Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΕΥΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΛΙΑΝΟΥ "O Ηρακλής και ο Κέρβερος"

 


Ηρακλής,.11
Εντέκατος άθλος

O Ηρακλής και ο Κέρβερος
Εύα Πετρόπουλου Λιανου 

Ο Ηρακλής ο γιος του Δία και της Αλκμήνης ήταν ήδη γνωστός σε όλη την οικουμένη για τα κατορθώματα του.
Δεν φοβόταν ούτε τα πιο άγρια θηρία.
Εξαιτίας του χρησμού του Μαντείου των Δελφών, αναγκάσθηκε να υπακούει για 12 χρόνια το βασιλιά Ευρυσθέα.
Του είχε αναθέσει τους πιο απαιτητικούς και ακατόρθωτους άθλους
Ο Ηρακλής τα είχε καταφέρει.
Τώρα πρέπει να του αναθέσω κάτι πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, μονολογούσε ο
Ευρυσθέας...

Ο Ηρακλής είχε ολοκληρώσει και τους 11 άθλους με τεράστια επιτυχία
Είχε κερδίσει την αγάπη του κόσμου.
Θα πρέπει να βρω ένα τέρας
Ένα θηρίο που κανείς δε θα τολμήσει να τα βάλει μαζί του, σκεφτόταν ο Ευρυσθέας.

Του ήρθε μια σατανική ιδέα.
"Θα τον στείλω στο Κάτω κόσμο.
Εκεί βρισκόταν ο Κέρβερος,
Φυλούσε την είσοδο του Κάτω κόσμου κι εμπόδιζε τις ψυχές να επιστρέψουν πίσω.

Ήταν ένα τρομακτικό τέρας.
Είχε τρία κεφάλια που περιτριγυρίζονται από φίδια.


Ορίστε ο άθλος σου
Φέρε μου τον Κέρβερο.


Ο Ηρακλής περπάτησε μέρες πολλές. Εφτασε σε μια σκοτεινή περιοχή και στην όχθη ενός ποταμού με μαύρα νερά, ανακάλυψε το πέρασμα για το κάτω κόσμο.

Γύρισε κι είδε για τελευταία φορά τον ήλιο.
Ένας γέρος τον πλησίασε και του έκανε νόημα, να μπεί στη βάρκα του
Ήταν ο βαρκάρης του κάτω κόσμου.

Η βάρκα πήγαινε όλο και πιο βαθιά, ο Ηρακλής μπορούσε να ακούσει τα κλάματα και τις κραυγές των νεκρών.

Στο κάτω κόσμο βασίλευε ο Άδης.
Εμφανίστηκε μπροστά στον
Ηρακλή
" Τί γυρεύεις στο κόσμο των νεκρών, είσαι ζωντανός"
"Ήρθα να πάρω τον Κέρβερο, αυτό είναι το αίτημα του Βασιλιά Ευρυσθέα"

Θα πρέπει να τον πιάσεις με τα χέρια σου, χωρίς να χρησιμοποιήσεις όπλα και δεν πρέπει να τον πληγώσεις.
Και θα πρέπει να τον επιστρέψεις πίσω στο Βασίλειο του κάτω κόσμου.

Έτσι θα γίνει, υποσχέθηκε
ο Ηρακλής. Έφυγε για να βρει τον άγριο σκύλο.
Σύντομα μπροστά του εμφανίστηκε ο τρικέφαλος σκύλος.
Πύρινα μάτια διαπερνούσαν τα μάτια του.
Τα φίδια σφύριζαν
Και τα τρία τεράστια σώματα γρυλιζαν.

Ο Ηρακλής όρμηξε στο θεριό.
Άρχισε να σφίγγει το τέρας με τα τεράστια, δυνατά τού χέρια.
Ο Κέρβερος επιτέθηκε με τα δόντια του και τα φίδια δάγκωσαν στην πλάτη τον Ηρακλή, αλλά αυτός συνέχισε να σφίγγει το τέρας με όλη τη δύναμη του.
Ώσπου ο Κέρβερος ένιωσε να πνίγεται και σταμάτησε να παλεύει.
" Δε θα σού κάνω κακό, θέλω να με ακολουθήσεις".
Ο τρικέφαλος σκύλος συμφώνησε ηττημένος κουνώντας τα τρία κεφάλια του.

Ο Ηρακλής επέστρεψε νικητής στον κόσμο των ζωντανών με τον Κέρβερο στην πλάτη.

Οι αγγελιαφόροι έτρεξαν να ειδοποιήσουν το Βασιλιά Ευρυσθέα.
" Ο Ηρακλής επέστρεψε"
Έφερε μαζί του τον Κέρβερο "

Ο Βασιλιάς Ευρυσθέας πήγε και κρύφτηκε.
Μην τολμήσεις να μπεις στο Παλάτι.
Είπαν οι υπηρέτες του βασιλιά.
Έχεις ολοκληρώσει τον τελευταίο άθλο με μεγάλη επιτυχία.
Μπορείς να φύγεις.
Είσαι ελεύθερος.
Ο Ηρακλής ένιωσε μεγάλη αγαλλίαση.
Επέστρεψε το Κέρβερο στο κάτω κόσμο, όπως είχε υποσχεθεί στον
Ευρυσθέα 
Ήταν πια απαλλαγμένος από το χρησμό και τις υποσχέσεις στον
Ευρυσθέα..


Τέλος









LEFTER SHOMO " HESHTJET FURRNALTË"

 


LEFTER SHOMO

HESHTJET FURRNALTË
Heshtjet fshehin brenda fjalë
Këngë ,ndjenja e pasione
Zemërake ngrenë valë
Hidhërim,gaz,ovacione.
Omerta shpallin krejt heshtjet
Sekrete mbajnë vulosur
Shokë e miq me marramendje
Urtësi,mendim pafolur.
Shpërthejnë shpesh këndojnë në kore
Si fruta piqen të pjekur
Si ushtarë jashtë llogoresh
Shpagim mundi kur ka gjetur.
Të pazëshmet kanë halle
Sepse tretin vrer e brenga
Çdo vëllim shkruar si male
Ku vetminë ka heshtja brenda.
Aty huqet shkrij, pasionet
Në mes heshtjes furrënaltë
Kur sundojnë emocionet
Çfardo heshtje bëhet flakë.
Këshilltare janë heshtjet
Shoqe t' arta miqësie
Aty shkrij tingujt e rreshtjes
Shqetësim gjakftohtësie.
Pllajës shpirtit flenë manarë
Paqtor zë me blegërima
Në t' padrejtë bëhen luanë
Heshtje bisha,heshtje klithma
Kapur dore ju më mbani
Drejt rrugicash erë vetmie
Insistim prej uragani
Në kllapi prej urtësie.
Lefter ShomoK/47 p.i.sh.










Bahtiyar Hidayet (Azerbaijan) - Poetry



 THE BALLAD OF SALTED SHOES

In ancient times
There was a tyrant—an old king.
His cruelty was so great
That even cruelty itself was horrified.
One day, sensing his death was near,
He called his heir:
“Are you ready, my son? The throne is yours.”
The son was ready—
But the king decided to test him.
Two rams were brought.
For a month, each of them fed one.
A month later—
The heir’s ram, fat and strong,
Left the bodyguards crippled.
But the king’s ram—
So thin that its ribs showed through its skin.
And the most terrible part:
The king sprinkled salt
On his shoes.
The ram began to lick them.
The heir learned a great lesson.
One day, as the tyrant was dying,
The devil asked him:
“What will happen to the country?”
The king replied:
“You will have to work with my heir.”
The devil trembled and said:
“Enough… even evil has its limits.”
…And the heir
Became a very “good” king.
Seeing his cruelty,
The people prayed for his father.
They licked
His salted shoes.
And he pressed
On the people’s wounds—
Even though
There was no salt
In their food.

-

The Cold of War’s Fire


While putting up wire mesh around his land,
Out of poverty, he drove stakes into the ground instead of fence posts
-
And used a few acacia trees as posts
Then he went to war
Returned with shrapnel in his body
-
Meanwhile, the wires had wrapped the acacias tightly
Later, they tore through the bark
And entered inside them
Now the acacias were eating the wire, squeezing it
-
The acacias resembled their owner
As if they too had shrapnel in their bodies
And were feeding on that shrapnel,
Meeting their iron needs this way, without burdening their roots
-
He too was feeding on shrapnel
As a war veteran, on 80 AZN a month

One day, because of debt,
His gas was cut off
He chopped the acacias into firewood
-
He burned the acacia wood
The shrapnel in the acacias was melting from the heat
But the shrapnel in his body
Was making him feel even colder