ΜΕΤΕΩΡΟ ΒΗΜΑ
Αποπλέουν τα καράβια με τα ταξίδια τα μακρινά στην καρδιά τους.
Φυσά ο αγέρας στους τόπους κάποιου ανομολόγητου προορισμού.
Πόσος κόπος να επιστρέψει ο χρόνος στα ορφανά νυχτολούλουδα!
Πόσος ενάντιος άνεμος να κρατηθεί η ομίχλη
μες στις ρωγμές κάποιου σπασμένου πελάγους!
Στόματα ενός λαμβυρίνθου ομιχλώδους καταπίνουν τα φεγγάρια.
Ένα μαράζι στην όψη των αγαλμάτων
και η φυγή αδύνατη των πετρωμένων τους σωμάτων.
Και δρόμοι πολλοί και πλατείες χωρίς ούτε έναν ναυαγό να ψάχνει πατρίδα.
Κι ένα μετέωρο πάντα βήμα κρατά τους ακροβάτες
μακριά απ’ το πέτρινο πεπρωμένο τους,
μακριά από κάθε περιπλάνηση,
μόνο τους φέρνει αντιμέτωπους με την ψυχή τους
που ολοένα χάνεται σε καθρέφτες που δε δείχνουν τίποτε,
βυθίζεται στο ακαθόριστο και ανερμήνευτο αγκομαχητό των νεκρών,
στον απροσπέλαστο απέναντί τους χρόνο.
Και το παιχνίδι με τις γοργόνες και τα ναυαγισμένα καράβια
ποτέ δεν τελειώνει στα πέλαγα,
κι ο Αλέξανδρος ζει σ’ ένα βασίλειο
που ακόμα ψάχνουν οι χρόνοι οι βασανισμένοι,
ένα βασίλειο που πνίγει τις γριές γοργόνες
και πικραίνει τις νέες τόσο που αρχίζουν το αβάσταχτο μοιρολόγι τους,
ένα βασίλειο όπου κανείς δεν αρνείται τα μυστικά
και τα δάκρυα της θάλασσας,
όπου οι σκιές μεγαλώνουν περίεργα
και καταγγέλλουν τα λάθη της νύχτας,
όπου τ’ αγάλματα περπατούν στους βυθούς των ωκεανών
και τραντάζεται η καρδιά τους,
και τα βρέφη γεννιούνται πάντα την ώρα των δειλινών
για να πετάξουν με τ’ αποδημητικά πουλιά.
Και μένει άδειος ο κόσμος από συμπόνια
κι ακούγεται τραχιά η ομιλία των βράχων
καθώς υπογράφουν συμφωνίες με τα οργισμένα κύματα
και μένει χωρίς μοιρολόγι η μοναξιά
στις θάλασσες με τη νυχτωμένη θλίψη.
Ιωάννα Αθανασιάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου