Κυριακή 18 Απριλίου 2021

Ana Stjelja "La musique du silence" Poem translated in greek


La musique du silence

Parfois nous étions silencieux et on s’aimait en silence tu te souviens?Parfois nous avons apprécié (les) notes de musique qui s'enfuyaient de papiers à musique donc ils pourraient respecter ce silence.

La musique de silence a eu l'habitude de nous amuser, allant par les tunnels de passion non avant qu'il n'ait été fatigué et soit devenu silencieux.

En silence, avec nos lèvres nous déplacions les rideaux, cassant les murs, cachant des malheurs.Silence.L'entendez-vous?

Sentez-vous la pulsation de son coeur,pouvez-vous le toucher et l'embrasser?La musique de silence me torture toujours et chaque tact, son son fiévreux, a été transformée dans le hurlement épouvantable.Le silence.

Ana Stjelja

️❤     ❤

Η μουσική της σιωπής


Μερικές φορές ήμασταν σιωπηλοί και αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο στη σιωπή,
Θυμάσαι;
Μερικές φορές απολαμβάναμε αυτές (τις) μουσικές νότες που δραπέτευσαν από τα μουσικά χαρτιά, προς σεβασμό στη σιωπή.
Η μουσική της σιωπής συνήθιζε να μας διασκεδάζει , περνώντας από τις σήραγγες του πάθους μέχρι να κουραστεί και σιωπήσει.

Μέσα στη σιωπή, με τα χείλη μας μετακινούσαμε τις κουρτίνες, σπάζοντας τους τοίχους, κρύβοντας ατυχίες.
Σιωπή.
Τον ακούτε; «Νιώσατε τον παλμό της καρδιάς του, μπορείτε να τον αγγίξετε και να τον φιλήσετε;

Η μουσική της σιωπής με βασανίζει ακόμα σε κάθε άγγιγμα,
ο αδύναμος ήχος της, έχει μετατραπεί σε φοβερό ουρλιαχτό.Η σιωπή

©®Ana Stjelja
Serbia


Translation
Eva Petropoulou Lianoy


Biography Ana Stjelja

Ana Stjelja(1982, Belgrade, Serbia). In 2012 she obtained her PhD (on the life and work of the Serbian woman writer Jelena J. Dimitrijević).

She is a poet, writer, translator, journalist, researcher and editor. She published more than 30 books of different literary genres. She is published inEnglish, Spanish, Portuguese, Slovenian, Farsi, Chinese, Arabic, Azerbaijani and Greek.

The Editor-in-chief of the Alia Mundi magazine for cultural diversity, online literary magazine Enheduana and Poetryzine, an onlinemagazine for poetry in English. In 2018 she established the Association Alia Mundi for promoting cultural diversity. She is a member of the Association of Writers of Serbia, the Association of Literary Translators of Serbia, the Association of Journalists of Serbia and the International Journalist Federation (IJF)






ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΑΜΑΚΗ "Στην τελευταία εκπνοή"



Μια smaragnenia καρδιά
η καρδιά της αγάπης
χάθηκε...
Συρρικνώνεται
ο κόσμος των στίχων
οι ωκεανοί της θλίψης
στενάζουν
τετραγωνίζεται η λογική
ώσπου να χωρέσει την απώλεια
ο ουρανός
ανάποδος κώνος
καρφώνεται στη γη των θνητών
μήπως και βρει την ελπίδα
το πράσινο που αγνοείται
ένας σταυρός άγκυρα
βρίσκει χώρο
στην ανθρώπινη ματαιότητα
και η κιβωτός της ζωής
προσδένεται στο παρόν
προς το παρόν...

Αφιερωμένο στη μνήμη της Δ. Μ.

Τσαμάκη Βασιλική


tsamakivasiliki.blogspot.com

Η εικόνα είναι από pixabay.com











Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΑΓΙΣ ΘΕΡΟΣ (1875-1961)

Ο Άγις Θέρος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Σπύρου Θεοδωρόπουλου) γεννήθηκε στη Σπάρτη. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε τη δηκηγορία. Ασχολήθηκε επίσης με τη μαχόμενη δημοσιογραφία, εξέδωσε τις εφημερίδες Λαός (1908-1909 και 1914-1915), Λακεδαίμων (1909-1910) και Εφημερίς των εργατών (1912). Εξελέγη βουλευτής το 1910 (οπότε και ίδρυσε το Εργατικό Κέντρο), το 1912 και το 1923, ενώ υπήρξε εισηγητής νομοσχεδίων υπέρ της εργατικής τάξης και φυλακίστηκε καθώς συνυπέγραψε το δημοκρατικό μανιφέστο του 1922. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λαογραφία, ως μέλος του κύκλου του Νικολάου Πολίτη. Ειδικότερα ασχολήθηκε με τη μελέτη του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού και το 1909 κυκλοφόρησε τον τόμο Δημοτικά Τραγούδια, που πραγματοποίησε δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση το 1952 σε δίτομη μορφή (και τίτλο Τα τραγούδια των ελλήνων), με την οποία τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1940 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Τα Ανθρώπινα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Άγι Θέρου βλ. Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Θέρος Άγις», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μερακλής Μ.Γ., «Άγις Θέρος», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.466. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και χ.σ., «Θεοδωρόπουλος Σπύρος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια12. Αθήνα, Πυρσός, 1930.


Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Τα ανθρώπινα. 1940.
• Οκτάστιχα του περιβολιού. 1944.
• Ο μάγος ή Του μόχτου το τραγούδι. Αθήνα, Αετός, 1945.
• Δρακογενιά· Ξυλογραφίες Σπύρου Βασιλείου. Αθήνα, Αετός, 1947.
• Με τους ανέμους. Αθήνα, Αετός, 1948.
• Λυρική πορεία. 1951.
• Τραγούδια. 1952.
• Η Ηρωική διλογία – Η Εκάλη – Τ’ άλογο του Ακρίτη. Αθήνα, Αετός, 1953.
• Το κλειδί του καιρού. 1954.
• Ο μέγας πόθος. Αθήνα, Δίφρος, 1956.
• Λυρική πορεία. 1957.
• Εκ βαθέων. Αθήνα, Δίφρος, 1961.
ΙΙ.Μελέτες – Ανθολογήσεις
• Σωλομού βίος και έργον. 1903.
• Δημοτικά τραγούδια. 1909.
• Ξένα τραγούδια. 1916. (και β΄έκδοση, 1935).
• Δύο ακριτικά τραγούδια. 1950.
• Τα τραγούδια των Ελλήνων. 1952.
• Τα Λυρικά του Σικελιανού. Αθήνα, 1953.
• Οι θρύλοι του Μυστρός. 1962

http://www.ekebi.gr/

Πηγή φωτογραφίας https://anemourion.blogspot.com/


Ποίημα - Κρίμα


Είναι κρίμα να πεθαίνουμε γερόντοι
και να μας δέχεται δίχως αποσκευές ο Χάρος,
ξεφτισμένους. Πριχού γεράσεις, νέος να ξεκινάς,
νικητής να φτάσεις στην Πύλη την Αιώνια,
στ’ άνθος της ηλικίας, με το χαμόγελο στ’ αχείλι
τ’ ανθρώπου που έζησε. Με τις τσέπες σου γεμάτες
από δώρα λογής-λογής για τα παιδιά,
που πάντα περιμένουνε καλούδια μ’ ανοιχτά τα χέρια.

Είναι κρίμα να πεθαίνουμε γερόντοι.

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 55-56, Ιούλιος-Αύγουστος 1959, σελ. 24)

https://www.sarantakos.com/



Δυο στροφές από το ποίημα "ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ"


Τρίζει, σπιθοβολάει το τζάκι,
-όξω το κρύο είναι φαρμάκι-
κι οι σπίθες παν ως την αστράχα.
Θ' ανάψουν τα δοκάρια τάχα;

Συμπάει ο γέρος τα παλούρια
και στήνει ορθά μέσα κουτσούρια,
φουντώνει και μια δράκα ασφάκα,
και πέφτει μες στη στάχτη η θράκα.
...........................................


Ἄγης Θέρος - Τα τραγούδια τῶν Ἑλλήνων

Ἀπό  περ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ἔτος 1952, Νο 97 σσ. 205-8.

Το τραγούδι και η Εθνική Ψυχή

Η Ελληνική γη, με την αδρή και πολύβουνη και πολύγιαλη φύση, και με το δυνατό ανθρώπινο δέντρο, πού στα σπλάχνα της μέσα ριζοβολάει και στην αγκαλιά της τη στοργική απλώνει τα πολύφυλλα κλαριά του, ήταν φυσικό και ποίηση λαϊκή να γεννάει Ιδιοτυπώτατη και θαυμαστή ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης. Γιατί βρίσκεται πολύ αίμα και στην αισθηματική Μεσημβρία και στη ζωηροφάνταστην Ανατολή.

Και είναι η ποίηση αυτή συνέχεια αδιάπαυτη της ποιητικής ζωής του Έθνους και της πνευματικής του εξέλιξης από την Ομηρική γιγαντομαχία έως τη γιγαντομαχία του 21 κι' από τότε έως σήμερα. Κι' είναι ακόμη απόδειξη τρανή, πως είναι συγκρατητή και αδιάσπαστη στων αιώνων την αλυσίδα η αρχαία με την νέαν Ελληνική ψυχή, την κληρονομιά της αρχαίας.

Όπως στη ζωή μας όλη, έτσι και στη δημοτική μας ποίηση, και στη Λαογραφία γενικά, βαθύτατες και γερές είναι οι ρίζες που παντού απλώνει ο αρχαίος κόσμος όλος, και πρώτ' απ' όλα η αρχαία Μυθολογία, η χαρακτηριστικώτερη εκδήλωση του κόσμου εκείνου. Μη τάχα οι αρχαίοι θεοί εμίσεψαν; Κι'αυτοί ζουν παντοτινά ανάμεσά μας, στα βουνά μας, στα λαγκάδια μας, στ' ακρογιάλια μας. Άλλαξαν μονάχα μορφές κι' ονόματα. Μη τάχα την Παναγία Παρθένα δεν ελάτρεψαν οι πατέρες μας στους παλιούς ναούς της Παρθένου Αθηνάς και στον ίδιο τον Παρθενώνα μέσα; Και ο αρματοδρόμος νεανίας, ο Απόλλωνας, μη δε ζει, ενσαρκωμένος, αλλά με λευκά γένεια τώρα, στον αρματοδρόμο γέροντα, τον προφήτη Ηλία, που με φωτιές γιορτάζεται ακόμα, σαν ειδωλολατρικά, στις κορφές των βουνών μας; Στην ψηλότατη μάλιστα κορφή του γέρω-Ταΰγετου είδα προ χρόνων την εικόνα του Προφήτη, χαραγμένη σε μαρμαρένια πλάκα, με την ανέλπιστη επιγραφή: «Ο Προφήτης του Ηλίου». Και ο πολύαθλος Διγενής Ακρίτας, ο μεγάλος ήρωας του εθνικού έπους, τι άλλο είναι, παρά ημίθεος, γεννημένος από κάποιο Δία, άλλος Ηρακλής;

Οι Μοίρες ακούραστες, αιώνες τώρα, κυβερνούν και διαφεντεύουν τις τύχες των ανθρώπων της Ελλάδας. Οι Νεράιδες, τα Στοιχειά των πηγαδιών και των ποταμιών, τ'Αερικά των λαγκαδιών και των βουνών, ο δράκος, οι Βρυκόλακες, οι Μάγισες, παραστέκουν στη ζωή του λαού μας και γοητεύουν το πνεύμα του, παρόμοια ή απαράλλαχτα, όπωξ οι ίδιες ή ανάλογες υπερφυσικές δυνάμεις τον παλιόν καιρό, οι Νηρηίδες, οι Αμαδρυάδες, οι Σάτυροι.

Άλλη εκδήλωση της ενότητας της εθνικής ψυχής είναι το αίσθημα του δεσμού του ανθρώπου με τη φύση και η προσωποποίηση των φαινομένων και των δυνάμεών της. Πολλά δημοτικά τραγούδια έχουν τέτοια θέματα. Ο Ήλιος, ο αφέντης ο κυρ-Ήλιος, ο Αγέρας, «ο κυρ-Βοριάς ο δροσερός», καθώς και τ' άψυχα και τα υπανθρώπινα όντα, ενσαρκώνονται, παίρνουν αισθήματα και στοχασμό και λαλιά, και λαβαίνουν μέρος στην ανθρώπινη ζωή. «Ο Όλυμπος κι' ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν». Ο Παρνασσός συνερίζεται με τον κάμπο και καυχιέται. Τα παιδιά, στους μαύρους χρόνους της σκλαβιάς, πηγαίνοντας στο κρυφό σκολειό, μιλούν στο φεγγαράκι το λαμπρό και το παρακαλούν να τα φωτίζει. Τα λουλούδια φιλονικούν «το πιο είναι τ' ομορφήτερο και πιο μυρίζει κάλλιο». Ο ήλιος μιλεί με τη λαβωμένην ελαφίνα Τα πουλιά «λαλούν μ' ανθρώπινη λαλίτσα». Τ' αηδόνι θρηνεί τον αρματωλό, Το χελιδόνι φέρνει το προμήνυμα της άνοιξης, όπως στ' αρχαίο χελιδόνισμα. Ο αητός κι η πέρδικα μιλούν ή θρηνούν ή συμβουλεύουν ή προμαντεύουν. Κι όλος ο κόσμος της Φύσης, ενόργανος και ανόργανος, ζει και λαβαίνει μέρος στο δράμα της ζωής το καθημερινό. Και το κορύφωμα, ο παλιός Χάρων, ο πορθμέας του βασιλείου του Πλούτωνα, Χάρος τώρα αγριωπός, πάντα ανθρωποκαταλύτης και νεκροπομπός.

Έκτος όμως απ' τη μυθολογία και τη Φύση στην άγραφτη Λογοτεχνία μας, και μάλιστα στα λαϊκά τραγούδια, καθρεφτίζονται σα σε καθάριο βενετικό κρύσταλλο, οι στοχασμοί, οι πόθοι, ο ψυχικός κι' ο ηθικός κόσμος και τα αισθήματα τα ευγενικά και πλούσια της Ελληνικής Φυλής, που μένουν αμετάβλητα κι’ ασάλευτα γνωρίσματα του εθνικού χαρακτήρα μέσα στους γύρους των χρόνων. (1)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.- Ο Ν. Γ. Πολίτης σε πολλές μελέτες του και σε κριτικές παρατηρήσεις του πάνω σε λαογραφικά κείμενα παρουσιάζει στοιχεία,που δείχνουν θετικά πως η δημοτική μας ποίηση και γενικά η παράδοση η λαϊκή, πηγή τους έχουν την Ελληνική μυθολογία και την αρχαία ζωή. Το ίδιο κι ο Στ. Κυριακίδης στη μελέτη του «Αι ιστορικαί πηγαί της δημώδους νεοελληνικής ποιήσεως» (Θεσσαλονίκη 1934) με πειστικά επιχειρήματα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ δημ. ποιήσεως και αρχαιότητος. Κι ο Κ. Λ. Ρωμαίος με τις τελευταίες σοφές εργασίες του, απόδειξε τρανώτατα το θέμα τούτο.

Ὁ ποιητής και  οἱ παραλλαγές

Το τραγούδι το πρωτοπλάθει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής, εκφράζοντας μ' αυτό είτε κάποια ιδέα του στοχαστή, είτε κάτι που γέννησε η φαντασία του, στον ύπνο του ή στον ξύπνο του, είτε θέλοντας να εκφράσει το συγκαιρινό αίσθημα και τον ομαδικό στοχασμό των συντοπιτών του για κάποιο σημαντικό περιστατικό, που έγινε στον τόπο, θανή τρανού ανθρώπου ή όμορφης κόρης ή νέου η κάποια τραγική ή ερωτική ιστορία, πού είχεν αντίλαλο γύρω κι έφερεν αναταραχή.

Και λέγοντας λαϊκό τραγούδι, εννοούμε ποίημα μαζί και μελωδία. Γιατί ο ποιητής των στίχων πλάθει το τραγούδι του, ποίημα μαζί και σκοπό, συνταιριαστά και σύγκαιρα, δηλαδή ταιριάζει τους στίχους του σε γνωστή μελωδία άλλου τραγουδιού ή πλάθει καινούργιο σκοπό.

Απ' τον πρώτο που «έβγαλε το τραγούδι», και που είναι πολλές φορές στιχουργός ή μοιρολογητής του χωρίου, «το παίρνουν» οι τραγουδιστές του χωρίου και το ξανατραγουδάνε. Ύστερα το παίζουν στις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια οι βιολιτζήδες, οι κλαριτζήδες και οι λαβουτιέρηδες, κι έτσι φέρνει το γύρο σε κοντινά η μακρινότερα χωριά και σε πολιτείες.

Κάποιος τραγουδιστής ακόμη, μισεύοντας απ' το χωριό για δουλειά του, θάν το τραγουδήσει σ' άλλη περιφέρεια, με καμάρι μάλιστα συχνά. Κι ο ξενιτευτής το παίρνει μαζί του στην ξενιτιά, συντρόφι και παρηγοριά του και θυμητάρι της νιότης του, του τόπου και των εδικών του. Έτσι, αχτινωτά, ας πούμε, κυκλοφορεί και γίνεται στο τέλος τραγούδι όλου του λάου.

Τα παλιότερα χρόνια, όπως μας παραδίνουν ξένοι περιηγητές, κι o Φωριέλ, τυφλοί τραγουδιστές ή λυράρηδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τραγούδια, που τα έκαναν οι ίδιοι, ή άλλα, που τα φέρναν από τα μέρη που περνούσαν. Τους τυφλούς αυτούς ραψωδούς τους δέχονταν και τους άκουαν με χαρά οι χωρικοί, τους φιλοξενούσαν και τους φίλευαν με δώρα ή χρήματα.

Έπειτα, κι ως τα τέλη του περασμένου αιώνα, και σε κάποια μέρη ως τα σήμερα, τα νέα τραγούδια πρωτόβγαιναν σε μεγάλες γιορτές και σε πανηγύρια, όπου γλεντοκοπούν οι πανηγυριώτες και χορεύουν στην πλατεία του χωριού ή στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, ή στα χοροστάσια και στις πλαγιές των βουνών, όταν γιορτάζουν τα ρημοκλήσια, και μάλιστα το καλοκαίρι, και ειδικά στις γιορτές του αγίου Κωνσταντίνου, της Παναγίας (στις 15 Αυγούστου), του Προφήτη Ηλιού, του Σωτήρος, της αγια-Παρασκευής κλπ.

Έτσι λοιπόν, το τραγούδι, βγαίνοντας απ' το σπλάχνο του λαού, παιδί του πνευματικό, ξέσπασμα της ψυχής του, με του λαού το στόμα πλάθεται και ξαναπλάθεται, και για τούτο μένει ζωντανό πάντα κι απρόσωπο. Γιατί, ο λαϊκός ποιητής που το τραγούδησε, καμιά φιλοδοξία ούτε είχε, ούτ' έχει να μαθευτεί τ' όνομά του. Ίσα-ίσα, αν το καταλάβουν οι συχωριανοί του, που ξέρουν ίσως τη δεξιοσύνη του, αρνιέται να το μολογήσει, νομίζοντας ίσως πως με το ν' ακουστεί τ’ όνομά του, αδυνατίζει το δημιούργημά του. Χαρά του κι αντίμεψη μονάχη είναι να μάθει ότι το τραγουδάν οι άλλοι έπειτ' από καιρό, ή να τ' ακούσει να τραγουδιέται μακριά κάπου.

Έτσι κι όμοια γίνεται κάθε δημιουργία του άφαντου λαϊκού συνθέτη και των άλλων μνημείων του λαϊκού Λόγου, παραμυθιών, παραδόσεων, αινιγμάτων, παροιμιών κλπ. που, από προσωπικά πλάσματα του στοχασμού, με χρόνια και καιρούς, γίνονται παράδοση για όλους.

Εξαίρεση στην παραγωγή τους παρουσιάζουν μονάχα τα κλέφτικα τραγούδια, που τα περισσότερα τα σύνθεταν και τα πρωτοτραγουδούσαν οι ίδιοι οι κλέφτες, διαλαλώντας έτσι μεγαλόστομα την κλέφιικη ζωή και τα ηρωικά κατορθώματα ή τη θανή του καπετάνιου τους ή του συντρόφου τους.(1)

Πιστεύουμε όμως, γιατί τα ίδια τα κείμενα πολλών διαλεχτών τραγουδιών το φωνάζουν, ότι ανάμεσα στους ανώνυμους ποιητές ήταν και λιγοστοί με κάποια ανώτερη ποιητική φλέβα, μ’ έμπνευση αληθινού ποιητή και με τεχνική μάλιστα ευκολία, πού κι' αυτούς, όπως και τους πολλούς τους άλλους, ποτέ δεν τους έμαθε, ούτε θα τους μάθει κανείς.

Τα τραγούδια αυτά τα διαλεχτά, με την πλαστικότητα και την τελειωμένη μορφή, ερίζωσαν στην ψυχή του λαού, κι απόμειναν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που τα καμαρώνουμε οι Έλληνες και τα θαυμάζουν κι όσοι ξένοι τα γνώρισαν.

Αλλά με το ξαναφύτεμα από τόπο σε τόπο, περνώντας πέλαγα και στεριές, το τραγούδι παθαίνει μεταβολές, αυξάνουν ή λιγοστεύουν, ή αλλάζουν οί στίχοι του, κι έτσι δημιουργούνται οι «παραλλαγές» των τραγουδιών.

Με το πέρασμα πάλι του καιρού και τις στοματικές μεταφορές σε μακρινότερα μερη, γίνονται σε πολλά τραγούδια ριζικώτερες αλλοιώσεις, γιατί το ξενοφερμένο τραγούδι μεταπλάθεται και προσαρμόζεται στο ψυχικό κλίμα του νέου τόπου, που βάζει τη σφραγίδα του απάνω του. Κι είναι τούτο φυσικό, γιατί, περνώντας από στόμα σε στόμα, το μνημονικό δεν το παρακολουθεί. Άλλα γίνεται και κάτι άλλο: οι συλλαβές του κι οι φθόγγοι του, και το τυπικό των λέξεων προσαρμόζονται αναγκαστικά στη φωνητική και τη φθογγολογία του νέου τόπου. Αλλά και λέξεις αλλάζουν.

Ένα παράδειγμα χτυπητό των μετασχηματισμών αυτών είναι το πανελλήνιο τραγούδι του «Κάστρου της Ωριάς», που υπάρχει σήμερα σε 150-200 παραλλαγές, από 10 - 25 στίχους καθεμιά. Συχνά όμως γίνεται και «συμφυρμός» δύο τραγουδιών. Πρέπει να προσθέσω, ότι κι άλλος τρόπος μεταβολών στο κείμενο είναι η αδέξια αντιγραφή από χειρόγραφα παλιά ή κακογραμμένα νεώτερα.

Ο Έμμερσον, γράφοντας κάπου για την «πρωτοτυπία», μιλεί για το «χρέος που έχομε υπογράψει με την παράδοση» και προσθέτει, ότι «ο θρύλος μεταβιβάζεται απ' τον πιστό στον ποιητή κι απ' τον ποιητή στον πιστό και καθένας τους προσθέτει κάτι νόστιμο, σβήνοντας κάποιο λάθεμα ή τελειοποιώντας τη μορφή, ώσπου φτάνει στην ιδανικήν αλήθεια». Έτσι γίνεται με το λαϊκό τραγούδι. Από στόμα σε στόμα περνώντας, ξελαμπικάρεται και παίρνει στο τέλος τον οριστικό του τύπο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.- Πολλοί κλέφτες τραγουδούσαν κλέφτικα τραγούδια, συμπληρώνοντας παλιά η ανακακατεύοντας στίχους γνωστών τραγουδιών και προσθέτοντας περιστατικά σύγχρονα, που τα ζούσαν οι ίδιοι. Ένας απ' αυτούς κι ο Μακρυγιάννης (Άπομν. τ. Α'. σ. 285 κ.εξ.)


Ἡ γεωγραφία τοῦ τραγουδιοῦ

Μέσα στον ελληνικό χώρο υπάρχουν λογής-λογής κλίματα, και τοπικά και ψυχολογικά, με κύριους παράγοντες τη γεωγραφική θέση και τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, που επιδρούν στον ανθρώπινο χαρακτήρα. Κι επειδή το λαϊκό τραγούδι είναι αποτύπωμα του χαραχτήρα των κατοίκων της περιοχής όπου πρωτοφάνηκε, συνακόλουθο είναι ότι ζωγραφίζει το χαραχτήρα της περιοχής αυτής.

Για το λόγο αυτό παρουσιάζουν διαφορές σημαντικές αναμεταξύ των τα τραγούδια της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, Διαφορές πάλι μικρότερες ή μεγαλύτερες βρίσκουμε παραβάλλοντας τα τραγούδια της Ήπειρος με τα τραγούδια του Μοριά ή του Πόντου με της Ρούμελης. Αλλά και των βουνήσιων μιας περιοχής ο χαραχτήρας είναι διαφορετικός απ' των καμπίσιων της ίδιας περιοχής. Αντρίκια, τραχιά, πολεμόχαρη η ποίηση των βουνών, όπως είναι τα κλέφτικα της Ρούμελης και της Ήπειρος. Μαλακιά, γλυκιά, τρυφερή, ερωτιάρικη των θαλασσινών μερών, όπως είναι οι ριμάτες κι οι παραλογές των νησιών του Αιγαίου. Σύντομα, λιγόστιχα τα πρώτα, μακρόσυρτα, περισσόστιχα τα δεύτερα [Ιδές και Fauriel, Ι, σ. 113 κ.έξ.). Άλλες πάλι μορφές παρουσιάζουν τα τραγούδια της βόρειας Μικράς Ασίας. Η γεωγραφία του τραγουδιού μας είναι η ακόλουθη :

Το ηρωϊκό, το κλέφτικο, πατρίδες έχει την "Ηπειρο, τη Ρούμελη, το Μοριά και τη νότια Μακεδονία: Τα παλαιότερα που έχουμε είναι του 16 ή του 17 αιώνα : ο «Όλυμπος κι ο Κίσσαβος», το τραγούδι του Καρπενησιώτη κλέφτη Λιβίνη κι άλλα, πού δεν αναφέρουν ονόματα.

Η Λευκάδα λαογραφικά είναι Ήπειρο. Στην Αίγινα παρουσιάζεται εξαιρετική ποιητική παραγωγή από παλιούς καιρούς.

Ο τόπος που πρωτογεννήθηκαν τα τραγούδια του Ακριτικού κύκλου είναι τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας κι η βόρεια κι η βορειανατολική Μικρά Ασία, και ιδίως ο Πόντος κι ή Καπαδοκία. Από κει πέρασαν στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησα, όπου επλάστηκαν κι άλλα πολύστιχα τραγούδια μ' επικό χαραχτήρα.

Παραλογές, κι άλλα πολύστιχα ερωτικά κι αφηγηματικά τραγούδια έχουμε απ' τη Μικρά Ασία, τη Ρόδο, την Κάρπαθο κι άλλα νησιά της Δωδεκάνησος και την Κύπρο. Αλλά πολλές παραλογές είναι πανελλήνιες, κι οι περισσότερες έχουν πηγή Ακριτική. Τέτοιες είναι το «Κάστρο της Ωριάς», «Τα δυο αδέρφια», «Μαυριανός κι ο βασιλιάς», «ο κυρ Βοριάς» κι άλλα.

Ερωτικά τραγούδια γέννησαν και γεννούν, όπως είναι φυσικό, όλοι οί ελληνικοί τόποι. Τα καλλίτερα όμως είναι της Ηπείρου και των νησιών, γιομάτα λυρισμό και αίσθημα.

Των μοιρολογιών το προνόμιο τό 'χουν η Μάνη η Ήπειρο, η Λευκάδα κι η Κρήτη.

Τα τραγούδια του γάμου και τα κάλαντα τα βρίσκομε σ' όλη την ελληνική γη, σε διάφορους τύπους και διάφορα μέτρα, συνδυασμένα με τα έθιμα κάθε τόπου, πού 'χει για τις ετοιμασίες του στεφανώματος, για την τελετή του γάμου και για τα πιστρόφια.

Τα δίστιχα, τα καλλίτερα είναι της Κρήτης (οι περίφημες μαντινάδες) των Δωδεκανήσων και μερικών νησιών του Αιγαίου. Αλλά καμιάς περιοχής τα δίστιχα δε φτάνουν στη χάρη, τη δύναμη και την περιεχτικότητα τις μαντινάδες, πού πολλές απ' αυτές είναι αληθινά αριστουργήματα στιχουργικής και νοήματος, ποιητικού.

Δίστιχα ακόμα τραγουδούν σε πολλά μέρη την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου, στον Κλήδονα. Προ πενήντα ετών ακόμα και στην Αθήνα, στις λαϊκές συνοικίες, στις αυλές των σπιτιών, εγιόρταζαν οι νέες και οι νέοι τον Κλήδονα, βάζοντας στη μέση το λαγήνι με τ’ αλάλητο νερό, κι άναβαν φωτιές στο δρόμο και τις πηδούσαν,

Πρέπει να ειπωθεί και κάτι ακόμα: Δεν είναι μονάχα η παραγωγή κι η μορφή του τραγουδιού διαφορετική κατά τον τόπο και τη φύση και τις βιωτικές ασχολίες των κατοίκων. Κι η διάθεση κι η προτίμηση κι η αγάπη τούτου η εκείνου του είδους των τραγουδιών απ' τους κατοίκους της τάδε ή της δείνα περιφερείας είναι διαφορετικές. Ο Φωριέλ παρατήρησε, πολύ σωστά, ότι ο άνθρωπος του βουνού, ο απομονωμένος, τραγουδεί τραγούδια κλέφτικα ή τσοπάνικα, που ταιριάζουν στο τοπίο του, στο βίωμά του και στις ψυχικές του διαθέσεις. Δεν έχει συμπάθεια στα νησιώτικα και ερωτικά. Το ενάντιο γίνεται στα θαλασσινά μέρη. Οι παραλογές, τα φανταστικά και προπάντων τα τραγούδια της αγάπης, τραγουδιούνται σχεδόν αποκλειστικά.

Το  χρέος τοῦ λαογράφου

Έχει αναγνωριστεί από καιρό, ότι η Λαογραφία είναι η κυριώτερη επιστήμη της Ιστορίας του Πολιτισμού. Γιατί κάνοντας τη συγκέντρωση, την έρευνα και την κατάταξη του υλικού των λαϊκών παραδόσεων ενός τόπου — τραγούδια, μουσική, χορό, τέχνες, δεισιδαιμονίες, έθιμα κλπ.— μελετάει τις συνθήκες και τα φαινόμενα της ζωής του, την ψυχική του ιδιοσύσταση και τις πνευματικές του εκδηλώσεις όλες, [Βλέπε σχετικά: Στ. Κυριακίδη. Τι είναι λαογραφία, 1 (1909), σ. 1 κ.ε, όπου (σ.7) γράφει: «Η Λαογραφία εξετάζει τας κατά παράδοσιν διά λόγων, ή πράξεων, ή ενεργειών εκδηλώσεις του ψυχικού και κοινωνικού βίου του λαού»]

Η ελληνική λαϊκή παράδοση έχει βαθιές ρίζες απ' άκρη σ' άκρη της γης μας, κι εκδηλώνεται, με θαυμαστήν ενότητα στους τόπους της ζωής, στις κλίσεις, στα προτερήματα και στα ελαττώματα του λαού μας. Ξεχωριστά όμως μέσα στα τραγούδια του, όπου καθρεφτίζονται τα συναισθήματα του, η αγάπη, οι πόνοι, ο πόθος της λευτεριάς, το μίσος για την τυραννία, η λαχτάρα του ξενιτευτή, τ' αντίκρυσμα του θανάτου, όπου βρίσκεται ατόφια κι αδιάσπαστη η ψυχή του.

Έτσι το έργο του λαογράφου που είναι θεματοφύλακας των παραδόσεων, είναι πολύ υπεύθυνο, έχει τρισμεγάλη σημασία, και πρέπει να το αντιμετωπίζει σε πλάτος πνευματικό και βάθος χρονικό. Τα λυρικά, τα μυθοπλαστικά, τα ιστορικά και όλα τα ψυχικά στοιχεία, που πρωτοφανερώθηκαν στην Ομηρικήν αρχαιότητα, πέρασαν σης καλές εποχές της ελληνικής ακμής, στην Αλεξανδρινή περίοδο έπειτα κι απλώνονται και πλέχονται σε μια συγκρτητήν αλυσίδα, αιώνα με τον αιώνα. Κι έτσι διατηρήθηκαν και παραδόθηκαν στη βυζαντινή και στη νέα μας λαϊκή παράδοση κι έζησαν και ζουν μέσα της. Αυτά ήταν οι σπόροι και τα φύτρα, που, άδηλα και κρύφια, έγιναν αρμοί του λαϊκού ποιητικού Λόγου σ’όλες τις ελληνικές χώρες κι εκφράζουν το συνολικό πνεύμα της ψυχής του λαού μας. Και γι' αυτό η Δημοτική Μούσα μας, έχει απάνω της τις εφτά σφραγίδες της φυλής μας, κι είναι και μένει εθνική κληρονομιά τρανή κι ακατάλυτη.

Τα τραγούδια μας είναι τα πνευματικά ριζοθέμελα της πατρίδας μας και για τούτο στέκουν μνημεία αξετίμητα της εθνικής μας λογοτεχνίας, και κλείνουν μέσα τους γενναία νοήματα, λαμπερή ανθρωπιά, ευγενικά συναισθήματα. Είναι δεμένα μαστορικά με λογάρι άδολο απ' τον υπεράξιο χρυσικό, το λαό μας, και χρωστεί να τα 'χει γκολφισταυρό η ελληνική διανόηση, και να τα ρουφάει για δρακοντοβότανο η νέα γενιά.

Αλλά, όσο ανεβαίνει και πλαταίνει το βιωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του έθνους, το ανάβρυσμα της εξαίσιας αυτής κρυσταλλοπηγής λιγοστεύει και κατεβαίνει, και μοιραία, σε λίγον καιρό, θα στερέψει ολότελα. Για τούτο έχουμε, μέσα στη λιγοστή «πίστωση χρόνου» που απομένει, υποχρέωση ιερή, όσα ξέφυγαν το χαμόν ως τα τώρα κι όσα τυχαίνει και ξετρυπώνουμε ακόμα σε παλιά χειρόγραφα ή τ' αρπάζουμε απ' τα χείλια κανενός γέροντα τραγουδιστή ή απλοϊκού τσοπάνη σ' απόμερο βουνό, να νιαστούμε να τα περιμαζώνουμε ευλαβικά και στοργικά μ' έλεγχο αυστηρό, δίχως μεταπλασμούς αυθαίρετους, δίχως δασκαλικά διορθώματα, για να γλυτώσουν απ' το θάνατο, να τα συντηρήσουμε αθόλωτα στη ζωή και να τα παραδώσουμε στην αθανασία.

Η εξέλιξη των ιδεών κι η πορεία των Τεχνών στη γης την οικουμένη είναι ανώμαλη κι αναπάντεχη. Ρυθμοί και «σχολές» και συστήματα - στους δυο μάλιστα τελευταίους αιώνες της οργιαστικής ανθρώπινης δραστηριότητας σ'όλους τους τομείς—ακολουθούν το ένα τ' άλλο, κι αντιπαλεύουν κι ανάφτουν και σβήνουν και λαμποκοπάν και θάφτονται. Όλα τα χρόνια τούτα, τα στάδια των αναζητήσεων των δοκιμών, των εναλλαγών στις μορφές της Τέχνης ήταν πολλά, και διαφορετικά το εν' απ' τ' άλλο, όμως και λιγόζωα. Κάποιες κατευθύνσεις μάλιστα παρουσιάζονται συχνά μ' έντονη προοπτική ξαναγυρισμού στα παλιά στέρεα πρότυπα.

Και ποιος τάχα μπορεί να ξέρει, αν κάποτε - πότε ; - η αναζήτηση του καινούργιου, ο πόθος του ξανανιωμού, η ανάγκη γα ξαναγυρίσει η Ποίησή μας στην ξεκούραση απλότητα και στην ηλιόφοιτη καθαρότητα, δεν τη σπρώξει να ξαναγυρέψει και να ξαναβρεί μέσα στα τραγούδια τούτα κάποιες μορφές παλιές, ξελαγαρισμένες, γιομάτες δροσιά κι ειλικρίνεια κι αλήθεια και γοητεία!








Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΕΤΑΣ - ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


Μνήμες

Στον άταφο ναύτη Στην γοερή σού ορκίζομαι κείνη κραυγή του φάρου και στου βυθού που ξάπλωσες την άμμο τη νωπή, θύρα να βρω στα βάθη της ν' ανταμωθώ του Χάρου τ' ανήλια εκείνα δώματα που κατοικεί η σιωπή. Κι όταν θα βρω το σκοτεινό του Χάροντα λημέρι, τα πιο ακριβά μαλάματα θα δώσω και σκουτιά, για να σου σφίξω ακόμη μια στερνή φορά το χέρι πριν σε πλαγιάσει ατίμητο του ερέβους η ερημιά. Πριν να σε λούσει πένθιμα το φως απ' το φεγγάρι και πριν της λήθης τ' όνομα στην πέτρα σου γραφτεί, βάζω την πένα στο χαρτί και κάνω την δοξάρι για να τους πω πως χάθηκες δίχως κλαυθμό, ταφή: Λέξεις συλλέγω ιάσμινες να πλέξω το στεφάνι μα η ρίμα βγάζει συμφορά και στεναγμού λυγμό. Στο θλιβερό ταξίδι σου, η πένα μου αποκάνει, πενθεί και υγραίνει ως να 'τανε κι εκείνη από πνιγμό. ©Γιώργος Ν. Μανέτας Θύμηση Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου· γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό... σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του κόσμου ταξιδεύεις και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό; Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό. Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, που 'χα γιάνει το κορμάκι σου εκεί πάνω, τώρα μοιάζει νεκρικό. Θέλω λίγο ν' αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια. Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου και τη στόλιζα με τ' άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά. Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ' αγγίξει το σκοτάδι και σ' αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί, έλα να σ' αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι, και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί. ©Γιώργος Ν. Μανέτας Το ψέμα Λες: Η ζωή σου έρημος δίχως χαρά και γέλιο. Κι ακόμη, έναν άναστρο πως βλέπεις ουρανό. Θαρρείς πως όλη σου η ζωή κατήφεια και φραγγέλιο. Πως γιατρικό στον πόνο σου δεν βρίσκεις ικανό. Δες: Η ζωή μια ρεματιά, που ρέει στην κατηφόρα, που δίνει όμως τα θαύματα τα δροσερά, σ΄ αυτόν που δεν νογά λιγόψυχα και δεν λυγά στη μπόρα. Θέλει, καρδιά! θέλει, ψυχή! Γι' αυτό σου λέω, λοιπόν: Τρεις δρόμους έχει, κι απ' αυτούς τον έναν θα διαλέξεις. Εσύ, ποιον θες να πορευτείς, τον ίσια ή τον λοξά; Ο πρώτος, λούζεται στο φως. Τον άλλον να προσέξεις. Αν θες τον τρίτο, διάλεξες τον Xάρο γι’ αμαξά. Δράκους δεν θα 'βρεις ζωντανούς, θεριό να σε φοβίσει. Αυτό το σύμπαν φτιάχτηκε στη Χάρη ενός Θεού. Θροεί σαν φύλλο, μα για δες: Μπορεί να σταματήσει; Δεν είναι βάσανο η ζωή. Το ψέμα, είναι αλλού... ©Γιώργος Ν. Μανέτας Είναι φορές Της πριγκίπισσας Σίσυ Είναι φορές, που αισθάνεται μια ζεστασιά η ψυχή μου. Κι άλλοτε, πάλι, νιώθει αυτή δίχως χαρά καμιά. Μην αρκετά δεν έγιανε κάποια παλιά πληγή μου κι έτσι αθεράπευτη, έφυγε, προς κάποιαν ερημιά; Είναι φορές, που αισθάνομαι μετέωρη σ' ένα χάσμα, που από κει μέσα με καλούν για να το κατεβώ δικοί και φίλοι μου στενοί, που πέρασαν το φάσμα όταν ο Xάρος θέριζε με δρέπανο ακριβό. Είναι φορές, που οι σκιές της νύχτας με κυκλώνουν και με θρασεία κι αναίτια τη συμπεριφορά, λένε πως είναι αφίλητες και πως κοντά ζυγώνουν, διψώντας απ' τ’ αχείλι μου την τοξωτή φορά. Κι είναι φορές, όπου η χαρά στον κήπο περιμένει, κι είναι μι' απόλαυση ψυχής κείν' η στιγμή του πώς γιατί, στο φως τους νιώθω εγώ η ελπίδα να προσμένει: Πυγολαμπίδες σπέρνουνε τ' αμάραντό τους φως. ©Γιώργος Ν. Μανέτας Της ψυχής Συγγνώμη: Που δε στάθηκα σωστή, να σ' αγαπήσω. Που δεν ποτέ μου νοιάστηκα τον πόνο το δικό. Άνθρωπε συ, που δίπλα μου, μπορούσα να φιλήσω ποτέ μου, δε σ' αντίκρισα με βλέμμα φιλικό. Συγγνώμη: Που δε φύτεψα στη γλάστρα ένα λουλούδι. Που των ανθών δε μ' άρεσαν οι μύριες ευωδιές. Που των πουλιών δεν ήθελα ν' ακούσω το τραγούδι. Οπού γι' αυτά, δεν έγραψα, να ευφράνω τις καρδιές. Συγγνώμη: Έρωτα, γιατί δεν ήμουν όσα “πρέπει”. Γιατί, δεν ήμουν αρκετή να σου δοθώ πιστά. Κι ενώ, το βλέμμα το δικό μου θα 'πρεπε να βλέπει εσένα· τ' άλλα κοίταγε, τα ξένα, τα ρευστά. Συγγνώμη: Θέ μου, που μισώ και δεν μπορώ να γιάνω. Που 'ν' η ψυχή μου ακάθαρτη κι η σκέψη μου φαιδρή. Που κι αν γι' αγάπη μίλησες, τ' αντίθετα εγώ κάνω. Συγχώρεσέ με, πλάστη μου, που δεν είμ' αρκετή. Συγγνώμες μύριες σάς ζητώ γιατί δεν ήμουν άξια να σεβαστώ τον έρωτα, τα δέντρα, τα πουλιά. Να σεβαστώ τον άνθρωπο, η αμαρτωλή κι ανάξια ψυχή, που δεν λαχτάρησε σταυρό, μιαν εκκλησιά. Συγγνώμη... ©Γιώργος Ν. Μανέτας Κόκκινο Ντυνόσουν με το κόκκινο, να σου ποθούν τα χείλη. Βιαζόσουν, για ν' αγαπηθείς πριν η καρδιά σβηστεί. Της παρθενιάς το τίμημα στο καθαρό μαντήλι το ξόδεψες, χωρίς να δεις τον Έρωτα - ληστή. Αυτός ο κόσμος δεν χωρά για που 'θελες να παίξεις. Παράσκυψες να τον διαβείς μα η κλειδωνιά κλειστή. Συνωστισμοί που προσδοκούν τ' άλικο φως να φέξεις προσμένουν, για τ' αγγελικό δίχως πτυχές κορμί. Πληθυντικός το στόμα σου και το χαμόγελό σου. Ήρθ' ο καιρός και πέταξες με τα φτερά κλειστά. Παρακαλούσες να μη δεις μπροστά το διάβολό σου. Που σ' ενοχλούσαν φέγγουνε τα κόκκινα σβηστά. Πλήθη τ' αφίλητα πενθούν τεφρά τώρα σου χείλη. Ο νυκταλήτης διάττοντας περνάει και σε θρηνεί. Τ' αγγέλου ακούστηκε λυγμός λιγόθυμος στην πύλη. Αστράφτει. Γύρω σου βροχή. Σιγή παντοτινή. ©Γιώργος Ν. Μανέτας Η αμαρτωλή Δε σου 'μεινε φωνή να πεις για τα βουνά, τα δάση, oύτε χαρά πια σου 'μεινε να τραγουδάς για κείνα. Σαν να τελειώνει σου η ψυχή, σαν να τελειώνει ο κόσμος. Μόνο μετάνοια σ' εκκλησιά τώρα για σένα πρέπει. Μπολιάστηκες έρμη ψυχή στα μάταια των ερώτων δίχως ποτέ σου να σκεφτείς νερό στους διψασμένους. Δίχως ποτέ ν' αφουγκραστείς ένα των άλλων δάκρυ. Δε σ' άφηνε, για να τα δεις, το θάμπος των ματιών σου. Στα λαμπερά μα πρόσκαιρα της νιότης κείνα χρόνια τεταραγμένη σύρθηκε στ' ανάσκελα η ψυχή σου. Ήρθε κι ο χρόνος σ' έντυσε τη νύχτια του ρυτίδα. Το μαρτυράει το λιγοστό του καντηλιού πια λάδι. Μαυράγγελοι και Χερουβείμ σε διεκδικούν παρόντα κι ένας στυγνός σα Χάροντας με τη ρομφαία της δίκης σου ψιθυρίζει τ' ακριβό του τέλους σου ταξίδι: Κεκοιμημένη μου αδερφή, ζυγίζω την και φεύγω. Ψάλλοντας κλαίνε οι άγγελοι δίχως ψυχή στα χέρια, δίχως πομπή ν' ακολουθεί το λάλον του αρχαγγέλου. Ένας ανθός μόνο σταυρός, σφοδρός κριτής που ψέλνει: Των κολασμένων τις ψυχές τις παίρνουν τα τελώνια. …………………….. Μοίρες κακές με μοίραιναν τη νύχτα που γεννιόμουν κι ευχή μου δόθηκε στρεβλή να ζω δίχως τον ύπνο. Όνειρο εγώ δεν γνώρισα, γι' αυτό και δεν θυμάμαι αν ζωντανή που το 'γραψα, ή τώρα πεθαμένη… ©Γιώργος Ν. Μανέτας


Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι απόμαχος Έλληνας ναυτικός ⚓ και ποιητής.
Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961 στην Αθήνα από Κερκυραίους γονείς
και από το 1990 είναι νυμφευμένος με την ποιήτρια Δήμητρα Δελακούρα
(Λιζέτε Ντε Σόουζα Σερκέιρα). Τα έτη 1977 - 1996 εργάστηκε ως ναυτεργάτης
σε ελληνικής και ξένης πλοιοκτησίας φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία.

Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών από τα τέλη
της προηγούμενης χιλιετίας και νυν πρόεδρος
της Εξελεγκτικής της Επιτροπής – (2018 – 2020)


'Eχει εκδώσει τα βιβλία:

Θάλασσα, ποιήματα (1997)
Αστρολάβος, ποιήματα (1998)
Οξυτέρα Εγγυτάτη, ποιήματα (1999)
Ναυσίν Άριστοι, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)

Ναυσίν Άριστοι, ποιήματα Άπαντα τόμος Α' (2018)
Της Θάλασσας, ποιήματα Άπαντα τόμος Β' (2018)
από τις εκδόσεις Αρισταρέτη – Τιμής Ένεκεν














Τρίτη 13 Απριλίου 2021

ΕΙΡΗΝΗ ΜΙΧ. ΓΑΛΑΝΟΥ (1895-1984)

Η Ειρήνη Γαλανού γεννήθηκε στην Αθήνα, πρωτότοκο παιδί του Μιχαήλ Γαλανού, βουλευτή του κόμματος των Φιλελευθέρων, κοινωνιολόγου και εκκλησιαστικού ρήτορα, και της Ευδοξίας το γένος Σακελλαρίου. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κάλυμνο και η μητέρα της από το Ναύπλιο. Είχε τέσσερα μικρότερα αδέρφια. Φοίτησε στο Αρσάκειο Διδασκαλείο και σπούδασε στο γαλλικό ινστιτούτο Αθηνών και στη Σχολή κινηματογράφου. Πήρε μέρος στη σύνταξη του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του εκδοτικού οίκου Ελευθερουδάκης και από το 1931 ως το 1939 ανέλαβε τη διεύθυνση του ανώτερου κοργιαλένειου παρθεναγωγείου στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου αγωνίστηκε ως εθελόντρια αδελφή νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε με την έκδοση της γαλλόφωνης συλλογής διηγημάτων Toute Notre Ηellade από τον εκδοτικό οίκο Libre το 1924. Από τότε και ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της αφοσιώθηκε στην πεζογραφία, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με λογοτεχνικές διασκευές, μεταφράσεις από τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά και συνεργάστηκε με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας. Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος του Δ.Σ. της, τιμήθηκε με το πρώτο και το δεύτερο βραβείο του διαγωνισμού των εκδόσεων Ζηκάκη (1926 για τα διηγήματα Πλούσια κι ευτυχισμένα και Στα Βρόχια αντίστοιχα) και το κρατικό βραβείο διηγήματος του Υπουργείου Παιδείας (1942 για τη συλλογή Μικρές και μεγάλες αιτίες). Γνωστή κυρίως για το μυθιστόρημά της Κόντρα στον άνεμο, που διασκευάστηκε για τη μικρή οθόνη από το Βαγγέλη Γκούφα το 1980, η Ειρήνη Γαλανού τοποθετείται στο χώρο της πεζογραφίας της γενιάς του Τριάντα, με σαφή κατεύθυνση προς την ανανέωση του παραδοσιακού αφηγηματικού λόγου μέσω της εισαγωγής των στοιχείων της ελλειπτικότητας της δομής και της λυρικότητας της έκφρασης. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου της είναι η επιμελημένη γραφή, η αξιοσημείωτη ψυχογραφική ικανότητα στην παρουσίαση των ηρώων της και ο υπαινικτικός τρόπος προβολής των θεμάτων της. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ειρήνης Γαλανού βλ. Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Γαλανού Ειρήνη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Μενδράκος Τάκης, «Ειρήνη Μιχ, Γαλανού», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Γ΄, σ.56-68. Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

Εργογραφία


(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι. Διηγήματα
• Toute Notre Hellade. Αθήνα, Libre, 1924.
• Μικρές και μεγάλες αιτίες. Αθήνα, Πυρσός, 1940.
• Καιρός σχεδόν αίθριος. Αθήνα, έκδοση της συγγραφέως, 1971.
• Αντίκρυ στο πέτρινο τοπίο. Αθήνα, Μαυρίδης, 1979.
ΙΙ.Μυθιστορήματα
• Κόντρα στον άνεμο. Αθήνα, Αετός, 1943.
• Κάποτε. Αθήνα, έκδοση της συγγραφέως, 1965.
ΙΙΙ. Διασκευές
• Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (από το έργο του Σπύρου Μελά Ο γέρος του Μωριά). Αθήνα, Παιδική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Ελευθερουδάκη,
• Παραμύθια (από λαογραφικά του Δέφνερ). Αθήνα, Παιδική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Ελευθερουδάκη,
• Ιστορίες από τη Βίβλο (από τα αγγλικά). Αθήνα, Παιδική Βιβλιοθήκη των Εκδόσεων Ελευθερουδάκη,
ΙV. Έργα σε συγκεντρωτικούς τόμους
• Οχτώ διηγήματα. Αθήνα, Ζηκάκης, 1926 (περιλαμβάνονται τα βραβευμένα Πλούσια κι ευτυχισμένα και Στα Βρόχια).

http://www.ekebi.gr/

ΕΥΔΙΑ

Πυρκαγιές τα τζιτζίκια
λαμπαδιάζουν οι ελιές.
Όπου αγγίζω αναβλύζει ο Αύγουστος
Deja - vu το καλοκαίρι.
Αγριάνεμος.
Ηδονές με τις φούχτες
κι ευκάλυπτοι.

Τα φιλιά ανατινάζονται.
Τάμα κρατώ
με την σάρκα στον ήλιο προσάναμμα.




Κάποτε

Απόσπασμα

… Ο γκρεμός της Ακρόπολης έχει πρασινίσει.
Ο καλόγερος με τα μάτια τα μελιά, που λειτουργάει πότε πότε τα εκκλησάκια της ανηφοριάς κάθεται στη λιακάδα και ζωγραφίζει.
Ο Μάνος σκύβει να δει την εικόνα. Είναι μια Παναγιά.
—Θέλω να την τελειώσω… Αν γίνει πόλεμος θα ζητήσω να πάω.
Κοιτάζοντας πέρα χαμογελάει με ταπεινοσύνη.
—Δεν είμαι πολεμιστής. Όμως, και στον τόπο του μίσους υπάρχει θέση για λίγη ειρήνη.
Σωπαίνουνε και οι δυο. Ασυννέφιαστος είναι ο ουρανός, και στα χαμόκλαδα που φεγγοβολάν απ’ τη νυχτερινή μπόρα, ζυγιάζονται τα πουλιά.
Ο καλόγερος σκύβει ξανά στο τελάρο.
—Ας βιαστούμε λοιπόν!
Το χέρι της Παρθένας που αγκαλιάζει το Χριστό, θα κρατάει ένα ρόδο.
—Το άνθος της λυτρώσεως, αγαπητέ.
Ο Μάνος ανασαίνει βαθιά. Με τον κίνδυνο που ‘ρχεται, ο κάθε λόγος σε ρίχνει σε ταραχή και σκέψη.
—Λυτρωμένη να ‘ναι του ανθρώπου η ζωή!..
Η πατρίδα σου, δίχως τύραννο ντόπιο ή ξένο. Μακριά η πείνα, η αναδουλειά, η καταφρόνια. Να μη σε πλανεύει του ίδιου σου του νου το σκοτάδι, της ίδιας σου της καρδιάς η σαπίλα. Τρανοί τύραννοι του ανθρώπου όλα τούτα.




Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ειρήνης Μ. Γαλανού
Αθήνα
Νίκας / Ελληνική Παιδεία Α.Ε.
Αριθμός Έκδοσης: 1
2007
σ. 221
Σχήμα: 24χ16
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
ISBN: 978-960-296-144-5
Εικονογράφηση: ΝΑΙ







Ιστορίες από τη Βίβλο
Διασκευή: Ειρήνης Μ. Γαλανού
Αθήνα
Νίκας / Ελληνική Παιδεία Α.Ε.
2004
σ. 165
Σχήμα: 24χ17
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
ISBN: 978-960-296-115-5
Εικονογράφηση: ΝΑΙ






ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ
Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι πριν απ’ τον πόλεμο. Στ’ αυτιά σου σφυρίζανε αδιάκοπα φοβέρες. Συχνά, έκανες μια κίνηση, σα για ν’ αποφύγεις την πέτρα μιας σφεντόνας. Η δυστυχία που θα χτύπαγε τη Γη και σένανε, μπορούσε να σταματήσει τα πάντα σε τούτο δωΑΛΚΥΌΝΑ - Διήγημα 

Σα φάνηκε πως τέλειωσε ο πόλεμος, μια στάλα ήλιος έκανε να βγει κι απλώθηκε κάθε μουδιασμένη ζωούλα για ζέστα. Και το τυραννικό σκουλήκι κάθε παλιάς σκέψης ζωντάνεψε κι αυτό.
Τι θα γινότανε ο Αντώνης σα θα τέλειωνε το γυμνάσιο… Τι θα σπούδαζε; Πάλι ρωτάγανε οι ξένοι, πάλι ρώταγε κι ο ίδιος τον εαυτό του.
Ν’ αγαπάς όλα τα μαθήματα και σε κανένα να μην προκόβεις. Να ’χεις φερσίματα στρωτά, δυο μάτια ήμερα. Να λεν οι δάσκαλοι για σένα: Συμπαθέστατο παιδί, και, για να ’μαστε δίκαιοι, όχι κουτό.
Όμως πάντα, ναι πάντα, διαγωνισμοί και προφορικά σου, να τη ζουρλαίνουνε κείνη την πένα με το κόκκινο μελάνι, καθώς πάει να γράψει τη μοίρα σου στον κατάλογο.
- Κύριοι συνάδελφοι, ομολογώ πως μόλις τη βάση μπορώ να του δώσω…
Και να καπνίζουνε οι κύριοι συνάδελφοι, ανάμεσα στις ντουλάπες με τις βαλσαμωμένες νυχτερίδες, την υδρόγειο, τα μαϊμούδια που κρατάνε στη χούφτα το καρύδι.
- Ποιανού;
- Ποιου άλλου; Του Αντώνη του Κλαράτου.
- Παλιό νέο. Ποιος μπορεί να του δώσει πάνω από τη βάση…
Στέκαν εκεί, σε χωριστή παρέα, ο ιχνογράφος, ο γυμναστής, ο μουσικός, νεοδιορισμένα παλικάρια με καημούς για «διόρθωμα των καιρών» και ταξίδια. Μαγνήτες γι’ αυτούς η Ευρώπη, απ’ τη Σπιτσβέργη ως το Γιβλατάρ, μαγνήτες η ζούγκλα, τα χωριά των Νέγρων, η Άπω Ανατολή. Αυτά είναι οι ε λ π ί δ ε ς. Και το τ ώ ρ α, είναι τα μαθητούδια. Όλα όλα μαζί, κι ένα ένα χώρια. Τα μαθητούδια, που βγήκανε από τη στέρηση, τη φωτιά και τον τρόμο ζωντανά. Τα πιο πολλά έχουν σωματάκι αδύνατο, λαιμά πρησμένα κι ένα βλέμμα που λέει: Πόνεσα, σκέφτηκα, έμαθα… πρόσεξέ με!
- Παράδειγμα ο Κλαράτος… Αν τον προσέξεις, θα δεις πως το μυαλό του στιγμές στιγμές βγαίνει ολότελ’ απ’ τη σκοτεινιά.
- Για πόσο βαστάνε, όμως, αγαπητέ, οι σ τ ι γ μ έ ς… Δες τη γάτα που μου ζωγράφισε… Το κεφάλι υπέροχο. Τα πόδια, σαν από άλογο.
- Οι ασκήσεις του στη γυμναστική, υπόδειγμα. Το βήμα του, σαστίζει σύνταγμα.
Στην Προσευχή του Μπετόβεν, έβγαλε χτες περίφημο φα. Κι αμέσως πήδηξε τέσσερα μέτρα.
Ο πατέρας του Αντώνη, ρολογάς και χρυσικός, δεν είχε όρεξη να βάλει το γιο του διάδοχο στη δουλειά.
- Καλά θάφτηκα γω στις βιδίτσες και τις ροδίτσες και τα ρουμπίνια και των ματιών το στραβωμό.
Μάλιστα, τις όμορφες μέρες, χειμώνα ή άνοιξη, τα μαράζια του θέριευαν. Βήματα γοργά ακούγονταν απ’ τον πλακόστρωτο δρόμο. Θυμότανε τα λούλουδα που χαίρονταν τον ήλιο στα γερασμένα μπαλκόνια. Το δικό του παράθυρο χαμηλό, το σοκάκι όλο παλιωσύνη και πλήξη. Σπίτια κάστρα, και ούτε αχτίδα στα πορτόνια τους. Μόνο πέρ’ απ’ τη σκοτεινή λουρίδα, ένα άνοιγμα, ένα καταγάλανο φως.
- Ας είχα καιρό να πάω, φίλε, κι ως το λιμάνι μακάρι.
Κοντά στο μώλο μπορεί να ’τανε πράσινο το νερό. Μα σου ’φερνε ο αγέρας όλη τη μακρινή φρεσκάδα. Ύστερα, είχε βάρκες, είχε αφρούς. Έπλαθες τη ζωή… ναι τη ζωή, μια στάλα δροσισμένη.
Στην κλεισούρα, άστραφτε πότε πότε μια σύντομη χαρά. Ένας γλάρος χύμαγε, έσκιζε το στενό φτερουγώντας με δύναμη, σκόρπαγε στον αγέρα πούπουλα, έφευγε.
- Καλό να ’χεις, πουλί μου!
Έκανε ο ρολογάς ένα σινιάλο, ξανάσκυβε στη δουλειά.
- Μα το γιο μου, να μην είμαι Κλαράτος… αν τονε κάμω σαν και τα μένανε…
Για το στενεμένο στηθάκι του παιδιού του ήθελε τον αγέρα, τον ανοιχτό κόσμο, του Θεού τον ουρανό. Ήθελε τα ρουμάνια, όπου τα δέντρα βάζουνε στη μέση τα χωριατόσπιτα, τις ακρογιαλιές, όπου τα βότσαλα περιμένουνε το κύμα το μεγάλο να τα πάρει ταξίδι.
Όμως όλα τούτα τα ’θελε πλεγμένα με κάποιον όμορφο σκοπό.
- Η ζωή, να ’ναι σωστή ζωή.
Σκέδια πολλά κουβάλαγε ο πόθος στο μυαλό του. Βάρδα κι από εταιρείες και συμβολαιογραφεία και τράπεζες.
- Πιότερη άπλα έχει ο ποντικός στην παγίδα.
Ένα όνειρο ήρθε και κοντοστάθηκε. Ξανάρθε κι έμεινε.
- Αν τον έκανα καθηγητή;
Όταν τα σύννεφα, η θάλασσα και η στεριά βρίσκονταν στις καλές τους, αυτοί οι καθηγητές ήτανε οι μόνοι άνθρωποι με θέση και με μιστό, που δεν κάθονταν κλεισμένοι. Συντροφιά με τα μαθητούδια τους, πότε θερίζανε τα βουναλάκια απ’ τα κυκλάμινα, πότε τους λόγγους απ’ τα γαλάζια κρίνα. Και ποτέ να μη λείψει το βιβλίο:
- Μάθημα!
Λαχτάραγε, ακούγοντας τέτοια μαντάτα, ο πατέρας του Αντώνη.
- Τι; Σαν τον καιρό τον δικόνε μας;
Τότε, αν απ’ το παράθυρο της τάξης έβλεπες τον επιστάτη να διαβάζει εφημερίδα, έχανες τα πάντα. Αντίς για θρησκευτικά, απάνταγες ιστορία. Τα σημερινά παιδιά, βλέπουνε τα κατσίκια να χοροπηδάν στις πλαγιές, και το μυαλό τους, εκεί, κλαρίνο!
Καθηγητής… Και στα κακοκαίρια η νέα, λέει, μέθοδο, θέλει ανοιχτούς της τάξης τους φεγγίτες. Κι αφού είναι η νέα μέθοδο, ξεχνάς πως κάνει κρύο. Ανασαίνεις λεύτερα. Τα πλεμόνια σου δε μαραζώνουνε. Καθηγητής, όμορφη δουλειά, να πλάθεις ανθρώπους, και να μη σε ξεχνάει η πλατιά η χτίση, να ’ναι δικός σου ο αγέρας, η κίνηση… Και τον πόθο του τον εμπιστεύθηκε ο χρυσικός, στον ίδιο τον Αντώνη.
- Μην πούμε όμως τίποτα της μάνας σου, και πιάσει τα μωρολογήματα με τις φιλενάδες και το μάθουν οι μπαρμπάδες σου… Φουρκισμένοι βλέπεις καθώς είναι με τα χτηματικά, όλο και πόντους πετάνε… για κείνο δα το…έξι.
Κείνο το έξι… το 6, η άμοιρη μοίρα του Αντώνη κρεμασμένη ανάποδα. Ποιο θάμα θα την έβαζε κάποτε, να σταθεί στα πόδια της, ν’ αντικρίσει τον κόσμο με το κεφάλι ορθό, να θαρρευτεί και να χαρευτεί το παιδί, σ’ ένα μονάχα μάθημα… Κύριε, ας ήτανε σ’ ένα μονάχα.
Όμως ο στοχασμός του πατέρα έφερε στον Αντώνη δυνατό καμάρι. Και το καμάρι ανέβασε στα χείλη του σωστή απάντηση:
- Λέω, πατέρα, να δοκιμάσουμε πρώτα, μήπως κάνω για τη δική σου δουλειά. Πάππου προς πάππο το μαγαζί μας, ίσως μπορέσω να το κρατήσω και γω.
Μια σοβαρή επισκευή του Γυμνάσιου είχε κόψει τα μαθήματα. Η πρόβα αρχίνησε αμέσως. Το φως του λιμανιού, στο άνοιγμα της σούδας, είχε θολώσει απ’ την κακοκαιριά.
Στάζανε τα μπαλκόνια και οι ουρανοί κοίταγαν στις πλάκες του δρόμου την κατσούφικη θωριά τους. Και συ να κινάς απ’ της κάμαράς σου τη σκοτεινιά, να περνάς ένα μακρυνάρι, ν’ ακολουθάς ψηλαφώντας τα στραβώματα της σκαλίτσας και να τρυπώνεις στο μαγαζί.
- Φροντίσανε βλέπεις οι παππούδες μας να μην τρέχουμε στους δρόμους και συναχωνόμαστε… Ιδέα κι αυτή. Επάγγελμα και σπίτι, αυγοτάραχο.
Αντίκρυ ο ψιλικατζής, ο παπουτσής, ο τυπογράφος ανοίγανε, κλείνανε τις ομπρέλες τους, έρχονταν, φεύγανε πηδώντας πάνω απ’ τους λάκκους… Την ώρα που ο βοριάς παίρνει μπάλα τα σπίτια και τον ακούς να τρυπώνει σε περιβόλια και αυλούλες ξεφυλλίζοντας τις μουριές, φοβερίζοντας τα χαγιάτια, που ακόμη μοσκοβολάν μπουγαρίνι, εσύ ούτε λεφτό να μη βγαίνεις από των τέσσερων τοίχων την κλεισούρα. Βαρύ το μέτωπό σου, άδροσο το στήθος σου… Καθιστός, καρφωμένος, φυλακώνεις μάτι και σκέψη σ’ ένα δυο εκατοστά τόπο. Το ελατήριο, η τρίχα, το γαντζάκι, το αμάλγαμα, το μπριλάντι, που αλίμονο αν δε στεριώσει καλά.
Να πηγαίνεις στο μαγαζί για μισή ωρούλα, ναι, δεν ήταν άσκημο. Είχανε παράξενο χτίσιμο, όλα εκεινού του δρόμου τα σπίτια, έκανες χάζι. Οι τοίχοι αλλού βγαίναν όξω με στρογγυλέματα σα φρούρια, αλλού μπαίνανε μέσα φτιάνοντας κρυψώνες, όπου τρύπωναν τα παιδιά. Και το εσωτερικό τους είχε πιότερα διαδρομάκια και σκάλες και σοφίτες, παρά κάμαρες, είχε και πολλά πεζούλια, γιατί έτσι, λέει, άρεσε στους τεχνίτες τότε.
Στο Κλαρατέικο πολλά ήτανε τα σημάδια του τ ό τ ε. Τις αμπάρες του θα τις χαιρότανε Κύκλωπας. Το ίδιο και τα κλειδιά. Την ασφάλεια, έτσι τη νιώθανε οι νοικοκυραίοι τότε.
Για μαγαζί είχανε διαλέξει οι παππούδες του Αντώνη ένα δωμάτιο του ισόγειου. Ήτανε γεμάτο κόγχες σαν εκκλησιά και τα παράθυρά του φράζονταν από νταντελωτά σίδερα, όλο φύλλα και τσαμπιά και σπουργίτια. Χάμω, πλάκες χωματένιες με δυο λογιών κανελί. Όταν τις πλένανε, κράταγαν για πολύ μια φρεσκάδα, σαν οργωμένος κάμπος. Γύρω διάφορες ντουλάπες ως και της θειας Ροζέτας και του ξάδελφου Γιούλιου, αλλαγμένες για τον προορισμό τους τον καινούργιο.
- Σιορ Αντρέα μου, λίγο σα βιτρίνες, σαν κάσσες φόρτε. Μα η γκαρνταρόμπα μου, εγώ σου λέω, δεν αλησμονάει τσι ζακέδες και τα πούφια που φύλαξε, στου μεγαλείου μου τον καιρό.
Μπορεί. Γιατί ανοίγοντας να πάρεις ένα βάζο με το Δικέφαλο ή μια καρφίτσα με κάποιο σήμα των Εφτά Νησιών – καράβι, δελφίνι, θεό της θάλασσας – ένιωθες την πνοή των περασμένων.
Μέρες μέρες, ένας καλός φίλος, ο φωτογράφος που κολύμπαγε σε πάκα ενσταντανέ ή ο εμποράκος που ’χε την κλωστή του αθάνατου – νήματα αγαύης έλεγε η ρεκλάμα – πρόβαλε βιαστικά στο μαγαζί.
- Σε δυο λεφτά, σου φέρνω ένα χωριάτικο γάμο.
Ο πατέρας του Αντώνη κι ο υπηρέτης σκόρπαγαν στα κρύσταλλα βέρες, καρφίτσες, αλυσίδες, στήνανε ανάμεσά τους κούπες του γλυκού κι ασημένια καραφάκια.
Και μπαίνατε σε λίγο οι συμπεθέροι, με τον αέρα νοικοκυραίων, που ανοίγουνε σπίτια καινούργια, κι έμπαινε ο γαμπρός μαζεύοντας σαν ήρωας τα πειράγματα, κι έμπαινε η νύφη, απλώνοντας ζαλισμένη το χέρι για το μέτρο του δαχτυλιδιού.
Εύκολο το διάλεγμα κι η πληρωμή αμέσως. Και καθώς φεύγανε, έλεγες ότι απάνω στις πλάκες, που θύμιζαν οργωμένη εξοχή, φύτρωνε το γρασίδι.
Μα η ταχτική ζωή του μαγαζιού είχε άλλο τροπάρι. Πάνω στον μουτζουρωμένο πάγκο, τα μπουκάλια με τα υγρά σου καίνε τα χέρια. Το καμινέτο με την κοκκινωπή φλόγα βουίζει σαν την κόλαση. Προχωράει τ’ απόγεμα, σβήνει το δειλινό και συ κάθεσαι διπλιασμένος πάνω στην καρέκλα, δούλος στο φακό, στο τσιμπίδι, στην τριχούλα, στο γαντζάκι…
- Λύτρωνε, Άγιε, λύτρωνε!
Μ’ ένα χαμόγελο, βάλανε πατέρας και γιος τελεία στη δοκιμή.
- Δεν πιστεύω να τα καταφέρω…
- Δοξασμένο τ’ όνομά Του… Όχι!
Μια βραδιά, η παρακόρη της νόνας, η Ήρα, τρεις πιθαμές γυναικάκι, ήρθε και πήρε τη μητέρα του Αντώνη.
- Ανήμπορη κάπως η κυρία. Σας θέλει. Και θα κοιμηθείτε σε μας.
Άσκημο να φεύγει απ’ το τραπέζι η νοικοκυρά, αφήνοντας ένα σωρό παραγγελιές που φτερουγάν γύρω απ’ τ’ αδύνατο ηλεκτρικό και τις ακούς αφηρημένος. Κρυώνεις εσύ που τη νιώθεις να βγαίνει στην παγωνιά. Παραγγελιά της να πλαγιάσεις αμέσως και να βάλεις την κουβερτίτσα μέσ’ απ’ το πάπλωμα. Η κομπόστα το κυδώνι άγλυκη. Η σταφίδα όλο κουκούτσια.
- Καληνύχτα, πατέρα.
- Καλό ξημέρωμα. Μπα… τι ξέχασα. Κει που έκλεινα, πέρασε ο Λάζαρος ο ψαράς… Βάλε με νου σου τι κράταγε στη χούφτα του. Ένα πουλάκι! Ξέρεις… το Μπιρμπίλι της θάλασσας.
- Λαβωμένο;
- Ακέριο τ’ αφιλότιμο. Κότσανος! Το ’πιασε κατά τον Πλατύ Γιαλό. Και όπως έχει πάντα τις λόξες του ο Λάζαρος, του μπήκε και καλά να βάλει το πουλί σε κλούβα να το μερώσει… Το ’φερε στη μάνα σου, που είναι λέει υπόμονη να τ’ αναλάβει.
- Και γιατί δεν τ’ ανέβασες σπίτι;
- Μη και το βρήκα να τ’ ανεβάσω; Το ’βλεπα μουδιασμένο, το παράτησα μια στιγμή στο τραπέζι. Γυρνάω, άφαντο! Κάπου θα τρύπωσε. Αύριο το πρωί κοιτάμε. Καλή σου νύχτα.
Μέσα στο πρωτοΰπνι του τινάχτηκε ο Αντώνης.
- Μπιρμπίλι της θάλασσας.
Ένα πουλάκι που δεν το είδε ποτέ του. Μα τ’ όνομά του ακόμα χτες το πρωί το ’χε ακούσει από το δάσκαλο της Φυσικής. Θα τους το ’κανε μάθημα μεθαύριο. Μάλιστα ο Τάσος, που μεγαλοπιανόταν, ρώτηξε το επιστημονικό του όνομα και ο καθηγητής το είπε. Όμως, άδικα πάλευε τώρα ο Αντώνης να το θυμηθεί.
- Μνημονικό!
Με το πολύ στριφογύρισμα, η κουβερτίτσα γίνηκε μπάλα, κύλησε στο πάτωμα. Φουρκισμένος ξεφώνησε:
- Α!... Α!... Αλκυών!
πήγε να χτυπήσει παλαμάκια.
- Αλκυών!
Χαμογέλασε. Έπρεπε να σηκωθεί να τηνε φέρει απάνω την Αλκυόνα. Την είχανε μάθημα την άλλη μέρα. Έπρεπε να τηνε δει, να τηνε σπουδάσει. Και πόση χαρά θα ’κανε ο καθηγητής αν αυτό το καλό και όχι κουτό, και… παραλίγο κάπως έξυπνο παιδί, ο Αντώνης ο Κλαράτος, θα ’τανε σε θέση να τον βοηθήσει στην παράδοση.
- Η Αλκυόνα είναι… ένα πουλί με μακριά πόδια, μακρύ λαιμό, μικρό ράμφος, μαύρα φτερά…
Το χαμόγελο έσβησε.
- Πώς θα το δεχτεί η μητέρα τούτο το δώρο του Λάζαρου;
Αργά αργά τυλίχτηκε το παιδί σε μια ανείπωτη λύπη.
Κάτω, στου μαγαζιού το σκοτάδι, μια Αλκυόνα παράδερνε μακριά από το κύμα, μακριά απ’ τις μυρτιές της ακρογιαλιάς. Και θέλανε να τη σκλαβώσουνε. Πού θα κρεμάγανε το κλουβί της; Μπορεί στο πίσω χαγιάτι, δίπλα στο μουχλιασμένο λούκι. Να είναι πέρα ο ουρανός, να είναι το χτήμα με τις μυγδαλιές που κατεβαίνουνε στη θάλασσα και συ, το γερό, το νιο πουλί, να μαραίνεσαι μέσα σε δυο πιθαμές τόπο…
Αν ήτανε τούτη την ώρα ανάμεσα στη μάνα και τον πατέρα ο Αντώνης, θα καθότανε ήσυχος, ακούνητος. Η σκέψη θα κόχλαζε βαθιά μέσα του, μα τίποτα δε θα την πρόδινε. Έτσι γίνηκε όλα τούτα τα μαύρα χρόνια:
- Φρόνιμα, μονάκριβό μου… Είσαι τόσο μικρό!
Μικρό και φρόνιμο… Και συ να ξέρεις όλες τις αιτίες που φούντωσαν στη γη τη φωτιά, το αλυσόδεμα, όλες τις αιτίες που ανοίξανε αμέτρητους τάφους, και να μιλήσεις ποτέ να μην μπορείς… Εσύ, που χτες ακόμα στείλανε και σε πήρανε από του φίλου αντίκρυ με ομπρέλα και πελερίνα, για δυο σταγόνες βροχή.
Όμως, τούτη την ώρα, ο Αντώνης είναι μονάχος. Ανακάθεται στο στρώμα του με ορμή. Πετάγεται απάνω, σφίγγει τις γροθιές. Ο καθρέφτης τον δείχνει ένα παιδί μεγάλο… Άνθρωποι δικοί του θα σκλαβώσουνε της Αλκυόνας το φτερούγισμα, θα της αλλάξουνε τη ζωή. Αυτό είναι το κρίμα το μεγάλο. Να σε κρατάνε στη ζωή, αλλάζοντας πέρα και πέρα εκείνο που σου τάχτηκε για φύση και αλήθεια.
Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε στο λαβομάνο. Κρύσταλλο το νερό. Πέταξε τα νυχτικά, φόρεσε το παντελόνι, το σακάκι, ακόμα και το παλτό. Ψαχουλευτά βγήκε στο διάδρομο, κατέβηκε…
Μ’ απόφαση κι αλαφράδα έσπρωξε την πορτούλα που ένωνε σπίτι και μαγαζί. Άκουσε φτερούγισμα, ένα άταχτο χτύπο απάνω στα κρύσταλλα… Ήτανε αυτό του πουλιού ο θρήνος. Τα μεγάλα ρολόγια κράταγαν το στρωτό τους ήχο. Τι τα ’νοιαζε αυτά; Πάντα τους, σε κείνο το ντουβάρι βρέθηκαν καρφωμένα. Ξάφνου σήμαναν όλα μαζί.
- Μία.
Χύμηξε ο Αντώνης, γύρισε το κουμπί του ηλεχτρικού και το φως τινάχτηκε κάτασπρο στο πάτωμα, στο ταβάνι, στη βιτρίνα, όπου ο πατέρας του φύλαγε τα πιο ακριβά του χρυσαφικά. Σ’ αυτήνε απάνω παράδερνε το πουλί. Και ήτανε το ίδιο μαργαριτάρι, ήτανε ζαφείρι, ρουμπίνι, ήτανε σμάλτο και σπιθοβόλαγε, ας έσταζε το πένθος απ’ τα μάτια του. Άπλωσε τα χέρια του και το ’πιασε απαλά. Σαν αδέλφι το ’φερε κοντά στα χείλη του, έπειτα το κοίταξε… το κοίταξε.
- Η Αλκυόνα είν’ ένα πουλί με πόδια μικρούτσικα, σώμα παχουλό, κεφάλι και ράμφος μεγάλο. Τα χρώματά της δεν τα βάζει εύκολα νους ανθρώπου.
Έσβησε το φως. Τα ρολόγια ξαναχτύπησαν.
- Μία και δύο λεφτά.
Νύχτα. Νύχτα, μα τι τάχα; Στα χέρια του κράταγε ο Αντώνης ένα όμορφο κι αδύνατο πουλάκι. Ένιωθε το κορμί του να τρέμει, από εμπιστοσύνη λες κι ελπίδα.
Τέτοιο πλάσμα του Θεού, τι σκέση μπορούσε να ’χει με το χοντράνθρωπο το Λάζαρο, με το κλουβί, με το λούκι που στάζει μούχλα; Με το ’να του χέρι αγγίζει ο Αντώνης την οξώπορτα του σπιτιού. Η αμπάρα της, αλαφριά σαν καλάμι. Θα το ’βρει τ’ ακρογιάλι της η Αλκυόνα… Δικό της πάλι το κυνήγι των ψαριών, δικά της τα μυρωμένα φύκια.
Το κλειδί του Κύκλωπα γύρισε δίχως τρίξιμο. Το κρύο του δρόμου χτύπησε τον Αντώνη σα φοβέρα. Άλλοτε τη φοβέρα του ήτανε αδύνατο να μη την ακούσει σαν ένα τρομερό ταμπούρλο που διάταζε υποχώρηση. Τώρα, άνοιξε γοργό το βήμα.
- Κάνω κείνο που πρέπει.
Ο αγέρας έτρεχε μαζί του στο σοκάκι, τα σπίτια, γέρνοντας πιότερο λες παρά την ημέρα, τον κοιτάγανε με τα σβησμένα τους μάτια. Ερχότανε από το λιμάνι η ανάσα του κοιμισμένου νερού, η μυρωδιά της ξερής δάφνης και της ραζακιάς. Θα φορτώνανε τα καΐκια, γιατί δίχως σταμάτημα τρίζανε του γερανού οι αλυσίδες.
Ο δικός του ο δρόμος, δεν ήτανε για το λιμάνι. Γύρω του, φεγγίτες, γαλαρίες, καμινάδες, όλα παραδομένα στη νύχτα. Ούτε λάμπα, ούτε σπίθες. Μα ο φούρναρης ήτανε ξυπνός, μέσα στου ζυμωτήριου τα φώτα, κι ορμήνευε τους σκουφάτους παραγιούς πώς να πλάθουνε τις φρατζόλες.
Έστριψε ο Αντώνης ζερβά, κατά τις γειτονιές που ανηφορίζανε. Τώρα οι κορφές των τοίχων με τις τρίγωνες σοφίτες ξεπρόβαλλαν πάνω από κισσούς που τινάζονταν σαν ολόμαυροι καταρράχτες. Κάθε τόσο ένα βουνό πέτρες σου μίλαγε για σπιτικά που τα ’ριξε χάμω ο άνθρωπος ο φευγάτος από τη στράτα της λευτεριάς.
Άκουγε το βήμα του στα γουλιά του δρόμου και χαμογέλαγε. Έπειτα, το τελευταίο στενό έσβησε σαν τρεμουλιαστό χαράκι ανάμεσα στους φράχτες. Εδώ ένα γιαπί παντοτινά ατέλειωτο, με άδεια των παραθυριών τα τελάρα, πιο πέρα ένα καμένο χάνι, μια σούστα, που ποτέ δε θα τη σούρει άλογο.
Από το ψήλωμα κοιτάει πίσω τη μικρή πολιτεία που κοιμάται ασπριδερή στων σκοταδιών την αγκάλη, κοιτάει τον κόρφο το βαθύ που τον φυλάνε αντίκρυ τ’ αργοστολιώτικα βουνά.
Στέκει λίγο, ύστερα παίρνει τον πλατύ δρόμο. Ζερβά, έχει λιόδεντρα σκαρφαλωμένα στα βράχια.
Και δεξιά, πέρ’ απ’ το μαλακό βαθούλωμα της Λάσης, το γεμάτο αμπέλια, η θάλασσα η μεγάλη, το ανοιχτό Ιόνιο, παίζει και τραγουδάει με τον άνεμο. Για το πουλί που γεννήθηκε στον αφρό πλάι, το μήνυμα του πελάγου είναι ζωή, είναι η ίδια η ζωή. Αναταράζεται η Αλκυόνα. Το παιδί φεύγει απ’ την πλατιά τη στράτα, τρέχει για την ακρογιαλιά. Πέτρες, αγκαθόβατοι, σκοτάδια. Πουθενά ψυχή, μα η Αλκυόνα κάνει για συντροφιές χίλιες. Πάνε μαζί, για να της χαρίσει το κύμα που σπάζει στο ραγισμένο βράχο, ραίνοντας τις μυρτιές. Θα της χαρίσει τον ουρανό της νύχτας με τα χρυσολούλουδα, θα της χαρίσει την ημέρα τη γαλανή, το μισοφέγγαρο που ζωηρεύει τα δειλινά. Θα της χαρίσει τις Ώρες που ρίχνουνε τον Άνεμο σε ύπνο, και τότε δικός της θα ’ναι ο ατέλειωτος καθρέφτης, δικός της για να κοιτάει την ομορφιά της.
- Έλα! Φύγε!
Ανοίγει τις παλάμες. Ο παλμός της λευτεριάς περνάει και το δικό του κορμί.
Ακούει το πέταγμα της Αλκυόνας. Τ’ ακούει να σβήνει, μέσα στην ερημιά. Ε ρ η μ ι ά. Λέξη και αλήθεια ταιριάζουνε. Πέρα ως πέρα η γυαλιστερή μαυρίλα της θάλασσας. Και πουθενά δε σεργιανάει πυροφάνι. Εδώ, κάτω απ’ τους βράχους, έχει σπηλιές όπου ο αγέρας τρυπώνει μουγκρίζοντας. Και δέρνεται το νερό, γεμάτο φόβο.
- Κοντά δύο η ώρα.
Δύο, όχι του μεσημεριού. Τα δέντρα εκεί στ’ ανηφόρι κινάν για ν’ ανταμώσουνε της νύχτας τ’ αερικά. Τώρα θα πέσει στα χέρια τους το παιδί, που η μάνα τ’ αποχαιρέτησε με την παραγγελιά της κουβερτούλας.
Ένα χέρι πάει να πιάσει την καρδιά, να τη σφίξει. Και το σώμα θα νιώσει την κρυάδα. Δυο παγωμένες σταλαματιές θα βγούνε στο μέτωπο, τα γόνατα θα παραλύσουν.
Παράξενο. Κείνο που παγώνει και λυέται και πέφτει δίχως δύναμη, είναι το χέρι του Τρόμου. Και ο Αντώνης, ήσυχα παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Περπατώντας σκέφτεται… Πέφτει στο κρεβάτι και όλο συλλογιέται. Με τον πατέρα δε θα ’χει τώρα να μιλήσει το πρωί. Θα τα πούνε το μεσημέρι.
Στην τάξη, αντί για τον Φυσικό μπαίνει ο Ελληνιστής.
- Άρρωστος ο καθηγητής σας. Δυο ώρες συνέχεια, σας τις δίνω για σύνθεση. Γράφετε. Σύνθεσις ελευθέρα.
Ένα βουητό τρέχει ανάμεσα στα θρανία. Όλα τα παιδιά έχουνε πάντα κάποιο θέμα π ε ρ ί φ η μ ο.
Ο Αντώνης ο Κλαράτος γίνεται κόκκινος, γελάει όλος. Ο καθηγητής πάει κοντά του.
- Τι τρέχει, παιδί μου; Έχεις θέμα καλό;
- Πολύ καλό.
Αρχινάει και γράφει. Πρώτη φορά η σκέψη του ξετυλίγεται σα νήμα στέρεο, στριφτό μετάξι δίχως κόμπους και ξεφτίδια. Την άκρη του την κρατάει στο στόμα ένα πουλάκι, που ’χει στο λοφίο, στη ράχη, στην κοιλίτσα, στα μεριά, όσα χρώματα έχουνε οι κήποι και τ’ ακριβά πετράδια. Το πουλάκι πετάει μ’ ορμή. Η κλωστή τ’ ακολουθάει μέσ’ απ’ τα δέντρα, πάνω απ’ τα βράχια, πέρα στο πέλαγο. Δεν τηνε κόβει ούτε κλαρί, ούτε πέτρα, ούτε κατάρτι.
Ο Αντώνης γράφει.
Στο μαγαζάκι ο Ελληνιστής μιλάει με τον ασπρομάλλη το χρυσικό.
… όπως σας έλεγα, του παιδιού σας η επιτυχία σήμερα ήτανε για το σχολείο μια γενική χαρά. Όλοι το πιστεύαμε, ότι κάτι το πολύ καλό κοιμότανε στο μυαλό του.
Με χαμόγελο που τρέμει ακούει ο χρυσικός. Κοιμότανε το καλό και τώρα ξυπνάει. Ξυπνάει γερά. Μα χρειάζεται προσοχή.
- Όλοι εμείς στο Γυμνάσιο θα κάνουμε το χρέος μας αντίκρυ στον Αντώνη. Το νου σας όμως και σεις… οι γονείς, το σπίτι… Αφήνετέ τον να ’χει τη γνώμη του. Ζητάτε πότε πότε την ιδέα του για σοβαρά πράγματα… τα χτηματικά σας, ξέρω γω… του μαγαζιού… και , για όνομα Θεού, μην τον απογοητεύετε. Ποτέ μην τον ειρωνευτείτε…
Ένα δάκρυ πήγε να κρεμαστεί στο ματόκλαδο του γέρου.
- Εμείς να τον ειρωνευτούμε; Η μητέρα του και γω; Μη κι έχουμε άλλο φως;
Έσκυψε.
- Τ’ άλλα που είπατε, τα ’δεσα. Αληθινά… Έλειψε βέβαια στο παιδί μας, μια στάλα λευτεριά… Η λαχτάρα, βλέπετε, η αγάπη…
- … η αγάπη να μη φτιάνει σκλάβους.
- Δίκαιο…βέβαια. Ώστε, κύριε καθηγητά μου, ελπίζετε ότι θα μπορέσει ν’ ακολουθήσει τον κλάδο τον εδικόνε σας; Μα τι λέω; Πριν δυο λεφτά τα μιλήσαμε… Ας κανονίσει, ας ορίσει ο ίδιος… Α! Καλό να ’χετε. Σαν ετούτηνε την επίσκεψη τη δική σας… καμιά, καμιά, σ’ όλα μου τα χρόνια.
Μια Αλκυόνα.
Τα χλωμά χέρια του χρυσικού, χαράζουνε κιόλας το πρώτο σκέδιο. Θα γίνει καρφίτσα, από πετράδια ολόφωτα, φτηνά, βέβαια… Και η πιο φτωχούλα του νησιού θα μπορεί να την αγοράσει. Σ’ όλων των κοριτσιών τις μπλούζες, σ’ όλες τις ποδίτσες, θα βλέπεις, πριν περάσει μήνας, μιαν Αλκυόνα που να πετάει λεύτερα.
- Μικρό το φκαριστώ, Κυρά, Κυρά μου. Εσύ εμένανε μου δώρησες ολόκληρόνε τον κόσμο.
ΕΙΡΗΝΗ Μ. ΓΑΛΑΝΟΥ










Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ [ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ Ασημίνα Ξηρογιάννη]

 


ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ΣΤΟ ΦΡΑΚΤΑΛ


ΛΑΜΠΡΙΑΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΔΙΑΒΟΛΙΚΑ ΠΑΖΑΡΙΑ

 

Αναχρονιστικό Το Βήμα — και

η πρέσα του τυπογραφείου.

Βουλιάζει η πόλη στη χαρτούρα:

 

κατοχικά δάνεια

ομόλογα

μιλιμετρέ χαρτί

νότισε η υγρασία.

 

Ασθμαίνει

μάνα η ανάσα σου

— κατρακυλά σαν αραμπάς

στις πλάκες.

 

Ανταλλαγή

με διάκενα των πατζουριών

για μαύρες τρύπες.

Πρέβεζα, 2014

 

ΚΑΡΟΛ ΑΝΝ ΝΤΑΦΥ -  Δήμητρα

Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη


Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη
Κάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου
και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,
για να σπάσω τον πάγο.

H ραγισμένη μου καρδιά-
-προσπάθησα να το αποτρέψω-
όμως γλίστρησε, επίπεδη,
πάνω στην παγωμένη λίμνη.

Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,
αλλά την είδα τελικά να περπατά,
η κόρη μου, το κορίτσι μου,
πάνω στους αγρούς,
με πόδια γυμνά,
να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης
στο σπίτι της μητέρας της.

Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε
και έγινε θερμός
με την κίνησή της,
ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,
με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.

Ο Διονύσιος Σολωμός.


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ - [Η σκιά του Ομήρου]


Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι — ειρήνη

όλην, όλη τη φύση ακινητούσε,

και μέσα από την έρημη την κλίνη

τ’ αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε·

τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη

τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε·

απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει,

κι ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.


Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος·

στα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα

γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος

τ’ αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ’ ασπρισμένα,

κι αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος

τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·1

αγάλι γάλι ασηκώθη από χάμου,

και ωσάν να ’χε το φως του ήλθε κοντά μου.

 

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΠΕΓΚΛΗ - Φυσάει με ασάφεια, εποχή να κρύβεσαι


Κι η νυχτερίδα είναι κρεμασμένη ανάποδα αλλά αναπαύεται είπε. Τέτοιο επιχείρημα.

Συνδρομητής σε αίθουσες δίχως ακουστική,

μ’ ένα όνομα μακρύτερό του επιπλέον,

τι περιμένεις.


Γι’ αυτό δεν βάζω τάξη. Για να νιώθω περαστική.

Μολονότι πουθενά πια μέσα στα όνειρά μας εκείνες οι πολιτείες. Καμιά φορά μόνο η αίσθηση 

ότι πετάω προς εκείνες τις πολιτείες.

Ότι ενώ θέλω να σε κρατήσω για πάντα κοντά μου,

από τον ώμο ξηλώνεται το μανίκι σου,

μου μένει στο χέρι.

Ακρωτηριασμοί με δυο λόγια, αυτή είναι η αισθητική της ποτέ ένδοξης εποχής μου.

Η νέα τομή στη στατική μου που με αναδεικνύει ξυλιασμένη όπως η μεγάλη φωτιά, όπως η μεγάλη μοναξιά που αφήνει η φωτιά αφού τα κάνει να λάμψουν προτού καούν όλα

Της Γλυκιάς Πατρίδας (Β’ έκδοση), Εκδόσεις του Φοίνικα, 2017

 

Μάτση Χατζηλαζάρου

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ -[Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι…]

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δέντρου φυλλωσιά ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί, γιατί χάσαμε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού. 
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη, στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχεοειδές.
Ο αέρας θα παίρνει τις μυρουδιές μου και θα τις κρύβει
μες στις σκιές που ’χουν τα βότσαλα.
Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα σας άτια,
είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.
Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές, και τους γιαλούς,
και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια, και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.
Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

Από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), έκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944

 

 

ΆΝΝΑ ΓΡΙΒΑ - 1760 – Αγαρηνών αιχμάλωτη

 

Πρώτη φορά τη θάλασσα βλέπω

μέσα από ένα σκοτεινό φινιστρίνι.

Μα τώρα ποιος νοιάζεται

για κύματα γλάρους δελφίνια;

Να πεθάνω ποθώ πριν έρθει η νύχτα.

Το μαντήλι μου στο κατάρτι δεμένο

και στην άλλη πλευρά η θηλιά

κι ο λαιμός μου.

Και όταν οι ναύτες με δουν αιωρούμενη

θα πιστέψουν πως είμαι

νύμφη του Αιγαίου

κι οι στερνοί μου σπασμοί

με αιθέριο κάλλος θα μοιάζουν.


Ας γίνω εγώ

της πατρίδας η πρώτη σημαία.

Και ίσως κάποτε πούνε

δεν ήταν θυσία μικρή

ενός κοριτσιού

τα ωραία λαγόνια.

      Δαιμόνιοι, Μελάνι, 2020

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ - Η Σαπφώ νοικοκυρά

 

Πολιορκώντας από μέσα ένα τριάρι

Πρωτοβουλία για παράθυρο θα πάρει

Και με τις γλάστρες στη βεράντα της θα ζει

Το μεσημέρι πάντα θα την ξεσηκώνει

Θα νιώθει κάπως ξεχασμένη, κάπως μόνη

Ώσπου στο τέλος θα καλμάρει κάθε αυγή


Θα δώσει χώρο στο παράλογο

Κι όταν ανοίξει τον διάλογο

Με τ’ άπειρο

Πάνω σε πάπυρο

Θ’ αφήσει τ’ όνομά της

Κληρονομιά της

 

Βροχή, θα σκέφτεται, και πολυκατοικία

Και θα βυθίζεται σε μια μελαγχολία

Σαββατοκύριακο, τσιγάρο και καφές

Σε μια παρένθεση που θα χωράει τόσα

Όσα δεν ήξερε ποτέ να πει η γλώσσα

Κι όσα δεν μπόρεσαν να κρύψουν οι βαφές

  Στα μέσα σύνορα, Πόλις, 2011

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ - Θα πάμε πάλι

 

Ένα πρωί θα πάμε πάλι
στην παιδική χαρά

 

τώρα θα μου κρατάς
εσύ το χέρι

 

μη φύγω

-όπως φεύγουν οι μεγάλοι-
όλα απαράλλαχτα

 

οι κούνιες οι τραμπάλες

τα σχοινιά

 

θα είναι Κυριακή και θα φυσάει

 

Θαμπή πατίνα, Πόλις 2018

 


 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΟΝΤΖΑΚΟΣ - Το σύμπαν δεν είναι αγράμματο

 

Τι ρομαντικός ο ανθρώπινος πόνος.


Τι γλώσσα η αρχιτεκτονική της σιωπής

στον ουρανό.

 

Το σύμπαν παρ’ όλα αυτά ανασαίνει.

/ απάνθρωπο /

 

Δεν είναι όμως και εγγράμματο. Ενίοτε

αναγιγνώσκει τυφλά αφηρημένα πουλιά.

 

Και έχει διαβάσει σχεδόν όλον

τον άνθρωπο.

Περπατώντας / μερικά ποιήματα για το τίποτα /  Υποκείμενο, 2020

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ


1.
…σε υδαρή σταγόνα αίματος
με αφάνισες.

Κατακόκκινο πρόσωπο
μέσα απ’το δέρμα.
σου κρύφτηκα…

Σσσσσσσς σαν σέρνομαι
στου πόθου σου το χρώμα,
αναριγά της γύμνιας σου
τ’ ανυπεράσπιστο…

 

2.
Μέσα στο ράγισμα
ανακάλυψα
το ατέλειωτο της διαδρομής
μέχρι
να βγω στο φως.

Χρόνος πολύς το ρήμαγμα
από το α στο ω του
ανασαίνω!

Ξέρω! Είναι κάπως αργά…, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2000

 


ΕΛΕΝΗ ΝΤΟΥΞΗ - Πράσινη κάρτα

 

1.

Και όταν ήρθε από τα πολλά

κουβαλώντας ελάχιστα

την πήρε η κατηφόρα

ανάστροφα στον ουρανό

που σωριαζόταν καμένο δέρμα

επάνω στο στέρνο της.

Μετά τη βρήκαν πνιγμένη

στο μελάνι ξένης γλώσσας.

Με τη θάλασσα που διέσχισε

παγωμένη να απλώνεται

ανάμεσα στα πόδια της.


2.

Αμφίρροπη δύναμη η απορία σου

φλούδα σκασμένη από τα χείλη

Όσο κι αν πλένεις το στόμα

μόνο αν την πιείς θα καταλάβεις. Ως τότε

δε θα ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου.


  Μείον Δεκάξι, Μελάνι, 2016




ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΜΟΥΣΩΝΑΣ


Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ῾πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ῾πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – για να ῾μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μείς, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρόμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Τραβέρσο, 1975

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΔΗΣ - Νίκος Καρούζος

 

θεοστυγής θεοσταγής

και η φωνή ως πάντοτε

περαταριά και πήγαδος

βράχους βρυχώμενος

των Ελλήνων τα πενθήματα

βασιλεμάτων περισσέματα

αναπτύσσοντας

σαν φέγγαρος ξυραφένιος

ολόστυτος

φεύγω μακριά

κι ακολουθώ

με ευλάβεια τη διάψευση

     Χάσμα βαθύ, Οδός Πανός, 2018

 


ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ - Μικρά στιχουργήματα II

I.

Την αγκάλιασε, κι ένιωσε σαν

ν’ αγκάλιαζε μενίρ:

η γυναίκα αυτή δεν είχε μέση,

μόνο αρχή και τέλος.

 

II.

Την κρίσιμη εποχή,

ο Θεός με φύλαξε

από τη Σύλβια Πλαθ.

 

III.

Πήγε να μπει στο νερό,

αλλά συνέχεια σκόνταφτε

στα μπουκάλια με τα μηνύματά της.

 

IV.

-Μεγάλη συγκίνηση σου λέω!

-Αλήθεια; Πόσο μεγάλη δηλαδή;

 

V.

 

Το Σύμπαν ήταν ένα παιδί που, όσο

σκεφτόταν, το κεφάλι του μεγάλωνε,

ώσπου στο τέλος τα χώρεσε όλα.

 

VI.

Ο ποιητής είναι άνθρωπος

στοχαστικός, με γνώση,

που γράφει σαν να τον έχουν μαγέψει.

Ενώ τον έχουν μαγέψει. Και η ποιήτρια;

 

VII.

-Εσύ από ποια μεριά ήσουν,

όταν έπεφτε η Κωνσταντινούπολη;

 

VIII.

Είμαι διπρόσωπη, ευτυχώς.

Διαθέτω και ρεζέρβα.


Λονδίνο, και άλλα ποιήματα, Νεφέλη, 2006


ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΣ - Πρόσωπα στην τάφρο

 

Αγέραστη ρυτίδα κάτω απ’ τα μάτια είχες

ο δρόμος να κυλά δάκρυ

μην και χαθεί μες στον υπόνομο

βρε Κωνσταντίνα,

είχες και μιαν ελιά

για τ’ ακατάβλητο χαμόγελό σου

μοιάζοντας καρφί που το στερέωνε.

Είχες και μύτη διακριτά ογκώδη

των αρωμάτων θύλακας

τη μνήμη άνοιξης μπορούσε να κρατά.

 

Έσβησες και τη ρυτίδα

Ντίνα

έκοψες και την ελιά

και πλαστικά τη μύτη λέπτυνες

το πρόσωπό σου αντ-αλλάζοντας με τα πολυμερή.

 

Tο πέταξες,

δεν το γνωρίζω,

στην τάφρο με τα χιλιάδες πρόσωπα,

με χαραγμένο της απώλειας μορφασμό

και πια, δεν ξέρω πού ν’ αποθέσω τον έρωτά μου

κυρία Ντίνα

Ίνα στο χαλί

το κοραλί μονότονα

το πάντα καθαρό και στίλβον,

για να πατήσει άρβυλο ματωμένο

που μύριζε μπαρούτι

στην καπνισμένη μνήμη.

Η όψη σου το εκμαγείο των χειμώνων,

κι όσο τεμάχιζες,

συγγνώμη,

ομόρφαινες το πρόσωπό σου

ήθελαν να πω,

το όνομά σου τόσο μίκραινε

να μην ακούγεται

όπως λευκή μέσα στο κάτασπρο χαρτί

τελεία

 

(μετά το μωβ και πριν από το κόκκινο,

όσο αυθαίρετα ψηλώνεις μπόι, τόσο η θέα εξαλείφεται)

     Σπορά για μια Κυριακή, Εκάτη, 2017

 

Ε. ΜΥΡΩΝ - Γράμμα στη μητέρα

 

Μάνα, τα χείλη σου στέγνωσαν από τα πολλά “πρόσεχε”

δε βλέπεις πώς είμαστε τόσο άβολα προφυλαγμένοι;

Αβάσταχτες ανέσεις στρατοπέδευσαν

έγιναν τα βήματά μας ελιγμοί σε ναρκοπέδιο,

αλλά είν’ ασφαλές πλέον, μάνα, ως το φράχτη –

αρκεί να μην ονειρεύεσαι, και δεν έχεις κίνδυνο.

 

Και μην ανησυχείς, δεν κάνει κρύο πια

βρέθηκαν λύσεις σε όλα.

Δεν κάνει ψύχρα πια

μα δεν είναι ούτε ζεστά,

ένα περίεργο ενδιάμεσο κάνει

που μας ανακατεύει

που μας αποπροσανατολίζει.

Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε,

πώς να φερθούμε του καιρού.

Ξεμείναμε κι από κρύο κι από ζέστη.

       Γράμμα στη μητέρα, Αρμίδα, 2019 

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΛΤΗΣ - Το κολωνάκι της ελευθερίας


αν πρόλαβα και πήρα τη γλάστρα μου δεν το θυμάμαι

δεν πρέπει να γίνονται τα σπίτια τάφοι

φύγαμε και γέμισαν για αιώνες λάσπη


υπήρξα ξανά πρώτη φορά στα δεκατρία

 

καήκαν οι πατούσες μου στο μαύρο χώμα

ισορρόπησα σ’ ένα τσιμεντένιο κολωνάκι

 

δεν ξέρω αν περιμένω γλάστρα ή μπουκέτο

φοβάμαι αυτό το σφάλμα ή λάθος

 

πήγα σε πολλές κηδείες τελευταία

 

τα μπουκέτα τα παίρνει ο αέρας

οι γλάστρες σημαίνουν θάνατο

 

δεν πρέπει να παίρνουμε το χώμα απ’ τη γη

    Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος, Ίκαρος, 2011

 

ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΡΗΓΚΟΛΗΣ - Ανάστροφα η ζωή

 

Οι ώρες υφαίνουν το πανί,

η νύχτα το βάφει·

οι μνήμες αναδράμουν στο μίτο

κλωστή την κλωστή,

λεπτό το λεπτό

φανερώνεται του χρόνου το σώμα.

 

Σταγόνα τη σταγόνα

γυρνάει ανάστροφα η ζωή

και αδειάζει.

Το δέρμα του χρόνου, Γαβριηλίδης, 2012

 

Ann Sexton

 ΆΝΝ ΣΕΞΤΟΝ - ΛΕΞΕΙΣ(WORDS)

 

Μετάφραση: Κώστας Λιννός

Να είστε προσεκτικοί με τις λέξεις,
Ακόμα και με τις θαυμαστές.
Για τις θαυμαστές βάζουμε τα δυνατά μας ·
Μερικές φορές μαζεύονται σαν έντομα
Κι αφήνουν όχι ένα κεντρί αλλά ένα φιλί.
Μπορούν να είναι τόσο καλές όσο τα δάχτυλα.
Μπορούν να είναι τόσο πιστές όσο ο βράχος
Που πάνω του στρογγυλοκάθεσαι.
Αλλά μπορούν να είναι και μαργαρίτες και μελανιές.
Ωστόσο είμαι ερωτευμένη με τις λέξεις.
Είναι περιστέρια που αποσπώνται απ’ το ταβάνι.
Είναι έξι ιερά πορτοκάλια καθισμένα στα γόνατά μου.
Είναι τα δέντρα, τα πόδια του καλοκαιριού,
Κι ο ήλιος, το παθιασμένο του πρόσωπο.
Ωστόσο συχνά με απογοητεύουν.
Έχω τόσα πολλά που θέλω να πω,
Τόσες πολλές ιστορίες, εικόνες, αποφθέγματα, κ.τ.λ.
Αλλά οι λέξεις δεν είναι αρκετά καλές,
Οι λανθασμένες με φιλάνε.
Μερικές φορές πετώ σαν ένας αετός
Αλλά με τις φτερούγες του τρωγλοδύτη.
Όμως προσπαθώ να τις φροντίζω
Και να είμαι ευγενική μαζί τους.
Οι λέξεις και τ’ αυγά πρέπει να χειρίζονται προσεχτικά:
Μια φορά αν σπάσουν, είναι πράγματα
Που είναι αδύνατον να επισκευαστούν

 

ΜΠΙΛΙ ΚΟΛΙΝΣ - ΑΓΝΟΤΗΤΑ

 

Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Η αγαπημένη μου ώρα να γράφω είναι αργά το απόγευμα, τις
καθημερινές, ειδικά τις Τετάρτες.
Να πώς γίνεται:
παίρνω μια τσαγιέρα φρέσκο τσάι στο γραφείο μου και κλείνω την
πόρτα.
Μετά βγάζω τα ρούχα μου και τα αφήνω σε μια στοίβα
σαν να είχα λιώσει μετά θάνατον και η κληρονομιά μου
ν’ αποτελούνταν μόνο
από ένα άσπρο πουκάμισο, ένα παντελόνι και μια τσαγιέρα κρύο
τσάι.

Μετά βγάζω τη σάρκα μου και την κρεμάω σε μια καρέκλα.
Την αφαιρώ γλιστρώντας την απ’ τα κόκκαλά μου σαν μεταξωτό
ύφασμα.
Το κάνω αυτό ώστε ό,τι γράψω να είναι αγνό,
ξεπλυμένο απ’ ο,τιδήποτε σαρκικό
αμόλυντο απ’ τις σκοτούρες του σώματος.

Στο τέλος βγάζω ένα ένα τα όργανά μου και τα
τακτοποιώ
σ’ ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.
Δεν θέλω ν’ ακούω τους αρχαίους ρυθμούς τους
όταν προσπαθώ να πληκτρολογήσω τον δικό μου παλμό.

Τώρα κάθομαι στο γραφείο, έτοιμος ν’ αρχίσω.
Είμαι εντελώς αγνός: τίποτ’ άλλο από έναν σκελετό στη
γραφομηχανή.

Θα ‘πρεπε να πω ότι μερικές φορές αφήνω το πέος μου στη
θέση του.
Μου φαίνεται δύσκολο ν’ αγνοήσω τον πειρασμό.
Τότε είμαι ένας σκελετός με πέος στη γραφομηχανή.

Σ’ αυτή την κατάσταση γράφω εξαιρετικά ερωτικά ποιήματα,
που τα περισσότερα αφορούν τη σχέση ανάμεσα στο σεξ
και το θάνατο.

Είμαι η συγκέντρωση αφ’ εαυτής: υπάρχω σ’ ένα σύμπαν
όπου δεν βρίσκεται τίποτ’ άλλο εκτός από σεξ, θάνατος και
γραφομηχανή.

Λίγο μετά αφαιρώ και το πέος μου.
Τότε είμαι μόνο κρανίο και κόκκαλα που πληκτρολογούν το
απόγευμα.
Μόνο τα απολύτως βασικά, χωρίς φιοριτούρες.
Τώρα γράφω μόνο για το θάνατο, το πιο κλασικό απ’ τα θέματα
σε μια γλώσσα ανάλαφρη, όπως ο αέρας ανάμεσα στα πλευρά μου.

Έπειτα, ανταμείβω τον εαυτό μου οδηγώντας το ηλιοβασίλεμα.
Ξαναβάζω τα όργανά μου στη θέση τους και ξαναμπαίνω στη σάρκα
και τα ρούχα μου. Μετά βγάζω το αυτοκίνητο απ’ το γκαράζ
κι αυξάνω ταχύτητα μέσα απ’ το δάσος σε στριφτούς επαρχιακούς
δρόμους,
προσπερνώντας πέτρινους τοίχους, μετόχια και παγωμένες στέρνες,
όλα απολύτως τακτοποιημένα όπως οι λέξεις σ’ ένα διάσημο
σονέτο.

[Από τη συλλογή Questions About Angels, 1999]

 

 


 Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ - ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κι ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία·
γενναίοι* οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα,
τόμ. 1, Ίκαρος

 


Ασημίνα Ξηρογιάννη

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ -  ΟΡΕΣΤΗΣ

 

Το φονικό είναι μια αρχή

Θα του οπλίσει το χέρι

Πέρα από κάθε δίκαιο ή προσευχή

Θα περιπλανηθεί αλλά

θα φτάσει στην πηγή του χρέους.

Και το νερό θα ‘χει χρώμα κόκκινο

Θα ρέει ακανόνιστα

Μες στη θολούρα του μυαλού

Κόκκινο θα ‘ναι και το χρώμα τ’ ουρανού,

την ώρα που με το μανιασμένο χέρι του

τους δύο εραστές τελειώνει.

Κι η πράξη του θα ΄ναι ιερή,

έτσι το δικαστήριο των ανθρώπων θ’ αποφανθεί.

Θα υπάρχει χώρος για εκδίκηση,

χρόνος για τη φυγή.

Ήρωας μονάχος,

θ’ αθωωθεί.

Τα δάκρυα της Ηλέκτρας του θα πιει

Σ’ αυτά όλη τη δύναμη θα βρει.

Οι θεοί παραμερίζουν

Μπρος του ανθρώπου τη βουλή.


ΑΝΕΚΔΟΤΟ


ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ  ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής του
τα πέρασε γράφοντας ποιήματα
για τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα
των επαρχιακών οδών
και πίνοντας milko από το μπουκάλι.

Κάποτε κάπνισε ένα τσιγάρο με τον Tom Waits
και, μια φορά, φίλησε στα χείλη
την Κοραλία Θεοτικά.

Αργότερα ερωτεύτηκε ένα playmobil
και για χρόνια το ακολουθούσε
όπου κι αν πήγαινε, σαν μαγεμένος.

Τώρα δουλεύει βοηθός σε μανάβικο
στη Sunset Boulevard
και ονειρεύεται
να παίξει στον κινηματογράφο.

Τον φωνάζουν Τάζιο.

 

Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής, Πόλις, Αθήνα 2016


ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ - ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

…
Στο σπίτι δεχόμαστε σπάνια επισκέψεις
Μια μέρα η μητέρα φώναξε τη νύχτα
(ή ίσως η νύχτα φώναξε τη μητέρα)
Ήρθε αχάραγα με μια λάμπα πετρελαίου που όλο έσβηνε
κι ένα λιτό σεντόνι λινό ριγμένο στους ώμους

Τη βάλαμε να κάτσει βγάλαμε το ακριβό σερβίτσιο
έφερε ενα γύρο το δωμάτιο έφυγε
χωρίς να πει ούτε λέξη

Από τον καιρό εκείνο τα αναρριχητικά πυκνώσαν
ανεξέλεγκτα
το μέσα τοπίο ερήμωσε
σκληρύναμε
Δεν περιμένουμε κανέναν

Μείναμε να κοιτάζουμε την άδεια καρέκλα ακίνητοι
το κενό
μέσα από πλέγματα από φύλλα πυκνά
θέλουμε αλλά δεν μπορούμε να στρέψουμε αλλού το πρόσωπό μας.

Terrarium, ΜΕΛΑΝΙ 2014

 

ΠΕΛΑΓΙΑ ΦΥΤΟΠΟΥΛΟΥ

 

απόψε κάποιοι δε θα κοιμηθούν
περιμένουν
αδελφό να τους πυροβολήσει
ή έστω
έναν περαστικό ν ανάψει το φως
σε χαλεπούς καιρούς ακόμη και αυτό
μπορεί να σε σκοτώσει
απόψε τοποθετούν στον ουρανό
παιδικά καθίσματα

ΚΟΥΚΟΣ,ΘΡΑΚΑ 2016

 



ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΜΑΖΙ

Βαρύς ο νόστος

η αγέλη απωθητική

κι η μοναξιά ανελέητη

Εγώ πιασμένος στην απόχη

μια πεταλούδα άπτερη

Ο Λύκος

Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2021



ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ - ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ (Ι)

Μέσα στην άκρα μοναξιά και τη σιωπή
μέσα απ’ το μάτι που αφήνει μια οπή

τρυπώνει η θύμηση μιας κάποτε στιγμής.
Εσύ, από αναμνήσεις πια υγιής,

κλείνεις το χρόνο, σηκώνεις την αυλαία
μοιράζεσαι σε ρόλο υποβολέα,

πρωταγωνιστή και θεατή που βλέπει
σφίγγοντας το εισιτήριο στην τσέπη

σε αυτή του παρόντος τη διακοπή
τα πράγματα άλλη να παίρνουνε τροπή.

ΑΠΏΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ 2019



ΈΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ - Οι γάμοι των περήφανων γυναικών


Απομονώνονται

στα σκληρά πέπλα.

Ούτε δέχονται

ούτε αγγίζουν.

Κι όταν σπάνε με κρότο

τα εύθραυστα

λόγια

οχλοβοή γεμίζει τη σάλα.

Και όταν τσακίζουν

τα μάτια

μέσα από τα φορέματα, δίπλα

στην καρδιά,

βαραίνει η μορφή τους

και το περίβλημά της.



Οι θαυμαστές συρρέουν, ψάχνοντας

τη μυστική χαραμάδα

των συναισθημάτων

σαν εφευρέτες

σαν επινοητές

θαυμάτων.


Φταίει η γοητεία των

μαύρων

αλόγων

και τα βιβλία, που ‘λεγαν πάντα

ψέματα.

Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων, Το Κεντρί, 2014



ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ - Παιδί

με αφαλό ένα ρόδι
και τον αστρίτη μες το βλέμμα
Παιδί
με το λινό φουλάρι
για προσκέφαλο
και το άλικο της παπαρούνας
στα ακροδάχτυλα
Παιδί
του νερού και της αγάπης
Των λαχουριών
τα σχήματα
σου δείχνουνε το μέλλον

Καλοκαίρι στην Αθήνα

Πηλός
Βασιλικός
Ελιές
και γάλα χυμένο
απ’ την άκρη
των νυσταγμένων χειλιών
Πιο δυνατό το μείγμα
κι απ’ τον παφλασμό της
Γης

Θέναρ, Βακχικόν 2019


ΙΩΑΝΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ - Η άστεγη μέρα

Δεν αγαπώ πια.
Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης.
Ήταν κι αυτή η άστεγη μέρα,
που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα.
Θαρρώ δεν είχε πού να πάει, ανάμεσα σε δυο Κυριακές
στενό το πέρασμα,
σπρώχνονται οι μέρες για να πιουν στο σιντριβάνι
του χρόνου.

Πίνουν νερό, μα δεν κοιτάνε το Θεό.
Μπουχτίσανε φιλανθρωπία.

Η άστεγη μέρα, Μελάνι 2014




ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ - ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ

Την ὥρ᾿ αὐτήπου δε   λυπᾶμαι
κόπη ὁ δεσμός με τη ζωή.
Εἶμαι ἄδεια θήκη ἀποθεμένη
μέσα στοῦ κόσμου τη βοή.

Ἄλλοι με βλέπουν μ᾿ ἕνα βλέμμα
που ὑπόσχεται τόν οὐρανό.
Ἄλλοι την κόλαση μοῦ δείχνουν
μέσα σε πλαίσιο φωτεινό.

Κάποιοι ἔκπληκτοι με χαιρετοῦνε.
(Πῶς τάχα νά τους συγκινῶ;)
Καί σκύβουν κάτι για νά ποῦνε,
μα που δε θἆναι ἀληθινό.

Τ᾿ ὁμοίωμά μου θἄχη βέβαια
κάποια περίεργη ἱστορία,
μα που ὅλη αὐτή δε θα  μοῦ λύνει
την μικρούλα μου ἀπορία…

Για ὅλα θα λένε (Ἐκτός ἐμένα
εἶνε ὅλοι τους εἰδοποιημένοι).
Μά δε θα  λένε γιά τα   δαιμόνια
που από   μικρή μ᾿ ἔχουν παρμένη.

Για την καρδιά που με  χρυσάφι
πληρῶσαν, τάχα ἀληθινό,
κι᾿ ὕστερα μοῦ φωνάζουν πάντα
πως ἤτανε τό πιο   φτηνό!

Ανέκδοτα ποιήματα

http://users.uoa.gr/



Αλεξάνδρα Μπακονίκα

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ - ΤΡΑΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ


Σκλαβώθηκα από την άφθαρτη ανάμνησή σου.
Μοιάζει με ακατανίκητη θρησκεία
που ριζώνει και βαθαίνει,
με αρχέγονο μύθο που φωτίζει τρανές αλήθειες.

Είμαι υπόδουλη στην άφθαρτη ανάμνησή σου –
σε ό,τι συναποτελεί τον μύθο σου,
στην παραδεισένια φαντασμαγορία
που έφερες στη ζωή μου.

Ντελικάτη γυναίκα, Πόλις 2021

 

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

 

Πριν δεκαπέντε χρόνια

έθαψα τον πατέρα μου.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια

έθαψα τη μάνα μου.

Σήμερα στα σαράντα της, μού ’λεγε

η αδελφή μου, ταΐσαμε

εκατόν δεκαπέντε άτομα.

Σήμερα ξέρω πως όσο

κι αν συνεχίσω να τρώω,

δεν θα χορτάσω ποτέ.

 

Συσσίτιο, Σαιξπηρικόν 2012

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΡΙΤΣΙΝΙΩΤΗΣ  - ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

 

Μα τι γραφετε εδω

όχι ιδεολογια στο ποιημα

εσεις πρεπει να γραφετε για ωραια πραγματα

υπερανω ιδεολογιας (αγαπες και λουλούδια)

και να μη ζειτε υπερανω των δυναμεων σας

λιγα κινεζικα κουρελια σας φτανουν για ρουχα

λιγα προτηγανισμένα σκατα η ληγμένα από το Σουπερ Μαρκετ

φτανουν για να φατε

και να ξερετε

δεν χωρατε ολοι στην εργασια ειστε πολλοι

ειστε πλεονάζοντες

μη μας αναγκασετε να κανουμε καινουριο Αουσβιτς

είναι πολυεξοδο και κουραστικο

προς το παρόν φτάνει το Γκουαντάναμο

φτάνουν οι πόλεμοι, οι πνιγμένοι πρόσφυγες,

οι στρατοι των πεινασμένων και ανέργων

Μα προ παντός

όχι ιδεολογία στο ποίημα!!!


Ανέκδοτο

 

ΣΚΙΑΘΑΣ Δ.ΑΝΤΩΝΗΣ - Ανάφη

 

της Ε.Γ.Θ


Στον ώμο ολόγυμνος

του φεγγαριού ο Αύγουστος.

 

Εκεί μας βρήκε η θάλασσα

στα λαξεμένα αρμυρίκια, ψηλά στα βράχια

να σπάμε τις σκιές των σύννεφων,

με δίκταμο και μέντα.

Εκεί το τέλος του καλοκαιριού μας βρήκε

να ψάχνουμε στις γειτονιές

με τις ωραίες κοιμωμένες

τις φύτρες της αγάπης μας.

 

Εσύ μ’ ένα κραγιόν του Βερμιγιόν

να κάνεις ένα κύκλο στα κύματα μεγάλο

μεταξύ Αμοργού και Ανάφης.

 

Κι εγώ στην πλάτη της Μονής

του Προφήτη, έρωτα

να ζωγραφίζω τη ζωή

 

με κιμωλία ποίηση.

 

     Ο μόνος πιστός ένοικος, Εκδόσεις “Πικραμένος”, 2018





ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ - Ύπνος στο μπλε δωμάτιο

Μετράει τον χρόνο
και δεν της βγαίνει
πότε γεννήθηκε
πότε γονάτισε
πότε αγάπησε
για πότε θρήνησε
σε ποιο δωμάτιο
ποια μέρα
μήνα
ποια χρονιά
Σεντόνι
και τα σκεπάζει όλα
το μούχρωμα
μόνο να γίνει νύχτα
στο μπλε δωμάτιο
Επιτέλους
να πέσει, θέλει,
να κοιμηθεί.

Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης, Καλέντης 2014




ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ -Ἑνός λεπτοῦ σιγή


Ἐσεῖς που βρήκατε τον ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι να  σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε την πίκρα σας,
ἕνα κορμί νά ὑπερασπίζει την ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε για την   τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καί μία φορά;
Εἴπατε να κρατήσετε ἑνός λεπτοῦ σιγή
για τους ἀπεγνωσμένους;

 

(ἀπό τη   Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ - Μιλῶ…


Μιλῶ γιατί ὑπάρχει ἕνας οὐρανός που με  ἀκούει
Μιλῶ γιατί μιλοῦν τα μάτια σου
Και δεν   ὑπάρχει θάλασσα δεν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τα μάτια σου δε μιλοῦν

Τα μάτια σου μιλοῦν ἐγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλοῦν κι ἐγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τα πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούε

«Σάν Πνοή τοῦ Ἀέρα», Ερμής 1999

 

ΤΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΣ - Φόβος

Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

”Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,

Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.”Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.

”Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ’ αυτό το ζοφερό δάσος;

Απροσδόκητη συνάντηση

Ταξιδεύαμε  μέσα σε παγωμένους αγρούς σε ένα βαγόνι
την αυγή.
‘Ενα κόκκινο φτερό αναδύθηκε μέσα στο σκοτάδι.Και ξαφνικά ένας λαγός διέτρεξε τον δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.

Αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό. Σήμερα κανείς από τους δύο δε ζει.
Ούτε ο λαγός, ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.

Αγάπη μου, πού είναι τώρα αυτοί, πού έχουν πάει;
Η λάμψη του χεριού, η γρήγορη σαν αστραπή κίνηση,
ο τριγμός των χαλικιών.

Δεν ρωτάω από λύπη.
Ρωτάω με απορία.

 

ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΛΑ -  Χάπι Έντ

Ακόμα κι αν οι θάλασσες στερέψουν
κι ο βυθός μ’ ασθενικό πηγάδι μοιάζει
εμείς
ερασιτέχνες χαρτογράφοι
ένα νησί απ’ την άβυσσο θα υψώσουμε
κι όταν την άμμο του πατήσουμε
τ’ άσπρα βράχια του
όμοια με πρόσωπα θα ‘ ναι
που μας καλωσορίζουνε .
έκπτωτοι εμείς
μα ελεύθεροι
στέγη εκεί θα ψάξουμε
και λίγο πριν χαράξει
απαριθμώντας τα νησιά
έναν σκοπό θα τραγουδήσουμε
για την ουσία της ζωής
και για το τέλος
ματώνοντας τα χείλη

Tαξιδιωτικές οδηγίες , Σμίλη 2020

 

ΕΡΜΟΦΙΛΗ ΤΣΟΤΣΟΥ - Ποιητές της Κυριακής

 

Η ποίηση δυνητικά απλή γραφή

ιερή

σαν το αμάρτημα της μητρός

εθεάθη γυμνή

να γυρνά από τα αμπελοτόπια της οργής

κλωνάρια

δεντρύλλια

ενεργητική

παθητική

ανάρμοστη συμπεριφορά

αντανακλάται απέναντι στους

βάναυσους φονευτές της

αμίλητη

περιμένει τον εισβολέα εαυτό της

σκεπτική επικροτεί

(θρέφει τη ραχοκοκαλιά της)

διανθίζεται παντού.

 

Παχιές οι ανάσες της ρέουν απροστάτευτες

στου Αχελώου το πρόσταγμα.

 

Κοιτιέται, περιμένει

διαπερνά τα χείλη των συνομιλητών της

 

της μοίρας τα καμώματα να θρέψει.

 

 

Ώρες ανησυχίας, Σμίλη, 2018



ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ - παραίσθηση

 

             μνήμη Μίλτου Σαχτούρη                  

 

όταν οι κληρονόμοι

κάρφωσαν αδίστακτα

το πωλητήριο στο στέρνο του

(ανορθόγραφο μάλιστα)

το σπίτι ξυπολύθηκε τα θεμέλιά του

και με όλα τα έπιπλα

άρχισε να πετάει στον ουρανό

 

ζωντάνεψε κατόπιν ο σφαγμένος

κόκορας με το πορφυρό λειρί

σύναξε το αίμα του

από τις τέσσερις γωνίες

τίναξε τις φτερούγες κι ακολούθησε

ουρά στο ιπτάμενο σπίτι

 

ήτανε Καθαρή Δευτέρα

χαρταετοί ανέβαιναν ολοένα

κι ένα παιδί μεταναστών

άστεγο και λιγωμένο

πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του

ανάσκελα στο παγκάκι της πλατείας

 

θα ’χει σαλέψει το μυαλό μου συλλογίστηκε

αλλιώς πώς γίνεται να βλέπω

σπίτια και κοκόρια

ανάμεσα σε χαρταετούς

 

βαριά ξανάκλεισαν τα βλέφαρα

κι αποκοιμήθηκε πάλι

 

τότε το σπίτι προσγειώθηκε στον ύπνο του παιδιού

κι ο κόκορας στη χύτρα του σπιτιού

το παιδί ξύπνησε μέσα στο όνειρό του

δεν ήθελε να βγει από το σπίτι

κι έτρωγε ασταμάτητα το κρέας του κόκορα

που δεν σωνότανε ποτέ

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008

 


e.e.cummings

 

Μ’ αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το
σώμα σου. Είναι κάτι εντελώς πρωτοφανές.
Μύες καλύτεροι και νεύρα περισσότερα.
Μ΄ αρέσει το σώμα σου. Μ’ αρέσει αυτό που κάνει,
Πώς το κάνει. Μ’ αρέσει να νιώθω τη σπονδυλική σου
στήλη και κάθε κόκαλο του σώματός σου και την
τρεμουλιαστή σφιχτή-απαλότητα και αυτήν που εγώ θα
φιλήσω, μ’ αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο πάνω σου,
μ’ αρέσει, να χαϊδεύω αργά το ανασηκωμένο χνούδι
της ηλεκτρικής σου γούνας, και αυτό-που έρχεται
μέσα από σάρκα που ανοίγει… Και μάτια μεγάλα
ερωτοψίχουλα,
και ίσως μ αρέσει η συγκίνηση
κάτω από μένα εσύ πρωτοφανής.

(Από τη συλλογή: λοιπόν ας φιληθούμε | Εκδόσεις: Πατάκη, 2014 | Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός και Γιάννης Δούκας)

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ - ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ


Την ετοίμασαν και με φώναξαν να ασπαστώ.

Ήταν ένα δωματιάκι στο υπόγειο της κλινικής

καμωμένο για την περίσταση.

Ξαπλωμένη σ’ ένα μαρμάρινο πάγκο,

μου φάνηκε πώς κοιμόταν.

Τόσο είχε γαληνέψει.

Καθώς την κοίταζα μες στο καλό της φόρεμα

τη θυμήθηκα στο χωριό Κυριακή

που πηγαίναμε για την εκκλησία.

Τι γυρεύαμε σ’ αυτό το υπόγειo !

«Μάνα», τραύλισα,

κι αναλύθηκα σε λυγμούς.

Σύντομο βιογραφικό, 1991





ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

 

«Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα –

δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;»

Περίμενα να δω τι θα πει. Ήταν Ιούνιος βράδυ, με

μια φανταστική πανσέληνο στον ουρανό.


Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.

Βιολέτες για μια εποχή, 1985




 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα : βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα :
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.

Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.


από τη συλλογή, Το λίγο του κόσμου, 1971

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ - Το αγρίμι που κοιμάται

 

Μέσα στα μάτια σου
μικρό αγρίμι που κοιμάται

Οι άλλοι δεν το βλέπουνε
– θέλει τρόπο των ματιών το ιδίωμα –
όμως εγώ που άγγιξα
τη ραγισμένη φλέβα του χεριού σου
και το μεγάλο πυρετό να σε φλογίζει
το βλέπω να σηκώνεται αμείλικτο
και να ουρλιάζει σαν το μαγνητίζει η ερημιά

Έπειτα πάλι ημερεύει και κοιμάται
το νανουρίζεις μέσα στην αγάπη
το καλλωπίζεις μέσα στη συναλλαγή
κάποτε μάλιστα τολμώ
ν ‘ αγγίξω το μουσούδι του με τα φιλιά μου

Ωστόσο ξέρω
πως είναι ‘κει πανέτοιμο για όλα
μέσα στα μάτια σου
αυτό το αγρίμι που κοιμάται


από τη συλλογή Η μαθητεία της πλοκής
Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό Όραμα), 1989
Ηλίας Κεφάλας

 

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ  - Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι θάβω στο χώμα κάλυκες
από σφαίρες
που η ζωή ανάλωσε στη μάχη με το χρόνο,
από άνθη
που ο χρόνος προσέφερε, σημάδι αγάπης, στη ζωή.

Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι στα σπλάχνα μιας γυναίκας
κάπου στον κόσμο,
κυοφορείται ένα έμβρυο
που θα γίνει
η αυριανή λέξη,
η αυριανή σιωπή.

Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι ο κόσμος θα συνεχίζει
να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται
και να θρηνεί,
ασφαλής
ότι κάποιος άλλος πέθανε στη θέση του,
ότι κάποιος άλλος έζησε γι’ αυτόν.

Η ανοσία της άγνοιας , Οδός Πανός, 2008

 

ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ - Ο πατέρας έφυγε

Ο πατέρας έφυγε. Θέλω να πω: είναι στην πρώτη γραμμή. Στέκεται και περιμένει. Ή μάλλον δεν κάθεται ποτέ. Όλο νέες εισαγωγές στο νοσοκομείο κι εκείνος πρέπει ν’ αποφασίσει. Ήρεμα, ψύχραιμα. Να μην πανικοβάλλεται μες στον πανικό.
Όταν γυρίσει στο σπίτι, όχι πολλές αγκαλιές. Πώς είναι ένας ήρωας ο πατέρας όταν όλοι τον αποφεύγουν; Δεν τον πλησιάζουν.
Κι ο δικός μου ο πατέρας έφυγε, αλλά τότε ήξερα πως δε θα ξαναγυρίσει. Τι είναι αυτό που συνδέει τη σκιά του πατέρα με την ευθύνη; Την ευθύνη μιας χώρας, μιας κοινότητας, ενός πληθυσμού.
Κι εγώ έχω μείνει χωρίς αγκαλιές

www.poetscircle.gr


ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ -  Μια μέρα σαν κι αυτή

 

Μια μέρα σαν κι αυτή θα έρθεις πάλι.
Το ξέρω.
Θα δέσεις πίσω τα μακριά μαλλιά,
θα αλλάξεις διαθέσεις, ύφος, τη γλώσσα και το σώμα,
και θα ‘ρθεις να μου πεις ξανά
όσα από παλιά γνωρίζω.
Μα τούτη τη φορά αλλιώτικα θα είναι όλα.
Γιατί εγώ δεν είμαι πια εκείνη.
Αλλόκοτη έγινα, μα αληθινή και πλήρης.
Και φέγγω τις νύχτες μακριά σου
σε μια θερμή και οικεία αγκαλιά

που αγαπώ κάθε φορά και πιο πολύ

 

Λέξεις στην άμμο, 24 γράμματα 2019

 

Mark Strand

 

ΜΑΡΚ ΣΤΡΑΝΤ - Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ

(μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη)

 

O γιος μου,
ο μονάκριβος γιος μου,
αυτός που ποτέ δεν είχα,
θα ήταν άντρας σήμερα.

Κινείται
στον άνεμο
άυλος, χωρίς όνομα.
Μερικές φορές

έρχεται
-πιο ελαφρύς απ’ τον αέρα-
και ακουμπά το κεφάλι του
πάνω στον ώμο μου

κι εγώ τον ρωτώ,
Γιέ μου,
πού μένεις,
πού κρύβεσαι:

Kαι μου απαντά
με κρύα ανάσα,
Ποτέ δεν το παρατήρησες
παρόλο που τηλεφωνούσα

και τηλεφωνούσα
και συνεχίζω να τηλεφωνώ
από ένα μέρος
πέρα

πέρα από την αγάπη,
όπου τίποτα
όπου τα πάντα
θέλουν να γεννηθούν.

Προσωρινή Αιωνιότητα, Βακχικόν 2019

 

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ - Άνθρωπος στα μαύρα


Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός

Εκεί που οι τρεις πορφυροί
Κυματοθραύστες δέχονται το σκούντημα
Και το ρούφηγμα της γκρίζας θάλασσας

Στ’ αριστερά, και το κύμα
Ξεσφίγγει τη γροθιά του πάνω στο γκριζοκάστανο
Αγκιστρωτό ακρωτήρι της

Φυλακής του Ντιρ Άιλαντ
Με τα συγυρισμένα του χοιροστάσια,
Τα ορνιθοτροφεία και το πράσινο για τα ζώα

Στα δεξιά, κι ο μαρτιάτικος πάγος
Στιλβώνει τις πέτρινες λακκούβες ακόμη,
Υψώνονται οι γκρεμοί της αμμουδιάς στου ταμπάκου το χρώμα

Πάνω από μια πέτρα μεγάλη και μυτερή
Γυμνωμένη από κάθε ρεύμα που ξεσπά,
Κι εσύ, διασχίζοντας κείνες τις άσπρες

Πέτρες, τις δρασκέλισες με το νεκρό
Μαύρο παλτό σου, τα μαύρα παπούτσια, και τα
Μαύρα μαλλιά σου ως εκεί που στάθηκες,

Στεριωμένος στρόβιλος στη μακρινή
Άκρη, καθηλώνοντας πέτρες, αέρα,
Όλα αυτά, μαζί.


ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ - Ιντερμέδιο 2


Τ’ ΑΚΟΥΣ;
Πράσινα βαθιά νερά
σαπίζουν χρόνια
μέσα στα μάτια σου.
Δεν έχεις να τα ξοδέψεις,
έτσι τ’ αφήνεις και βαλτώνουνε.
Ούτε πουλιά ούτε λουλούδια.
Μόνο κάτι δέντρα καμένα
κι ένα αρχαίο ερπετό
να σέρνεται τυφλό στο βούρκο.
Σε βρίσκει με τη μυρωδιά
κι η ανάσα του σε φαρμακώνει.
Όμως αυτό αξιώθηκες.
Γι’ αυτό τις νύχτες με πανσέληνο
ρίχνεις κάποιον
στ’ ανοιχτά σαγόνια του,
για να το κρατήσεις ζωντανό.
Καθώς το φεγγάρι γεμίζει,
χτυπάει ανυπόμονα
με τη φολιδωτή ουρά του
τα πράσινα βαθιά νερά
που σαπίζουν χρόνια
μέσα στα μάτια σου.

 

ΑΡΚ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2009

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

 

Δεκέμβρης, σύννεφα και αιθαλομίχλη

ψάχνω αιτίες που τα μάτια μου θαμπώνουν

το κρύο σαν μανδύας με τυλίγει

όνειρα μαύρα κάθε βράδυ με κυκλώνουν.

 

Κλείνω τα μάτια, μη φανεί που κλαίω

χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε

νύχτες λευκές με στήνουνε στον τοίχο

δύσκολες μνήμες επικίνδυνα ρωτάνε.

 

Ζαλίζομαι, παραπατώ και πέφτω

μέσα σου λήθαργου το μαύρο το μπουντρούμι

σαν πειρατής σε μπάρκο που βουλιάζει

πνίγω την έλλειψη σ’ ένα μπουκάλι ρούμι.


Από τη συλλογή Μεταμοντέρνες αυταπάτες, 2021

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ - ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Όταν ήμουν παιδί ήταν καλοκαίρι

φτιαγμένο γρήγορα ένα μικρό σπίτι

πρασινάδες θεόρατες μέσα στον Μάιο,

φρέσκο τσιμέντο μέσα σε ώριμα στάρια,

μία αυτοσχέδια κούνια, στο πλάι της

δύο κερασιές, δύο βερικοκιές, όλες νεαρές

δεν έμοιαζαν καν δέντρα, λίγα κλαδιά

όλα κι όλα, μα φορτωμένα καρπούς

η πλαστική κουρτίνα-κρόσσια κρατούσε

μύγες και μέλισσες μακριά, τη ζέστη όχι,

μας πολιορκούσαν τα τζιτζίκια ολόγυρα

το βράδυ στο τηγάνι της μητέρας

μελιτζάνες και κολοκυθάκια, μυρωδιές.

 

Αντί για παράθυρο έχασκε ένα κενό,

δίπλα από το κρεβάτι μου, καρφωμένο

μόνο ένα βαρύ ύφασμα, παραπέτασμα,

ήρθαμε στο σπίτι πριν έρθει το παράθυρο.

Το σπίτι με τη ράχη του στη θάλασσα

κρυβόταν πίσω από τη θάλασσα σταριών.

Όταν ήμουν παιδί, το κενό, η κουρτίνα

παραπέτασμα, ήταν όλοι οι φόβοι μου,

ντροπή για τον άντρα που θα γινόμουν,

ποιο αρθρόποδο θα φτάσει στο κρεβάτι μου

ποιος ληστής, ποιο πλάσμα άλλου πλανήτη,

ο θάνατος. Αναρωτιόμουν – ή φοβόμουν; –

όταν θα γεράσω θα είναι ακόμη καλοκαίρι;

 

Τώρα, το παράθυρο είναι πολυκαιρισμένο

μα το αφήνω από συνήθεια ανοιχτό,

δεν φοβάμαι πια κανέναν, ούτε τον θάνατο

που πολιορκεί το παλιό σπίτι, τα γέρικα δέντρα

τ’ απομεινάρια της κούνιας, τον γέρο που έγινα.

Μόνο φοβάμαι μήπως ο παιδικός φόβος

του έγινε συνήθεια δίχως να το καταλάβει

κι εκείνος ο πλούτος του ανοιχτού παράθυρου,

έγινε η στέρηση των παιδικών του χρόνων.

 

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 2005-2015 , ενότητα Κύμα Άλμα

 



ΜΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ - Ακόμα ανατέλλω


Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη


Μπορείτε να με γράψετε στην ιστορία
Με τα πικρά ,στρεβλά σας ψέματα
Μπορείτε να με σύρετε στην ίδια τη βρωμιά
Αλλά ακόμα, σαν τη σκόνη, θ’ ανεβαίνω ψηλά.

Σας αναστατώνει η ευφορία μου;
Γιατί με περιβάλλετε με σκοτάδι;
Μήπως γιατί περπατώ σαν να κατέχω πετρελαιοπηγές
Που ξεχειλίζουν απ’ το σαλόνι μου;

Ακριβώς όπως τα φεγγάρια και όπως οι ήλιοι
Mε τη βεβαιότητα της παλίρροιας
Aκριβώς όπως οι ελπίδες που πηγάζουν από ψηλά
Ακόμα θ ανατέλλω.

θέλατε να με δείτε να σπάω;
Καλυμμένο κεφάλι και χαμηλωμένα μάτια;
‘Ωμους που πέφτουν κάτω σαν δάκρυα
Aδύναμη από τις οργισμένες μου κραυγές;

Μήπως το αγέρωχό μου ανάστημα σας προσβάλλει;
Δεν σας έρχεται πολύ δύσκολο
Που γελώ σαν να έχω ορυχεία χρυσού
Σκάβοντας στην πίσω αυλή μου;

Μπορείτε να με πυροβολήσετε με τις λέξεις σας
Μπορείτε να με σφάξετε με τη ματιά σας
Μπορείτε να με δολοφονήσετε με το μίσος σας
Αλλά ακόμα, σαν αέρας, θα ανεβαίνω ψηλά.

Μήπως η σεξουαλικότητά μου σας ενοχλεί;
Εκπλήσσεστε
Που χορεύω σαν να φορώ διαμάντια
Tη στιγμή που σμίγουν οι μηροί μου;

Πέρα από τις καλύβες της ντροπής της ιστορίας
Ανατέλλω
Πάνω από ένα παρελθόν που ρίζωσε στον πόνο
Ανατέλλω
Είμαι ένας μαύρος ωκεανός, κυματιστός και ανοιχτός
Εκπνέοντας γιγαντώνομαι κι αντέχω στην παλίρροια

Αφήνοντας πίσω νύχτες φόβου και τρόμου
Ανατέλλω
Σε ένα ηλιοβασίλεμα που είναι θαυμαστά ξάστερο
Ανατέλλω
Κουβαλώντας τα χαρίσματα που οι πρόγονοι μού κληροδότησαν
Είμαι το όνειρο και η ελπίδα του σκλάβου.
Ανατέλλω
Ανατέλλω
Ανατέλλω

***

 https://ouevilblog.wordpress.com/


ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ - Ελένη


Είχε πατέρα ξωτικό, νεράιδα μάνα, μάγισσα γιαγιά

Και έπεσε η Ελένη
Σαν μήλο κάτω απ’ την ομίχλη

Διεκδίκησε κληρονομιά φτερών μεγάλων που
Καθώς ριζώνανε
Πλήγωναν την καρδιά και το μυαλό της

Δραπέτευσε από σπίτι όλο ρεύματα
Από γονείς ανήλικους
Παντρεύτηκε, μαθήτρια ακόμη
Λαχταρώντας οικογένεια γήινη

Ματαίως

Μεγάλωσε τον εαυτό της και την κόρη της
Γενναία, χωρίς άντρα

Σήμερα η Ελένη
Πλάσμα από μετάξι και ατσάλι
Πάγο και λάβα
Με λάμψη ολόγυρά της, σπάταλη
Και στο βυθό της, εξαργυρωμένη
Σε ασημένια τάματα ευχές

Έντιμη κληρονόμος
Μαθήτρια ισόβια
Ανήσυχη, του κόσμου τούτου και του άλλου
Ισορροπεί ζωή
Ανάμεσα σε στίχους και σενάρια ζωής

(Κι εκείνη η παντοδύναμη γιαγιά
– ας έχει αποσυρθεί χρόνια στο θάνατο
Φιλόδοξη, ακόμα τη στοιχειώνει:
Τη σπρώχνει στη σκηνή

Στο όνομά της
Στο όνομα όλων εκείνων
Των χρωματιστών ή μαύρων γυναικών
Που έδρασαν και δρουν στο παρασκήνιο
Τα άλλα χίλια πρόσωπά τους, πάντα
Ν’ αναβιώνει, να ερμηνεύει
Ν’ αποκαθιστά, να δικαιώνει)

από τη συλλογή, Το μοβ άλμπουμ, 2012 Ενότητα Α’ Οι φιλενάδες

 

ΝΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ - Χωρίς εσένα

 

Δεν είμαι θλιμμένη
είμαι θλιβερή
Σαν σκιάχτρο στέκω ασθενική
κι η κάθε μου ικμάδα
δέχεται χωριστά το ψύχος του θανάτου
Χωρίς εσένα είμαι πληγή ανοικτή
που κανείς δεν φροντίζει
-ματαιοπονεί όποιος προσπαθεί.
Χωρίς εσένα είμαι ένα γράμμα
που εκκρεμεί
σε γλώσσα ατελέσφορη
σε αλφαβήτα τυφλή

μια στάλα ζωή αγόγγυστη, μηδενική


«Εγώ, απέναντι», εκδόσεις Βακχικόν 2017

 

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ - ΦΙΛΗΣΤΕ

Φιλήστε
Μέχρι τα χείλη σας να ματώσουν

Ουρλιάξτε
Μέχρι οι φωνητικές σας χορδές να σπάσουν

Πετάξτε
Μέχρι να διαλυθούν τα φτερά σας

Αγαπήστε
Μέχρι να γίνουν θρύψαλα οι καρδιές σας

Ζήστε
Μέχρι θανάτου

Τότε μόνο θα μάθετε
Τι σημαίνει ελευθερία.

Τα ποιήματα της τρελής, Γαβριηλίδης 2009

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ - Η ΑΛΛΗ ΣΤΙΓΜΗ

 

Η μία μέρα έφερε την άλλη και η στιγμή την άλλη στιγμή.
Αίφνης ακίνητο το φεγγάρι. Κρότοι και λάμψεις στον
ορίζοντα, σκόρπισαν
Τα πουλιά κυνηγημένα στον αέρα, κάτι εδώ ανοίγει πέρα
ως πέρα τη στιγμή,
Κάτι τη διαστέλλει στα όριά της.
Η σιωπή πήρε του αίματος την όψη κι ένας απίστευτος
γκρεμός θαρρείς πώς άνοιξε
Κάτω απ’ τα σώματα που αναπαύονταν στη χλόη.
Το στάσιμο σαν το καρφί μπήκε στο ξαπλωμένο σώμα
και η στιγμή ανέτρεψε τη χαλαρότητα
της Ύπαρξης με έναν κοφτό σπασμό του χρόνου.
Ίλιγγος και φωτιά γύρω απ’ το πρόσωπο, πήρε να ρέει η
σιωπή του τέλους μες στη μνήμη.
Η λήθη σκέπασε με χιόνι τις φωνές, για μία ελάχιστη
στιγμή
Το μέσα βλέμμα άνοιξε στο άλλο βλέμμα, κι όχι σ’ αυτό
που βλέπεται
Ή που θαυμάζεται,
Αλλά σ’ αυτό που θεωρεί αδύνατο κι αδύναμο τον κόσμο
και φοβάται.

 

Η γεωγραφία της σιωπής, Περισπωμένη 2018

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΛΟΥ - Λίγο Πριν Την Ανάσταση


Όταν τον τύλιξε το σκοτάδι της νύχτας
και οι φρουροί αποκοιμήθηκαν
ήσυχοι στην άγνοιά τους
Εκείνος κατέβηκε από το σταυρό του
οι πληγές στα χέρια του ακόμα νωπές
το αίμα ξεραμένο
σχεδόν μαύρο
δεν ήταν στα καλύτερά του
η λάμψη του είχε χαθεί
ένα ελαφρύ ύφασμα κάλυπτε υποτυπωδώς τη γύμνια του
και το ακάνθινο στέμμα
είχε πλεχτεί στα μαλλιά του
τα ρούχα του είχαν μοιραστεί
κληρονομιά στους εχθρούς του καθόλου δεν τον ένοιαζε
όλα αυτά του ήταν ανέκαθεν βάρος
μόνο η δίψα του τον βασάνιζε
τόση χολή και όξος…
θα μπορούσε για μια φορά στη σύντομη ζωή του
να αυτοσχεδιάσει
να κάνει ένα θαύμα για τον εαυτό του
είχε αποδεχτεί αγόγγυστα τη μοίρα του
το τέλος του που πλησίαζε
ήθελε μόνο να παραμείνει για λίγο ακόμα άνθρωπος
όπου να ‘ναι θα ξημέρωνε
δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του
σύρθηκε εξαντλημένος στην καλύβα της
τον είδε και τρόμαξε
δεν πίστευε στα μάτια της
“λίγο νερό” της ψέλλισε
“ό,τι θες, Κύριέ μου” του απάντησε
και του δρόσισε τα χείλη
τώρα μπορούσε να γυρίσει στη θέση του
κι όλα να γίνουν κατά τας γραφάς…

 

(ανέκδοτο)



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ  – ΡΟΥΚ - Η αλλοτρίωση της έλξης

 

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μόνο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

Η ανορεξία της ύπαρξης, Εκδ.Καστανιώτης 2011

 

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ - Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού

 

Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης,

είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,

η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς,

η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;

Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι

των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,

η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.

Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

 

Πού ‘ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;

Γι’ αυτήν είχε τότε καλογερέψει

ο Πέτρος Αμπαγιάρ. ‘Αλλος κανείς

όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.

Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη

κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά,

το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;

Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

 

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,

με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη,

η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς

του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη,

κι η καλή Ιωάννα από τη Λορραίνη,

όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,

η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει.

Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

 

Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα,

τάχα θα τις έβρετε πουθενά,

τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;

Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

 

μτφρ. Κ. Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)

http://users.sch.gr/

 

ΣΑΠΦΩ - Ύμνος στην Αφροδίτη

 

Αθάνατη Αφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,

κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ: δέσποινα,

μη βασανίζεις με έγνοιες και στεναχώριες την καρδιά μου!

 

Αλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε άκουσες

τη φωνή μου από μακριά και εισάκουσες την

προσευχή μου. Τότε άφησες το χρυσό παλάτι του

πατέρα σου και ήρθες ζεύοντας την άμαξά σου.

Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε γρήγορα κάτω

στη μαύρη γη.

 

Χτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον

αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό. Γρήγορα φτάσανε· κι εσύ,

μακαρισμένη, με γελαστό το αθάνατό σου πρόσωπο,

με ρωτούσες τι έπαθα πάλι, γιατί σε κάλεσα πάλι,

τι επιθυμεί πιο πολύ η τρελή καρδιά μου. «Ποιο αγαπημένο

πρόσωπο πρέπει η πειθώ να φέρει τώρα στην αγάπη σου;

Πες μου, Σαπφώ, ποιος σε αδικεί;

 

Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια. Δε δέχεται

δώρα; Θα σου προσφέρει η ίδια. Δε σ’ αγαπά; Σύντομα θα

σ’ αγαπήσει, ακόμη και παρά τη θέλησή της.» Έλα και τώρα

και λύτρωσέ με από το βαρύ μαράζι. Εκπλήρωσε αυτό που

η καρδιά μου ποθεί να γίνει και γίνε σύμμαχός μου.

 

[Μετάφραση: Δ. Ιακώβ ]

 

 


ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Ποιητική

- Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα, και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://varelaki.blogspot.com/