Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Γ ΣΟΥΛΟΓΛΟΥ «Το δεντρί»






Εκεί δίπλα στη ξερολιθιά διάλεξε ο μικρός να φυτέψει το δέντρο του.τι κιαν του φώναζαν ούλοι, αυτός δεν άκουγε τίποτα, εκεί το θελε. Να ναι δύσκολο,να ψάχνει απεγνωσμένα να βρει δρόμο για τις ρίζες του, να του φέρνει από μακρυά το νερό για να ξεδιψάσει,ναναι απόμακρο μη του το ματιάσουν,το θελε μόνο δικό του ο μικρός.
Κάθε μέρα έπαιρνε τη στράτα για το δεντρί, τα πόδια του μάτωναν από τα θάμνα με τα αγκάθια για να φτάσει, να του πάει λίγο νερό να του μιλήσει, φοβόταν μη απολησμονήσει, μη λησμονηθεί.
Ο καιρός περνούσε γοργά,θέριευε το δεντρί και μαζί του κι ο μικρός, ώσπου η άνοιξη ήρθε να ξεθωριάσει και να σβήσει τον χειμώνα. Γιόμισε μπουμπούκια το δέντρο μόρφηνε, το ίδιο κι ο μικρός που πια είχε γίνει νέος. τα μπουμπούκια ο νέος τάχε τώρα στη καρδιά στο νου, τα ταίριαζε με το δέντρο του τα πλεκε και φτιάνανε στεφάνι.
Μια μέρα το φόρεσε και κατέβηκε στο χωριό με τα ματωμένα πόδια. ούλοι τα πόδια του κοίταζαν,μόνο η κοπελία με τις μακριές κοτσίδες είδε το στεφάνι, σκιάχτηκε λιγάκι, τον πέρασε για τον Διόνυσο, ευθύς όμως θυμήθηκε τον ματωμένο συχωριανό της.
Την επόμενη μέρα μόλις ο ήλιος χάραξε την ανατολή στον ορίζοντα,βρήκε τη κοπελιά να παραμονεύει το σοκάκι που έπαιρνε κάθε πρωί ο νιος.Δεν άργησε να φανεί…..τον ακολούθησε αόρατη καθώς ήταν μέσα στις μακριές κοτσίδες της.
Δεν φαινόταν η κοπελιά,εξόν από τις στάλες το αίμα που πρόδιναν τα γυμνά της πόδια. Ο νιος μόλις έφτασε, άδειασε το παγούρι με το νερό γύρω και κάθισε να ξαποστάσει. Αφού μίλησε λιγάκι με το δέντρο του αποκοιμήθηκε δίχως να καταλάβει τίποτε, η κοπελιά έστεκε παρακεί να τον χαζεύει κι αυτόν και κείνο.
Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε ο χειμώνας τα μπουμπούκια όμως δεν έπεφταν,άνθιζαν πιότερο. Ο νιος τάχε χαμένα…… μια με τα μπουμπούκια ,μια με την κοπελιά που όποτε κατέβαινε στο χωριό τον κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε, μόνο το χαμόγελο φαίνονταν από τις μακριές κοτσίδες.
Μόνο όταν η Ανοιξη έκανε την εμφάνισή της κατάλαβε ο νιος. Μόνο τότες είδε το άλλο δεντρί  της κοτσιδούς δίπλα στο δικό του, αγκαλιά. Γιαυτό δεν έπεφταν τα μπουμπούκια, γιαυτό η άνοιξη κρατούσε αιώνια. Μόνο τότες είδε το κορίτσι με τα ματωμένα γυμνά πόδια και το στεφάνι στη κεφαλή πλάι του.
Αγκαλιά τώρα πήραν το δρόμο για το χωριό…… στον καφενέ ούλοι εκστατικοί κοίταζαν τα δυο ολάνθιστα στεφάνια. Το άλλο πρωί όλο το χωριό παραμόνευε στο ίδιο σοκάκι …… την άλλη μέρα ούλοι είχαν ματωμένα πόδια πια και ένα στεφάνι στη κεφαλή.

 http://anorthografies.net/archives/762


ΣΠ.ΠΟΔΑΡΑΣ "Ησυχία" 02/03/2013


Λάρισα

Αλλοι δυο αφτέρωτοι άγγελοι έβγαλαν φτερά
Αλλες δυο νέες ζωές στον θυσιαστήριο της ζωής
Αλλες δυο νέες ζωές λίπασμα στον δικό μας κόσμο
Αλλες δυο νέες ζωές μας παρέσυραν για να γράψουμε τα εσώψυχα μας ωσάν άλλοι διανοούμενοι
Αλλες δυο νέες ζωές που τράβηξαν μαζί τους μια ολόκληρη γενιά,και ο βαρκάρης συμπλήρωσε την σύνταξή του από τις μεταφορές
Αλλες δυο νέες ζωές που θέλουνε το γέλιο μας και όχι το κλάμα μας
Αλλες δυο νέες ζωές Στο αρχοντικό του παραδείσου
Αλλες δυο νέες ζωές φρόντισαν να μας υπενθυμίσουν το ξύπνημα μας
Αλλες δυο νέες ζωές θα ζούνε στον πεθαμένο κόσμο μας σαν ΑΓΓΕΛΟΙ
Αλλες δυο ζωές απίστευτο

Καλημέρα θα ήθελα να τους πώ και να με ακούσουν
Πρόθυμος να πάω κοντά τους να ακούσω το δικό τους
Αδικαιολόγητος που ζω

Πόσες ανάσες μας πήρανε
πόσο οξυγόνο χάσαμε
Η ζωή τους ο θάνατος μου
Ο θάνατος τους η σαπίλα μου

Μιλώ καλοί μου ζωντανοί φίλοι για τους χαμένους ζωντανούς φίλους που πλέον φώλιασαν σαν εφιάλτες στα όνειρά μας και συγχρόνως μας έδωσαν κουράγιο για να μπορέσουμε να τους πονέσουμε
Μην αναλώνεστε με γραφές επαναστατικές ο θάνατος είναι ήττα και σιωπή,μόνο αυτός ξέρει να κερδίζει ζωντανές μάχες
Ας σιωπήσουμε
και ας μυρίσουμε την νίκη τους
ας αγγίξουμε την ήττα μας
ας δούμε την άλλη πλευρά του θανάτου
Την ζωή
Καλό σας ταξίδι και καλή αντάμωση


Γ ΣΕΦΕΡΗΣ "Ὁ Μαθιὸς Πασχάλης ἀνάμεσα στὰ τριαντάφυλλα"


Καπνίζω χωρὶς νὰ σταματήσω ἀπ᾿ τὸ πρωὶ
ἂν σταματήσω τὰ τριαντάφυλλα θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσουν
μ᾿ ἀγκάθια καὶ μὲ ξεφυλλισμένα πέταλα θὰ μὲ πνίξουν
 



φυτρώνουν στραβὰ ὅλα μὲ τὸ ἴδιο τριανταφυλλὶ
κοιτάζουν περιμένουν νὰ ἰδοῦν κάποιον δὲν περνᾶ κανεὶς
πίσω ἀπ᾿ τὸν καπνὸ τῆς πίπας μου τὰ παρακολουθῶ
πάνω σ᾿ ἕνα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρὶς εὐωδιά,
στὴν ἄλλη ζωὴ μία γυναίκα μοῦ ἔλεγε μπορεῖς ν᾿ ἀγγίξεις
αὐτὸ τὸ χέρι

κι εἶναι δικό σου αὐτὸ τὸ τριαντάφυλλο εἶναι δικό σου
μπορεῖς νὰ τὸ πάρεις
τώρα ἢ ἀργότερα, ὅταν θελήσεις.


Κατεβαίνω καπνίζοντας ὁλοένα, τὰ σκαλοπάτια
τὰ τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ἐρεθισμένα
κι ἔχουνε κάτι στὸ φέρσιμό τους ἀπ᾿ τὴ φωνὴ
στὴ ρίζα τῆς κραυγῆς ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει
νὰ φωνάζει ὁ ἄνθρωπος: «μάννα» ἢ «βοήθεια»
ἢ τὶς μικρὲς ἄσπρες φωνὲς τοῦ ἔρωτα.





 Εἶναι ἕνας μικρὸς κῆπος ὅλο τριανταφυλλιὲς
λίγα τεραγωνικὰ μέτρα ποὺ χαμηλώνουν μαζί μου
καθὼς κατεβαίνω τὰ σκαλοπάτια, χωρὶς οὐρανὸ
κι ἡ θεία της ἔλεγε: «Ἀντιγόνη ξέχασες σήμερα τὴ γυμναστική σου
στὴν ἡλικία σου δὲ φοροῦσα κορσὲ στὴν ἐποχή μου».
Ἡ θεία της ἦταν ἕνα θλιβερὸ κορμὶ μ᾿ ἀνάγλυφες φλέβες
εἶχε πολλὲς ρυτίδες γύρω στ᾿ αὐτιὰ μία ἑτοιμοθάνατη μύτη
ἀλλὰ τὰ λόγια της ἦταν γεμάτα φρόνηση πάντα.


Τὴν εἶδα μία μέρα νὰ ῾γγίζει τὸ στῆθος τῆς Ἀντιγόνης
σὰν τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ κλέβει ἕνα μῆλο.

Τάχα θὰ τὴ συναπαντήσω τὴ γριὰ γυναίκα ἔτσι ποὺ κατεβαίνω;
Μοῦ εἶπε σὰν ἔφυγα: «Ποιὸς ξέρει πότε θὰ ξαναβρεθοῦμε»
κι ἔπειτα διάβασα τὸ θάνατό της σὲ παλιὲς ἐφημερίδες
τὸ γάμο τῆς Ἀντιγόνης καὶ τὸ γάμο τῆς κόρης τῆς Ἀντιγόνης
χωρὶς νὰ τελειώσουν τὰ σκαλοπάτια μήτε ὁ καπνός μου
ποὺ μοῦ δίνει μία γέψη στοιχειωμένου καραβιοῦ
μὲ μιὰ γοργόνα σταυρωμένη τότες ποὺ εἴταν ὄμορφη, πάνω στὸ τιμόνι.
Κορυτσά, καλοκαίρι ῾37














Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Χάινριχ Μπελ, Το λυπημένο μου πρόσωπο


Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν' αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ' εκείνη την περιοχή. Είχα αφαιρεθεί κοιτάζοντας τα αιωρούμενα πουλιά, που ζυγιάζονταν κι εφορμούσαν για να βρούνε κάτι να φάνε, μα χωρίς αποτέλεσμα. Το λιμάνι ήταν έρημο, το νερό πράσινο, πηχτό από τ' ακάθαρτο πετρέλαιο και στο λεπιδωτό δέρμα του έπλεε κάθε λογής σαβούρα. Πλοίο πουθενά, ο γερανός σκουριασμένος, οι αποθήκες ρεπιασμένες. Στα μαύρα ερείπια της αποβάθρας ούτε ποντίκια δεν κατοικούσαν πια νέκρα. Εδώ και χρόνια ήταν κομμένη κάθε σχέση με τον έξω κόσμο.

 Είχα καρφώσει το βλέμμα σ' ένα γλάρο και παρακολουθούσα το πέταγμα του. Με τον τρόμο χελιδονιού που προαισθάνεται κακοκαιρία πετούσε σχεδόν πάντα κοντά στην επιφάνεια του νερού και μόνο πότε πότε ξεθάρρευε ν' ανέβει ψηλά κρώζοντας, να σμίξει το δρόμο του με κείνον των συντρόφων. Αν λαχταρούσα κάτι, ήταν χωρίς άλλο ένα ψωμί να ταϊσω τους γλάρους, να το κόψω κομμάτια και στο ανάκατο πέταγμα να βάλω ένα άσπρο σημάδι, ένα στόχο που κατά πάνω του θα πετούσαν. Ρίχνοντας ένα κομμάτι ψωμί σ' αυτό το ανεβοκατέβασμα των μπερδεμένων τροχιών που έκρωζε, να τους κατεύθυνα σα να 'τανε δεμένοι με σχοινιά.

 Μα ξαφνικά έπεσε πάνω μου το χέρι της εξουσίας και μια φωνή είπε:

"Ακολούθα με!". Ολομιάς το χέρι δοκίμασε να με τραβήξει απότομα από την πλάτη και να με στριφογυρίσει βίαια. Εγώ στυλώθηκα, το τίναξα κι είπα συγκρατημένα: "Σίγουρα δεν είστε καλά!". "Συνάδερφε", είπε πριν ακόμα καταφέρω να τον καλοκοιτάξω, "σε προειδοποιώ". "Αφεντικό...", ανταπόδωσα. "Δεν υπάρχουν αφεντικά", φώναξε οργισμένος. "Συνάδερφοι είμαστε όλοι." Τώρα στεκόταν δίπλα μου, με κοίταξε από το πλάι κι ήμουν αναγκασμένος να συγκεντρώσω το βλέμμα μου, που πλανιόταν ευτυχισμένα, και να το βυθίσω στην αλύγιστη μάτια του. Ήταν σοβαρός σα βουβάλι που δεκαετίες ολόκληρες δεν καταβρόχθιζε άλλο από καθήκον. "Για ποιο λόγο;..." πήγα να πω. "Για σοβαρό λόγο", είπε. "Για το λυπημένο σου πρόσωπο". Γέλασα. "Άσε τα γέλια!". Η οργή του ήταν πραγματική. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως το 'κανε έτσι από ανία, μιας και δεν έβρισκε να συλλάβει ούτε μια αδήλωτη*, ούτε ένα μεθυσμένο ναύτη, ούτε κλέφτη ή δραπέτη, μα είδα πως δεν αστειευόταν: Εμένα ήθελε να πιάσει. "Ακολούθα με!...". "Μα γιατί;" ρώτησα συγκρατημένα...

Έδεσε μονομιάς τ' αριστερό μου χέρι στον καρπό με μια λεπτή αλυσίδα και στη στιγμή κατάλαβα πως ήμουν πάλι χαμένος. Γύρισα για τελευταία φορά κατά τους γλάρους που πετούσαν, είδα τον όμορφο γκρίζο ουρανό κι έκανα να πέσω με ξαφνική στροφή στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε προτιμότερο να πνιγώ με τη θέληση μου σ' αυτή τη βρώμικη πήχτρα, παρά να με στραγγαλίσουν οι λοχίες σε κάποιο κρατητήριο ή να με ξαναφυλακίσουν. Μα ο πολιτσμάνος τινάζοντας με απότομα με τράβηξε τόσο κοντά, που ήταν αδύνατο να ξεφύγω. "Μα γιατί;" ρώτησα πάλι. "Ο νόμος διατάζει να είσαι-ευτυχισμένος!". "Είμαι ευτυχισμένος", φώναξα. "Το λυπημένο σου πρόσωπο;" κούνησε το κεφάλι. "Μα ο νόμος αυτός είναι καινούριος" είπα. "'Εγινε πριν τριανταέξι ώρες, και το ξέρεις καλά, πως κάθε νόμος ισχύει σαν περάσουν εικοσιτέσσερες ώρες από τη δημοσίευση του." "Μα δεν έχω ιδέα." "Καμιά δικαιολογία! Από προχτές το 'λεγαν όλα τα μεγάφωνα κι όλες οι εφημερίδες, και σε κείνους", εδώ με κοίταξε περιφρονητικά, "και σε κείνους που δε φτάνει η ευλογία ούτε της εφημερίδας ούτε του ραδιοφώνου, το 'καναν γνωστό οι προκηρύξεις που σκορπίστηκαν στους δρόμους όλου του κράτους. Λοιπόν, συνάδερφε, θ' αποδειχτεί πού ήσουν τις τελευταίες τριανταέξι ώρες."

Μ' έσπρωξε μπροστά. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως έκανε ψύχρα και πανωφόρι δεν είχα, τώρα για πρώτη φορά η πείνα μου έφτασε στ' αποκορύφωμα και γουργούριζε στην πύλη του στομαχιού, τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως ήμουν άπλυτος κι αξύριστος και πως υπήρχαν νόμοι, που σύμφωνα μ' αυτούς έπρεπε κάθε συνάδερφος να 'ναι καθαρός, ξυρισμένος, ευτυχισμένος και χορτάτος. Μ' έσπρωχνε μπροστά σαν σκιάχτρο, που έπρεπε ν' αφήσει τον τόπο των ονείρων του στην όχτη του χωραφιού, μια κι η κλοπή ήταν ολοφάνερη

. Οι δρόμοι ήταν αδειανοί, η απόσταση για το τμήμα κοντινή, κι όσο ένιωθα πως θα 'βρισκαν σε λίγο πάλι μιαν αιτία να με φυλακίσουν, τόσο βάραινε η καρδιά μου, γιατί με περνούσε από μέρη της νιότης μου, που σκόπευα να τα επισκεφτώ σαν τέλειωνα την περιδιάβαση του λιμανιού: κήπους που ήταν άλλοτε γεμάτοι θάμνους, όμορφους στη φυσική τους αταξία, δρόμους κατάφυτους � τώρα ήταν όλα σχεδιασμένα, τακτοποιημένα, καθαρά, τετραγωνισμένα, κανονισμένα για τους πατριδολατρικούς συλλόγους, που Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο έκαναν εδώ τις παρελάσεις τους. Μονάχα ο ουρανός ήταν σαν τότε, κι ο αέρας, σαν κείνες τις μέρες που η καρδιά μου ήταν γεμάτη όνειρα.

...'Οσους ανθρώπους συναντούσαμε τους έπιανε ολοφάνερος ενθουσιασμός, τους διαπερνούσε το λεπτό ρευστό της εργατικότητας, μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο έβλεπαν τον πολιτσμάνο. Περπατούσαν όλοι γρηγορότερα, έδειχναν φάτσα βουτηγμένη στο καθήκον, κι οι γυναίκες που έβγαιναν από τα μαγαζιά έβαζαν τα δυνατά τους να δώσουν έκφραση χαράς στο πρόσωπο τους, εκείνη ακριβώς που περίμεναν απ' αυτές, γιατί ήταν διαταγή να εκδηλώνουν χαρά, ζωηρό κέφι στα καθήκοντα της νοικοκυράς, που θα 'πρεπε το βράδυ να τονώνει με πλούσιο δείπνο το δουλευτή του κράτους.

Μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν επιδέξια, έτσι που κανένας τους να μη βρίσκεται στην ανάγκη να διασταυρώσει μπροστά μας το δρόμο. Στο δρόμο είκοσι βήματα πριν από μας εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής, καθένας βιαζόταν να μπει το γρηγορότερο σε μαγαζί ή να στρίψει σε γωνία κι άλλοι έμπαιναν ακόμα και σε ξένο σπίτι και περίμεναν πίσω από την πόρτα έντρομοι, ώσπου να χαθούν τα βήματα μας.

Μονάχα σαν φτάσαμε σε μια διασταύρωση μας συνάντησε ένας ηλικιωμένος, που φευγαλέα διέκρινα να 'χει το σήμα του δασκάλου. Δεν το κατάφερε να λοξοδρομήσει και χαιρετώντας πρώτος αυτός τον πολιτσμάνο κατά τον κανονισμό – χτυπώντας την παλάμη τρεις φορές στο κούτελο να δείξει την απόλυτη ταπεινότητα του – προσπάθησε τώρα, για να εκτελέσει τέλεια το καθήκον που του επιβαλλόταν, προσπάθησε να με φτύσει τρεις φορές στο πρόσωπο και να μ' εφοδιάσει με την τιμητική προσφώνηση: "Πουλημένο τομάρι!". Είχε σκοπεύσει καλά, μα η μέρα είχε ζεστάνει, ο καταπιόνας του ήταν αναγκαστικά ξερός, γιατί με πέτυχαν μονάχα λίγες ταλαίπωρες, πες δίχως ουσία πιτσιλιές, που άθελα μου – παρά τον κανονισμό – με το μανίκι έκανα να τις σκουπίσω. Την ίδια στιγμή ο πολιτσμάνος μου 'δωσε μια πίσω και με χτύπησε γροθιά στη μέση της ραχοκοκαλιάς, λέγοντας ατάραχα "βαθμίς πρώτη", που τόσα πολλά σήμαινε, όπως μορφή πρώτη της πιο ήπιας ποινής που επιβάλλει κάθε πολιτσμάνος.

Ο δάσκαλος το 'βαλε γρήγορα στα πόδια. Οι άλλοι κατάφεραν να λοξοδρομήσουν. Μονάχα μια γυναίκα που είχε πάρει κιόλας τον καθορισμένο αέρα της πριν από το βραδινό γλέντι στην ερωτική στρατώνα, μια χλωμή, πρησμένη ξανθή μου 'στειλε κλεφτά ένα φιλί και χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη. ενώ ο πολιτσμάνος πάλευε να καμωθεί πως δεν είδε τίποτε. Είναι ορμηνεμένοι να επιτρέπουν σ' αυτές τις γυναίκες ελευθερίες που σίγουρα θα στοίχιζαν βαριά τιμωρία σε κάθε συνάδερφο, γιατί, μιας κι είναι η συμβολή τους πολύ ουσιαστική στην ανύψωση της γενικής χαράς για εργασία, θεωρείται πως δεν εμπίπτουν στην περιοχή των συνεπειών του νόμου, μια ομολογία δηλαδή που τη σημασία της τη στιγμάτισε ο καθηγητής της περί κράτους φιλοσοφίας διδάκτωρ, διδάκτωρ, διδάκτωρ Μπλάιγκετ στο επίσημο περιοδικό της (περί κράτους) φιλοσοφίας, σαν ένα σημάδι προϊούσας φιλελευθεροποίησης. Το 'χα διαβάσει την προηγούμενη μέρα πηγαίνοντας για την πρωτεύουσα, σα βρήκα λίγες σελίδες του περιοδικού στον αναγκαίο* ενός χωριατόσπιτου, που κάποιος φοιτητής – ίσως παιδί του χωρικού – τις είχε εφοδιάσει με πολύ έξυπνα σχόλια.

Ευτυχώς φτάναμε πια στο σταθμό, γιατί την ίδια στιγμή χτυπούσαν οι σειρήνες κι αυτό έλεγε πως θα πλημμύριζαν οι δρόμοι από χιλιάδες ανθρώπους με συγκρατημένη ευτυχία στα πρόσωπα – γιατί ήταν διαταγή σκολώντας τη δουλειά να μην εκδηλώνουν πολύ μεγάλη χαρά. αφού αυτό θα σήμαινε πως είναι βάρος η δουλειά, αντίθετα πιάνοντας δουλειά έπρεπε να επικρατεί αλαλαγμός χαράς, αλαλαγμός χαράς και τραγούδι – κι όλες αυτές οι χιλιάδες θα 'πρεπε να με φτύσουν. Οπωσδήποτε οι σειρήνες χτυπούσαν δέκα λεφτά πριν από το βραδινό γλέντι, γιατί καθένας θα 'πρεπε ν' αφοσιωθεί επί δέκα λεφτά σε ένα γενικό πλύσιμο, σύμφωνα με το σύνθημα του τωρινού αρχηγού: ευτυχία και σαπούνι.

Την πύλη για το τμήμα της περιοχής, έναν όγκο μπετόν, τη φρουρούσαν δυο σκοποί, που περνώντας εγκαινίασαν τη "λήψη" των συνηθισμένων "σωματικών μέτρων": Με χτύπησαν με τη λόγχη τους δυνατά στα μηλίγγια, κροτάλισαν την κάννη του πιστολιού τους πάνω στο κλειδί του ώμου μου. σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου του κράτους. 'Αρθρο 1: "'Εκαστον όργανον τάξεως οφείλει να δηλοποιεί εαυτό επισήμως ως εξουσίαν καθ' εαυτήν εις πάντα συλλαμβανόμενον (εννοούν προφυλακιστέο), εξαιρέσει εκείνου, όπερ προβαίνει εις την σύλληψιν, καθ' όσον τούτο θέλει μετάσχει της ευτυχίας ταύτης, προβαίνον εις την λήψιν των κατά την ανάκρισιν απαιτουμένων σωματικών μέτρων." Κι ο ίδιος ο νόμος του Κράτους 'Άρθρο 1 λέει τα ακόλουθα: "'Εκαστον όργανον τάξεως δύναται να τιμωρεί, οφείλει να τιμωρεί πάντα ένοχον παραβάσεως. Εις ουδέν όργανον παρέχεται ελευθερία εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας, αλλά δυνατότης εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας".

Περνούσαμε τώρα ένα μεγάλο, παγερό διάδρομο με μεγάλα παράθυρα. Σε λίγο άνοιξε αυτόματα μια πόρτα, γιατί στο μεταξύ οι φρουροί είχαν αναφέρει κιόλας την άφιξη μας, και κείνες τις μέρες που ήταν όλοι ευτυχισμένοι, γενναίοι, ταχτικοί και καθένας πάλευε να ξοδέψει το καθορισμένο μισό κιλό σαπούνι τη μέρα, κείνες τις μέρες να φτάνει ένας κρατούμενος ή προφυλακιστέος ήταν πια γεγονός.

Μπήκαμε σε χώρο σχεδόν αδειανό, που είχε μόνο γραφείο με τηλέφωνο και δυο καθίσματα, εγώ έπρεπε να σταθώ στη μέση, ορθός. Ο πολιτσμάνος έβγαλε το κράνος και κάθισε.

Επικράτησε πρώτα απόλυτη σιωπή κι απραξία. Έτσι το συνήθιζαν πάντα. Δεν υπάρχει χειρότερο. Ένιωθα το πρόσωπο μου να καταρρέει ολοένα περισσότερο, ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος κι είχε χαθεί και το τελευταίο ίχνος από κείνη την ευτυχία της θλίψης, γιατί το 'ξερα πως ήμουν πια χαμένος.

Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπήκε χωρίς να πει λέξη ένας χλωμός ψηλός άντρας με τη μαυριδερή στολή του προανακριτή. Κάθισε χωρίς να πει λέξη, και κάρφωσε το βλέμμα πάνω μου. "Επάγγελμα;" "Μονάχα συνάδερφος." "'Έτος γεννήσεως;" "Πρώτη πρώτου του Ένα", είπα. "Τελευταία ασχολία;" "Κατάδικος." Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. "Πότε και από πού απολύθηκες;" "Χτες από το κτίριο 12, κελλί 13." "Τόπος προορισμού;" "Για την πρωτεύουσα." "Χαρτί!"

Έβγαλα από την τσέπη το αποφυλακιστήριο και του το 'δωσα. Το καρφίτσωσε στην πράσινη καρτέλλα, που είχε αρχίσει να συμπληρώνει με τα στοιχεία μου. "Προηγούμενη παράβαση;" "Χαρούμενο πρόσωπο." Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. "Εξήγησε!" είπε ο προανακριτής. "Παλιά τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου το χαρούμενο πρόσωπο μου, μέρα που είχε διαταχθεί γενικό πένθος. 'Ηταν η μέρα που πέθανε ο αρχηγός." "Διάρκεια ποινής;" "Πέντε." "Έκτιση;" "Άσχημα." "Αιτία;" "Πλημμελής αφοσίωση στην εργασία." "Αρκετά!"
Ο προανακριτής σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω μου και μ' ένα χτύπημα μου 'σπασε κυριολεκτικά τα τρία μεσαία μπροστινά δόντια, σημάδι πως για λόγους υποτροπής έπρεπε να στιγματιστώ μ' αυστηρά μέτρα, που δεν είχα λογαριάσει. Ο προανακριτής έφυγε και μπήκε μέσα ένας χοντρός τραμπούκος με κατάμαυρη στολή: ο ανακριτής.

Με χτύπησαν όλοι: ο ανακριτής, ο ανώτερος ανακριτής, ο προϊστάμενος ανακριτής, ο επίτροπος και ο πρόεδρος και μαζί τους ο πολιτσμάνος εξάντλησε τη "λήψη" όλων των "σωματικών μέτρων", καθώς ο νόμος πρόσταζε. Και μου 'ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπο μου.

 Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.

Μετάφραση Φάνης Τουλούπης, Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου

  










Μπ. Μπρεχτ «”Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”


 «”Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”, ρώτησε τον κύριο Κ., η κόρη της σπιτονοικοκυράς του, “θα φερόντουσαν τότε καλύτερα στα μικρά ψαράκια;”.
“Βέβαια”, απάντησε αυτός, “αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκτιζαν στη θάλασσα γερά κουτιά για τα μικρά ψαράκια. Εκεί μέσα θα έβαζαν όλων των ειδών τις τροφές, φυτά και μικρά ζωάκια. Θα πρόσεχαν ώστε τα κουτιά να έχουν πάντα φρέσκο νερό, και θα έπαιρναν κάθε απαραίτητο μέτρο υγιεινής. Όταν, για παράδειγμα, κανένα ψαράκι θα πληγωνόταν στα πτερύγιά του, θα του τα έδεναν αμέσως, ώστε να μην πεθάνει μέσα στους καρχαρίες προτού να έρθει η ώρα του.
Για να μην είναι τα ψαράκια ποτέ λυπημένα θα γίνονταν μεγάλα πάρτυ στο νερό. Γιατί τα ευτυχισμένα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα.

Και, φυσικά, θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Εκεί τα μικρά ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν κολυμπώντας στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, για παράδειγμα, γεωγραφία για για να μπορούν να βρουν τους καρχαρίες που θα τεμπέλιαζαν κάπου εκεί. Το κύριο μάθημα θα ήταν, φυσικά, η ηθική μόρφωση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν πως το σπουδαιότερο και το ωραιότερο πράγμα για ένα μικρό ψαράκι είναι να προσφέρει τον εαυτό του χαρούμενα, και πως όλα πρέπει να πιστεύουν στους καρχαρίες, και πάνω απ’ όλα όταν λένε πως θα φτιάξουν ένα ωραίο μέλλον. Θα τα μάθαιναν ότι το μέλλον τους είναι σίγουρο μόνο εφόσον μάθουν να υπακούουν. Και πως όλα πρέπει να αποφεύγουν όλες τις ταπεινές, υλιστικές και μαρξιστικές τάσεις και να πληροφορούν αμέσως τους καρχαρίες, αν κάποιο απ’ αυτά θα είχε τέτοιες τάσεις…
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα.

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε, βέβαια, και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίες εικόνες με δόντια καρχαριών, σε υπέροχα χρώματα, με τα στόματά τους και τους λαιμούς τους σα γνήσια γήπεδα όπου κανείς μπορεί να κυλιστεί και να παίξει. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν έργα με ηρωικά μικρά ψαράκια να κολυμπούν ενθουσιασμένα μέσα στο λαιμό των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο όμορφη που θα οδηγούσε τα ψαράκια σαν σε όνειρο, και αυτά κάνοντας τις πιο όμορφες σκέψεις θα κυλούσαν μέσα στο λαιμό των καρχαριών.
Και θα υπήρχε, βέβαια, και θρησκεία που θα δίδασκε ότι η αληθινή ζωή αρχίζει ουσιαστικά μέσα στα στομάχια των καρχαριών. Και αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τότε τα μικρά ψάρια θα έπαυαν να είναι ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Μερικά θα είχαν θέσεις και θα ήταν πιο πάνω από τα άλλα. Και τα μεγαλύτερα ψάρια θα είχαν δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Και αυτό θα ήταν υπέροχο για τους καρχαρίες, γιατί τότε θα μπορούσαν να καταβροχθίζουν ακόμα μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα πιο σπουδαία από τα μικρά ψάρια, αυτά που θα είχαν θέσεις, θα διάταζαν τα άλλα. Και θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί που φτιάχνουν κουτιά.
Με λίγα λόγια, θα μπορούσε να υπάρξει πολιτισμός στη θάλασσα μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”.






ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ – «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»



  
Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

 
















Κ Μόντης ((18 Φεβρουαρίου 1914 - 1η Μαρτίου 2004)




Ο Κώστας Μόντης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Καταγόταν από την Κύπρο.
Γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, παιδί του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Στα 18 του έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1937. Συνέβαλε στον Κυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα (1955-59), συμμετέχοντας ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ
Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.




Συγγραφέας πολυγραφότατος, βαθιά προβληματιζόμενος για το παρόν και το μέλλον της ιδιαίτερής του πατρίδας, της Κύπρου. Πολλά από τα έργα του αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από την Αγγλία και ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της νήσου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 1/3 της Κύπρου.
Μερικά από τα γνωστότερά του έργα είναι το Γράμμα στη Μητέρα, Στιγμές, μία νουβέλα για τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. (1955-59), ο Αφέντης Μπατίστας, ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου κ.ά.
Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή και επίσης καταγόμενος από την Κύπρο, μελοποίησε μερικά από τα έργα του Κώστα Μόντη αναφερόμενα στην τουρκική εισβολή του 1974.

 ΠΟΙΗΜΑΤΑ- ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

1. ΔΕΝ ΗΡΘΑΝ
Δεν ήρθαν οι θεατές που περιμέναμε,
δεν ήρθαν οι θεατές που περίμεναν τ' αναμμένα φώτα
και ματαιώθηκε η παράσταση
και καθήσαμε μονάχοι στην πλατεία
τριγυρισμένοι απ' τ' άδεια καθίσματα
με πολλή κατάθλιψη
και μ' ένα παράξενο ηδονισμό,
μ' ένα εντελώς ανεξήγητο ενδόμυχο ηδονισμό.



2.ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.



3.ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ' αυτή τη μακρινή γωνιά
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.



4, Η ΦΥΛΑΚΗ
Το χειρότερο δεν είναι
που μ’ έκλεισαν σ’ αυτή τη φυλακή
και πήραν τα κλειδιά κι έφυγαν,
μα που δεν ξέρω ως πού φτάνει η φυλακή μου,
που δεν ξέρω το περίγραμμά της,
για να κάνω επιτέλους
σαν άνθρωπος κι εγώ
μιαν απόπειρα αποδράσεως.


 
5.ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Συγχώρεσέ τον Κύριε
που θα παρουσιαστεί αναμάρτητος
και δε θα ‘χη απάντηση όταν τον ρωτήξης:
“Εσύ τι έκανες τόσα χρόνια
Εσύ πού σπαταλήθηκες τόσα χρόνια”.

6.«Νύχτες»






 Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου

η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,

και θα μπορέσεις ύστερα να πας

σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.

Όμως όταν τελειώσουν όλα

τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,

και πουν οι φίλοι καληνύχτα,

και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;

Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη

σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,

Θα ‘σαι μονάχος.

Και τότες θα λογαριαστείτε.

Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.

Θα ‘σαι μονάχος

κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,

κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.

Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.

Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.

Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.




7.Μη λέτε εκείνο το “για να μας δοκιμάση ο Θεός',
“για να δοκιμάση την πίστη μας ο Θεός'.
Θεός είναι, ξέρει, δεν χρειάζεται να δοκιμάση.
Κι’ ούτε θάπαιζε ποτέ με τον πόνο μας
για να λύση τις απορίες Του.
Μην Του προσδίδετε τ’ανθρώπινα,
μην Του προσδιδετε τα καθ’ ημάς.



8.Αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο
εκτός των τειχών σας,
αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο
για τους περαστικούς.

9.Όχι τους καθρέφτες,
τις φωτογραφίες να κυττάζετε
που δεν εξελίσσονται,
που δεν ενδιαφέρονται τι θα επακολουθήση.

***


10.Σκέφτομαι τι κακό όνομα θάχουμε βγάνει στο σύμπαν.
Θ’ ακούν “γήινος” και θα κουμπώνονται.





ΠΗΓΕΣ Ι) http://logomnimon.wordpress.com

              ΙΙ) http://www.poiein.gr/archives/


               ΙΙΙ) ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ