Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Μπάστερ Κίτον ( 4 Οκτωβρίου 1895 - 1 Φεβρουαρίου 1966 )



Ο Τζόζεφ Φρανκ «Μπάστερ» Κίτον VI (Joseph Frank "Buster" Keaton VI, 4 Οκτωβρίου 1895 - 1 Φεβρουαρίου 1966) ήταν Αμερικανός κωμικός ηθοποιός και σκηνοθέτης. Γνωστός κυρίως για τις «βωβές» του ταινίες, το «σήμα κατατεθέν» του ήταν η κωμωδία με κινήσεις του σώματος, διατηρώντας, όμως, μια στωική αγέλαστη έκφραση, κερδίζοντας, έτσι το παρατσούκλι «Το Μεγάλο Πέτρινο Πρόσωπο».
Ο Κίτον αναγνωρίστηκε ως ο έβδομος μεγαλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών από το περιοδικό Entertainment Weekly. Το 1999,το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε τον Κίτον στην 21η θέση με τους καλύτερους άντρες ηθοποιούς όλων των εποχών. Το 2002, μια παγκόσμια ψηφοφορία του περιοδικού Sight and Sound κατέταξε την ταινία του Κίτον «Ο Στρατηγός» (The General) στη 15η θέση με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Άλλες τρεις ταινίες του Κίτον έλαβαν ψήφους στην έρευνα του περιοδικού: Η Φιλοξενία μας (Our Hospitality), Σέρλοκ, Ο Νεότερος (Sherlock Jr.) και Ο Θαλασσοπόρος (The Navigator).

Τα παιδικά χρόνια στο Βαριετέ

Ο Κίτον γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1895 σε μία μικρή πόλη του Κάνσας. Οι γονείς του ήταν πλανόδιοι θεατρίνοι. Πατέρας του ήταν ο Joseph Hallie Keaton, γέννημα-θρέμμα της επαρχίας Vigo County στην Ιντιάνα. Ο Τζο Κίτον είχε ένα περιπλανώμενο θίασο μαζί με το Χάρρυ Χουντίνι, το Mohawk Indian Medicine Company, που ενώ δινόταν μια παράσταση, πίσω από τη σκηνή πωλούνταν φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα. Ο Μπάστερ Κίτον γεννήθηκε στην Πικούα του Κάνσας, τη μικρή πόλη όπου έτυχε να βρίσκεται η μητέρα του, Myra Edith Cutler, την ώρα του τοκετού.

1918

Σύμφωνα με μια συχνά επαναλαμβανόμενη ιστορία αμφιβόλου γνησιότητας,ο Κίτον απέκτησε το παρατσούκλι «Μπάστερ» σε ηλικία περίπου έξι μηνών. Ο Κίτον είχε πει σε μια συνέντευξη του στον Φλέτσερ Μαρκλ πως ο Χάρυ Χουντίνι έτυχε να είναι παρών μια μέρα όταν ο μικρός Κίτον έπεσε από μια μεγάλη σκάλα χωρίς να τραυματιστεί. Όταν το βρέφος ανακάθισε σα να μην είχε συμβεί τίποτα, ο Χουντίνι αναφώνησε, «That was a real buster!» Σύμφωνα με τον Κίτον, εκείνη την εποχή, η λέξη buster (μπάστερ) χρησιμοποιούταν για μια πτώση που ήταν πολύ πιθανό να οδηγήσει σε κάποιο τραύμα. Μετά από αυτό ήταν ο πατέρας του Κίτον που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο αυτό για το νεαρό γιο του. Ο Κίτον επανέλαβε το ανέκδοτο πολλές φορές στα χρόνια που ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένης και μιας συνέντευξής του το 1964 στην εκπομπή Telescopeστο καναδικό κανάλι CBC.

Σε ηλικία τριών ετών ο Κίτον μπήκε στο χώρο του θεάματος, παίζοντας με τους γονείς του στους «Τρεις Κίτον» (The Three Keatons). Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1899 στη πόλη Wilmington της πολιτείας Delaware. Η παράσταση ήταν ουσιαστικά ένα κωμικό σκετς. Η μητέρα του έπαιζε σαξόφωνο στην άκρη της σκηνής ενώ ο Μπάστερ και ο πατέρας του έπαιζαν στο κέντρο της σκηνής. Ο νεαρός Κίτον υποτίθεται πως εκνεύριζε τον πατέρα του δείχνοντας ανυπακοή και ο πατέρας του αντιδρούσε πετώντας τον στο σκηνικό, στο σημείο που βρισκόταν η ορχήστρα ή ακόμα και στους θεατές. Μια λαβή βαλίτσας ήταν ραμμένη μέσα στα ρούχα του μικρού Κίτον για να τον βοηθάει με τα τινάγματα. Το νούμερο εξελισσόταν φυσιολογικά αφού ο Κίτον είχε μάθει να πέφτει με ασφάλεια. Πολύ σπάνια τραυματιζόταν ή πάθαινε κάποιο μώλωπα στη σκηνή. Αυτό το χοντροκομμένο είδος κωμωδίας οδήγησε σε κατηγορίες κατά των γονιών του Κίτον για κακοποίηση ανηλίκου και περιστασιακά ακόμα και σε συλλήψεις. Ο Μπάστερ Κίτον έδειχνε πάντα στις αρχές πως δεν είχε κάποιο μώλωπα ή καποιο σπασμένο οστό. Τελικά, τον αποκάλεσαν «Το Μικρό Παιδί Που Δεν Μπορεί Να Διαλυθεί» με το νούμερο να διαφημίζεται ως «Το Σκληρότερο Νούμερο Στην Ιστορία Του Θεάτρου». Δεκαετίες αργότερα, ο Κίτον είπε πως ο πατέρας του δεν τον χτύπησε ποτέ και πως οι πτώσεις και τα χτυπήματα ήταν θέμα σωστής τεχνικά εκτέλεσης. Το 1914 είπε στην εφημερίδα Detroit News «Το μυστικό είναι να πέφτεις μαλακά και να μειώνεις τη δύναμη της πτώσης με ένα χέρι ή ένα πόδι. Είναι ένα κόλπο. Ξεκίνησα τόσο νέος που το να προσγειώνομαι σωστά, μου έχει γίνει δεύτερη φύση. Αρκετές φορές θα είχα σκοτωθεί αν δεν μπορούσα να προσγειωθώ σαν γάτα. Μιμητές της παράστασής μας δε διαρκούν πολύ γιατί δεν αντέχουν τη διαδικασία.»

Ο Κίτον ανέφερε πως του άρεσε τόσο πολύ που κάποιες φορές άρχιζε να γελάει όταν ο πατέρας του τον πετούσε από τη σκηνή. Επειδή πρόσεξε πως αυτό έβγαζε λιγότερο γέλιο από τους θεατές, υιοθέτησε τη διάσημη αγέλαστη έκφρασή του.

Η παράσταση ερχόταν σε σύγκρουση με πολλούς νόμους που απαγόρευαν να παίζουν τα παιδιά σε βαριετέ. Λέγεται πως όταν ένας λειτουργός είδε τον Κίτον με το κοστούμι και μακιγιαρισμένο και ρώτησε ένα μηχανικό της σκηνής πόσο χρονών ήταν, ο μηχανικός έδειξε τη μητέρα του Κίτον, λέγοντας «Δεν ξέρω, ρώτα τη γυναίκα του!».

Σε ηλικία έξι ετών ο Κίτον ήταν ήδη ένας εντυπωσιακός ακροβάτης και μίμος. Σύμφωνα με ένα βιογράφο, ο Κίτον υποχρεώθηκε να πάει σχολείο όταν έπαιζε στη Νέα Υόρκη αλλά πήγε σχολείο για ένα μέρος μιας μέρας. Παρά τις εμπλοκές με το νόμο και μια καταστροφική περιοδεία σε θέατρα μουσικών επιθεωρήσεων στη Βρετανία, ο Κίτον ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι του θεάτρου. Ο ίδιος δήλωσε πως έμαθε να διαβάζει και να γράφει σε μεγάλη ηλικία και πως τον δίδαξε η μητέρα του. Το Τρίο Κίτον σημείωνε επιτυχία αλλά ο αλκοολισμός του πατέρα του Κίτον απειλούσε να καταστρέψει τη φήμη της οικογενειακής παράστασης. Έτσι, σε ηλικία 21 ετών, ο Κίτον και η μητέρα του, Myra, έφυγαν για τη Νέα Υόρκη, όπου ο Μπάστερ μεταπήδησε ταχύτατα από το βαριετέ στον κινηματογράφο εμφανιζόμενος σε ταινίες του Φάτι Άρμπακλ. Κατετάγη στο στρατό το 1918 και υπηρέτησε κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετατέθηκε στη Γαλλία αλλά δε συμμετείχε ενεργά σε καμία μάχη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου έχασε μερικώς την ακοή του. Το 1919 επέστρεψε στην Αμερική.




Εποχή του Βωβού Κινηματογράφου

Το Φεβρουάριο του 1917, ο Κίτον συνάντησε το Ρόσκοε «Φάττυ» Άρμπακλ στα στούντιο Talmadge στη Νέα Υόρκη, όπου ο Άρμπακλ είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον παραγωγό Τζόζεφ Μ. Σενκ. Ο Τζο Κίτον αποδοκίμαζε τις ταινίες και ο Μπάστερ είχε τις επιφυλάξεις του για το μέσο. Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης του με τον Άρμπακλ, ζήτησε να δανειστεί μια κάμερα για να μάθει πώς λειτουργεί. Πήρε την κάμερα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενε, την αποσυναρμολόγησε και την επανασυναρμολόγησε. Έχοντας κατανοήσει τη μηχανική του κινηματογράφου, επέστρεψε την επόμενη μέρα, με την κάμερα στο χέρι, ζητώντας δουλειά. Προσελήφθη ως συμπρωταγωνιστής και συντάκτης κωμικών ατακών, κάνοντας την πρώτη του εμφάνιση στην ταινία The Butcher Boy. Ο Κίτον ισχυρίστηκε πως έγινε σύντομα βοηθός σκηνοθέτη του Άρμπακλ και ολόκληρου του τμήματος συγγραφής κωμικών διαλόγων. Ο Κίτον και ο Άρμπακλ έγιναν στενοί φίλοι.

Μετά την επιτυχημένη συνεργασία του Κίτον με τον Άρμπακλ, ο Σενκ του έδωσε μια δική του μονάδα παραγωγής, την Buster Keaton Comedies. Έκανε μια σειρά από κωμωδίες μικρού μήκους, όπως το «Μια Εβδομάδα» (One Week, 1920), «Το Στοιχειωμένο Σπίτι» (The Haunted House, 1921), «Το Θέατρο» (The Playhouse, «Η Βάρκα» (The Boat, 1921), «Το Χλωμό Πρόσωπο» (The Paleface, 1922), «Μπάτσοι» (Cops, 1922) και «The Electric House» (1922). Βασιζόμενος στην επιτυχία αυτών των ταινιών μικρού μήκους, ο Κίτον μεταπήδησε στις ταινίες μεγάλου μήκους. Στους συγγραφείς του Κίτον συγκαταλέγονταν οι Κλάιντ Μπρούκμαν και Τζιν Χαβέζ αλλά τις πιο έξυπνες ατάκες συχνά τις σκεφτόταν ο ίδιος ο Κίτον. Ο σκηνοθέτης κωμωδιών Λίο ΜακΚάρεϊ, ανακαλώντας τις ξέγνοιαστες μέρες που έφτιαχναν φαρσοκωμωδίες, είπε, «Όλοι μας προσπαθούσαμε να κλέψουμε τους συντάκτες των άλλων. Αλλά δεν είχαμε καμία τύχη με τον Κίτον γιατί τις καλύτερες ατάκες του, τις σκεφτόταν ο ίδιος και δεν μπορούσαμε να κλέψουμε αυτόν». Οι πιο περιπετειώδεις ιδέες απαιτούσαν επικίνδυνα ακροβατικά, τα οποία εκτελούνταν επίσης από τον Κίτον. Κατά τη διάρκεια της σκηνής του σιδηροδρόμου-υδατοδεξαμενής στο Σέρλοκ ο Νεότερος, ο Κίτον έσπασε το λαιμό του όταν έπεσε πάνω σε μια σιδηροτροχιά αλλά δεν το κατάλαβε παρά μόνο μετά από χρόνια. Μια σκηνή από την ταινία Το ατμόπλοιο Μπιλ, Ο Νεότερος απαιτούσε από τον Κίτον να τρέξει και να σταθεί ακίνητος σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Μετά η πρόσοψη ενός τριώροφου κτιρίου κατέρρεε πέφτοντας πάνω του. Ο χαρακτήρας του Κίτον αναδυονόταν από τα συντρίμμια αλώβητος, χάρη σε ένα και μοναδικό ανοιχτό παράθυρο, μέσα από το οποίο περνούσε. Η σκηνή απαιτούσε ακρίβεια γιατί το σκηνικό ζύγιζε δύο τόνους και το παράθυρο πρόσφερε μόνο μερικά εκατοστά χώρου γύρω από το σώμα του Κίτον. Η σκηνή έγινε μία από τις εικονικές στιγμές στην καριέρα του Κίτον.

Ο κριτικός κινηματογράφου Ντέηβιντ Τόμσον αργότερα περιέγραψε το ύφος κωμωδίας του Κίτον: «Ο Μπάστερ, απλά ένας άνθρωπος που κλίνει προς μια πίστη σε τίποτα άλλο εκτός από τα μαθηματικά και τον παραλογισμό...σαν έναν αριθμό που πάντα ψάχνει τη σωστή εξίσωση. Κοίταξε το πρόσωπό του-τόσο όμορφο αλλά καθόλου ανθρώπινο σαν πεταλούδα-και βλέπεις αυτή την απόλυτη αποτυχία να διακρίνεις κάποιο συναίσθημα.» Εκτός από «Απόφοιτος Κολλεγίου» (Steamboat Bill Jr., 1928) στις πιο διαχρονικές ταινίες μεγάλου μήκους του Κίτον περιλαμβάνονται οι: «Η Φιλοξενία Μας» (Our Hospitality, 1923), «Ο Θαλασσοπόρος» (The Navigator, 1924), «Σέρλοκ ο νεότερος» (Sherlock Jr., 1924), «Επτά Ευκαιρίες» (Seven Chances, 1925), «Ο Κινηματογραφιστής» (The Cameraman, 1928) και «Ο Στρατηγός» (The General, 1927).


Ο Στρατηγός, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, συνδύασε τη σωματική κωμωδία του Κίτον με την αγάπη του για τα τρένα. Γυρισμένη σε γραφικές τοποθεσίες, η ταινία αναπαριστά ένα πραγματικό γεγονός της πολεμικής εκείνης περιόδου. Αν και σήμερα θεωρείται το εξοχότερο επίτευγμα του Κίτον, η ταινία έλαβε ανάμικτες κριτικές εκείνη την εποχή. Ήταν πολύ δραματική για κάποιους κινηματογραφόφιλους που περίμεναν μια ελαφριά κωμωδία και οι κριτικοί αμφισβήτησαν την ικανότητα του Κίτον να φτιάξει μια κωμική ταινία για τον Εμφύλιο Πόλεμο, ακόμα και όταν επισημαίνουν ότι έβγαζε «κάποιο γέλιο». Το γεγονός ότι οι ήρωες της ιστορίας ήταν από την πλευρά των Νοτίων μάλλον συνέβαλε στην αντιδημοτικότητα της ταινίας. Στις μέρες του ήταν μια ακριβή παραγωγή που έπεσε στο κενό. Δεν εμπιστευθήκαν ποτέ ξανά στον Κίτον τον πλήρη έλεγχο των ταινιών του. Ο διανομέας του, η εταιρία United Artists, επέμενε να υπάρχει και ένας διευθυντής παραγωγής για να εποπτεύει τα έξοδα και να παρεμβαίνει αλλάζοντας κάποια στοιχεία του σεναρίου, αν ήταν απαραίτητο. Ο Κίτον άντεξε αυτή τη μεταχείριση για δύο ακόμα ταινίες και μετά αντάλλαξε την ανεξαρτησία του για μια θέση στο μεγαλύτερο στούντιο του Χόλιγουντ, στη Metro-Goldwyn-Mayer. Η απώλεια της ανεξαρτησίας του Κίτον ως παραγωγός συνέπεσε με τον ερχομό των ομιλουσών ταινιών και τα συσσωρευόμενα προσωπικά προβλήματα, με αποτέλεσμα η καριέρα του στην αρχή της εποχής του ομιλούντος κινηματογράφου να δεχθεί ένα ισχυρό πλήγμα.

Γάμοι

Το 1921, ο Κίτον παντρεύτηκε τη Νάταλι Ταλμάτζ, την κουνιάδα του αφεντικού του, Τζόζεφ Σενκ, και αδερφή των ηθοποιών Νόρμα Ταλμάτζ και Κονστάνς Ταλμάτζ. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων του γάμου, το ζευγάρι απέκτησε δυο γιους, τον Τζέιμς (1922-2007) και τον Ρόμπερτ (γ. 1924) αλλά μετά τη γέννηση του Ρόμπερτ η σχέση άρχισε να έχει προβλήματα. Η Νάταλι ζητούσε μεγάλο σπίτι, λιμουζίνες, πάρτι στα οποία προσκαλούσε όλο το Χόλιγουντ, μπάτλερ και γκουβερνάντες για τους δύο γιους τους. Ο Μπάστερ Κίτον το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίζει ταινίες.

Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Κίτον, η Νάταλι τον έδιωξε από την κρεβατοκάμαρά τους και έστελνε ιδιωτικούς ντετέκτιβ να τον παρακολουθούν για να δει με ποιες έβγαινε πίσω από την πλάτη της. Οι υπερβολές της ήταν άλλος ένα παράγοντας που οδήγησε στην κατάρρευση του γάμου. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, έβγαινε με την ηθοποιό Κάθλην Κει. Όταν έδωσε ένα τέλος στη σχέση, η Κει έγινε έξω φρενών και κατέστρεψε το καμαρίνι του. Μετά από προσπάθειες συμφιλίωσης, η Νάταλι πήρε διαζύγιο από τον Κίτον το 1932, παίρνοντας του όλη του την περιουσία και αρνούμενη να του επιτρέψει οποιαδήποτε επαφή με τους γιους του, των οποίων το επίθετο άλλαξε σε Ταλμάτζ. Ο Κίτον ξαναέσμιξε μαζί τους περίπου μια δεκαετία αργότερα όταν ο μεγαλύτερος γιος του ήταν 18 ετών. Η απότυχία του γάμου του σε συνδυασμό με την απώλεια της ανεξαρτησίας του ως παραγωγός, οδήγησε τον Κίτον σε μια περίοδο αλκοολισμού.

Στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του, ο Κίτον ξόδεψε $300.000 για να χτίσει ένα σπίτι 930 m2 στο Μπέβερλι Χιλς, το οποίο αργότερα το αγόρασε ο Τζέιμς Μέισον και ο Κάρι Γκραντ. Η «Ιταλικη Βίλα» του Κίτον φαίνεται στην ταινία του Κίτον Parlor, Bedroom and Bath. Ο Κίτον είπε αργότερα πως: «Έπαθα πολλά για να χτίσω αυτή την τρώγλη.» Ο Μέισον βρήκε στο σπίτι, στη δεκαετία του '50, πολυάριθμα κουτιά με σπάνιες ταινίες του Κίτον. Οι ταινίες μεταφέρθηκαν γρήγορα σε φιλμ ασφαλείας πριν αλλοιωθούν περισσότερο τα πρωτότυπα φιλμ από νιτροκυτταρίνη.

Ο Κίτον νοσηλεύτηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Ωστόσο, σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ του καναλιού TCM «So Funny it Hurt», ο Κίτον κατάφερε να ξεφύγει από έναν ζουρλομανδύα χρησιμοποιώντας κάποια κόλπα που είχε μάθει στο βαριετέ. Το 1933 παντρεύτηκε τη νοσοκόμα του, Μάε Σκράιβεν, κατά τη διάρκεια ενός ξεφαντώματος όπου το αλκοόλ έρρεε άφθονο. Ο Κίτον δήλωσε κατόπιν πως δε θυμόταν τίποτα από το περιστατικό (ο ίδιος ο Κίτον αποκάλεσε αργότερα αυτή την περίοδο «αλκοολικό μπλακ άουτ»). Η ίδια η Σκράιβεν μετέπειτα δήλωσε πως δεν ήξερε ούτε καν το πραγματικό όνομα του Κίτον πριν το γάμο. Όταν χώρισαν το 1936, το οικονομικό κόστος για τον Κίτον ήταν και πάλι μεγάλο.


Το 1940, ο Κίτον παντρεύτηκε την κατά 23 χρόνια νεότερή του Ελεανόρ Νόρις (1918-1998). Σε αυτήν αποδίδεται η διάσωση της ζωής του Κίτον αφού τον έβγαλε από τον αλκοολισμό και βοήθησε να περισωθεί η καριέρα του. Ο γάμος διήρκεσε μέχρι το θάνατό του. Μεταξύ του 1947 και του 1954 εμφανίζονταν τακτικά στο Τσίρκο Μεντράνο στο Παρίσι ως ντουέτο. Ήξερε τις συνήθειές του τόσο καλά που συχνά συμμετείχε σε αυτές σε τηλεοπτικές αναπαραστάσεις.


Wedding of Buster Keaton and Eleanor Norris, May 29, 1940

Ομιλών κινηματογράφος και τηλεόραση

Ο Κίτον υπέγραψε με την MGM το 1928, μια επαγγελματική απόφαση που αργότερα θα αποκαλούσε τη χειρότερη της ζωής του καθώς άρχισαν τα προβλήματα σε επαγγελματικό αλλά και προσωπικό επίπεδο. Ο Κίτον συνειδητοποίησε πολύ αργά πως το σύστημα που ακολουθούσε η MGM θα ήταν πιο περιοριστικό από την ελευθερία στην οποία είχε συνηθίσει, περιορίζοντας αυστηρά την καλλιτεχνική του έκφραση. Ήταν υποχρεωμένος να προσκολλάται σε σενάρια που ήταν φορτωμένα με διαλόγους. Για πρώτη φορά ο Κίτον αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει κασκαντέρ κατά τα γυρίσματα κάποιων επικίνδυνων σκηνών, αφού η MGM ήθελε να προστατεύσει την επένδυσή της. Σταμάτησε, επίσης, να σκηνοθετεί αλλά συνέχισε να παίζει και έκανε για την εταιρία μερικές από τις πιο επιτυχημένες οικονομικά ταινίες του. Η MGM προσπάθησε να ενώσει επαγγελματικά τον λακωνικό Κίτον με τον θορυβώδη Τζίμυ Ντουράντ σε μια σειρά ταινιών The Passionate Plumber, Μίλα Ελεύθερα (Speak Easily) και What! No Beer?. Η τελευταία θα ήταν η τελευταία εμφάνισή του ως πρωταγωνιστής. Οι ταινίες αποδείχτηκαν δημοφιλείς. Τριάντα χρόνια αργότερα ο Κίτον και ο Ντουράντ είχαν κάποιους μικρούς ρόλους στο Ενας Τρελός Τρελός Κόσμος.



Στις πρώτες ομιλούσες ταινίες του Κίτον, αυτός και οι υπόλοιποι ηθοποιοί γύριζαν κάθε σκηνή τρεις φορές: μία στα Αγγλικά, μία στα Ισπανικά και μία στα Γαλλικά ή στα Γερμανικά. Οι ηθοποιοί απομνημόνευαν φωνητικά τα ξενόγλωσσα σενάρια, λίγο κάθε φορά, και γυρίζαν αμέσως. Αυτό σχολιάζεται στο ντοκιμαντέρ του καναλιού TCM Buster Keaton: So Funny it Hurt με τον Κίτον να παραπονιέται επειδή έπρεπε να γυρίζει άθλιες ταινίες όχι μόνο μία αλλά τρεις φορές. Το καλλιτεχνικό του όνομα στην ισπανική αγορά ήταν Pamplinas («Ανοησία») και το παρατσούκλι του ήταν Cara de palo («Ξύλινο Πρόσωπο»). Οι Γάλλοι αναφερόντουσαν στον Κίτον ως «Malec».

Στα παρασκήνια, ο κόσμος του Κίτον βρισκόταν σε χάος, με τις διαδικασίες του διαζυγίου και τον αλκοολισμό να συντελούν σε καθυστερήσεις στην παραγωγή και σε δυσάρεστα συμβάντα στο στούντιο. Ο Κίτον ήταν τόσο άσχημα κατά τη διάρκεια της παραγωγής της ταινίας του 1933 What! No Beer? που η MGM τον αποδέσμευσε μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα αν και η ταινία έγινε τεράστια επιτυχία. Το 1934, ο Κίτον δέχτηκε μια προσφορά να κάνει μια ανεξάρτητη ταινία στο Παρίσι, Le Roi des Champs-Élysées. Εκείνη την περίοδο έκανε και μια ακόμα ταινία στην Ευρώπη, το The Invader (που κυκλοφόρησε στην Αμερική υπό τον τίτλο An Old Spanish Custom το 1936). Αμέσως μετά την επιστροφή του στο Χόλιγουντ, έκανε μια επανεμφάνιση στον κινηματογράφο με μια σειρά 16 κωμωδιών μικρού μήκους για την εταιρεία Educational Pictures. Οι περισσότερες είναι απλές οπτικές κωμωδίες με τις περισσότερες ατάκες να είναι γραμμένες από τον ίδιο τον Κίτον. Όταν η σειρά έφτασε στο τέλος της το 1937, ο Κίτον επέστρεψε στην MGM ως συντάκτης κωμωδιών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι ταινίες των Αδερφών Μαρξ «Το Τσίρκο» (At the Circus,1939) και «Οι Αδερφοί Μαρξ Στην Άγρια Δύση» (Go West,1940) όπως και υλικό για τον διάσημο κωμικό Red Skelton.

Το 1939, η Columbia Pictures προσέλαβε τον Κίτον για να πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά ταινιών μικρού μήκους. Η σειρά διήρκεσε δύο χρόνια. Σκηνοθέτης ήταν συνήθως ο Τζουλς Ουάιτ, ο οποίος έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη φαρσοκωμωδία, κάτι που έκανε τις ταινίες να μοιάζουν με τις κωμωδίες του Τρίο Στούτζες, οι οποίες είχαν επίσης σκηνοθετηθεί από τον Ουάιτ. Από τις δέκα ταινίες που έκανε με την Columbia η αγαπημένη του ήταν η ταινία Pest From the West (1939) ένα μικρό ριμέικ της ελάχιστα γνωστής ταινίας του The Invader (1935). Το Pest From the West δε σκηνοθετήθηκε από τον Ουάιτ αλλά από τον Ντελ Λορντ. Οι θεατές και οι ιδιοκτήτες κινηματογράφων υποδέχτηκαν θερμά τις κωμωδίες του Κίτον με την Columbia, που ήταν αρκετά επιτυχημένες ώστε να επαναπροβληθούν πολλές φορές κατά τη δεκαετία του '60.

Με την προσωπική του ζωή να έχει σταθεροποιηθεί με το γάμο του το 1940, ο Κίτον εγκατέλειψε την Columbia. Κατά τη δεκαετία του 1940 ο Κίτον υποδύθηκε χαρακτήρες σε ταινίες Α' και Β' κατηγορίας. Οι κριτικοί ανακάλυψαν ξανά τον Κίτον το 1949 και οι παραγωγοί τον προσλάμβαναν κατά καιρούς και σε μεγαλύτερες και με περισσότερο κύρος ταινίες. Έκανε σύντομες εμφανίσεις σε ταινίες όπως στις In the Good Old Summertime (1949), Η Λεωφόρος της Δύσεως(Sunset Boulevard, 1950), Ο Γύρος Του Κόσμου Σε 80 Ημέρες (Around The World In 80 Days, 1956) και Ενας Τρελλος Τρελλος Κοσμος (It's a Mad, Mad, Mad, Mad World, 1963). Ο Κίτον εμφανίστηκε περισσότερο στο A Funny Thing Happened on the Way to the Forum (1966). Εμφανίστηκε, επίσης, σε μια κωμική σκηνή για δύο αδέξιους μουσικούς, στην ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν Τα Φώτα της Ράμπας(Limelight, 1952), ανακαλώντας το βαριετέ της ταινίας του Κίτον Το Θέατρο (The Playhouse). Με εξαίρεση το Seeing Stars, ένα ελάχιστα γνωστό φιλμ του 1922, Τα Φώτα της Ράμπας αποτελούν τη μοναδική φορά στην οποία η δύο επιφανέστεροι γίγαντες της βωβής κωμωδίας θα εμφανιζόντουσαν μαζί στη μεγάλη οθόνη.



Το 1950, ο Κίτον είχε μια επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, The Buster Keaton Show, το οποίο μεταδιδόταν ζωντανά από ένα τοπικό στούντιο του Λος Άντζελες. Μια προσπάθεια να αναδημιουργηθεί η πρώτη σειρά σε ταινία ως Η Ζωή με τον Μπάστερ Κίτον (Life with Buster Keaton,1951), κάτι που επέτρεψε στο πρόγραμμα να μεταδοθεί σε παναμερικανικό επίπεδο, δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Μια ταινία The Misadventures of Buster Keaton προέκυψε από τη σειρά. Ο Κίτον είπε πως ο ίδιος κατήργησε τη μαγνητοσκοπημένη σειρά γιατί δεν ήταν σε θέση να δημιουργεί αρκετό φρέσκο υλικό για να παράγει ένα καινούριο σόου κάθε εβδομάδα. Ο Κίτον εμφανίστηκε, επίσης, στην εκπομπή του κωμικού Εντ Ουίν. Σε ηλικία 55 ετών, αναπαράστησε ένα από τα ακροβατικά της νιότης του, στο οποίο στήριζε το ένα του πόδι πάνω σε ένα τραπέζι μετά το δεύτερο πόδι του αιωρούνταν δίπλα στο πρώτο και κρατιόταν σε αυτή την άβολη θέση για μια στιγμή πριν πέσει με πάταγο στο πάτωμα της σκηνής. Ο οικοδεσπότης της εκπομπής I've Got a Secret, Γκάρι Μουρ είπε: " Ρώτησα (τον Κίτον) πώς έκανε όλες αυτές τις πτώσεις και απάντησε, «Θα σου δείξω». Άνοιξε το σακάκι του και ήταν γεμάτος μελανιές. Έτσι το έκανε, λοιπόν - πονούσε - αλλά έπρεπε να σε νοιάζει αρκετά ώστε να μη σε νοιάζει".


Σε αντίθεση με τον σύγχρονό του Χάρολντ Λόυντ, που δεν επέτρεπε να προβληθούν οι ταινίες του στη τηλεόραση (και γι' αυτό είναι λιγότερο γνωστός στο σημερινό κοινό), οι περιοδικές εμφανίσεις του Κίτον στην τηλεόραση βοήθησαν στο να αναζωογονηθεί το ενδιαφέρον του κοινού για τις βωβές ταινίες του τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Το 1954, ο Κίτον έπαιξε τον πρώτο του τηλεοπτικό δραματικό ρόλο στο «The Awakening», ένα επεισόδιο της ανθολογικής σειράς Douglas Fairbanks, Jr., Presents. Το 1961 πρωταγωνίστησε σε ένα επεισόδιο της σειράς Η Ζώνη Του Λυκόφωτος με τίτλο «Once Upon a Time», το οποίο περιελάμβανε και βουβές και ομιλούσες σκηνές. Ο Κίτον έπαιξε τον ταξιδιώτη του χρόνου Μάλιγκαν, ο οποίος ταξίδεψε από το 1890 στο 1960 και μετά πάλι πίσω μέσω ενός ειδικού κράνους. Ο Κίτον βρήκε,επίσης, σταθερή δουλειά ως ηθοποιός σε τηλεοπτικές διαφημίσεις, συμπεριλαμβανομένης και μιας δημοφιλούς σειράς βωβών διαφημίσεων για την Simon Pure Beer, στην οποία αναπαρήγαγε αστεία από την εποχή των βωβών ταινιών του. Το 1963, ο Κίτον στο επεισόδιο «Think Mink» της κωμικής σειράς του ABC Mr. Smith Goes to Washington με τον Φες Πάρκερ. Το 1964, εμφανίστηκε με την Τζόαν Μπλοντέλ και τον Τζο Ε. Μπράουν στο τελευταίο επεισόδιο της δραματικής σειράς του ABC Thw Greatest Show On Earth, με πρωταγωνιστή τον Τζακ Πάλανς.

Τον Αύγουστο του 1960, ο Κίτον δέχτηκε το ρόλο του μουγκού βασιλιά Σέξτιμους του Σιωπηλού στην περιοδεία του μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ Once Upon A Mattress. Η Έλεανορ Κίτον συμμετείχε στη χορωδία και κατά τη διάρκεια της πρόβας απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που απευθύνονταν στο σύζυγό της, δημιουργώντας δυσκολίες στην επικοινωνία. Μετά από μερικές μέρες ο Κίτον έκανε το κλίμα πιο ευχάριστο με την "εντελώς απολαυστική αίσθηση του χιούμορ του", σύμφωνα με την Φριτζ Μπλερ, η οποία ήταν συμπρωταγωνίστρια του παίζοντας τη σύζυγο του Βασίλισσα Αγγραβέιν. Όταν η περιοδεία έφτασε στο Λος Άντζελες, ο Κίτον κάλεσε όλους τους ηθοποιούς και το συνεργείο σε ένα σπαγγέτι πάρτυ στο σπίτι του στο Woodland Hills και τους διασκέδασε τραγουδώντας τραγούδια από το βαριετέ.

Το 1960, ο Κίτον επέστρεψε για τελευταία φορά στην MGM, υποδυόμενος έναν εκπαιδευτή λιονταριών σε μια μεταφορά στον κινηματογράφο του Μαρκ Τουαίην Οι Περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φιν. Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε δίπλα στον Ποταμό Σακραμέντο, ο οποίος αντικατέστησε τον ποταμό Μισσισιπί από το βιβλίο του Τουαίην.

Ο Κίτον πρωταγωνίστησε σε μια ταινία μικρού μήκους, που λεγόταν The Railrodder (1965) για τη National Film Board of Canada. Φορώντας το παραδοσιακό του καπέλο με το γυριστό μπορ, ταξίδεψε από τη μια άκρη του Καναδά στην άλλη, αυτοσχεδιάζοντας κωμικά σκετς παρόμοια με αυτά που έκανε στις ταινίες του 50 χρόνια πριν. Η ταινία είναι, επίσης, αξιοσημείωτη ως η τελευταία βωβή κινηματογραφική εμφάνιση του Κίτον. Το The Railroader γυρίστηκε παράλληλα με ένα ντοκιμαντέρ στα παρασκήνια για το βίο και την πολιτεία του Κίτον, που λεγόταν Buster Keaton Rides Again, επίσης γαι τη National Film Board. Έπαιξε τον κεντρικό ρόλο στην ταινία Φιλμ (Film, 1965), που έγραψε ειδικά γι' αυτόν ο Σάμιουελ Μπέκετ, σε σκηνοθεσία Άλαν Σνάιντερ. Η τελευταία εμφάνιση του Κίτον ήταν στην ταινία A Funny Thing Happened on the Way to the Forum (1966). Εντυπωσίασε τους υπόλοιπους ηθοποιούς κάνοντας τις περισσότερες από τις επικίνδυνες σκηνές του στην ταινία, αν και η Thames Television είπε πως η κακή υγεία του, τους ανάγκασε να χρησιμοποιήσουν κασκαντέρ για κάποιες σκηνές.



Θάνατος

Ο Κίτον πέθανε την 1 Φεβρουαρίου 1966 από καρκίνο του πνεύμονα στο Woodland Hills της Καλιφόρνια σε ηλικία 70 ετών. Δεν του είπαν ποτέ πως βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας, αφήνοντάς τον να νομίζει πως έχει βρογχίτιδα. Περιορισμένος σε ένα νοσοκομείο τις τελεταίες του μέρες, ο Κίτον ήταν ακούραστος και πηγαινοερχόταν συνέχεια μέσα στο δωμάτιό του. Σε ένα βρετανικό ντοκιμαντέρ για την καριέρα του, η χήρα του, Ελεανόρ, είπε στους παραγωγούς της Thames Television ότι ο Κίτον έπαιζε χαρτιά με φίλους του το βράδυ πριν πεθάνει.
Από το 1917 ως το θάνατό του, το 1966, ο Μπάστερ Κίτον έπαιξε σε περισσότερες από 120 ταινίες μικρού ή μεγάλου μήκους, βωβές ή ομιλούσες. Ο Κίτον ήταν μια μοναδική προσωπικότητα στον χώρο του κινηματογράφου. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών και των κινησιολογικών του μέσων, με αυτό το φαινομενικά ακίνητο πρόσωπο, ήρεμο, σοβαρό, γοητευτικό και, τελικά, κυρίαρχο. Εκτός από τα υποκριτικά και σκηνοθετικά του χαρίσματα διακρινόταν για την ταπεινοφροσύνη και την αξιοπρέπειά του. Ένα βιογραφικό σημείωμα για τον Μπάστερ Κίτον θα μπορούσε να έχει δύο όψεις: η μία, φωτεινή και απαστράπτουσα, θα περιέγραφε την ιστορία ενός σταρ του βωβού κινηματογράφου, εφάμιλλου του Τσάρλι Τσάπλιν και του Χάρολντ Λόιντ. Η άλλη θα κατέγραφε τη ζωή ενός ηθοποιού που εξέπεσε σταδιακά σε διασκεδαστή, αλκοολικό και ανυπόληπτο, κοντά σε μια γυναίκα η οποία αφαίμαξε την περιουσία και το ταλέντο του, αποσπώντας στο τέλος ως και τα παιδιά του. Τέλειωσε τη ζωή του γράφοντας αστεία για διάσημους κωμικούς, δεχόμενος συχνά προσβολές και ταπεινωτικά σχόλια για τα κείμενά του, ενώ εμφανιζόταν περιστασιακά και στην τηλεόραση σε διάφορα σόου. Δεν αρνήθηκε μάλιστα να διαφημίσει προϊόντα όπως το Άλκα Σέλτζερ ή τη Σέβεν Απ. Και οι δύο εκδοχές είναι πραγματικές, συνθέτοντας το παζλ της ζωής του Μπάστερ Κίτον. Ενός ανθρώπου με μεγάλο ταλέντο που κάμφθηκε όμως από τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες




Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182 – 3 Οκτωβρίου 1226) & " Ο φτωχούλης του Θεού " του Νίκου Καζαντζάκη

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, έργο του Ελ Γκρέκο

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182 – 3 Οκτωβρίου 1226) είναι άγιος της Καθολικής εκκλησίας, ιδρυτής του Τάγματος των Φραγκισκανών.
Γεννήθηκε στην Ασίζη της Ιταλίας, από πλούσια οικογένεια. Πήρε μέρος σε εμφύλιους πολέμους. Κατά τη διάρκεια μιας αρρώστιας του είδε δύο όνειρα τόσο συγκλονιστικά, που τον οδήγησαν στην αμετάκλητη απόφαση να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο έργο της φιλανθρωπίας. Στόχος της φροντίδας του ήταν οι φτωχοί και σε αυτούς έδειχνε έμπρακτα την αγάπη του. Κάποτε μάλιστα ενώθηκε μαζί τους σε μια εξέγερση κατά των ευγενών και αυτό του στοίχισε ένα χρόνο φυλάκιση. Διωγμένος και αποκληρωμένος από τον πατέρα του, έγινε ερμηνευτής των αισθημάτων που ήταν διαδεδομένα στην εποχή του: κήρυξε την ισότητα, την ειρήνη, την περιφρόνηση του πλούτου και την υπεροχή της φτώχειας, την αγάπη προς όλα τα δημιουργήματα του Θεού, έμψυχα και άψυχα, τη στοργή στους λεπρούς. Ο ίδιος κυκλοφορούσε ντυμένος με ένα χιτώνα, δεμένο στη μέση με ένα σκοινί (αυτό το είδος ενδυμασίας έχουν και σήμερα οι μοναχοί του τάγματός του).
Για τρία χρόνια αποσύρθηκε στην ησυχία της ασκητικής ζωής, ώσπου το 1209 ίδρυσε χωριστό μοναχικό τάγμα. Οι οπαδοί του ολοένα πλήθαιναν και αποτέλεσαν το τάγμα των Φραγκισκανών, που είχε την έγκριση και του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄. Ο Φραγκίσκος της Ασίζης επισκέφθηκε τη Γαλλία, την Ισπανία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο. Επιστρέφοντας στην Ιταλία έθεσε κανονισμούς για την καλύτερη λειτουργία του τάγματος, του οποίου η οργάνωση έγινε αρτιότερη. Το 1224, ύστερα από σαράντα ημέρες προσευχής και νηστείας, είδε να αποτυπώνονται πάνω στο σώμα του τα στίγματα των πληγών του Ιησού.
Όταν πέθανε, τον έθαψαν σε ναό που μόλις είχε χτιστεί. Ανακηρύχτηκε άγιος το 1228 από τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Οκτωβρίου.

Η ζωή του

Ο άγιος Φραγκίσκος, κατά κόσμον Τζοβάνι ντε Μπερναντόνε, γεννήθηκε στην Ασίζη το 1182 και ήταν γιος του Πιέτρο ντι Μπερναντόνε, πλούσιου εμπόρου. Ο πατέρας του, σε ένα ταξίδι του στη Προβηγκία, γνώρισε την όμορφη Γαλλίδα Πίκα, την ερωτεύτηκε, τη νυμφεύθηκε και απέκτησε από αυτή ένα γιο, που τον ονόμασε Φραγκίσκο. Ο νεαρός Φραγκίσκος έμαθε να μιλάει τα ιταλικά και τα γαλλικά από τους γονείς του και τα λατινικά από τον ιερέα της ενορίας. Δεν συνέχισε παραπάνω τις σπουδές του αλλά αναμίχτηκε με τη δουλειά του πατέρα του. Το 1202 πολέμησε με το στρατό της Ασίζης εναντίον της Περούτζια, συνελήφθη και παρέμεινε αιχμάλωτος για ένα χρόνο.



Η αφιέρωσή του στον Θεό

Το 1204 κατετάγη στον στρατό του Πάπα Ιννοκέντιου του Γ’ για να πολεμήσει τους άπιστους. Φτάνοντας στο Σπλίτστη Δαλματία, έπεσε βαριά άρρωστος και έτσι εγκατέλειψε τον στρατό και ξαναγύρισε στην πόλη του, όπου και εκδήλωνε μέρα με τη μέρα μεγαλύτερο θρησκευτικό ζήλο. Προσευχόμενος μια μέρα του 1207, στο φτωχικό παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού, είδε σε όραμα τον Θεό, που του ζήτησε να προσφέρει τη ζωή του σε αυτόν. Από αυτή τη στιγμή αφιερώθηκε στον Θεό.
Αφού κατ’ αρχήν έδωσε στον ιερέα του παρεκκλησιού όλα τα χρήματα που είχε πάνω του, άρχισε η νέα καθημερινότητά του, που περιλάμβανε πολλές δωρεές στους φτωχούς, επισκέψεις στα άσυλα των λεπρών, προσευχές και νηστείες. Προκάλεσε όμως την κοινή γνώμη της Ασίζης που στην αρχή τον θεώρησαν τρελό. Αυτή η συμπεριφορά προκάλεσε τον θυμό του πατέρα του, και ο Φραγκίσκος τότε, εγκατέλειψε το σπίτι του, πήρε όλα τα υπάρχοντά του και πήγε να μείνει στο αγαπημένο του παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού. Ακόμα και όταν ο πατέρας του, τον πήγε μπροστά στο δικαστή – στο επισκοπικό δικαστήριο- για να του ζητήσει τον λόγο για τα χρήματα της πατρικής περιουσίας που είχε έτσι «άσκοπα» ξοδέψει, εκείνος απαρνήθηκε το οικογενειακό του όνομα, και έδωσε ότι είχε και δεν είχε, ακόμα και το ράσο του, μένοντας εντελώς γυμνός μπροστά στο κοινό του δικαστηρίου για να ξεπληρώσει αυτά που χρωστούσε στον πατέρα του.

Ο καιρός της πενίας

Τον Φεβρουάριο του 1209 σε μια στιγμή έμπνευσης, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, και ακούγοντας τα λόγια του Ευαγγελίου

«….και υπάγοντες κηρύττετε λέγοντες, Ότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντες θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε, δωρεάν λάβατε, δωρεάν δότε. Μην έχετε χρυσόν, μηδέ άργυρον, μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας σας. Μη σακκίον δια την οδόν, μηδέ δυο χιτώνας, μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον….» (Ματθαίου Ι,7-9)

κατάλαβε πως αυτό ήταν που έπρεπε να κάνει. Πίστεψε ότι αυτή ήταν η θέληση του Χριστού για εκείνον αλλά και για όλο τον κόσμο, και ότι η επιστροφή στο καιρό της αποστολικής πενίας ήταν ο δρόμος για τη σωτηρία της ψυχής. Από εκείνη τη μέρα, γύριζε την Ασίζη αλλά και στις γειτονικές πόλεις κηρύττοντας την πενία και την αξία της, καλώντας τους ανθρώπους να πουλήσουν όλη τη περιουσία τους και να την μοιράσουν στους φτωχούς, καταδίκαζε τους πλούσιους και τους μοναχούς που ζούσαν μέσα στη χλιδή, και καταράστηκε το χρήμα σαν την αιτία για όλες τις συμφορές. Σύντομα, παρόλο που ο περισσότερος κόσμος ακόμα τον χλεύαζε, βρέθηκαν οι πρώτοι 12 που αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Εκείνος τους δέχτηκε και τους έδωσε σαν κανόνα, τα παραπάνω λόγια του Ευαγγελίου.

GiottoΟ Άγιος Φραγκίσκος προσφέρει ένα ρούχο σε έναν φτωχό

Η κοινοβιακή ζωή του

Αυτοαποκαλούνταν fratres minores ή οι ελάχιστοι αδερφοί, φορούσαν σκούρα ενδύματα, έχτισαν καλύβες από κλαδιά και ζούσαν όλοι μαζί και κάθε μέρα κατέβαιναν στις πόλεις για να κηρύξουν. Η αγάπη του επεκτείνονταν και προς τα ζώα και όλα τα πλάσματα της φύσης, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του που συγκινεί τον κόσμο ακόμα και σήμερα.

Είναι γνωστή η ιστορία του, της ομιλίας με τα σπουργίτια που αναφέρεται στο «Μικρά Άνθη του Αγίου Φραγκίσκου», αν και βέβαια οι ιστορικοί θεωρούν ότι αυτό το βιβλίο συμπλέκει αξεδιάλυτα τον μύθο και τη πραγματικότητα.

«….μικρά μου αδέρφια πουλιά, πρέπει να ευγνωμονείτε το Θεό, το δημιουργό σας, και παντού και πάντοτε να τον δοξάζετε γιατί σας έδωσε διπλό και τριπλό ένδυμα. Σας έδωσε την ελευθερία να πετάτε παντού…χωρίς να σπέρνετε, χωρίς να θερίζετε, ο Θεός σας τρέφει και σας δίνει ποτάμια και πηγές για να δροσίζεστε, σας δίνει βουνά και κοιλάδες ως καταφύγιο και μεγάλα δέντρα για να χτίζετε εκεί τη φωλιά σας. Χωρίς να γνωρίζετε να ράβετε και να πλέκετε, ο Θεός φροντίζει να σας ντύνει εσάς και τα παιδιά σας… έτσι μικρά μου αδέρφια και μικρές μου αδερφές, φυλαχτείτε από το αμάρτημα της αχαριστίας και δοξάζετε το Θεό…»


Ζωγραφιά του Αγίου Φραγκίσκου από εκκλησία στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης

Το Τάγμα των Φραγκισκανών αδελφών

Το 1210 ο Φραγκίσκος μαζί με τους 12 μαθητές του πήγε στη Ρώμη για να ζητήσει την έγκριση του Πάπα (όπως ήταν αναγκαίο σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας) για τη δημιουργία του Τάγματός του. Ο Ιννοκέντιος ο Γ’, διαβάζοντας τους αυστηρούς κανόνες του αγίου Φραγκίσκου, τους συμβούλευσε να αναβάλουν την ίδρυση του Τάγματος μέχρι ο καιρός να αποδείξει την εφαρμοσιμότητα του κανόνα. Ο Πάπας τελικά, υποχώρησε στην αποφασιστικότητα του Φραγκίσκου, και απεδέχθη τον κανονισμό. Οι μοναχοί χειροτονήθηκαν, δέχτηκαν την υπακοή στην ιεραρχία της Εκκλησίας και οι Βενεδικτίνοι μοναχοί τους παραχώρησαν το παρεκκλήσι της Παναγίας των Αγγέλων, ένα μικροσκοπικό εκκλησάκι 3 μέτρων μήκους μόνο. Οι αδερφοί έχτισαν τις καλύβες τους δίπλα στο παρεκκλήσι και έτσι σχηματίστηκε το πρώτο μοναστήρι του Πρώτου Τάγματος των Φραγκισκανών.
Σύντομα νέοι μαθητές συνέρρευσαν και ανάμεσά τους η 18χρονη Κλάρα ντε Σκίφφι, το 1212, η οποία και ζήτησε από τον Φραγκίσκο να της επιτρέψει να ιδρύσει και ένα τάγμα γυναικών. Έτσι ιδρύθηκε και το Δεύτερο (το γυναικείο) τάγμα των Φραγκισκανών και η μετέπειτα Αγία Κλάρα έχτισε το μοναστήρι της γύρω από το παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού. Το 1221 ιδρύθηκε και το Τρίτο τάγμα των Φραγκισκανών από λαϊκούς που είχε σαν έργο του να βοηθά το Πρώτο και το Δεύτερο τάγμα, μια που οι λαϊκοί θα συνέχιζαν την κατά κόσμο ζωή τους και δεν θα ζούσαν με τους μοναστικούς κανόνες. Το 1212 ο Φραγκίσκος θέλησε να πάει στους μουσουλμάνους και να τους προσηλυτίσει στον χριστιανισμό. Πραγματικά έφυγε από κάποιο ιταλικό λιμάνι για τη Συρία αλλά μια θύελλα ναυάγησε το καράβι στις δαλματικές ακτές και έτσι ο Φραγκίσκος γύρισε πίσω. Το 1220 παραιτήθηκε από τη διεύθυνση του τάγματος εντελώς για να μπορέσει να αφιερωθεί απερίσπαστος στη πνευματική ζωή.Το 1221 όμως όταν κατάλαβε τη χαλάρωση που δημιουργήθηκε στις τάξεις του τάγματος, ξαναέγραψε το κανόνα του – την περίφημη Διαθήκη του- με την ίδια αυστηρότητα που υπήρχε και στο κανόνα του 1210 και τον υπέβαλλε για έγκριση στην ιεραρχία της εκκλησίας που τον δέχτηκαν μεν αλλά κάνοντας αρκετές αλλαγές προς μετριασμό της αυστηρότητάς του. Παρόλο που δυσαρεστήθηκε, ωστόσο πειθάρχησε στις αποφάσεις της εκκλησίας.

Το 1224 εγκατέλειψε την Ασσίζη με 3 μαθητές και εγκαταστάθηκε στις ερημιές, στο βουνό Βέρνα. Στις 14 του Σεπτέμβρη του 1224, την ημέρα της γιορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού είδε το περίφημο όραμά του και εμφάνισε τα στίγματα στο σώμα του.Είδε την εικόνα του σταυρωμένου Χριστού να κατεβαίνει από τον ουρανό και όταν το όραμα έσβησε είδε σαρκώματα στα χέρια, στα πόδια του, και στα πλευρά του, που έμοιαζαν με τις πληγές του Ιησού από τα καρφιά του σταυρού και το τρύπημα της λόγχης.

Ο Θάνατός του

Τον επόμενο χρόνο ο Φραγκίσκος είχε επιστρέψει στην Ασίζη,όταν άρχισε σιγά-σιγά να χάνει την όρασή του. Τα επόμενα χρόνια, ξαναβρήκε κάπως την όρασή του και συνέχιζε να κηρύττει αλλά στο τέλος κουρασμένος από τις κακουχίες της ασκητικής ζωής του, την ελονοσία αλλά και την υδρωπικία που τον έπληξε, πέθανε στις 3 Οκτωβρίου 1226 σε ηλικία 45 χρονών. Μετά από δυο χρόνια, το 1228 η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο.

Η μέρα που γιορτάζεται η μνήμη του είναι η 4η Οκτωβρίου.

Μια δεύτερη μέρα εορτής της μέρας που εμφανίστηκαν τα στίγματα ορίστηκε η 17η Σεπτέμβρη, και πρωτο -εισήλθε στο αγιολόγιο της Καθολικής Εκκλησίας το 1585.

Κατά το χρόνο του θανάτου του, το τάγμα του αριθμούσε ήδη γύρω στους 5000 μοναχούς σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ουγγαρία, στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ισπανία

Francesco d'AssisiLudovico Cigoli

Οι εικόνες είναι από 
https://el.wikipedia.org/


Νίκος Καζαντζάκης " Ο φτωχούλης του Θεού "

Το υπερβατικό πορτραίτο του φλογερού και φυσιολάτρη Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης από τον Νίκο Καζαντζάκη, για πρώτη φορά σε σχολιασμένη έκδοση (Μάρτιος 2008). Στην ανατύπωση του μυθιστορήματος προστίθεται επίμετρο, όπου ο εκδότης-επιμελητής δρ. Πάτροκλος Σταύρου σκιαγραφεί τη σχέση τού Καζαντζάκη με τον Άγιο Φραγκίσκο, και με τον μεγάλο ανθρωπιστή Άλμπερτ Σβάιτσερ, τον οποίον θεωρεί ως τον "Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας". Περιλαμβάνεται, ακόμη, άρθρο του Καζαντζάκη για τον Σβάιτσερ, στον οποίον αφιερώνει το βιβλίο. 

"Αυτός ο βίος τού Αγίου Φραγκίσκου τής Ασσίζης, αφηγούμενος από τον αδελφό Λέοντα, τον ταπεινό του σύντροφο της πρώτης και της τελευταίας του ώρας, χρειάστηκε όλο το βαθιά ανθρώπινο ταλέντο και τη χριστιανική ζέση τού Νίκου Καζαντζάκη για να τον επικαλεσθεί με αυτή την απλότητα και με αυτή τη μυστηριακή αίσθηση, κάποτε τρομακτική, άλλοτε ακτινοβόλα. Ορίστε, μπροστά μας, η ιταλική ύπαιθρος, οι δρόμοι που καίγονται από τον ήλιο, τα δάση κάτω από τη βροχή, οι μεσαιωνικές πολιτείες που αντηχούν ολόκληρες από τη βουή τού πλήθους και τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών. Ορίστε ο δρόμος τής Ρώμης, η θάλασσα, οι Άγιοι Τόποι, κι έπειτα η επιστροφή τού Φραγκίσκου στη γη που τον γέννησε, σ' αυτή τη γη που τόσο αγαπά και στην οποία τόσο λίγο ανήκει αφότου ο Θεός τον θέλησε ολόκληρο για λογαριασμό Του.
Η τέλεια φτώχια, η περιπέτεια στην οποίαν ανεπιφύλακτα αφήνεται ο Φραγκίσκος, έχει κάτι το ιλιγγιώδες - ιλιγγιώδες όπως η αγάπη που ο Φραγκίσκος ανακαλύπτει προοδευτικά, μέχρι να την ενσαρκώσει ο ίδιος: η ανεξάντλητη και απρόβλεπτη αγάπη τού Θεού.
Ο αναγνώστης θα ξαναβρεί στο φλογερό αυτό βιβλίο, του οποίου ο τόνος είναι εκείνος των πιο ευγενών και πιο οικείων συναξαριών, όχι μόνο τον λυρισμό ενός ποιητή παθιασμένα κυριευμένου από την ομορφιά τού κόσμου, αλλ' επίσης όλα τα βαθιά θέματα της σκέψης τού Καζαντζάκη, του πιστού και εξεγερμένου, του ανήσυχου και γαλήνιου, του μοναχικού κι ωστόσο σε ενότητα με όλους τούς συνανθρώπους του."

(από τη γαλλική έκδοση Nikos Kazantzaki, "Le Pauvred' Assise, Plon, Paris 1970)

"Η σεραφική γλυκύτητα του Αγίου Φραγκίσκου μπαίνει σε μιαν ακατάπαυστη μάχη κόντρα στον πατέρα, κόντρα στην πολιτεία, κόντρα στη λοιδορία, την κακότητα και την αδιαφορία, κόντρα στις διαβολικές παγίδες, που γλιστρούν μέχρι και μέσα στον περίβολο του μοναστηριού, όπου οι αδελφοί προσεύχονται στα καλυβάκια τους τα φτιαγμένα από κλαδιά."

(Μαρσέλ Μπριόν της Γαλλικής Ακαδημίας - La Revuede Paris) 

"Δεν πρόκειται εδώ για ένα μυθιστόρημα, αλλά για ένα γνήσιο πάθος, που το ζει σε όλη του την ένταση ο συγγραφέας του... Ο συγγραφέας δικαιολογείται: χαρακτηρίζει το βιβλίο του ως "μυθιστόρημα", αλλά το αποκαλεί Ο δικός μου "Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης". Πράγματι, ο Φραγκίσκος είναι αυτός, ο Καζαντζάκης, ο οποίος έζησε την "Ασκητική" ως τα άκρα και επέζησε."
(Αζίζ Ιζέτ, από το βιβλίο του "Nikos Kazantzaki")



Απόσπασμα συνέντευξης Ν.Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot ,Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι) 6 Μαίου 1955 (ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΣΙΖΗΣ)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 

Αν παράλειψα πολλά από τα λόγια κι από τα έργα του Φραγκίσκου κι αν παράλλαξα άλλα κι αν πρόσθεσα κι άλλα που δεν έγιναν μα μπορούσαν να έχουν γίνει, δεν το έκανα από αμάθεια, ή από αναίδεια ή ασέβεια, παρά από ανάγκη να συνταιριάξω, όσο είναι μπορετό πιο σύμφωνα με την ουσία, το βίο με το μύθο του αγίου. Η τέχνη έχει αυτό το δικαίωμα. Όχι μονάχα το δικαίωμα, παρά και το χρέος: να υποτάζει τα πάντα στην ουσία. Θρέφεται από την Ιστορία, την αφομοιώνει αργά, πονετικά και την κάνει παραμύθι. Αγάπη κι ευλάβεια και θαμασμός για τον ήρωα και μεγαλομάρτυρα με κατείχε γράφοντας το παραμύθι ετούτο, πιο αληθινό και από την αλήθεια συχνά χοντρές στάλες δάκρυα μουντζάλωναν το χειρόγραφο συχνά ένα χέρι με μια αιώνια ανανεούμενη πληγή σα να το κάρφωσαν , σαν να το κάρφωναν αιώνια, διάνευε μπροστά μου μέσα στον αγέρα, ένιωθα ολούθε γύρα μου, όσο έγραφα, την αόρατη παρουσία. Γιατί για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει κι επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια κι από την ωραιότητα: να μετουσιώνει την ύλη που του εμπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα.

Η τέχνη έχει αυτό το δικαίωμα όχι μονάχα το δικαίωμα, παρά και το χρέος: να υποτάζει τα πάντα στην ουσία.

Για ν' ανέβεις στον ουρανό, πήρες φόρα από τον τάφο της Κόλασης.
- Όσο από πιο χαμηλά παίρνεις φόρα, μου ΄λεγες συχνά, τόσο πιο αψηλά μπορείς να φτάσεις.

μπορεί το λοιπόν η αμαρτία να γίνει κι αυτή μονοπάτι που να μας πηγαίνει στο Θεό; Μπορεί κι ο αμαρτωλός να περιμένει σωτηρία;

το να ζητάς το Θεό, αυτό 'ναι ο Θεός!

Είπα στη μυγδαλιά: "Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό". Κι η μυγδαλιά άνθισε.

«-Θεέ μου, τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω. 
–Θεέ μου, μη με παρατεντώσεις, γιατί θα σπάσω. 
–Θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω».

-Πολύ ψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω, καλή 'ναι η γη, περίκαλη κοντά μου. -Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό. Η γη είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε. Ο ουρανός είναι μέσα μας». 


✦    ✦    ✦    ✦

"Πήγαινα από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χωριό σε χωριό, από ερημιά σε ερημιά και ζητούσα το Θεό. Δεν παντρεύτηκα, δεν έκαμα παιδιά, γιατί ζητούσα το Θεό. Κρατούσα μια φέτα ψωμί στο χέρι μου και μια χούφτα ελιές, πεινούσα και ξεχνούσα να φάω, γιατί ζητούσα το Θεό. 
Όσο από πιο χαμηλά παίρνεις φόρα τόσο πιο αψηλά μπορείς να φτάσεις. Η μεγαλύτερη αξία του αγωνιζόμενου χριστιανού δεν είναι η αρετή του, είναι ο αγώνας του να μετουσιώσει την αδιαντροπιά, την ατιμία, την απιστία, την κάκητα μέσα του και να τα κάμει αρετή. Μιά μέρα, ο πιο ένδοξος αρχάγγελος που θα στέκεται πλάι στο Θεό, δε θα 'ναι μήτε ο Μιχαήλ, μήτε ο Γαβριήλ, μήτε ο Ραφαήλ, θα 'ναι ο Εωσφόρος, όταν πια θα 'χει μετουσιώσει το φοβερό σκοτάδι του σε φως. 

Γλυκιά ψαλμωδία,μοσκολίβανο, και στο ταγάρι ψωμί, ελιές, κρασί, τι άλλο θαρείτε πως είναι η Παράδεισος; Γιατί εγώ, ο Θεός να με συγχωρέσει,αυτά που λεν οι σοφοί θεολόγοι για φτερούγες και πνέματα και ψυχές χωρίς κορμί, δεν τα καταλαβαίνω , κι ένα ψίχουλο να πέσει κάτω, σκύβω,το περμαζώνω και το φιλώ, γιατίτο ξέρω θετικά, το ψίχουλο αυτό είναι ένα κομμάτι από την Παράδειο... Μα αυτά μονάχα ο ζητιάνος μπορεί να τα καταλάβει και σε ζητιάνους μιλάω.

Αυτό θα πει ελευτερία! Ποιος είναι λεύτερος αν σε ρωτήσουν, φράτε Λεόνε, τι θα πεις; Αυτός που είναι σκλάβος του Θεού! Ολες οι άλλες ελευτερίες είναι σκλαβιές!


✦    ✦    ✦    ✦

– Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;
Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.
– Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.
Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.
– Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα.
Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:
– Εμένα; Είπε, εσυ;! – και γέλασε.
Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:
– Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος.
Δεν αποκρίθηκα.
– Γιατί; Ξαναρώτησε.
Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.
– Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ’ έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα;
Αγρίεψε:
– Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός;
Και μην παίρνοντας απόκριση:
– Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!
– Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός;
Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:
– Πολύ αψηλά ‘ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω·καλή ‘ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!
– Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας.
Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές· ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βουίζε.
– Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.
– Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.
– Πείνασα, δίψασα, πόνεσα – το ‘μαθα.


Ενα τραγούδι για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης , τον Φτωχούλη του Θεού.


Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου Μουσική: Angelo Branduardi Πρώτη εκτέλεση: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας Στης Βαβυλώνας τη γη με ράσο αντί γι΄ ακόντιο Κινά ένας φίλος για ταξίδι υπερπόντιο Για να κηρύξει την ανθρωπιά την καλοσύνη Μα του περάσανε χαλκά οι Σαρακήνοι Για το δικό του Θεό Του κόσμου το άδικο Σ΄ ένα Σουλτάνο μπροστά Τον παν κατάδικο τον λύνει αυτός απ΄ τα δεσμά του Κι έτσι ο φίλος μας κινάει να πει κι αλλού το κήρυγμα του Σ΄ ένα πηγάδι σταματάει να ξεδιψάσει Μα μια γυναίκα δεν αργεί να πλησιάσει Ωραία στην όψη μα η καρδιά της δηλητήριο Με το κορμί της τον καλεί σ΄ άλλο μαρτύριο Για το δικό σου Θεό Μαζί σου θα καώ Της άπλωσε τα χέρια Και βγήκαν περιστέρια Πιστεύει αυτή με τ΄ άγγιγμά του Κι έτσι ο φίλος μας κινάει να πει κι αλλού το κήρυγμα του Frate Francesco parti una volta per oltr mar Fino alle terre di Babilonia a predicar, Coi suoi compagni sulla via dei Saracini Furono presi e bastonati, i poverini! Frate Francesco parlo E bene predico Che il Gran Sultano ascolto E molto lo ammiro Lo libero dale cantene Cosi Francesco parti per Babilonia a predicare. Για το φτωχούλη θα πω δυο λόγια απ΄ την Ασίζη Που πήγε πέρα στην Βαβυλώνας το μετερίζι Για να κηρύξει την ανθρωπιά την καλοσύνη Μα του περάσανε χαλκά οι Σαρακήνοι


Ο Αγιος Φραγκίσκος είναι ο Προστάτης των Ζώων και του Περιβάλλοντος 

Η 4η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων, γι’ αυτό συμπίπτει με την εορτή της μνήμης του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Αγίου της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία τον ανακήρυξε ως προστάτη των ζώων και του περιβάλλοντος.

Αρκετές είναι οι απεικονίσεις του παρέα με ζώα.






 

Οι εικόνες είναι από  https://gr.pinterest.com/


-La Basilica di San Francesco ad Assisi







Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Μίνωας Καλοκαιρινός (1843 - 5 Οκτωβρίου, 1907 ) - Ο πρώτος ανασκαφέας της Κνωσού




Ο Μίνωας Ανδρέου Καλοκαιρινός (1843, Ηράκλειο Κρήτης - 5 Οκτωβρίου, 1907 Hράκλειο) ήταν Έλληνας έμπορος και αρχαιοδίφης, ο πρώτος ανασκαφέας της Κνωσού το 1878 στον λόφο Τσελεπί Κεφάλα.

Ένας απλός λάτρης της αρχαίας Ελλάδας με μεγάλο μεράκι και ακόμα μεγαλύτερο πείσμα θα έφτανε να συνομιλεί στα ίσα με τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους του καιρού του, ονόματα σαν τον Σλίμαν και τον Έβανς δηλαδή, καθώς ήταν η δική του σκαπάνη αυτή που είχε φέρει στο φως ένα μνημείο παγκόσμιας λάμψης και ακτινοβολίας. 

Τα μυθικά ανάκτορα του βασιλιά Μίνωα αποκαλύφθηκαν λοιπόν από έναν εδώ και καιρό λησμονημένο ανασκαφέα, αν και πρωτοπόρου στα χρόνια του. Η Κνωσός έμελλε να συνδεθεί με τον σερ Άρθουρ Έβανς και τη δική του ανασκαφή το 1900, ενώ ο Καλοκαιρινός ήξερε τους θησαυρούς που κρύβονταν στο σπουδαίο μινωικό παλάτι ήδη από το 1878. 

Ηρακλειώτης έμπορος και λόγιος αστός ήταν ο Καλοκαιρινός, ένας πνευματικός άνθρωπος που λάτρευε την αρχαία Ελλάδα και είχε μελετήσει από Στράβωνα μέχρι Όμηρο και Ηρόδοτο. Και ήταν πεπεισμένος πως το μυθικό παλάτι του αρχαίου Μίνωα υπήρχε, βάζοντας σκοπό ζωής να το φέρει στο φως! 

Μόνο που στα πόδια του θα εμπλέκονταν εμπόδια κολοσσιαία, η ίδια η Ιστορία κοντολογίς, καθώς είχε να παλέψει ακόμα και με την τουρκοκρατία. Και ο στόχος του είχε πάντα και εθνικοαπελευθερωτικά κριτήρια: αν η σκλαβωμένη Κρήτη φιλοξενούσε στα χώματά της έναν τόσο σπουδαίο αρχαίο πολιτισμό και γινόταν επίκεντρο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, δεν θα έκαναν κάτι οι Μεγάλες Δυνάμεις για την ανεξαρτησία της;

«Κατά τας ώρας της σχολής μου εμελέτων τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και ιδίως τους εν τη βιβλιοθήκη του σοφού Κοραή υπαρχόντων… διακαιόμενος υπό του πόθου να αντλήσω τα προς διαφώτισιν της αρχαίας ιστορίας της Κρήτης, δι’ αν ανασκαφήν (εποιησάμην) της ιδίας της καθ’ Όμηρον μεγάλης πόλεως Κνωσού, βασιλείου του Μίνωος», γράφει και ξεκινά με προσωπικά έξοδα τις ανασκαφές εκεί που νομίζει πως υπάρχει το περίλαμπρο παλάτι.

Κι όμως, η σκαπάνη του φέρνει στο φως τις ανακτορικές αποθήκες, εκεί που ο αρχαίος συνονόματός του φύλασσε το λάδι και το κρασί του. Μετά θα έφερνε στο φως ακόμα και τον προθάλαμο της Αίθουσας του Θρόνου! Τα ευρήματα αποκαλύπτονται με τον σωρό και ένας αξιόλογος πολιτισμός αρχίζει να αναδύεται. Ο χριστιανός πασάς απαγορεύει αμέσως τη συνέχιση των ανασκαφών, φοβούμενος όλα όσα ελπίζει ο Καλοκαιρινός να έρθουν με τη δημοσιοποίηση της ανακάλυψής του.

Ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος στέλνει παρόλα αυτά δείγματα των ευρημάτων στα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία, θέλοντας να κεντρίσει το ερευνητικό ενδιαφέρον της αρχαιολογικής κοινότητας, και τα καταφέρνει και με το παραπάνω. Ο διευθυντής του Οξφορδιανού Μουσείου, κάποιος Άρθουρ Έβανς, δείχνει τον μεγαλύτερο εντυπωσιασμό και κατεβαίνει στην Κρήτη. Στην Κνωσό τον ξεναγεί ο ίδιος ο Καλοκαιρινός και από κοινού δουλεύουν για την άρση της απαγόρευσης.

Αποτυγχάνουν όμως και μάλιστα παταγωδώς. Η Κρήτη τελεί για άλλη μια φορά σε γενικό αναβρασμό και στις ταραχές του Ηρακλείου της 25ης Αυγούστου 1898, οι Τούρκοι δολοφονούν τον αδελφό και τον γιο του Καλοκαιρινού, φροντίζοντας να κάψουν και το σπίτι του, καταστρέφοντας έτσι όλα τα ευρήματα από το αρχαίο μνημείο.

Ο Μίνωας καταστρέφεται οικονομικά και απομένει να βλέπει το όραμά του να του το κλέβουν άλλοι. Η Κρήτη απελευθερώνεται το 1898 και ο Έβανς επανακάμπτει δριμύτερος, αποσπώντας την έγκριση της Κρητικής Εθνοσυνέλευσης για τη συνέχιση των ανασκαφών χωρίς τον μεγάλο οραματιστή και πρωτεργάτη στο πλευρό του.

Αφού αγόρασε ολάκερη την περιοχή της αρχαίας Κνωσού και έφερε στο φως τα αξιοζήλευτα ευρήματα που θα του χάριζαν αυτό το «σερ» πριν από το όνομά του, το πρώτο που κάνει είναι να εξαφανίσει τον Καλοκαιρινό από την όλη ιστορία. Ο άγγλος αρχαιολόγος κράτησε τις δάφνες για τον εαυτό του και θα έπρεπε να περάσει ένας σχεδόν αιώνας για να πάρει μυρωδιά η αρχαιολογική κοινότητα και η διεθνής βιβλιογραφία τι είχε πραγματικά συμβεί.

Και θα έπρεπε να βρεθούν οι χειρόγραφοι χάρτες του Καλοκαιρινού από τα αρχαία ανάκτορα και τα υπομνήματά του στα γαλλικά, αλλά και οι καταγραφές του έργου του από τον αμερικανό πρόξενο στην Κρήτη, για να αναθεωρήσουν οι αρχαιολόγοι τα πώς και τα γιατί της ξακουστής ανασκαφής.

Ακόμα και ο Σλίμαν ενδιαφέρθηκε να βάλει πόδι στην Κνωσό, θέλοντας να αγοράσει τον λόφο της αρχαίας πόλης για λογαριασμό του, θεώρησε ωστόσο την τιμή εξωφρενική! Ένα από κείνα τα πιθάρια που βρήκε πάντως ο Καλοκαιρινός εκτίθεται πια στο Βρετανικό Μουσείο για να θυμίζει τον Κρητικό που με προσωπικούς κόπους και χίλια βάσανα προσπάθησε να αποκαλύψει το ελληνικό μεγαλείο της αρχαιότητας, τον ίδιο τον μινωικό πολιτισμό…

Πρώτα χρόνια

Ο Μίνωας Ανδρέου Καλοκαιρινός γεννιέται το 1843 στο Ηράκλειο ως το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του μεγαλεμπόρου Ανδρέα Καλοκαιρινού. Οι Καλοκαιρινοί κρατούσαν από τζάκι και είχαν λεφτά και τίτλους στα χέρια τους. Ο Μίνωας θα ολοκληρώσει το σχολείο στη Σύρο το 1862 και θα εγγραφεί κατόπιν στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχοντας χάσει μέχρι τότε τόσο τη μητέρα του όσο και τα τρία από τα τέσσερα αδέλφια του.

Ένας ακόμα θάνατος θα στοιχειώσει τα πρώτα του χρόνια: το 1864 χάνει και τον πατέρα του και αναγκάζεται να επιστρέψει εσπευσμένα στην Κρήτη για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση με τον μόνο αδερφό που του έχει απομείνει στη ζωή, τον Λυσίμαχο. Οι εμπορικές δραστηριότητες των Καλοκαιρινών είναι όμως τόσο εκτεταμένες που τα δυο αδέρφια αναγκάζονται να τις χωρίσουν.

Διαλύουν το 1871 τον πατρικό όμιλο και ο Μίνωας κρατά τη σαπωνοποιία και τα οινοποιία της οικογένειας, φροντίζοντας παράλληλα να οικοδομήσει και το Μέγαρο των Καλοκαιρινών στα ερείπια του πατρικού του αρχοντικού που είχε γκρεμιστεί από τον σεισμό. Εδώ που θα στεγαζόταν αργότερα όλη η συλλογή του από την Κνωσό! Και καθώς η Ιστορία ήταν πάντα στα πόδια του Καλοκαιρινού, το μέγαρό του θα το έκαιγαν οι Τούρκοι και θα έπρεπε να έρθει το 1903 ο ανιψιός του Ανδρέας (γιος του Λυσίμαχου) να το ξαναχτίσει, ώστε να στεγαστεί σήμερα το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.

Ο γνωστός έμπορος παντρεύτηκε το 1869 τη Σκεύω Κριεζή, κόρη της γνωστής οικογένειας της Ύδρας, με την οποία θα αποκτούσε τέσσερα παιδιά. Πέρα από τις πετυχημένες εμπορικές του δραστηριότητες, ο Μίνωας κρατά ταυτοχρόνως τη θέση του υποπρόξενου της Ισπανίας και λειτουργεί ως διερμηνέας του Αγγλικού Προξενείου στο Ηράκλειο.

Το 1873 αποπειράται να συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή, αλλά η αμείλικτη καθημερινότητα του εμπόρου τον κρατά και πάλι μακριά από την Αθήνα. Επιχειρεί να επιστρέψει στα πανεπιστημιακά έδρανα τόσο το 1883 όσο και το 1897, καθώς ήταν προπάντων λόγιος και εραστής των γραμμάτων.

Είχε μελετήσει εξάλλου όλους τους αρχαίους συγγραφείς και αγαπούσε ιδιαιτέρως την ιστορία και την αρχαιολογία. Ήταν πεπεισμένος μάλιστα πως η Κνωσός δεν ήταν άλλο ένα μυθικό βασίλειο αλλά μια πραγματικότητα του αρχαίου κόσμου. Κι έτσι πείσμωσε και έβαλε στόχο να τη φέρει στο φως.

Κατέληξε μάλιστα, αυτός ο αρχαιοδίφης και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, πως η Κνωσός έπρεπε να είναι θαμμένη στα έγκατα του λόφου της Κεφάλας, εκεί όπου οι ντόπιοι αγρότες και κτηνοτρόφοι ξέθαβαν με τη σέσουλα αρχαία νομίσματα και κεραμικά εδώ και χρόνια. Τεχνουργήματα ωστόσο που, όπως έκρινε, ήταν διαφορετικά από όλα τα άλλα που έβλεπε.

Αγόρασε λοιπόν το 1878 τον χώρο που ήθελε να ανασκάψει από τον τοπικό μπέη, Ιμπραήμ Εφεντάκη, πληρώνοντας αδρά και δυσανάλογα πολύ για την αξία της κακοτράχαλης περιοχής. Σύμφωνα όμως με το οθωμανικό Δίκαιο, τώρα είχε αναφαίρετο δικαίωμα στο 1/3 των ευρημάτων…

Η εμπλοκή με την Κνωσό

Με είκοσι εργάτες στο πλευρό του και τρεις εβδομάδες άδεια από τα επιχειρηματικά του καθήκοντα, ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος αρχίζει να σκάβει και φέρνει στο φως πλήθος τεχνουργημάτων και νομισμάτων. Αποκαλύπτει θεμέλια και φτάνει μάλιστα μέχρι και τον προθάλαμο της Αίθουσας του Θρόνου, νομίζοντας κάποια στιγμή πως είχε αποκαλύψει όλο το παλάτι.

Ταυτοχρόνως, κάνει εκκλήσεις στην ελληνική κυβέρνηση για μεταφορά των ευρημάτων που κρατά στο σπίτι του στην Αθήνα, φυγάδευση των αρχαίων εν ολίγοις για να μη βρεθούν μαγικά στην Κωνσταντινούπολη, όπως ανησυχεί. Το ελληνικό κράτος κωλυσιεργεί, οι Τούρκοι βάζουν συνεχώς αναχώματα και μέσα σε όλα ξεσπούν συνεχώς ταραχές.

Ο 34χρονος Μίνωας δαπανά 750 φράγκα για τις ανασκαφές του φέρνοντας τελικά στο φως ένα καλό τμήμα της δυτικής πτέρυγας του ανακτορικού συγκροτήματος. Τώρα επιζητούσε το ευρωπαϊκό αρχαιολογικό ενδιαφέρον, θέλοντας να μπολιάσει το έργο του με εθνικοαπελευθερωτικές νότες.

Μέσα σε όλα, συμμετέχει στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Συλλόγου της Κρήτης και παραγγέλνει ένα από τα πρώτα μελήματα του φορέα να είναι η αρχαιολογική μελέτη της Κρήτης. Δωρίζει μάλιστα στον σύλλογο τρία από τα πιθάρια του μινωίτη βασιλιά και στέλνει ευρήματα στα μεγαλύτερα αρχαιολογικά και ιστορικά μουσεία της Ευρώπης.

Πιστεύει πως είναι η στιγμή του, η στιγμή που περίμενε η υπόδουλη Κρήτη. Δεν είναι όμως. Το 1879 θα ανέβει ως την Κνωσό ο χριστιανός τοποτηρητής της Κρήτης, Ιωάννης Φωτιάδης, ο οποίος θα απαγορεύσει τη συνέχιση των ανασκαφών, με τη σύμφωνη γνώμη των λογίων της πόλης, για να προστατευτούν τα ευρήματα από τα χέρια των Οθωμανών. Ο Φωτιάδης θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να παραμείνει το ανάκτορο στην αφάνεια, καθώς ήξερε πως τα αρχαία κινδύνευαν να βρεθούν στην Υψηλή Πύλη.

Όταν το 1880, για παράδειγμα, η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ζητά από τον Λυσίμαχο Καλοκαιρινό, πρόξενο της Αγγλίας στο Ηράκλειο, άδεια για μια νέα ανασκαφή στην Κνωσό, εκείνος τη χορηγεί και μάλιστα πρόθυμα, οι εργασίες θα παρεμποδιστούν ωστόσο από τον Φωτιάδη. Όπως και οι αγγλικές και οι αμερικανικές απόπειρες από το 1881-1886, καθώς ο διοικητής του νησιού δεν ήθελε να καταστεί η φλεγόμενη Κρήτη επίκεντρο του παγκόσμιου ερευνητικού ενδιαφέροντος.

Την άνοιξη του 1886, καθώς ο Καλοκαιρινός είχε πυροδοτήσει πράγματι διεθνές αρχαιολογικό ενδιαφέρον, επισκέπτεται την Κνωσό ο ίδιος ο Σλίμαν, ο οποίος εντυπωσιάζεται από τη δουλειά του πάντα ερασιτέχνη συναδέλφου του και προσπαθεί να πείσει με τον αντίκτυπο του ονόματός του τις Αρχές για μια άδεια. Ο Σλίμαν το προσπαθούσε μέχρι και τον θάνατό του το 1890, κατεβαίνοντας και πάλι στο νησί το 1889, δεν τα κατάφερε πάντως ούτε αυτός. Έγραψε πάντως με καημό στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1888: «Θα επιθυμούσα να τελειώσω το έργο της ζωής μου με ένα μεγάλο εγχείρημα … την ανασκαφή του προϊστορικού ανακτόρου των βασιλέων της Κνωσού, στην Κρήτη».

Μέσα σε όλα, ο Καλοκαιρινός έχει ρίξει όλο του το βάρος στην Κνωσό και, παρά την αναντίρρητη ικανότητά του στο εμπόριο, το 1887 πτωχεύει! Η οικονομική του καταστροφή θα σημάνει και το ουσιαστικό του τέλος από την περιπέτεια της ανασκαφής, καθώς δεν έχει πια το μόνο διαπραγματευτικό χαρτί που φαίνεται να περνά σε όλους: το χρήμα.

Παρά ταύτα, είναι και πάλι αυτός που υποδέχεται τον Άρθουρ Έβανς στην Κνωσό το 1894, ξεναγώντας το στον λόφο που είχε αφήσει το σημάδι του. Ο άγγλος αρχαιολόγος κατορθώνει να αγοράσει το 1/4 του λόφου της Κεφάλας, βάζοντας έτσι για τα καλά πόδι στην Κνωσό. Την ώρα που ο Μίνωας βλέπει την οικογένειά του να ξεκληρίζεται από την τουρκική σφαγή των αμάχων το 1898, με τον αποκεφαλισμό του αδερφού του Λυσίμαχου, την εξαφάνιση της κόρης του αλλά και τον φόνο του δικού του πρωτότοκου γιου, πληροφορείται δύο χρόνια αργότερα πως ο Έβανς φέρνει στο φως τα ανάκτορα του μινωικού πολιτισμού!

Τα ευρήματα του Καλοκαιρινού καταστράφηκαν με την τουρκική πυρπόληση του μεγάρου του, καθώς δεν πρόλαβε να τα στείλει -και πάλι μόνος πάλευε- στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Μόνο τα χειρόγραφά του και τους χάρτες του είχε πια από την περιπέτειά του στην Κνωσό, μια ανασκαφή που θα άρχιζε στις 23 Μαρτίου 1900 ο Έβανς από κει ακριβώς που την είχε σταματήσει ο Καλοκαιρινός.

Ο Βρετανός μπήκε εύκολα στην Αίθουσα του Θρόνου, καθώς στον προθάλαμό της είχε σταματήσει η σκαπάνη του Κρητικού 22 χρόνια πρωτύτερα. Σε καμιά δημοσίευσή του δεν εμφανίστηκε ποτέ το όνομα του Καλοκαιρινού που του έδωσε ουσιαστικά τη σημαντικότατη ανακάλυψη στο πιάτο. Μέσα σε δύο χρόνια, ο Έβανε έφερε ανενόχλητος όλη την Κνωσό στο φως…


Τελευταία χρόνια

Όχι ότι ο Μίνωας σταμάτησε ποτέ τη λόγια δράση του, καθώς δεν αποθαρρύνθηκε καθόλου ούτε από τις περιπέτειες με τα ακαδημαϊκά συμφέροντα ούτε από την Ιστορία που στεκόταν συνεχώς εμπόδιο στον δρόμο του. Αυτός ήταν εξάλλου που προσφώνησε τον πρίγκιπα Γεώργιο όταν ο τελευταίος αποβιβάστηκε στο Ηράκλειο το 1900. Κι αυτός έβλεπε με χαρά το πρωτόγνωρο αρχαιολογικό ενδιαφέρον για την Κεφάλα που κλιμακώθηκε στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ξέροντας πως ήταν όλα δικό του έργο.

Προβεβλημένο μέλος της κρητικής κοινωνίας καθώς ήταν, επέστρεψε το 1901 για άλλη μια φορά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αυτή τη φορά όμως για να υποστηρίξει τη διδακτορική του διατριβή («Νομοθεσία του Βασιλέως της Κρήτης Μίνωος – Περί ακοσμίας εν τω Συντάγματι»)! Ο Καλοκαιρινός κατάφερε να τελειώσει τη νομική στα 58 του χρόνια, στην τρίτη του απόπειρα να πάρει το χαρτί, καθώς τότε του το επέτρεψαν οι περιστάσεις.

Το 1903 ορκίζεται επιτέλους δικηγόρος «παρ’ απασι τοις εν Κρήτη Δικαστηρίοις» και το 1906 κυκλοφορεί την επιστημονική του επιθεώρηση «Κρητική Αρχαιολογική Eφημερίς», μια εκδοτική απόπειρα που θα εγκατέλειπε την επόμενη χρονιά. Όχι βέβαια προτού μιλήσει και περιγράψει αναλυτικά τι είχε κάνει στην Κνωσό πριν του κλέψει τη δόξα ο Έβανς.

Εκεί μας είπε πως είχε στα χέρια του 365 αντικείμενα από το παλάτι, τα οποία καταστράφηκαν πλάι στο μέγαρό του την τραγική 25η Αυγούστου 1898. Περισώθηκε μόνο ό,τι είχε προλάβει να δωρίσει ο Κρητικός σε μουσεία της Κρήτης, της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Ο Καλοκαιρινός μπλέχτηκε σε ένα διεθνές διπλωματικό, πολιτικό και ακαδημαϊκό παιχνίδι διεκδικήσεων και συμφερόντων αναφορικά με την ανασκαφή της Κνωσού και ήταν πια αποδυναμωμένος οικονομικά ώστε να έχει κι αυτός λόγο στα τεκταινόμενα.

Έφυγε από τον κόσμο στις 5 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε στην Ιστορία ως ένας ακόμα λόγιος της μαρτυρικής Κρήτης. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια για να του αναγνωρίσει η αρχαιολογική κοινότητα τρία σπουδαία πράγματα: την επιλογή του λόφου της Κεφάλας ως έδρας του μινωικού πολιτισμού, την ταύτιση των εκεί αρχαιοτήτων με το ανάκτορο της Κνωσού, αλλά και την ανάδειξη των ευρημάτων σε διεθνές επίπεδο.

Χωρίς τον Καλοκαιρινό, το Βασίλειον Ανάκτορον ή Μέγαρον του Μίνωος Α’ μπορεί και να μην ερχόταν ποτέ στο φως…
πηγή https://www.cna.gr/







carpe " Στο Δρόμο της Βροχής "


Η αγάπη αναζητά το άγγιγμα

και τη θύμηση των στιγμών,

τα ίχνη του ιδρώτα μας.

Κρατάμε την ανάσα μας

μέσα στης λήθης το κελί.

Καταμεσής στο δρόμο της βροχής

οι ψυχές μας φαίνονται

να ικετεύουν

με τη σιωπή τους.

Σώμα να ταξιδεύει στη βροχή

που πλένεται για ν'αποβάλει

την απελπισία της ύπαρξής του.

Μια καρδιά που έχει πάψει

πια να πάλλεται.

Η νύχτα φτάνει

και απεικονίζει τις ζωές μας

στους ρημαγμένους τοίχους.

Ένα τραγούδι ακούγεται από μακρυά ,

πλέκεται με της βροχής τις στάλες

και εύχεται στις καρδιές μας

τις ανέγγιχτες συγκινήσεις ,τις μεγάλες.

carpe.









Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΒΟΣ " ΑΤΙΤΛΟ "


Ήμασταν χθες
ιδιαζόντως αξιοπρεπείς.
Λες και δε γνωριζόμασταν,
λες και δεν έφευγαν απ’ το κορμί
οι πόθοι σερπαντίνες…
.
Τι ώρα, πες μου, πας να κοιμηθείς;
Τι ώρα έχει αγγλικά η ζωή μας
η μικρή;
Θα πάρει, αγάπη μου,
η κόρη σου κάποιο proficiency
κι εγώ το lower…
Πιο χαμηλά δεν γίνεται
να πάω.

Λάσπες στο deeper down,
mad και mud.

Με κοροϊδεύουν όλοι
στα μπαράκια πια
γιατί έχω στις τσέπες μου
ιππόκαμπους χρωματιστούς,
χάντρες από ορεία κρύσταλλο,
κρύα φιλιά σε σταθμευμένες κούρσες,
τα πισινά σου τυλιγμένα σ’ ένα τούλι
-ενθύμιο του γάμου μας
που απέτυχε
πριν μπούμε στη Σαφράμπολη,
πριν πάρουμε
κάρτα παραμονής στα Σόδομα.

Δεν σ αγαπώ
Σοφία Λάσκαρη-Κλωντέτ μου,
δεν σ’ αγαπώ Ειρήνη Σαμαρκάνδη,
δεν σ’ αγαπώ Ζανέτ απ’ το Μοντεβιδέο.

Μα σ’ αγαπώ, γαμώτο μου,
σαν αερόστατο ριγέ
φτιαγμένο από τρεχούμενη ζωή.

Μόνο υγρά δεν ήμασταν;
Οι πόθοι μας υπόλευκοι
κι οι πόνοι μας στα κάρμινα.

Α ρε Ματίλντ, απόψε…
Ξέρω η μεταξένια σου η φαρέτρα είναι μαύρη
και μέσα της
ένα βερίκοκο ιδρωμένο
ένα ταχύπλοο αιδοίο
είναι των Πάρθων,
είναι του Φιλοκτήτη,
είναι του Πάνδαρου η σαγιτιά
στο κούτελό μου.

Α.Η.

 Photo  Mathilda May by Claude Chabrol
Από http://www.allocine.fr/








ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΒΑΚΙΡΛΗ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ " ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ " - Βραβείο ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ στον Ζ΄ Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Αμφικτυονίας Ελληνισμού


Πέτρα την πέτρα
πάνω στο θυμάρι
την ιστορία μας γράψαμε
δίχως τη λησμοσύνη
τη χαράξαμε
Σε κάρβουνα αναμμένα
σαν τον αη Γιάννη τον Κλήδονα
άφοβα ακουμπήσαμε
και δεν καήκαμε
Ανθεκτικοί σταθήκαμε
πατώντας στο ένα πόδι
στην άκρη του βαθύ γκρεμού
σαν τον αητό ζυγιάζοντας
τα πέτρινα φτερά μας
Είναι η μαγιά μας δυνατή
φουσκώνει το ζυμάρι
και ξεχειλάει σαν αφρός
όντας φυσάει ο μαΪστρος.
Τι κι αν οξειδωνόμαστε
απ' του νοτιά τη μούχλα
λάμπουν τα άσπρα μάρμαρα
στο φίλημα του ήλιου
κι η Αφροδίτη πόνεσε
στη Μήλο της να πάει!