Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

WOLFY FUNK PROJECT live στον Ορφέα - Σάββατο 14 Μαρτίου


Η μουσική κολεκτίβα από την Αθήνα για πρώτη φορά στην σκηνή του Ορφέα! Το funk, η soul και το hip hop, γίνονται η πρώτη ύλη για μία ακόμα εκρηκτική εμφάνιση, αυτή τη φορά παρέα με την Σοφία Καμηνά (φωνή), τον Γιάννη Κασσέτα (σαξόφωνο) και εκτάκτως στα τύμπανα το Νίκο Αναστασιάδη!
Με κοινό παρονομαστή το groove, ο Στάματης Λεκάτης (πλήκτρα), ο Γιώργος Κόλτσιου (κιθάρα), ο Κωνσταντίνος Στάμου (μπάσο), ο Άγγελος Διαμαντόπουλος (τύμπανα) και ο Νίκος Μαρτζιώκας (κρουστά), αναμειγνύουν την παραδοσιακή old school αφροαμερικάνικη μουσική με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά ρεύματα των δυτικών μητροπόλεων.

Το πρώτο τους single “From scratch” κυκλοφόρησε το Μάρτη του 2014, από την Under Α
Groove, ενώ το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ το “Mindtrap” που κυκλοφόρησε το 2016 από το ίδιο label, απέσπασε ιδιαίτερα εγκωμιαστικά σχόλια και κριτικές από κοινό και
ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Το 2018 πραγματοποιήθηκε το διαδικτυακό release των δύο τελευταίων τους single “Dust of Helion” και “Barefootin” ενώ αυτό το διάστημα ηχογραφούν νέο υλικό για το επόμενο άλμπουμ τους.

IG: Instagram.com/wolfyfunkproject



Σάββατο 14 Μαρτίου
‘Ωρα έναρξης 22:30
Είσοδος 5 ευρώ

Orfeas Live
Cafe Bar Restaurant
Φωκίωνος Νέγρη 25
Αθήνα, Κυψέλη
Τηλέφωνο για κρατήσεις 2108668544 6939-187511
















~Σύναξις~fullband live στον Ορφέα - Κυριακή 15 Μαρτίου


Οι ~Σύναξις~fullband ξεκίνησαν πριν από 5 χρόνια το μουσικό τους ταξίδι σε πολλές γνωστές μουσικές σκηνές της Αθήνας αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Σε κάθε εμφάνιση τους είναι φανερό ότι τοποθετούν τον πήχη όλο & πιο ψηλά με στόχο την επιτυχία που θα τους καθιερώσει στο άμεσο μέλλον. Την Κυριακή 15 Μαρτίου,στις 21:00 θα εμφανιστούν στον ιδιαίτερα όμορφο χώρο του 'Ορφέα Cafe-Bar' για μια μουσική παράσταση με γνωστές διασκευές τραγουδιών από την έντεχνη & ελαφρολαϊκή δισκογραφία, προσεγμένες στο ύφος της μπάντας. Ας γίνουμε όλοι μαζί μια γροθιά θετικής ενέργειας καταπατώντας κάθε αρνητικό συναίσθημα, αφήνοντας την ψυχή μας να απολαύσει & να γεμίσει όμορφες μελωδίες & μουσικά χρώματα!

Τους Σύναξις fullband αποτελούν οι:
Ιουλία Κουτέλλου (Φωνή) Julia Koutellou
Μανώλης Πασχαλίδης (Μπουζούκι-Φωνή) Manolis Paschalides
Μάριος Σταυράκης (Ηλεκτρ./Ακουστ. Κιθάρα-Φωνή) Marios Stavrakis
Παντελής Βαρβάκης (Πιάνο) Pantelis Varvakis
Hagop Barsamian (Drums) Hagop Barsamian
Χάρης Μπουτσελάκης (Μπάσο) Harris Boutselakis



Κυριακή 15 Μαρτίου
Ώρα έναρξης 21:00
Είσοδος 6 ευρώ

Orfeas Live
Cafe Bar Restaurant
Φωκίωνος Νέγρη 25
Αθήνα, Κυψέλη
Τηλέφωνο για κρατήσεις 2108668544 6939-187511


















ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ "Η μάσκα"

Deborah Klein - Moth Mask, 2008

Με κομμένη την αναπνοή
φοριέται της αναπόλησης η μάσκα.

Απανωτές οι δόσεις μιας ανάμνησης
του μη γενομένου
που λίγου έλειψε και να συμβεί
αφαιρούν προσωρινά
του στήθους το άγχος
κι όπως η μέθη προχωρά
κι όλα θωρούνται
από ψηλά
σα να 'ταν βιωμένα
το χέρι σου θαρρείς
πάνω σε ύλη ακουμπά
ιδρώνει η παλάμη
κι ας κάνει κύκλους στον αέρα.

Τα μάτια ανέφελα
περιεργάζονται την ομορφιά
το σώμα διάγει τον βίο του
ως θα 'πρεπε
από τον Λόγο άκριτα
και η ψυχή πεταλουδόσχημη
ν' ακινητεί
ανάμεσα στο Εδώ και το Εκεί
πριν τυλιχτεί μέσα στης λύπης
το λευκό χαρτί.

Σοφία Περδίκη








Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΛΕΥΘ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ "Η ΖΩΗ ΠΙΣΩ ΔΕ ΓΥΡΝΑ"

Η χαμένη αθωότητα έρχεται σαν ονειροπόληση
και κάπου κάπου μας βγάζει απ’ το δρόμο
και μας ταρακουνά
Φωνάζοντάς μας
πού πάμε;

Αλλά πώς να γυρίσουμε πίσω;
Είν’ αργά…
Ο χρόνος μας ξεγέλασε και μας παρόπλισε
με έναν τρόπο μοναδικό
που μόνο αυτός γνωρίζει
να μην έχουμε τη δύναμη να του αντισταθούμε
μια φορά

Και τώρα…
Η ζωή πίσω δε γυρνά.
Χάθηκε κι έγινε αέρας που σφυρίζει και ζαλίζει
να μην ακούμε ούτε το παράθυρο που τρίζει.

Είμαστε μακριά

26/2/2020
Γιώργος Καραγιάννης










ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ "Ένα Βήμα στην Αιωνιότητα"




Βίντεο: dsavidou (ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ)
Ποίηση : Μίνα Μπουλέκου 

Ένα Βήμα στην Αιωνιότητα

Ένας βράχος αταλάντευτος
στην μέση του πελάγου
ακλόνητος έμοιαζε
ασάλευτος από πάντα.
Σωσμένος
από το μαρτυρικό χθες.
Ήρεμα κύλησαν
τα νερά δίπλα μου.

Απολιθωμένα χνάρια
έσβηναν σιγά σιγά,
στην δύση του ηλίου.
Στροβιλίζοντας με
στους ανέμους.
Ξανοίγοντας
τις ΠΥΛΕΣ.
Δύο βήματα μετέωρα
μέχρι την Αιωνιότητα.

© By Mina Boulekou









ΡΟΥΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ "ΑΠΑΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ"


Τελείωνε το φθινόπωρο, ένα γλυκό φθινόπωρο.
Τα φύλλα των δέντρων ξανθοκόκκινα στροβιλίζοντας
έπεφταν νεκρά στη νοτισμένη γη.
Τα γυμνά κλαδιά γρατζούνιζαν
το θολωμένο τζάμι απ’ το φύσημα του αέρα.
Η μοναξιά, η λύπη και η απόγνωση είχαν κουρνιάσει στο βαθύ βλέμμα της.
Σβησμένο φεγγάρι η ζωή της.
Πήρε βαθιά ανάσα προσπαθώντας να πνίξει έναν στιγμιαίο λυγμό
και η σιωπηλή φωνή της χρωμάτιζε το πόνο μέσα της.

Ξάγρυπνη, μέρες έλεγε, μήνες σαν χρόνια ήταν,
στα λησμονημένα δρομάκια της μνήμης,
κρατώντας πάντοτε μια ξεθωριασμένη από καιρό εικόνα.
Χίμαιρα του έρωτα, έτσι την ονόμασε.
Όλη της η ύπαρξη, τσακισμένα φτερά πεταλούδας.

Χωρίς εκείνον η ζωή της, ένα ταξίδι χωρίς νόημα και σκοπό.
Μια τυραννική βόλτα στον άτεγκτο κόσμο.
Η καρδιά του, πόρτα αμπαρωμένη σαν πειρατικού καραβιού.
Άδικα τη χτυπούσε ψάχνοντας για ευτυχία.

Σαν σκιά της σκιάς της,
γλιστρούσε ανάμεσα σ’ άλλες ψηλόλιγνες ασπρόμαυρες σκιές-φαντάσματα.
Κι όμως το γνώριζε πολύ καλά, τα φαντάσματα δεν σκοτώνονται
και γύριζε προδομένη στην απατηλή ασφάλεια του κενού της.
Μες στη απέραντη σιωπή, να ονειρευτεί όλα εκείνα κείνα που λαχταρούσε.
Να της φέρουν την μυρωμένη άνοιξη,
να γεμίσουν τις παρενθέσεις
και τις λευκές σελίδες της ζήσης της.

Είχαν περάσει μέρες έλεγε, μήνες και χρόνια ήταν
μήνες και χρόνοι στεγνοί, ασάλευτοι κουρασμένοι, ατελείωτοι μακριά του.
Στα σκουρόχρωμα μάτια της, βαθιά κρυμμένος ένας μικρός κήπος θλίψης και το παράπονο μόνιμος επισκέπτης μοναξιάς.
Και γύρω της απροσπέλαστο σκοτάδι.
Ως και ο ήλιος πια, αλλού στρέφει το φεγγοβόλο βλέμμα του.

Μετρά τα αν της ζωής, όλα τα πρέπει και τα μη ,τα όχι και τα γιατί,
που δεν την άφηναν ελεύθερη, μα δεμένη σε περίτεχνο ιστό αράχνης.
Γύρω της η ελπίδα για την αιώνια αγάπη που ποθούσε
να την θωρεί και να πεθαίνει.
Εξορία θύμιζε η ζωή της, τόσο κοντά και τόσο μακριά του.

Προσπαθούσε να περισώσει
κάτι να κρατηθεί μέσα σ΄ ένα άγραφο παραμύθι.
Της άρεσαν πολύ τα παραμύθια!
Έκλειναν τις πληγές της.

Μέσα στο πορφυρό και στο πορτοκαλί του δειλινού,
στου ορίζοντα τ’ απέραντο γαλάζιο.
Εκεί οι διαρκείς υποσχέσεις του, θαρρείς άγγιζαν τον ουρανό.
Η ανάσα του, το γέλιο, τ’ άγγιγμά του,
δεν σταματούσαν να της λένε ποτέ «σ’ αγαπώ».
Μα το «σ’ αγαπώ» αέρας ήταν, άνεμος που σκόρπισε.
Η μοίρα τους είχε χωρίσει πέρα από το παραμύθι.

Η αγάπη, ο έρωτας ,η λαχτάρα της δεν είχαν λογική.
Δεν έχουν και τώρα.
Είναι λίβας που σε παρασέρνει στο διάβα του, σε καίει.
Ένα βαθύ άλικο που ζωγραφίζει στη καρδιά, τη στεγνώνει, την ερημώνει.

Η αγάπη του!
Καράβι.
Τη σεργιάνισε.
Κι ο έρωτας του, μεθυσμένο τραγούδι.
Καυτό, στις φλέβες, τούτο το πισωγύρισμα του χρόνου.
Φουσκωμένο ποτάμι που ρέει , να ξεχειλίσει ο πόνος.
Τσακισμένο κλαράκι που λυγίζει στην αλήθεια και το ψεύτικου του παραμυθιού.

Άχρωμες μέρες ζούσε μοναξιάς!

Ότι απευχόταν της χτύπησε επιτακτικά τη πόρτα.
Και εκείνη άνοιξε, κι έμεινε ανοικτή ως σήμερα.
Μόνο μέσα στης ζωής το παραμύθι
χαμογελά και αφαιρούσε από το παρελθόν πικρές σελίδες - κρατώντας μικρές στιγμές ευτυχίας.
Κι ήταν και είναι ζωντανή.
Σαν μια υπέρβαση, σαν μια θυσία, βρήκε τον δρόμο της λησμονιάς.

Της άρεσαν πολύ τα παραμύθια.
Στη μικρή αυλή της, στην άκρη της αλάνας.
Εκεί που χάνονται οι σκιές, εκεί και το παραμύθι θα τελειώσει.
Η λήθη, βρεμένο σφουγγάρι
θα ρουφήξει απ’ τους ξεραμένους τοίχους
τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Κι ο δροσάτος άνεμος, θα σκορπίσει στα όνειρά της,
πέπλα και γλυκιά χρυσόσκονη
για να τυλίξουν και να ζεστάνουν την προδομένη καρδιά της.

Οι σκιές πήρε χρόνο, μα όλο και μακραίνουν.
Τόσες κρυφές επιθυμίες που θα γευόταν αποκοιμήθηκαν στα χείλη της.
Το φως και πάλι θα ξεπρόβαλε.
Ο ήλιος θα ανέτειλε στη ζωή της.
Κάθε φορά, που θα ερχόταν,
και κάθε φορά, που έφευγε μακριά της.
Κάθε φορά που θα έδυε,
και θα χανόταν στη θάλασσα της αγκαλιάς του

Σε ανείπωτες μέρες γεμάτες έρωτα!
Εκεί στο γαλάζιο παραμύθι της
Ξένος τώρα ποτέ μην σταματάς να λες πως την αγαπάς.

Ρούλα Τριανταφύλλου






EMILY JANE BRONTE "41 ΠΟΙΗΜΑΤΑ POEMS" Δίγλωσση έκδοση - Bilingual edition


ΤΙΤΛΟΣ: EMILY JANE BRONTE 41 ΠΟΙΗΜΑΤΑ POEMS
ΔΙΓΛΩΣΣΗ 
ΕΚΔΟΣΗ  -BILINGUAL EDITION
Mετάφραση - Εικονογράφηση – Κείμενα: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ
Επιμέλεια στα ελληνικά: ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
Εκδόσεις : ΑΩ
Σελίδες : 210

ISBN : 978-618-5363-40-6

Α΄παράγραφος του Προλόγου :


"Ένα λουλούδι σε χερσότοπο, αυτό είναι η Έμιλυ. Ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει και παλεύει με τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο, χωρίς να νοιάζεται για την ομορφιά του, δίχως να φοβάται μαρασμό. Ένα λουλούδι αλλιώτικο, που ανοίγει τα πέταλά του στο φως των αστεριών και της σελήνης και τα κλείνει κάτω από τον καυτό ήλιο για να προστατευθεί. Κι έχει το λουλούδι αυτό μια τέτοια σπανιότητα που μαγεύει όποιον το ανακαλύψει."


Δύο ποιήματα της συλλογής με τις παραπομπές τους *

*(Οι παραπομπές είναι ξεχωριστή ενότητα στο βιβλίο και βρίσκονται στο
τέλος.)

i.THE LADY TO HER GUITAR

For him who struck thy foreign string,
I ween this heart hath ceased to care;
Th en why dost thou such feelings bring
To my sad spirit — old Guitar?

It is as if the warm sunlight
In some deep glen should lingering stay,
When clouds of storm, or shades of night,
Have wrapt the parent orb away.

It is as if the glassy brook
Should image still its willows fair,
Th ough years ago the woodman’s stroke
Laid low in dust their Dryad-hair.

Even so, Guitar, thy magic tone
Hath moved the tear and waked the sigh:
Hath bid the ancient torrent moan,
Although its very source is dry

🌑    🌑    🌑    🌑


Η ΚΥΡΑ ΣΤΗΝ ΚΙΘΑΡΑ ΤΗΣ

Γι’ αυτόν που χτύπησε την άγνωστη χορδή,
Θαρρώ πως έπαψε να νοιάζεται η καρδιά·
Γιατί ξυπνάς στη λυπημένη μου ψυχή
Τέτοια αισθήματα — κιθάρα μου παλιά;

Eίναι σαν του ηλιόφωτου τη ζεστασιά
Στα σπλάχνα του κάποιο λαγκάδι να φυλάει,
Της καταιγίδας σύννεφα, της νύχτας η σκιά,
Μακριά αγαπημένα μάτια να έχουν πάει.

Είναι σαν του ρυακιού τα ήρεμα νερά
Να καθρεφτίζουν τις ιτιές ακόμη,
Κι ας έχει χρόνια που ’ριξε του ξυλοκόπου η τσεκουριά
Στη γη απάνω της Δρυάδας τους την κόμη.

Κιθάρα, κι έτσι να ’ναι, στον ήχο σου το μαγικό
Ο στεναγμός μου ξύπνησε, το δάκρυ μου έχει τρέξει:
Αρχαίου χείμαρρου ανασύρθηκε το βογκητό,
Κι ας έχει τώρα πια η κοίτη του στερέψει.


🌑    🌑    🌑    🌑

Παραπομπή

Η Κυρά στην Κιθάρα της ● The Lady to her Guitar



Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 30 Αυγούστου του 1838. Ανήκει στην ομάδα των ποιημάτων από την φανταστική χώρα της Γκόνταλ. Στο ποίημα φαίνεται ο ρόλος της μουσικής στην ανάκληση του συναισθήματος μέσα από τη μνήμη. O ήχος της κιθάρας μεταφορικά γίνεται για την ψυχή το ασφαλές εκείνο μέρος στη μέση μιας μεγάλης φοβερής συναισθηματικής καταιγίδας. Η "θλιμμένη ψυχή"της πρώτης στροφής καταφέρνει τελικά μέσω της μουσικής να νιώσει ευτυχία, ζεστασιά και ασφάλεια. Το ρυάκι μπορεί να συνεχίσει να είναι ένας ευχάριστος τόπος, παρόλη την ιστορία του. Το σημάδι του ξυλοκόπου δεν θα το στιγματίζει για πάντα, όπως ακριβώς και μια κακή σχέση δεν θα θα καταστρέψει όλες τις ακόλουθες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Η Έμιλυ στο ποίημα αυτό φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχολογία και περισσότερο για τον αρχαϊκό μηχανισμό της μνήμης. Σε όλα τα ποιήματά της το όριο μεταξύ παρελθόντος και παρόντος είναι διαπερατό και πάντα σε κίνδυνο κατάρρευσης. Το συναίσθημα είναι αποκομμένο από την πηγή του και επιμένει χωρίς σκοπό να συνδέεται με την παρούσα πραγματικότητα. H Έμιλυ συνεχώς ξαναζεί το παρελθόν στο παρόν κι έτσι κάθε συναισθηματική ισορροπία καταστρέφεται.
🌑    🌑    🌑    🌑
This poem was written on August the 30th, 1838. This poem is one of the Gondal poems and is about the role of music in recalling the emotion through memory. The music of the guitar is like a safe place in the soul, in the middle of a big, terrible emotional storm. The "sad spirit" of the first verse achieves to find happiness, homeliness and safety through music. The brook will continue to be a delightful place, despite its history. The sign of the woodman will not stigmatize it forever, just like a bad relationship will not ruin all of the following relationships between people.
Emily in this poem appears to be less interested in psychology and more about the archaic mechanism of memory. In all her poems the boundary between past and present is permeable, always risking to collapse. The emotion is cut off from its source and insists without any purpose being connected with the present reality. Emily constantly remakes the past to the present, and so any emotional balance is destroyed.

Η εικόνα της  Βασιλικής Σιαφάκα που συνοδεύει το ποίημα .


ii.THE OLD STOIC

Riches I hold in light esteem;
And Love I laugh to scorn;
And lust of fame was but a dream
That vanished with the morn:

And if I pray, the only prayer
That moves my lips for me
Is, ‘Leave the heart that now I bear,
And give me liberty! ’

Yes, as my swift days near their goal,
Tis all that I implore;
In life and death a chainless soul,
With courage to endure.

🌑    🌑    🌑    🌑

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΣΤΩΙΚΟΣ

Στα πλούτη εγώ δεν δίνω αξία·
Τον Έρωτα περιγελώ·
Κι ο πόθος για τη δόξα δεν ήταν παρά όνειρο,
Έσβησε με την αυγή:

Και αν προσεύχομαι,
Η μόνη προσευχή στα χείλη μου
Είναι, «Άσε με να’χω την καρδιά και ας πονά ,
Μα δωσ’μου Ελευθερία!»

Ναι, όσο οι φευγαλέες μέρες μου τελειώνουν
Μόνο αυτό ικετεύω·
Σε θάνατο και σε ζωή μια λεύτερη ψυχή,
Με θάρρος να υπομένει.

Παραπομπή 

Παλιός Στωικός ● The Old Stoic

Το ποίημα γράφτηκε την 1η Μαρτίου του 1841, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έκδοση του 1846 και είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά ποιήματα της Έμιλυ.
Ο τίτλος του παραπέμπει στους Στωικούς, τη φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη φύση αποτελεί κομμάτι της παγκόσμιας φύσης και ζει σε αρμονία μαζί της. Από τον προ-ρομαντικό Ρουσώ έως το κίνημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα αποδίδεται επίσης στη φύση η αρμονία, η ελευθερία και η σοφία που χρειάζεται στη ζωή του ο άνθρωπος, όταν τα αυστηρά κοινωνικά πλαίσια του τις στερούν. Με επιρροές ρομαντικές το ποίημα αυτό δηλώνει την αποστροφή της για τον πλούτο, τον εφήμερο έρωτα και τη δόξα, ως ματαιότητες, ανάξιες να δώσουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Και όπως οι παλιοί Στωικοί, καταφεύγει στην προσευχή ζητώντας από το Θεό να παραμείνει στωική ακόμη και στο μέλλον, για να έχει τη δύναμη να υπομείνει τον πόνο.
🌑    🌑    🌑    🌑
The poem was written on March the 1st, 1841 and first published in the 1846 edition.
It is one of the most famous and well—loved poems written by Emily. Its title refers to the Stoics, the philosophical school of Hellenistic and Roman times, according to which human nature is part of world-wide nature and lives in harmony with it. From the pre-romantic Rousseau to the 19th century Romantic movement, the harmony, freedom and wisdom that man needs in his life is also to be found in nature. This can be seen especially when man is deprived of these advantages because of strict social rules. In this poem, which has romantic influences, an aversion to wealth, ephemeral love and glory is declared. These are all thought to be futile concepts, unable to give value to human life. Like the old Stoics, the poet resorts to prayer,asking God to help her remain stoic in future, in order to have the power to endure
pain.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ : Mετάφραση - Εικονογράφηση – Κείμενα

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

Η Εmily Jane Brontë γεννήθηκε το 1818 στο Thornton του Yorkshire και πέθανε το 1848 στο Haworth, σε ηλικία μόλις τριάντα ετών, από φυματίωση.
Είναι γνωστή από το μοναδικό της μυθιστόρημα, «Ανεμοδαρμένα Ύψη» που δημοσιεύτηκε
το 1847 και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας.
Το 1846, δημοσίευσε εικοσιένα ποιήματά της μαζί με τις αδελφές της, σε έναν τόμο με τίτλο «Ποιήματα των Κάρερ, Έλις και Άκτον Μπελ» από τον εκδοτικό οίκο Aylott and Jones, με το ψευδώνυμο Ellis Bell. Η έκδοση πούλησε μόνο δύο αντίτυπα.
Η μορφή της Emily έχει περιβληθεί με μύθους και η κριτική έχει κάνει σύγχυση του χαρακτήρα της με τα πρόσωπα που δημιούργησε στο μυθιστόρημά της. Δεν υπάρχει μία πλήρως σαφή εικόνα της ζωής της, εκτός απ' όσα έγραψε γι' αυτήν η αδελφή της Σάρλοτ.
Τα ποιήματα της Έμιλι ρίχνουν αρκετό φως στη σκέψη και το χαρακτήρα της. Μέσα από τους στίχους της είναι εμφανής η στωικότητά της και το πάθος της για τους χερσότοπους του Υorkshire, που αποτελούσε καθαρή φυσιολατρία.

🌑    🌑    🌑    🌑

Η Βασιλική Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα, κατοικεί στο Χαλάνδρι και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά και πτυχιούχος του Τμήματος Γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,
στην Διοίκηση και Οικονομική των Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων.
Είναι ζωγράφος, έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, ενώ έχει συμμετάσχει και σε δύο ομαδικές.
Τα τελευταία χρόνια συγγράφει διηγήματα και ποιήματα.