Κι ο Μπαρμπαντωνης ξαναγυριζε στην πορτα της καλυβας και καθοταν παλι και στυλωνε τα θαμπα ματια εμπρος του και κοιταζε το φραχτη του γειτονα να του ζυγωνη την καλυβα, να φτανη παντα κοντητερα στη ριζα της αχλαδιας, που ηταν μπροστα απο την καλυβα. Κι εβγαζε παλι το σουγια και πελεκουσε κι εσκιζε, εσκιζε κι επλεκε τα κλαδια και στεριωνε το φραχτη. Και πιανοταν με τα γειτονα. Ο γειτονας του γυρευε να του πουληση τον τοπο με την αχλαδια, κι ετσι να βγη για να παντα απο την υποψια. Μα ο Μπαρμπαντωνης την ηθελε την αχλαδια. Την ηθελε. γιατι την ειχε κεντρωμενη ο ξενος γιατρος, την ηθελε γιατι ηθελε να καθεται στον ισκιο της το καλοκαιρι, την ηθελε γιατι ηθελε να καθεται και να φυλαη τ'αχλαδια της απ'τα παιδια και τους βοσκους, κι οσα γλιτωνανε να τα μαζευη και να τα παη της γυναικος του.
Τα πηγαινε δεμενα στο μαντηλι με τα ρουχα, που της πηγαινε μαζι, για να τα πλυνη. Κρατουσε αυτη τ'αχλαδια, και του γυριζε τα ρουχα, κι Μπαρμπαντωνης γυρνουσε στην καλυβα κι επιανε παλι τον ισκιο του και φυλαγε. Κι επιανε παλι και πελεκουσε κι εσκιζε, κι επλεκε και στεριωνε, δυναμωνε το φραχτη. Οσο που κουραζοταν. Και τοτε ξανακθοταν παλι ασλευτος στη θεση του και κοιταζε, κοιταζε μπροστα ρου, και φαινοτανε σα να περιμενε.
Αν ηταν τουτο που περιμενε, ηρθε. Μια μερα, εκει που κοιταζε, ο φραχτης δε χορευε μπροστα του πια, δεν περπατουσε. Ειχε χαθη. Ακομα του φανηκε, πως κι η καλυβα χαθηκε αξαφνα και παει. Ο Μπαρμπαντωνης φωναξε κι επεσε χαμω. Του φανηκε, πως χαθηκε και παει κι ολος ο κοσμος μαζι μ ετην καλυβα, γιατι αγαπουσε την καλυβα, τηνηθελε να καθεται, την ηθελε να πεθανη μεσα. Ο Μπαρμπαντωνης ξανφωναξε, μα οπως απλωσε το χερι, το χερι του αγγιξε τον τοιχο, κι ενιωσε ευθυς τι χαθηκε, και συρθηκε πασπατευτα με την μακρια του γκλιτσα ως το κατωφλι του παπου κι εφερε το νεο. Και σερνοταν, ετσι κι υστερα καιρο, μηνες πολλους ως το κατωφλι του παπου, οσο που επεσε κι απο τα ποδια του μαι μερα. Τωρα μπορουσε μονο και καθοτανε δτην πορτα, καθοτανε και κοιταζε αδεια με τα ματια, κοιταζε και φαινοταν, πως περιμενε.
Αν κεινο που περιμεν ηταν η γυναικα του, η γυναικα του ηρθε. Ηρθε και τον πηρε σπιτι της, αφου πηρε και τα χρηματα, που φυλαγε ο παππους απο την συνταξη του Μπαρμπαντωνη. Μα ο Μπαρμπαντωμης δεν αργησε πολυ να παραγγειλη, πως τον αφηνουν νηστικο, κι ο παππους εστειλε και τον ξαναφεραν στην καλυβα. Και ξαναπιασε παλι τη θεση του μπροστα στην πορτα, τηνεπιασεμα πια δεν κοιταζε και δε φαινοταν πως περιμενε. Καθοταν και χτυπουσε τη γκλιτσα του κατω στη γη, καθοταν και διηγοταν ιστοριες στους βοσκους και στους διαβατες. Διηγοτανε για την Αρβανιτια, την Επανασταση και την κονκαρδα που τη φυλαγε τωρα στον κορφο, για τον παλιο γιατρο που καβαλικευε και πηγαινε και γιατρευε στον κοσμο, κι υστερα γυριζε και φυτευε κλαρια κι εσπερνε σπορους, οπως το διαβαζε μες στα βιβλια. Και διηγοταν για την αχλαδια και για το γειτονα που γυρευε να την παρη. Να πελεκηση και να φραξη δε μπορουσε πια, μονο σερνοταν με τα γονατα στο χωμα κι εψαχνε χαμω και μετρουσε το φραχτη με τα χερια.
Ακουγονταν οι φωνες του. Κι εβγαινε τωρα ο παππους και μαλωνε το γειτονα, κι εβγαινε κι εδιωχνε τον προγονο, που γυρευε κι αυτος να του χαριση ο Μπαρμπαντωνης την αχλαδια και την καλυβα. Μα ο Μπαρμπαντωνης δεν το εκανε, γιατι φοβοταν μην ο προγονος πουληση την καλυβα, κι αυτος την ηθελε, την ηθελε για να πεθανη μεσα.
Πεθανε στον αχερωνα μας, οπου τον μαζεψε ο παππους, οταν επιασε ο χειμωνας, για να μην ξεπαγιαση στην καλυβα. Ως τις στερνες στιγμες του διηγοταν ιστοριες, θυμοταν την Αρβανιτια και τους πολεμους και τον ξενο γιατρο, που του συγυριζε αυτος το αλογο, το γιατρο που γιατρευε τους χωρικους και φυτευε κλαρια κι εσπερνε σπορους, οπως το διαβαζε μες στα βιβλια. Για τ'αλλα, που διαβαζε ο γιατρος μες στα βιβλια, δε διηγοταν. Σωπαινε, αμα εφτανε ως εκει, κι εσκυβε χαμω στη φωτια κι εμενε ασαλευτος εκει και δε φαινοταν πως περιμενε. Μονο λιγες στιγμες πριν ξεψυχηση, ανσηκωθηκε αξαφνα και γυρισε προς τη μερια, οπου φανταζοτανε, πως ειναι η πορτα. Σταματησε στη θεση αυτη και φανηκε, σα να περιμεν. Μα γρηγορα ξαναπεσε ησυχα, βγαζοντας μαι βραχνη φωνη, αφηνοντας εναν αχο, που εμοιαζε με γελιο.
Τον ακουσε ο παπους, που σεριανουσε με σουφρωμενα φρυδια περα δωθε στο μακρινο χαγιατι, καπνιζοντας αμιλητος και βροντωντας μονορυθμα κι αδιακοπα, σα χτυπους ρολογιου της πληξης, τα τακουνια απ'τις παντουφλες του στις πλακες, τον ακουσε, εριξε κειθε μια ματια και πεταξε και κεινος ενα γελιο απο τα δοντια, ενα—δεν ακουσα καλα—"αλλαξε;"ή"θ'αλλαξη!".







Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

"All I Want" Poem by Rezauddin Stalin from Bangladesh

 

"All I Want" Poem by Rezauddin Stalin 

Give me popped paddy and rice.
Give a kite in the festive day.
Give me a playground
and a market place on holiday.

Give me all kind of folk songs
and a platter full with betel leaves.
Give flowers and fruits
and water in thirst.

Give me the path, give me the pier.
Give me the golden fiber of jute.
Give intact Hilsa fish
and values and respects.

Give me granary filled with paddy.
Give a good thesaurus.
Give ink of fountain pen.
Appraise me on good jobs with hand claps.

Give me canals and swamps
and rainbow in the blue sky,
Give me a house with a door
and morning with chirping birds.

Translated by Tuwa Noor


Rezauddin Stalin is a well-known poet in Bangladesh and beyond and is born on 22nd November 1962 in Jessore, Bangladesh.He has done his Bachelor's degree in Economics and MA in Political Science from Dhaka University. He is the former Deputy Director of Nazrul Institute where he was employed for 35 years. Stalin’s poems got translated into most languages in the world and he is also a well-known TV anchor and media personality in Bangladesh. Stalin is the founder and chairman of the Performing Art Center andis also the senior editor of Magic Lonthon - a literary organization.

Rezauddin Stalin’s total number of books are more than 100 now and his Wikipedia link is: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Rezauddin_Stalin

 

He has received many awards and some accolades are:

Darjeeling Natto Chokhro Award India (1985), Bangla Academy (2006), MichealModhushudhan Dutta Award (2009), ShobhoShachi Award West Bengal (2011), Torongo of California Award USA(2012), Writers club Award California USA (2012), Badam Cultural Award California USA (2012), City Ananda Alo Award(2015), West Bengal, India, Centre Stage Barashat Award (2018), Journalist Association Award UK (2018) and Silk Road Poet Laureate Award Xi’an China (2020).

His Social Media links are:

Facebook: https://www.facebook.com/rezauddin22stalin

Twitter: https://twitter.com/RezauddinStalin

Instagram: https://www.instagram.com/rezauddinstalin/









Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

SONIC BLAST – “Queen Isis” από το επερχόμενο άλμπουμ “Humanity Divided”


  
SONIC BLAST – “Queen Isis” από το επερχόμενο άλμπουμ “Humanity Divided”

Sonic Blast - Queen Isis (Official Lyric Video)
(Δείτε το εδώ)




Οι Sonic Blast είναι ένα ελληνικό Heavy Metal συγκρότημα. Η μπάντα ιδρύθηκε στη Κοζάνη το 2015. Οι Νίκος Δέδες (Κιθάρα) και Δημήτρης Γκάτζιαρης (Κιθάρα,Μπάσο) είναι οι ιδρυτές καθώς ο Θύμιος Π. (Ντράμς), Νίκο Βογιατζή (Πλήκτρα) και Δημήτρης Βαχτσεβάνος (Φωνητικά) είναι τα νεότερα μέλη. Η μπάντα έχει συμμετέχει σε τοπικά Φεστιβάλ όπως το Sourdstock και το Kozani Four.

Το 1ο Άλμπουμ με τίτλο “Humanity Divided” θα κυκλοφορήσει στις 28 Μαΐου 2021 από την Γερμανική BOERSMA Records

PRE-ORDER εδώ: https://bit.ly/33chznL

Στο άλμπουμ συμπεριλαμβάνεται και το τραγούδι “Queen Isis”.


Official links

Facebook:

Instagram:

Youtube:

Twiter: