Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Η ΓΕΦΥΡΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Όλο γεφύρια να περνάς∙
όλο να ακούς το κλάμα της χτισμένης
Χρήστος Μπράβος


Η γιαπωνέζικη γέφυρα-Claude Monet

Γκιγιώμ Απολλιναίρ -Η γέφυρα Μιραμπό

Κάτω απ' τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας
κι οι έρωτές μας
Πρέπει να το θυμάμαι
Η χαρά ακολουθεί πάντα το πόνο

Η νύχτα πέφτει η ώρα σημαίνει
Οι μέρες φεύγουν εγώ παραμένω

Χέρι χέρι στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλο
Ενώ κάτω από
Την αψίδα των χεριών μας περνά
Βαριεστημένο απ' τα αιώνια βλέμματα το κύμα

Η νύχτα πέφτει η ώρα σημαίνει
Οι μέρες φεύγουν εγώ παραμένω

Όπως αυτό το τρεχούμενο νερό φεύγει ο έρωτας
Φεύγει ο έρωτας
Πόσο είναι αργή η ζωή
Και πόσο βάναυση η Ελπίδα

Η νύχτα πέφτει η ώρα σημαίνει
Οι μέρες φεύγουν εγώ παραμένω

Κυλούν και χάνονται οι μέρες κι οι βδομάδες
Ούτε ο καιρός που πέρασε
Ούτε οι έρωτες γυρνούν ξανά
Κάτω απ' τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας

Η νύχτα πέφτει η ώρα σημαίνει
Οι μέρες φεύγουν εγώ παραμένω

απόδοση: Δημήτρης Νικηφόρου



Ισαάκ Λεβιτάν -Bridge



Guillaume Apollinaire - Le pont Mirabeau

Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu'il m'en souvienne
La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l'onde si lasse

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

L'amour s'en va comme cette eau courante
L'amour s'en va
Comme la vie est lente
Et comme l'Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure




Η γέφυρα της Αρζεντέιγ-Claude Monet


Γιάννης Βαρβέρης - ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ

Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·
ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.
Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα
Αντίρριο-Ρίο και Ωρωπός-Ερέτρια
πόσο θ’ αντέξουν;
Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά
ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.

Εδώ απροκάλυπτα φλερτάρει, λέτε,
η Βοιωτία με την Εύβοια.
Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος χαϊδεύει
το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.
Χαμηλού κόστους το έργο, μας βεβαιώνετε,
αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος
αδράχνει τους βουβώνες του Ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Οδικές γέφυρες λοιπόν· να τρέχουνε
κουρσάκια κυριακάτικα
σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο
και σαν αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.
Μην τους αφήσετε
ούτ’ ένα υπαινιγμό
Αχερουσίας.

Γιάννης Βαρβέρης – Ποιήματα Τόμος Α΄ (1975-1996), Πιάνο βυθού» (1991) Κέδρος, 2013.




 Landing at Westminster Bridge by Jacques-Laurent Agasse 

Νικηφόρος Βρεττάκος  - Η ΓΕΦΥΡΑ

Ίσως είναι που η μέρα ξημέρωσε σήμερα
σαν ευλογία και αισθάνομαι έτσι.
Το απλωμένο μου χέρι φτάνει ως την άλλη
άκρη του κόσμου, γίνεται γέφυρα
απ’ όπου βαδίζοντας πάνω της, έρχονται όλα
τα δίχως ασφάλεια, γάλα κι αγάπη
βρέφη της γής. Ενώ, από δω, την άλλη της άκρη,
περπατώντας αντίθετα, πηγαίνει να τα
προϋπαντήσει ο Ιησούς.

(Άλλος τρόπος
δεν έμεινε. Μόνο μες στις καρδιές
των ποιητών, αντί θρήνου
ζωγραφίζονται θαύματα).




Stone Arch Bridge by Michele Angel


Μιχάλης Γκανάς - Πέτρινο γεφύρι


Εκεί που σμίγουν δυο ποτάμια
και αδελφώνουν τα νερά
ένα γεφύρι πέτρινο
απλώνει τ’ άσπρα του φτερά

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε
τα πόδια που το περπατήσανε.
Κρυμμένο μέσα στα πλατάνια
ακούει τ’ άγρυπνο νερό
ένα γεφύρι πέτρινο
που ταξιδεύει στον καιρό.

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε
τα χείλη που το τραγουδήσανε
κι ακούω το γέλιο της χτισμένης
στα πέρατα της οικουμένης.

(Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή, 2003)






Queensborough Bridge 1913 Edward Hopper

Θωμάς Γκόρπας - ΓΕΦΥΡΑ

Κρατάω τα πόδια σου ψηλά
έως τις πηγές τ’ άσπρου καπνού
που κάνουν στο πουλί μου κατοχή.
Είναι σα να πεθαίνω
γιατί εδώ που τα λέμε
ένας άντρας νορμάλ δεν πεθαίνει
για μια γυναίκα – ονειρεύεται μονάχα πως πεθαίνει
στο περιβόλι της.
Κρατάω τα πόδια σου ψηλά
σε κρατάω μακριά από την ποταπότητα των σ’ αγαπώ!

Θωμάς Γκόρπας, «Τα ποιήματα [1957-1983], Κέδρος, Αθήνα 2006



Η γέφυρα του Λανγκλουά-Van Gogh Vincent 


Ε.Χ. Γονατάς  - ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ


ΕΙΜΑΙ ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ στή μικρή γέφυρα. Μιά τεράστια γαλάζια μολόχα φέγγει στό ἄσπρο χωράφι. Ἀρνιά σκύβουν στίς ρίζες της καί γλείφουν τό χιόνι πού τίς σκεπάζει. Ὁ  ἀγροφύλακας, μέ σκοῦφο στό κεφάλι καί χοντρές μπότες, περνάει μπροστά μου, μουρμουρίζοντας ἀδιάκοπα τήν ἴδια φράση σάν προσευχή: ” Ἡ πιτυρίδα τῶν δέντρων εἶναι τα πουλιά”.
Ε.Χ. Γονατάς, Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα, Στιγμή, Αθήνα 2006.


Ε.Μουνκ - Η Κραυγή 

RENÉ CHAR -ΓΕΦΥΡΑΔΕΣ

Δύο όχθες χρειάζεται η αλήθεια:
τη μία για να πάμε, την άλλη για να γυρίσουμε.
Δρόμους που πίνουν τις ομίχλες τους.
Που κρατάνε της ευτυχίας μας τα γέλια ανέπαφα.
Που, και σπασμένοι,
ας εξακολουθούν να είναι
οι σωτήρες των επιγόνων μας
που σε νερά κολυμπάνε παγωμένα.
Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.


Ε. Μουνκ - Τα κορίτσια στην γέφυρα, 1901,

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ - 
Αερογέφυρες

Χάθηκες
που στριφογυρνάς.

Πέρνα καμιά φορά από τον ύπνο μου
συνήθως είμαι εκεί
εκτός αν κλαίει το φεγγάρι
οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι
το διότι να ρωτήσω τι συμβαίνει.

Πέρνα καμιά φορά.
Μπες απ΄ το πλάι στάσου
κάτω από το γεφυράκι της παλάμης μου
απ΄ όπου ήσυχα κλαίω.
Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό
αν ψόφησαν κι οι πέτρες
αν έχει μολυνθεί και ο βυθός
οπότε θα με βρεις
στου σεντονιού τις όχθες.

Μη φοβάσαι.
Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά
και την απαίτηση να μη σ΄ αγγίξω διόλου
ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια
να σε κοιτώ.

και σου υπόσχομαι
εγκαίρως να ξυπνήσω
ώστε να μη σε πάρει είδηση
ο ύπνος σου ότι λείπεις.


Le Pont du Rialto Francesco Guardi 

Νίκος Καββαδίας -Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου

Στο ημερολόγιο γράψαμε: « Κυκλών και καταιγίς ».
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στην Μπατάβια.

Μα δεν λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
Έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συγχώρεσέ με … Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε… ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα και υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε… τούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
Κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δεν θα τα φορέσει…




 Camille Pissarro - Le pont Royal et le pavillion de Flore, 1903


Ορχάν Βελή Κανίκ  (Orhan Veli Kanık) - Η γέφυρα του Γαλατά

Στέκομαι πάνω στη γέφυρα
Και σας χαζεύω όλους σας με κέφι
Άλλος τραβάει σιγά-σιγά κουπί
Άλλος βγάζει μύδια απ’ το καραβάκι
Άλλος κρατάει το τιμόνι στο πλοίο
Άλλος κουμαντάρει το παλαμάρι στο κεφαλόσκαλο
Άλλος είναι πουλί, πετάει, σαν ποίημα
Άλλος είναι ψάρι αστραφτερό
Άλλος βαπόρι, άλλος λαμπόγυαλο
Άλλος σύννεφο, στον αέρα
Άλλος είναι ατμάκατος με καπνοδόχο
Περνάει βιαστικά κάτω απ’ τη γέφυρα
Άλλος είναι ντουντούκα και σφυρίζει
Άλλος είναι ντουμάνι και καπνίζει
Όμως εγώ τρυπώνω μέσα σε όλων σας
Σε όλων σας τον καημό
Μήπως εγώ είμαι το κέφι που φωλιάζει μέσα σας
Είναι η μέρα που θα σας πω ένα ποίημα
Που ίσως θα στρέφεται γύρω από σας
Έχω πέντε-έξι γρόσια στα χέρια μου
Και η κοιλιά μου είναι χορτάτη.
(Μετάφραση: Θωμάς Κοροβίνης)







Ε. Μουνκ -Women on the Bridge


K. Kαρυωτάκης [Ω Βενετία…]

Ω Βενετία, πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο,
κορόνα στη λαμπρότητα της Αδριατικής,
Μέγα Κανάλι, Γέφυρα των Στεναγμών, Ριάλτο,
ω θύμηση ανεξάλειπτη μιας εκθαμβωτικής

νύχτας, που περιπάτησα στη μυθική πλατεία
του Αγίου Μάρκου, μπρος εις το παλάτι των Δουκών,
ακούοντας να σφυρηλατούν τις ώρες μία μία
τα χάλκινα ομοιώματα των δύο στρατιωτών —

πόσο πλάγι σου φαίνονται μικρά και χωρίς βάθος
τα αισθήματα που μας κρατούν ακόμη εδώ στη γη,
εφήμερος η λύπη μας, αταίριαστο το πάθος,

ω αιωνία παράδοση του κάλλους και πηγή!


Venezia Al Crepuscolo is a painting by Guido Borelli 

Τάσος Λειβαδίτης

i.Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ’ αποτσίγαρα, τα σύννεφα, τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει
φυσάει στις καμινάδες, στις στέγες κάτω απ’ τις γέφυρες
φυσάει…



Πίνακας - Ιωάννα Ξέρα 

Τάσος Λειβαδίτης

ii.ΕΝΟΧΗ

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο σίδερο της γέφυρας.
Ενώ στο βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή.»
(Νυχτερινός επισκέπτης, 1972)


iii.…Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζεις πιο αληθινά –…



 Ny City Brooklyn Bridge by Ylli Haruni

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι -Η γέφυρα του Μπρούκλιν

Μπήξε μια φωνή
από τη χαρά σου CΟΟLIDGE
Για κάτι τέτοια εγώ
μ’ όλη μου την καρδιά τα σπαταλάω τα λόγια. Κοκκινίσετε λοιπόν
όμοια με της σημαίας μου το ύφασμα
τέτοιον έπαινο ακούγοντας
κι ας πα’ να ‘σαστε σεις
δέκα φορές που λέει ο λόγος
οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Όπως μέσα στην εκκλησία
μπαίνει
με κατάνυξη ο πιστός
όπως απλός και
σοβαρός
πάει να κλειστεί σ’ ένα κελί και ν’ ασκητέψει
όμοια κι εγώ
μέσα στα σύννεφα στα που απλώνει
το ηλιοβασίλεμα το αποκαλυπικό
με ταπεινοσύνη αληθινή
ανεβαίνω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως εισβάλλει ο νικητής
σε κάποια πολιτεία
που την πνίγει ο κορνιαχτός
καβάλα στα κανόνια του
πόχουν λαιμό αψηλό σαν της καμηλοπάρδαλης —
όμοια κι εγώ, γιομάτος περηφάνια
κι όλος δίψα για ζωή
πάω καμαρωτός
να σκαρφαλώσω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως ένας ζωγράφος που δεν του κόφτει και πολύ
κάθεται ώρες κι ατενίζει
μ’ έρωτα και με προσοχή
σ’ ένα Μουσείο κάποια Παναγία,
όμοια κι εγώ
μες στους αιθέρες στέκω
τους σπαρμένους μ’ άστρα
ορθός, ατενίζοντας
τη Νέα Υόρκη
ψηλά πάνω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Βαριά κι ασφυχτική
την ώρα που βραδιάζει
θα ‘λεγες η Νέα Υόρκη
τα ‘χει όλα λησμονήσει
και βάσανα και ορόφους
και μονάχα
των σπιτιών οι ψυχές
φαντάζουν
μέσα στο διάφανο των παραθύρων φέγγος.
Εδώ ψηλά
Μόλις που ακούγεται
των βαρούλκων ο βόμβος,
κι είν’ ένας τέτοιος πάλι
βόμβος πιο γλυκός,
που σε κάνει να μαντέψεις πως
περνάν σιδηροδρομικοί συρμοί
κυλώντας και τραντάζοντας
με χλαπαταγή σάμπως να βάλθηκε
κάποιος στην πιατοθήκη να σωριάζει πιάτα.
Κι όταν η ώρα φτάσει που
—σαν από κάποιου ρυακιού το ανάβρυσμα—
το παιδί του μπακάλη
πάει να κάνει διανομή
τα πακέτα τη ζάχαρη,
ακριβώς είναι τότε όπου θωρείς
κάτω απ’ τη γέφυρα κατάρτια να διαβαίνουν
αψηλά στο μπόι, το πολύ
όσο και μια καρφίτσα.
Νιώθω περήφανος, το λέω
για τούτο δω
το ατσάλινο χιλιόμετρο
νά τα ζωντανεμένα
τα παλιά όνειρά μου —
να ξεπεράσει με τη δύναμή της
η απλή κατασκευή
τους παλαιούς ρυθμούς,
τα μπουλόνια τ’ ατσάλινα
μόνο αυτά να λογαριάζουν
και ο υπολογισμός τους ο ακριβής.
Κι αν ακόμα υποθέσουμε
ότι κάποτε η συντέλεια
του κόσμου εσήμαινε
κι ότι το χάος
έφερνε καπάκι
τον πλανήτη μας ολάκερο
αν υποθέσουμε ότι δεν
απόμενε παρά
μονάχ’ ετούτ’ η γέφυρα,
τεντωμένη περήφανη πάνω απ’ τις ύστερες τις τέφρες
πάλι και τότε —
με τον ίδιο τρόπο που από κάτι οστά
πιο ψιλά κι από βελόνες,
ξαναστήνονται
οι πελώριες σαύρες
στα βάθρα των Μουσείων —
θα μπορούσε κάλλιστα
ξεκινώντας απ’ αυτή τη γέφυρα
των αιώνων ο γεωλόγος
απαρχής να συναρμόσει
πάλι
τους σημερινούς καιρούς.
Θα μπορούσε να πει:
νά! τούτο δω που βλέπετε
το ατσάλινο ποδάρι
από τη μια στην άλλη άκρη
έσμιγε θάλασσες και κάμπους,
από κείνο κει το μέρος
η Ευρώπη κατά δυτικά εξορμούσε
τα ινδιάνικα φτερά της
χάνοντας
στον άνεμο.
Κοιτάξτε τούτο το πλευρό
που φανερά θυμίζει
κάποια μηχανή —
και φανταστείτε
πόσα μπράτσα στ’ αλήθεια θα χρειάζονταν κανείς
ώστε
με το ποδάρι πάνω στο Μανχάταν
στηριγμένο γερά
να τραβήξει επάνω του
θέλω να πω στα χείλη του, ολάκερο το Μπρούκλιν;
Αν κρίνω απ’ τα καλώδια
τα ηλεκτρικά —
το συμπέρασμα είναι απλό —
πρόκειται για την εποχή
που διαδέχτηκε την ανακάλυψη του ατμού —
εδώ πέρα
κιόλας
οι άνθρωποι
ούρλιαζαν απ’ τα ραδιόφωνα
εδώ πέρα κιόλας
οι άνθρωποι
πετούσαν μ’ αεροπλάνα
Η ζωή
Εδώ πέρα
γι’ άλλους ήτανε
αμεριμνησία σωστή,
γι’ άλλους πάλι —
ατέρμονη κραυγή
λιμού και πείνας.
Από τούτο ‘δω το μέρος
οι άνεργοι
δίνανε βουτιά
στο ποταμό τον HUDSON
να πνιγούνε.
Και μπορώ πολύ εύκολα
να συνεχίσω
με λεπτομέρειες πιο πολλές τον πίνακά μου,
τόσο που, ακολουθώντας κάποιος
τα ηχερά πλέγματα
θα ‘βγαινε ίσια στους πρόποδες των άστρων.
Ορίστε, που σα να τον βλέπω ακόμη —
στο σημείο αυτό
κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκη
ορθός εστάθη κι ύφαινε
λέξη προς λέξη τα ποιήματά του.
Αυτή ‘ναι η γέφυρα του Μπρούκλιν.
Ώρες κάθομαι και την κοιτάζω
καθώς θα κοίταζ’ ένας Εσκιμώος το τρένο που περνάει,
δεν ξεκολλάω από πάνω της
τσιμπούρι της γίνομαι και λέω
Α ναι, μάλιστα…
Μια τέτοια γέφυρα —
είναι η αλήθεια η ίδια!
1925
μτφ. Οδυσσέας Ελύτης
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος, Αθήνα 1976, σ. 201-205]




Le pont de Da Ponte Francesco Guardi

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ { 
Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα..}

Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα·
τρόμαξες·
έμεινες μόνη στη σκοτεινή όχθη·
– και εγώ
σε περιμένω από την εποχή του χαλκού.

Ποιος σήκωσε τα κύματα
και τούς ανέμους;
Ποιός γέννησε την ιστορία
δίχως πρόσωπο;
Ποιός σε έριξε
ακόμα ζωντανή μες στους νεκρούς;

Έχω ανάψει την πυρά
να ζεστάνω
τόν κόσμο όλο
με την αγάπη μας.

Πότε θα έρθεις;

ΜΟΣΚΩΦ ΚΩΣΤΗΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Καστανιώτης 1990



 Monet the railway bridge at argenteuil

Ίγκεμποργκ Μπάχμαν - ΓΕΦΥΡΕΣ

Πιο δυνατά τεντώνει ο άνεμος την κορδέλα στις γέφυρες.
Στις τραβέρσες ακονίζει
ο ουρανός το πιο βαθύ του κυανό.
Δώθε κείθε περνούν, η μια μες στην άλλη
οι σκιές μας στο φως.
Γέφυρα Μιραμπώ… Γέφυρα του Γουότερλου…

Πώς το υποφέρουν τα ονόματα
να φέρουν κείνους που όνομα δεν έχουν;
Καθώς τα αναταράσσουν οι Χαμένοι,
που η πίστη δεν μπόρεσε να τους μεταφέρει,
ξυπνούν τα τύμπανα στο ποτάμι.
Μοναχικές είν’ όλες οι γέφυρες,
κι είναι η φήμη κίνδυνος για κείνες
όπως και για μας, κι ας νομίζουμε
πως νιώθουμε στους ώμους μας
τα βήματα των άστρων.
Κι όμως, στην κατηφοριά του εφήμερου
κανένα όνειρο, σαν αψίδα, δε μας σκεπάζει.

Καλύτερα να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές
που δίνουν οι όχθες, καθώς περνάμε απ’ τη μια στην άλλη,
κι όλη μέρα καραούλι να φυλάμε
για τον Εντεταλμένο που θα κόψει την κορδέλα.

Γιατί τότε κείνος θα φτάσει του ήλιου το ψαλίδι
μες στην ομίχλη∙ κι αν ο ήλιος τον τυφλώσει,
το πούσι θα τον καταπιεί καθώς θα πέφτει.

Ίγκεμποργκ Μπάχμαν (Ingeborg Bachmann, 1926-1973), Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης






Σπυρόπουλος Γιάννης 

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ -Η ΓΕΦΥΡΑ

Κανένας μας δεν ήξερε
αν η γέφυρα είχε γκρεμιστεί
ή αν είχε μείνει μισοτελειωμένη.
Κι εμείς και οι απέναντι
φτάνουμε ώς τις κομμένες άκρες της
να κοιταχτούμε από μακριά
να κοιτάξουμε την άβυσσο.
Δίχως αγγίγματα, δίχως περιπτύξεις
συναντιόμαστε με τη μνήμη.




Richmond Bridge, 1808, J.M.W. Turner

Γιάννης Ρίτσος – H γέφυρα [απόσπασμα]

Eίναι μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση ―
δεν ξέρω από πού και για πού, ― μια μυστική δραπέτευση που δίνει
μια μυστικότητα στην κάθε κίνησή μας, στον ίσκιο μας πάνω στον τοίχο,
στις απίθανες σχέσεις των δακτύλων μας, στον ήχο των βημάτων
μας ― μια εξαίσια αίσθηση
παρανομίας προς όλα, σαν του μοιχού, του κλέφτη, του φονιά,
του αρσενοκοίτη ή του λαθρεπιβάτη,
κ' η αίσθηση της παρανομίας αυτής σού επιβάλλει
μιαν άγρυπνη προσοχή για ν' αποφύγεις τη σύλληψη,
ενώ η προσοχή σου αυτή συλλαμβάνει
το νόημα μιας αρχικής ενοχής, συλλαμβάνει
τις πιο αδιόρατες εκφράσεις της σιωπής· μα τότε πάλι
νιώθεις πως έτσι παραβιάζεις μ' αντικλείδι ένα μεγάλο, ξένο
σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ύστερα από σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου,
κ' ένα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει από φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε αντιμέτωπο
με την ίδια πελώρια σκιά σου που κρατάει
μεγεθυσμένες τις σκιές των κλειδιών, που εσύ κρατάς, σα νάναι κιόλας
τα κάγκελα της φυλακής που θα σε κλείσει ισόβια· ώσπου τέλος

ανακαλύπτεις πως αυτό το χρηματοκιβώτιο
είναι δικό σου, ολότελα δικό σου
και μπορείς να τ' ανοίξεις ελεύθερα
και μπορείς να χαρίσεις όσα θέλεις στους φίλους σου
και μπορείς να σκορπίσεις όσα θέλεις στον άνεμο
με κείνη τη χαρά που δίνει το ανεξάντλητο
με κείνη τη χειρονομία μιας άσκοπης λεβεντιάς κι' ασωτείας
που είναι, ίσως, η μόνη αληθινή σκοπιμότητα.

Mα τότε νιώθεις ο ίδιος, πόσο η κίνηση αυτή θα φαίνεται ύποπτη
μες στο σκοτάδι το καρφωμένο απ' τ' άστρα, με το μετάλλινο ήχο
των κλειδιών,
σα χτύπημα σπαθιών, ψηλά στον αέρα, αόρατων μονομάχων ή ιππέων,
μ' αυτό το σκοτεινό, πελώριο στόμιο του χρηματοκιβώτιου
που χάσκει ανοιχτό μες στη νύχτα ενώ στο βάθος του αστράφτουν
σωροί τα νομίσματα περίεργων εποχών και τόπων,
ράβδοι χρυσού σα μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση· στοίβες
χαρτονομίσματα
σα μυστικά τραπουλόχαρτα της Mοίρας. Kι' όσοι
δέχτηκαν μια στιγμή την προσφορά σου, μόλις στρίψεις το κεφάλι σου
δοκιμάζουν στην πέτρα τα νομίσματα, μα εκείνα δεν αφήνουν ήχο,
προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν στα χαρτονομίσματα
τους αριθμούς και τις σφραγίδες, μ' αυτά δε διακρίνονται στο
καταπληχτικό σκοτάδι,
και τα πετούν ξανά μπροστά στα πόδια σου και φεύγουν.

Kαι μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρος στο μαγνητικό ανοιγμένο στόμιο του αδειανού πια
χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρος στην ακάλυπτη τρύπα του χάους,
με τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σε μισοτελειωμένη στάση θεατρικής γενναιοδωρίας,
σαν άγαλμα ήρωα που ο ηρωισμός του
αποδείχτηκε απατηλός μετά θάνατον ― ή σαν ατέλειωτη προσπάθεια
να γίνεις άγαλμα για να μη σωριαστείς στο χώμα ― ένα άγαλμα
που τείνει μάταια σαν τσαμπί σταφύλι τ' αναπόδεκτα κλειδιά ενός
παραδείσου.

(από τα Ποιήματα 1930-1960, Γ΄, Kέδρος 1964)





 Bridge By Leonid Afremov


Wislawa Szymborska - 'Ανθρωποι πάνω στη γέφυρα


Παράξενος πλανήτης και παράξενοι οι άνθρωποι πάνω του.
Ενδίδουν στο χρόνο, μα δεν του το αναγνωρίζουν.
Έχουν τον τρόπο τους να εκφράζουν αντίσταση.
Φτιάχνουν εικόνες σαν κι αυτή:

Τίποτα το ιδιαίτερο με την πρώτη ματιά.
Κάποιος μπορεί να δει νερό,
την όχθη ενός ποταμού,
μια στενή βάρκα με ζήλο ν΄ ανεβαίνει το ρεύμα,
μια γέφυρα πάνω απ΄ το νερό,
και ανθρώπους πάνω στη γέφυρα.
Ξεκάθαρα επιταχύνουν το βήμα τους,
καθώς η βροχή αρχίζει να πέφτει ορμητική απ’ ένα μαύρο σύννεφο.

Το θέμα είναι, πως τίποτα δε θα συμβεί στη συνέχεια.
Το σύννεφο δε θα αλλάξει σχήμα, ούτε χρώμα.
Η βροχή δεν σταματά, μα ούτε δυναμώνει.
Η βάρκα επιπλέει ακίνητη.
Οι άνθρωποι πάνω στη γέφυρα τρέχουν
ακριβώς στο σημείο που τρέχανε και πριν.

Δύσκολο να μείνει ασχολίαστο:
Αυτή η εικόνα δεν είναι καθόλου αθώα.
Ο χρόνος εδώ έχει σταματήσει,
οι νόμοι του πια δεν ισχύουν.
Του έχει στερηθεί αντίκτυπο στα δρώμενα,
περιφρονημένος και ατιμασμένος.

Χάρη σ’ έναν επαναστάτη,
έναν Hiroshige Utagawa
(μια ύπαρξη που, παρεμπιπτόντως,
έχει πεθάνει, ως όφειλε, εδώ και καιρό)
ο χρόνος σκόνταψε και έπεσε.

Ίσως να είναι μόνο μια ασήμαντη ζαβολιά,
ένα καπρίτσιο μπροστά σε μια κλίμακα ενός ζεύγους γαλαξιών,
μα όπως και να ‘χει,
ας προσθέσουμε τα ακόλουθα:

Για γενεές ολόκληρες θεωρείται καλόγουστο
να έχεις αυτόν τον πίνακα σε μεγάλη εκτίμηση,
να τον εγκωμιάζεις και να συγκινείσαι απ’ αυτόν βαθύτατα.

Υπάρχουν κι εκείνοι για τους οποίους, ούτε καν αυτό δεν είναι αρκετό.
Ακούνε ακόμα και τον ήχο της βροχής,
αισθάνονται τις κρύες σταγόνες στον σβέρκο και τους ώμους τους,
κοιτάζουν τη γέφυρα και τους ανθρώπους πάνω της
σαν να βλέπουν εκεί τους εαυτούς τους,
σε αυτό το δίχως τέλος τρεχαλητό
κατά μήκος του δίχως τέλος δρόμου, να ταξιδεύουν στην αιωνιότητα
και έχουν το θράσος να πιστεύουν
πως πράγματι είναι έτσι.
Wislawa Szymborska, 1986.
(μετ. από τα αγγλικά Ευαγγελία Καριοφυλλίδου) 



 STONE BRIDGE  By Leonid Afremov

Γιάννης Υφαντής -  Το δύσκολο πέρασμα

[Ενότητα Γ]


Ζώντας σε παραμύθια και θρησκείες, περνώντας
μες από θρύλους, πολιτείες και λαούς
άκουσα και για κείνο το γεφύρι
που το πλάτος του δεν είναι πιο μεγάλο από την κόψη ξυραφιού.
Μόνο από κείνο το γεφύρι λένε θα μπορούσες να περάσεις προς το φως.
Κι όπως οι πιο σοφοί εξηγούν
διαβαίνεις το γεφύρι εκείνο μόνο αν ο ίδιος είσαι φως.
Από τη συλλογή Ο καθρέφτης του Πρωτέα (1986) του Γιάννη Υφαντή





 Vincent van Gogh -  Le Pont à Asnières, 1887

Τζιμ Χάρισον - Γέφυρα

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το πέρασα
Χτίζοντας μια γέφυρα πάνω στη θάλασσα
παρόλο που η θάλασσα ήταν απέραντη
Είμαι περήφανος για τη γέφυρα
που κρέμεται στον αγνό θαλασσινό αέρα. Ο Μασάντο
ήρθε για μια επίσκεψη και καθίσαμε στο
τέλος της γέφυρας, κάτι που ήταν δική του ιδέα.
Τώρα που είμαι γέρος η δουλειά προχωράει αργά.
Ακόμα και τόσο κοντά στο θάνατο, μου αρέσει εδώ έξω
ψηλά πάνω από τη θάλασσα και να τυλίγομαι
από τις αρκτικές καταιγίδες του φθινόπωρου,
το ηχηρό κραχ και βογγητό της θάλασσας,
από το βάθος εκατό ποδιών των κοιλωμάτων.
Μερικές φορές η θάλασσα υψώνεται και αλυχτάει σαν
ένα ζώο, μια ήπειρο μεγάλη και ζωντανή.
Τι ομορφιά σε αυτή τη σκοτεινή μουσική
Μέσα στην οποία μπορείς να ακούσεις την πιο αχνή μουσική της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την τρυφερή σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους και τους γαλαξίες.
Έτσι κάθομαι στην άκρη, κουνώντας τα πόδια μου πάνω από
την άβυσσο. Απόψε το φεγγάρι θα είναι στα πόδια μου.
Αυτή είναι η δουλειά μου, να μελετώ το σύμπαν από τη γέφυρα μου.
Έχω τον ουρανό, τη θάλασσα, την αμυδρή γραμμή του Καναδέζικου δάσους στην μακρινή στεριά.




 Romance By East River Nyc  by Ylli Haruni 

Jim Harrison - Bridge


Most of my life was spent
building a bridge out over the sea
though the sea was too wide.
I’m proud of the bridge
hanging in the pure sea air. Machado
came for a visit and we sat on the
end of the bridge, which was his idea.
Now that I’m old the work goes slowly.
Ever nearer death, I like it out here
high above the sea bundled
up for the arctic storms of late fall,
the resounding crash and moan of the sea,
the hundred-foot depth of the green troughs.
Sometimes the sea roars and howls like
the animal it is, a continent wide and alive.
What beauty in this the darkest music
over which you can hear the lightest music of human
behavior, the tender connection between men and galaxies.
So I sit on the edge, wagging my feet above
the abyss. Tonight the moon will be in my lap.
This is my job, to study the universe
from my bridge. I have the sky, the sea, the faint
green streak of Canadian forest on the far shore.



 Rcnpaintings.com by Chris N Rohrbach

Γιώργος Χαβουτσάς - Οι γέφυρες πάντα

«πριν αλέκτορα φωνήσαι δις, απαρνήση με τρις»
Κατά Μάρκον, ΙΔ΄72



Πρόσεξε τη μεριά που θα βρεθείς
όταν ανοίξουνε οι γέφυρες
υπάρχει κίνδυνος αποκλεισμού
σε όχθες που δεν θέλησες.

Στάσου καλύτερα εδώ:
η όχθη τούτη δεν σε καταβάλλει.

Απέναντι είναι οι άνθρωποι
που ολοένα σε κοιτούν
μα δίχως να σε βλέπουν
όπως γίνεται πάντα, στις όχθες
της καθημερινότητας, εύκολη πού ’ναι
η άρνηση, ήδη με το δευτέρωμα
λαλιάς του πετεινού
κάμπτεται αμέσως η αντοχή σου
τριτώνει πάντα το κακό της άρνησης
αρνείσαι πως υπήρξες
ποιητής, δηλώνεις πως
αυτά που έγραψες
ανήκουνε σε κάποιον που σου μοιάζει.

Στάσου καλύτερα εδώ, στην υψωμένη
γέφυρα μετεωρίζονται
ατρόμητοι οι φανοστάτες, αυτό το τίποτα
που είσαι
γίνεται μάλλον κάτι. Η πόλη
γιορτάζει, η γέφυρα,
που υψώθηκε,
κρατά μέσα στα ρόδα
το βάθος του ορίζοντα.
(Γιώργος Χαβουτσάς, Σημείο Πετρούπολης, εκδ. Πλανόδιον, 2011.)



London Bridge Andre Derain


Στίχοι 
i.
Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ' όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Τάκης Σινόπουλος - Ποίημα για την Ελένη


ii.
Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
Όταν τα γιοφύρια πίσω μας θα κόβονται

εγώ θα είμαι εκεί να σάς θυμίζω 
τις μέρες τις παλιές.
Διονύσης Σαββόπουλος - Οι παλιοί μας φίλοι




Frits Thaulow - Small town near La Panne, 1905



iii
Γεφύρι είναι ο ύπνος
που πάει απ΄το σήμερα στο αύριο.
Από κάτω, σαν ένα όνειρο,
κυλάει το νερό.
(Αιωνιότητες)
Juan Ramón Jiménez Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου


iv
Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της “εποχής.
Κ. Καρυωτάκης - Όλοι μαζί



Ιωάννα Ξέρα - Ιερά Μονή Δαμάστας

Δημοτικό - Της Άρτας το γεφύρι

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.»
Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.»

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
«Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;»
«Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.»
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
«Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.»

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.»
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.



 Waterloo Bridge, 1903 by Claude Monet

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ίβο Άντριτς - Το γεφύρι του Δρίνου

"Το γεφύρι του Δρίνου" δεν είναι μόνο ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Είναι ένα βαλκανικό χρονικό τεσσάρων αιώνων Ιστορίας, τεσσάρων θρησκειών και τριών εθνοτήτων που μοιράζονται τον ίδιο τόπο, την πόλη Βίσιεγκραντ στη Βοσνία.
Στο κέντρο όλων αυτών το γεφύρι, αμετακίνητο από τη θέση του, σαν το πεπρωμένο που διατρέχει πότε φωτεινό και πότε σκοτεινό τις ανθρώπινες ζωές. Μόνο αν διαβάσει κανείς το προφητικό αυτό έργο μπορεί πραγματικά να κατανοήσει τα τραγικά γεγονότα των τελευταίων ετών στη Βοσνία και να διακρίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις που πάντα λειτουργούσαν κάτω από την πολυεθνική κρούστα και το μωσαϊκό των θρησκειών.
Το αριστούργημα του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
......
Το γεφύρι του Δρίνου περιστρέφεται γύρω από την πόλη του Βίσεγκραντ στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και τη γέφυρα του Μεχμέτ Πασά Σοκόλοβιτς στον ποταμό Δρίνο ή Ντρίνα. Η αφήγηση καλύπτει περίπου τέσσερις αιώνες, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα τη διοίκηση της Αυστροουγγαρίας και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και περιγράφει τις ζωές, το πεπρωμένο και τις σχέσεις των κατοίκων της περιοχής και την συνύπαρξη τριών εθνοτήτων και τεσσάρων θρησκειών.

Η αφήγηση του βιβλίου ξεκινάει το 1516 όταν οι Οθωμανοί παίρνουν ένα παιδί από ένα χωριό κοντά στο Βίσεγκραντ από την μητέρα του, τον μετέπειτα βεζίρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά, ο οποίος και πραγματοποιεί το όνειρό του να χτίσει μια γέφυρα στο ποτάμι.Στη συνέχεια ακολουθεί την ιστορία των κατοίκων της Βοσνίας, με το γεφύρι να δρα ως κοινό μνημείο μνήμης και να γίνεται μάρτυρας των βιωμάτων και του δράματος των ανθρώπων που το διασχίζουν και συνδέθηκαν με αυτό.

Ιωάννα Ξέρα - Γεφύρι στο Καστρί Φθιώτιδας

Η γέφυρα του Γοργοπόταμου


Η Γέφυρα Γοργοποτάμου, είναι μία από τις πιο γνωστές γέφυρες στην Ελλάδα. Διασχίζει τον Γοργοπόταμο και συνδέει τον Μπράλο με τη Λαμία, ενώ μεταφέρει τη σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών - Θεσσαλονίκης.

Η γέφυρα είναι ιδιαίτερα γνωστή λόγω του ρόλου που έπαιξε στην Εθνική Αντίσταση, καθώς καταστράφηκε στις 25 Νοεμβρίου 1942 στη μάχη του Γοργοποτάμου, από αντιστασιακούς των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, που συνεργάστηκαν υπό το συντονισμό Βρετανών πρακτόρων, εναντίον κυρίως ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν τη γέφυρα. Ο στόχος της ήταν κυρίως ψυχολογικός και είχε συμβολική σημασία, αφού η μάχη του Ελ-Αλαμέιν είχε ήδη γίνει και η τύχη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αφρική είχε πια καθοριστεί. Το 1982, με τον Νόμο 1285, η επέτειος της μάχης καθιερώθηκε ως ετήσιος πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης.

Η καταστροφή της γέφυρας αυτής ήταν ένας από τους τρεις πιθανούς στόχους της αποστολής Χάρλινγκ (Operation Harling), που είχε σχεδιαστεί από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Οι άλλες δύο γέφυρες οι οποίες ήταν ο στόχος ήταν αυτή της Παπαδιάς ή αυτή του Ασωπού. Για την αποστολή Harling έπεσαν με αλεξίπτωτα δύο ομάδες στα τέλη Σεπτεμβρίου και μία ομάδα τον Οκτώβριο. Ηγέτες της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Έντι Μάγιερς και ο ταγματάρχης Κρις Γουντχάους, οι οποίοι ήλθαν σε επαφή πρώτα με τον ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη και στη συνέχεια με τον ΕΔΕΣ και τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις 12 Νοεμβρίου ο Ναπολέων Ζέρβας επικοινώνησε με τον Άρη Βελουχιώτη του ΕΛΑΣ και συναντήθηκαν στη Βίνιανη, όπου του ζήτησε να συμμετάσχει στην επιχείρηση, ώστε να περαστεί το μήνυμα της συνεργασίας των αντιστασιακών δυνάμεων. Ο δύσπιστος αρχικά Βελουχιώτης, έπειτα από αρκετή ώρα, συμφώνησε και το βράδυ της 25ης προς 26η Νοεμβρίου έγινε η επίθεση για την κατάληψη της γέφυρας και στη συνέχεια η ανατίναξή της.



Φωτογραφία : Νέλλα Θεοτοκάτου - Το Θεογέφυρο


 Θεογέφυρο. Το τοξωτό γεφύρι στη Ζίτσα, το οποίο «σκάλισε» ο Καλαμάς. 



Ενα μοναδικό έργο της φύσης από χθες πέρασε την ιστορία. 

Τα άγρια νερά του Καλαμά είχαν σκαλίσει με τα χρόνια ένα ονειρικό γεφύρι με πλάτος 3 με 4 μέτρα και ύψος 20 μέτρα, το οποίο μέχρι χθες αποτελούσε μοναδικό δημιούργημα της φύσης. 

Χαράδρες, καταρράκτες και βράχοι συμπληρώνουν την εικόνα του άγριου τοπίου. 

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάποια γυναίκα άφησε το νεογέννητο παιδί της και διέσχισε το ποτάμι, μέσω ξύλινης γέφυρας για να επισκεφτεί κοντινό μοναστήρι. Τότε, ξέσπασε καταιγίδα, ο ποταμός φούσκωσε και παρέσυρε την ξύλινη γέφυρα. Η γυναίκα παρακάλεσε τον Θεό να τη βοηθήσει να επιστρέψει εγκαίρως στο παιδί της για να το ταΐσει. Ξαφνικά, τα νερά υποχώρησαν και σχηματίστηκε γεφύρι, το οποίο ονομάστηκε από τους ντόπιους  «γεφύρι του Θεού». 

Σύμφωνα με έναν άλλο θρύλο, ένας βράχος αποκολλήθηκε ύστερα από σεισμό και σφήνωσε στο πιο στενό σημείο της χαράδρας, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί το πέτρινο γεφύρι. 

Να σημειωθεί ότι το Θεογέφυρο είχε χαρακτηριστεί από το 1991 αρχαιολογικός χώρος το, το οποίο αποτελούσε μνημείο της φύσης και πόλος έλξης τουριστών όλο τον χρόνο. 

Τον Φεβρουάριο του 2018 το Θεογέφυρο κατέρρευσε λόγω των έντονων καιρικών φαινομένων (πολυήμερες βροχοπτώσεις).


Joseph Mallord William Turner - Venice, the Bridge of Sighs

Η γέφυρα των στεναγμών

Η Γέφυρα των στεναγμών (στα Ιταλικά Ponte dei Sospiri) είναι μια ονομαστή γέφυρα στη Βενετία, μια μικρή γέφυρα σκεπαστή και κλειστή του "Ρίο ντι Παλάτσιο" που συνδέει το "Παλάτσο Ντουκάλε", δουκικό ανάκτορο, με τις φοβερές φυλακές της τότε Ενετίας.



Κτίστηκε τον 16ο αιώνα σύμφωνα με το σχέδιο του αρχιτέκτονα Αντονίνο Κοντίνο ως στεγασμένος διάδρομος με μάλλον μικρές πολεμίστρες αντί παραθύρων. Από αυτό το διάδρομο - γέφυρα οδηγούνταν οι φυλακισμένοι στο θρυλικό δωμάτιο του ανακτόρου "θάλαμο των τριών ιεροεξεταστών του κράτους" (Σαλέτα ντέι τρέ Ινκουϊζιτόρι ντέλο στάτο) όπου και διεξάγονταν «εν κρυπτώ» η δίκη, πριν της οποίας ή ακόμη και κατά τη διάρκειά της φέρονταν ο φυλακισμένος δια μυστικής σκάλας από τη Σαλέτα στο υπόγειο δωμάτιο των βασανιστηρίων στη "Κάμερα ντελ τορμέντο".



Κατά τη παράδοση το δράμα της μεταφοράς των φυλακισμένων προς τα μαρτύρια, χωρίς σχεδόν καμία ελπίδα επιστροφής «εν ζωή» μαρτυρούνταν από τους στεναγμούς και τα βογκητά που ακούγονταν από εκείνα τα παράθυρα - πολεμίστρες εξ ου και το όνομα της γέφυρας αυτής.

Για τη γέφυρα των στεναγμών έχουν γραφτεί πλήθος αφηγήσεων με προεξέχουσα θέση το λαϊκό μυθιστόρημα του Μιχαήλ Ζεβακό, ενώ όλως περιέργως ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Όφενμπαχ συνέθεσε το 1861 υπό τον αυτό (ίσως μακάβριο) τίτλο μια ξεκαρδιστική κατά τ' άλλα οπερέτα.

Sunset Over Ponte Vecchio In Florence by Kiril Stanchev

Το Ponte Vecchio

Το Ponte Vecchio ("Παλαιό Γεφύρι") είναι ένα μεσαιωνικό πέτρινο κλειστό μονότοξο γεφύρι πάνω από τον Ποταμό Άρνο, στην Φλωρεντία, Ιταλία, γνωστό για την ύπαρξη μαγαζιών χτισμένων κατά μήκος του, όπως συνηθιζόταν τότε. Αρχικά, τα μαγαζιά αυτά ήταν κρεοπωλεία, στις μέρες μας όμως οι κάτοχοι τους είναι κοσμηματοπώληδες, έμποροι έργων τέχνης και πωλητές αναμνηστικών. Οι δυο γειτονικές γέφυρες του Ponte Vecchio είναι η Ponte Santa Trinita και το Ponte alle Grazie.

Το γεφύρι συνδέει τις δύο περιοχές στο πιο στενό σημείο του ποταμού Άρνο , όπου όπως πιστεύεται, χτίσθηκε γέφυρα για πρώτη φορά κατά την ρωμαϊκή περίοδο, όταν η via Cassia διέσχισε τον ποταμό σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η ρωμαϊκή βάση της γέφυρας ήταν πέτρινη, ενώ το εποικοδόμημα ξύλινο. Η γέφυρα πρωτοεμφανίζεται σε ένα έγγραφο του 996. Μετά την καταστροφή της από μια πλημμύρα του 1117, ανακατασκευάστηκε με πέτρινο εποικοδόμημα, αλλά και πάλι διαλύθηκε από πλημμύρα το 1333, εκτός από δυο κεντρικών βάσεων της, όπως κατέγραψε ο Giovanni Villani στο ιστορικό βιβλίο του Nuova Cronica. Το γεφύρι ανακατασκευάστηκε το 1345 Ο ιστορικός Giorgio Gaddi κατέγραψε την παραδοσιακή άποψη της εποχής του, η οποία απέδιδε το σχέδιο της κατασκευής στον Ταντέο Γκάντι — επιπλέον ο Τζόττο, ένας από τους λίγους καλλιτέχνες του trecento το υπενθύμισε διακόσια χρόνια αργότερα. Σύγχρονοι ιστορικοί παρουσιάζουν τον Neri di Fioravanti ως πιθανό υποψήφιο. Στεγασμένο σε ένα μικρό χαγιάτι στο κεντρικό άνοιγμα της γέφυρας βρίσκεται μια διαβρωμένη τιμητική πέτρα, η οποία κάποτε είχε χαραγμένο πάνω της Nel trentatrè dopo il mille-trecento, il ponte cadde, per diluvio dell' acque: poi dieci anni, come al Comun piacque, rifatto fu con questo adornamento. Ο πύργος Torre dei Mannelli κατασκευάστηκε στην νοτιοανατολική γωνία της γέφυρας, για να την προστατεύει. 

Το γεφύρι αποτελείται από τρία τμηματικά τόξα: το κυρίως τόξο έχει μήκος 30 μέτρων (98 πόδια) ενώ τα δυο πλαϊνά έχουν μήκος 27 μέτρων (89 πόδια) το καθένα. Η άνοδος των τόξων είναι περίπου 3,5 με 4,4 μέτρα (11½ με 14½ πόδια), και η αναλογία μήκος-προς-άνοδο είναι 5:1. 

Πάντα φιλοξενούσε μαγαζιά και εμπόρους, οι οποίοι εκθεταν τα προϊόντα τους σε τραπέζια μπροστά από τις εγκαταστάσεις τους, ύστερα από έγκριση από το Bargello (Ένα είδος δημάρχου άρχοντα, δικαστή και αστυνομικής αρχής). Τα πίσω μαγαζάκια (retrobotteghe), το οποία φαίνονται από την μεριά του ποταμού, προστέθηκαν τον δέκατο έβδομο αιώνα.

Λέγεται ότι η οικονομική έννοια της χρεοκοπίας γεννήθηκε εδώ: όταν ένας αργυραμοιβός δεν μπόρεσε να καλύψει τα χρέη του, οι στρατιώτες διέλυσαν τον πάγκο πάνω στο οποίο πουλούσε τα εμπορεύματα του. Η τακτική αυτή πήρε την ονομασία της από το σπασμένο ("rotto") πάγκο ("banco"), "bancorotto". Άλλη πιθανή καταγωγή της λέξης bankruptcy (πτώχευση) είναι το "banca rotta" που σημαίνει "σπασμένη τράπεζα". Χωρίς πάγκο, ο έμπορος δεν μπορούσε πλέον να πουλήσει τίποτα.

Οι Γερμανοί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την προκαταβολική τους υποχώρηση εναντίον της απελευθερωτικής βρετανικής 8ης στρατιάς κατέστρεψαν όλες τις γέφυρες της Φλωρεντίας, εκτός από την Πόντε Βέκιο. Η καταστροφή της γέφυρας, όπως ισχυρίζονται πολλοί ντόπιοι και τουριστικοί ξεναγοί, αποτράπηκε με ρητή εντολή του Χίτλερ.Παρόλα αυτά η πρόσβαση στο γεφύρι ήταν κλειστή εξαιτίας της καταστροφής των κτιρίων και στις δυο άκρες, τα οποία από τότε έχουν ανοικοδομηθεί με πρωτότυπο και μοντέρνο σχέδιο.
Ο διάδρομος του Τζόρτζο Βαζάρι από το Παλάτσο Βέκιο προς το Ουφίτσι

Ο διάδρομος του Βαζάρι

Με στόχο να συνδέσει το Παλαιό Παλάτι (ιτ. Palazzo Vecchio, το δημαρχείο της Φλωρεντίας) με το Παλάτσο Πίττι, το 1565 ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων ανέθεσε στον Τζόρτζο Βαζάρι να χτίσει τον διάδρομο του Βαζάρι πάνω από το γεφύρι. Για να ενισχύσει το κύρος του γεφυριού, το 1593 ο Μέγας Δούκας των Μεδίκων απαγόρευσε στους κρεοπώληδες να πουλούν εκεί, την θέση των οποίων κατέλαβαν αμέσως αρκετοί έμποροι χρυσού. Το μονοπώλιο της σωματειακής ένωσης κρεοπώληδων επικρατούσε στα μαγαζιά της γέφυρας από το 1442. Μια πέτρα με επιγραφή του Δάντη (Paradiso xvi. 140-7) καταγράφει το σημείο στην είσοδο της γέφυρας όπου ο Buondelmonte de' Buondelmonti δολοφονήθηκε εκ μέρους του Amidei, το 1215, ξεκινώντας έτσι τις αστικές μάχες μεταξύ των Γουέλφων και των Γιβελλίνων. 

Πρόσφατη Ιστορία

Κατά μήκος του Ponte Vecchio υπάρχουν πάρα πολλά "λουκέτα αγάπης" σε διάφορα μέρη, ειδικά στο κιγκλίδωμα γύρω από το άγαλμα του Μπενβενούτο Τσελίνι. Αυτή είναι μια πρόσφατη παράδοση για το Ponte Vecchio, μολονότι έχει προηγουμένως παρατηρηθεί στην Ρωσία και στην Ασία. Πιθανόν να εισήγαγε την παράδοση ο πωλητής κλειδαριών στο τέλος της γέφυρας. Είναι ευρέως συνδεδεμένη με την αγάπη και τους εραστές: οι οποίοι αφού κλειδώσουν τα λουκέτα, πετούν το κλειδί στον ποταμό, "κλειδώνοντας" με αυτόν τον τρόπο την αγάπη τους για πάντα. Ένα παράδειγμα των αρνητικών επιπτώσεων του μαζικού τουρισμού: χιλιάδες κλειδαριές έπρεπε να αφαιρούνται τακτικά, καθώς αλλοίωναν ή κατέστρεφαν την δομή της γέφυρας, που στέκει εκεί για αιώνες ολόκληρους. Ωστόσο, η παράδοση αυτή, φαίνεται να έχει αποφευχθεί σε μεγάλο βαθμό με την τοποθέτηση πινακίδας η οποία προβλέπει πρόστιμο 160€ στους παραβάτες. 
Παρόμοιο φαινόμενο με λουκέτα παρατηρείται και στο Ponte Milvio, εξαιτίας ενός βιβλίου του Federico Moccia. 
Η γέφυρα απέκτησε σοβαρές ζημιές κατά την πλημμύρα του Άρνου το 1966. 
Η γέφυρα αναφέρεται στην άρια "O mio babbino caro" του Giacomo Puccini.

Bw Prague Bridges by Yuriy Shevchuk




ΜΟΥΣΙΚΗ



Σωκράτης Μάλαμας – Σαν της Άρτας το γεφύρι

Στίχοι και Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Kάθε νύχτα σε γυρεύω 
την αγάπη μου παιδεύω 
στης ζωής το πανηγύρι 
σαν της Aρτας το γεφύρι 

Eνα σου βλέμα, γι δες 
όλα γίναν όπως χθές 
αν τα γκρεμίσεις ξανά
 θα πνιγούμε στη στεριά. 

Για δες πως φεύγει ο καιρός 
κι έχω γίνει σαν τρελλός 
άνοιξη μπαίνει ξανά 
άνοιξέ μου μια αγκαλιά 

Mοιάζεις σύννεφο και μπόρα 
στης ζωής την ανηφόρα 
σαν το χώμα διψασμένος 
σε ζητάω σα μεθυσμένος




 Sydney Opera House by Dani Tupper 






Σωκράτης Μάλαμας & Μαρία Θωίδου – Το Γεφύρι Της Δράμας


Παραδοσιακό Στο ποτάμι σύρε Χασάν Στο γεφύρι βγες βρε Χασάν, στο γεφύρι βγες Ματωμένο σε προσμένει Να διαβείς δε θες... Στο ποτάμι σύρε Χασάν Μια γουλιά να πιεις βρε Χασάν Παγωμένο σε κοιτάζει Μα `συ μην το δεις Του θυμού τη φλόγα Χασάν Σου τ' ορμήνεψαν βρε Χασάν Πως τη σβήνει το αίμα Χασάν Σε ξεγέλασαν Τα φτερά σου χτύπα Χασάν άτυχο πουλί, βρε Χασάν Πιο στενό κι απ' το γεφύρι Είναι το κελί..




Il Borgo Sul Fiume by Guido Borelli



Δήμος Αναστασιάδης - Χτίσε μια γέφυρα

Μουσική: Δήμος Αναστασιάδης Στίχοι: Βίκυ Γεροθόδωρου

Μια αγκαλιά και μια συγνώμη πως να γιατρέψουν την καρδιά; Όσοι πονάνε μένουνε μόνοι... μα μη μ' αφήνεις μόνο πια! Χτίσε μια γέφυρα να 'ρθεις εδώ... πόσο μου λείπεις, πόσο σου λείπω εγώ... ας μετρηθούμε κι ας χάσουμε κι δυό... φτάνει να ξέρω πόσο σ' αγαπώ! Μέρες μικρές χωρίς εσένα νύχτες φεγγάρια ηλεκτρικά... τέσσερις στίχοι και ένα ψέμα πάλι δε βγάζουν πουθενά.



 Prague Castle With The Vltava River 1 by Yuriy Shevchuk


ΛΙΛΑΝΤΑ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ ΓΕΦΥΡΑ

Στίχοι: Φίλων Αρίας
Μουσική: Γρηγόρης Σουρμαΐδης
1. Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου 


Βάλτε φωτιά, φέρτε ψωμί
φέρτε αγιασμό κι ατσάλι,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.

Χτίστε οικοδόμοι, σιδεράδες, ποιητές
με λάσπη και κριθάρι,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.

Και στη κορφή
βάλτε να ψάλλει
τ’ άγιο πουλί
όσο δε λάλησε ποτές.

Κύμα χυμά, κύμα ορμά,
κύμα βογγά κι αφρίζει,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.

Πνίγει, γεννά και πλαστουργεί
και σπέρνει και θερίζει,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.

Η μάνα γης, η αφέντρα γης
γεννοβολά, καρπίζει
και λάμπει ο ήλιος
και μεθά και ιερουργεί.

Βάλτε φωτιά, φέρτε καρφιά,
μάρμαρο και προζύμι,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.

Μαστόρους φέρτε σκαλιστές
απ’ Ανατολή και Δύση,
τ’ όργανα παίξτε μουσικοί.
Δέστε τη γέφυρα γερά
μ’ ατσάλι και μπρισίμι,
για να περάσει ο λαός
να γνωριστεί.



 Prague Charles Bridge 01 by Yuriy Shevchuk


Μάνος Ξυδούς - Γέφυρες με πέτρες της σιωπής - 1999
Στίχοι: Μάνος Ξυδούς Μουσική: Άλκης Παπαδόπουλος & Δήμητρα Καραμπελοπούλου Σ' ευχαριστώ γι' αυτή τη νύχτα απ' την ψυχή μου σ' ευχαριστώ για ό,τι περάσαμε μαζί Όμως θα φύγω γιατί αυτή είν' η ζωή μου να κλείνω γέφυρες με πέτρες της σιωπής Σ' ευχαριστώ για ό,τι μου χάρισες απόψε μα τα λουλούδια κοιμούνται το πρωί Ένα "αντίο" που θυμάμαι πότε πότε κλείνει τις γέφυρες με πέτρες της σιωπής Είναι αργά, πολύ αργά κι έχω ξεχάσει της φαντασίας μου τα σκίτσα έχουν ξεβάψει "Ναι" είναι αργά, πολύ αργά να ζωντανέψει Ό,τι εφτιάξαμε κι αφήσαμε στη μέση

Saltash Bridge. by Mike Jeffries 

Κώστας Λειβαδάς - Το κορμί μου δεν είναι γεφύρι

Στίχοι: Κώστας Λειβαδάς
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
1. Κώστας Λειβαδάς 


Γιατί το κάνεις; Γιατί το κάνεις για πες μου
Πόσο θ`αντέξεις να παίζεις με τα στοιχειά;
Όσα κι αν δίνεις, όσα κι αν παίρνεις, για πες μου
γιατί στο τέλος ποτέ δεν είναι αρκετά;

Δεν έχω δύναμη άλλη
Δε θα`ρθω εκεί ξανά.

Το κορμί μου δεν είναι γεφύρι,
δεν μπορείς να περάσεις
να σωθείς.

Το κορμί μου δεν είναι γεφύρι,
δεν μπορείς να γλιτώσεις το ποτάμι.

Γιατί το κάνεις; Γιατί το κάνεις για πες μου;
Το είχα πιστέψει πως θα πατήσεις γερά
και δε σε νοιάζει που όλες για σένα οι στροφές μου.
Πού θα γυρίσεις όταν σε φτάσει η σκιά;

 Bridge At Ellicott Creek Park by Ylli Haruni 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 

Η γέφυρα του ποταμού Κβάι



Η ταινία Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (Αγγλ. The Bridge on the River Kwai) είναι πολεμικό δράμα παραγωγής 1957, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λιν. Το σενάριο της ταινίας, το οποίο έγραψαν οι Καρλ Φόρμαν και Μάικλ Γουίλσον, είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πιέρ Μπουλ, που βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής της Βιρμανίας μεταξύ του 1942-43, με έντονο το στοιχείο της μυθοπλασίας. Η ταινία γυρίστηκε στη Σρι Λάνκα (πρώην Κεϋλάνη) και έχει ως πρωταγωνιστές τους Γουίλιαμ Χόλντεν, Άλεκ Γκίνες, Τζακ Χώκινς και Σεσούι Χαγιακάβα.


Η ταινία έλαβε διθυραμβικές κριτικές και απέσπασε 7 βραβεία όσκαρ (μεταξύ των οποίων και Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Το 1997 επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου, την ίδια χρονιά έλαβε επίσης την 13η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου

Υπόθεση

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ταϊλάνδης, ο Ιάπωνας συνταγματάρχης Σάιτο (Σεσούι Χαγιακάβα) υποχρεώνει τους Βρετανούς αιχμαλώτους να εργαστούν στην κατασκευή μιας γέφυρας τεράστιας στρατηγικής σημασίας, εφόσον επρόκειτο να ενώσει τη Βιρμανία με την Ταϊλάνδη. Ο συνταγματάρχης Νίκολσον, που βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τον Ιάπωνα, δέχεται να ηγηθεί των ανδρών του στην κατασκευή της γέφυρας. Η κατασκευή της γέφυρας πρόκειται να αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για τον Νίκολσον και τους άνδρες του. Όταν όμως η γέφυρα είναι πια έτοιμη, ένας Αμερικανός αντιπλοίαρχος του ναυτικού, ο Σίαρς (Γουίλιαμ Χόλντεν), που κατάφερε να αποδράσει από την αιχμαλωσία των Γιαπωνέζων βρίσκεται κοντά στην περιοχή, με αποστολή να ανατινάξει τη γέφυρα πάνω από την οποία πρόκειται να περάσει το τρένο για τον ανεφοδιασμό των Ιαπώνων.

Ιστορικές Αλήθειες

Η πλοκή αναφέρεται στην κατασκευή της γέφυρας που περνά πάνω από τον ποταμό Κβάι Γιάι που βρίσκεται σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από την πόλη Καντσαναμπούρι της Ταϊλάνδης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Πολεμικών Τάφων Κοινοπολιτείας η περιβόητη σιδηροδρομική γραμμή, που ενώνει τη Βιρμανία με την Ταϊλάνδη, κατασκευάστηκε από αιχμαλώτους πολέμου και αποτελούσε σχέδιο των Ιαπώνων που αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας νέας οδού ανεφοδιασμού των ιαπωνικών στρατευμάτων στη Βιρμανία. Κατά την κατασκευή της 13.000 αιχμάλωτοι πολέμου πέθαναν και ενταφιάστηκαν πλάι στο σιδηρόδρομο. Υπολογίζεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής της γραμμής πέθαναν επίσης 80.000 με 100.000 Ασιάτες εργάτες ή σκλάβοι που έφτασαν στην περιοχή από τη Μαλαισία, την αποικιοκρατούμενη από τους Ολλανδούς Ανατολική Ινδία. Δυο ομάδες ανδρών εργάστηκαν για τη δημιουργία της γραμμής, η πρώτη ξεκίνησε από την Ταϊλάνδη και η δεύτερη από τη Βιρμανία και συναντήθηκαν στα μισά της γραμμής.

Τα γεγονότα που εξιστορούνται στην ταινία είναι κυρίως φανταστικά και παρά το γεγονός ότι παρουσιάζονται οι κακές συνθήκες και ο πόνος που προκλήθηκε από την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής, η πραγματικότητα ήταν πολύ χειρότερη. Ο Βρετανός συνταγματάρχης αιχμάλωτος των Ιαπώνων, στην περιοχή στην οποία επρόκειτο να δημιουργηθεί η γέφυρα από όπου θα περνούσε ο σιδηρόδρομος, ήταν ο Φίλιπ Τούζι (Philip Toosey). Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν τον χαρακτήρα του συνταγματάρχη Νίκολσον, που υποδύεται ο Άλεκ Γκίνες, βέβηλη παρωδία του χαρακτήρα του Τούζι . Στην εκπομπή του BBC Timewatch ένας πρώην αιχμάλωτος πολέμου δήλωσε ότι ήταν αδύνατο ένας άνθρωπος σαν τον Νίκολσον να έφτανε στο βαθμό του συνταγματάρχη και τόνισε ότι σε περίπτωση που αποφάσιζε να συνεργαστεί με τους Ιάπωνες για την κατασκευή της γέφυρας, θα είχε εξολοθρευτεί από τους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Η Τζούλι Σάμερς στο βιβλίο της The Colonel of Tamarkan έγραψε ότι ο Πιέρ Μπουλ, πρώην αιχμάλωτος στην Ταϊλάνδη, έπλασε τον χαρακτήρα του Νίκολσον στηριγμένος στις αναμνήσεις του από Γάλλους στρατιωτικούς που συνεργάστηκαν με τους Ιάπωνες. Ο Μπουλ αρνήθηκε το γεγονός ότι το μυθιστόρημα του είναι αντιβρετανικό, αντιθέτως πολλοί από τους συντελεστές της ταινίας (μεταξύ των οποίων και ο Άλεκ Γκίνες) το θεωρούσαν αντιβρετανικό.

Ο Τούζι ήταν πολύ διαφορετικός χαρακτήρας από τον Νίκολσον και σίγουρα δε συνεργάστηκε με τους Ιάπωνες, έκανε αντιθέτως οτιδήποτε περνούσε από το χέρι του για να καθυστερήσει την κατασκευή της γέφυρας. Κι ενώ ο Νίκολσον καταδίκαζε οποιαδήποτε προσπάθεια σαμποτάζ της κατασκευής, ο Τούζι ενθάρρυνε τους άνδρες του να μαζέψουν τερμίτες για να καταστρέψουν την ξύλινη κατασκευή της γέφυρας.

Άλλος χαρακτήρας της ταινίας που παρουσιάζει διαφορά με την πραγματικότητα είναι εκείνος του συνταγματάρχη Σάιτο. Ο Σάιτο ήταν στην πραγματικότητα δεύτερος διοικητής του στρατοπέδου και οι αιχμάλωτοι τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν, εφόσον ήταν φιλεύσπλαχνος και δίκαιος με εκείνους. Ο Τούζι, μερικά χρόνια αργότερα, κατάθεσε υπέρ του στη δίκη για εγκλήματα πολέμου κι οι δυο τους έγιναν φίλοι.

Η δημιουργία της γέφυρας όπως παρουσιάζεται στην ταινία είναι εντελώς φανταστική. Στην πραγματικότητα δημιουργήθηκαν δυο γέφυρες. Η πρώτη ήταν προσωρινή, κατασκευάστηκε από ξύλο και η άλλη κατασκευάστηκε από ατσάλι μήνες αργότερα. Και οι δυο καταστράφηκαν από τις βόμβες των αεροπλάνων των συμμάχων, ενώ εκείνη από ατσάλι διορθώθηκε και λειτουργεί μέχρι και σήμερα.

Σενάριο

Η διασκευή του σεναρίου έγινε από τους Καρλ Φόρμαν και Μάικλ Γουίλσον, δυο σεναριογράφοι που βρίσκονταν στη μαύρη λίστα του Χόλυγουντ και γι' αυτό το λόγο εργάστηκαν κρυφά. Οι δυο τους δεν συνεργάστηκαν, αλλά ο Γουίλσον κλήθηκε από τον Λιν να διορθώσει το αρχικό σενάριο του Φόρμαν. Τα εύσημα για τη συγγραφή του σεναρίου αποδόθηκαν στον Πιέρ Μπουλ, που δεν ήξερε αγγλικά. Η ταινία βραβεύτηκε με Όσκαρ σεναρίου, το οποίο δόθηκε τελικά στον Μπουλ. Μόλις το 1984 η ακαδημία των Όσκαρ αποφάσισε να διορθώσει το λάθος παραχωρώντας μεταθανάτιο Όσκαρ σεναρίου και στους δυο σεναριογράφους. Έπειτα τα ονόματα των πραγματικών σεναριογράφων προστέθηκαν στους τίτλους της ταινίας.

Η ταινία μένει σε γενικές γραμμές πιστή στο μυθιστόρημα παρουσιάζοντας μόνο δυο διαφορές. Η πρώτη έχει να κάνει με τον Αμερικανό Ναύτη Σίαρς, ο οποίος στο μυθιστόρημα είναι Βρετανός αξιωματικός, όπως και ο Γουόρντεν. Επίσης στο μυθιστόρημα η γέφυρα δεν καταστρέφεται στο τέλος, αλλά υφίσταται μόνο μικρές ζημιές. Ο Μπουλ παρά το γεγονός ότι απόλαυσε την μεταφορά του μυθιστορήματός του, διαφωνούσε με το κλείσιμο της ταινίας.

Μουσική

Ξεχωριστό ρόλο στην ταινία έχει το μουσικό κομμάτι που σφυρίζουν οι στρατιώτες όταν μπαίνουν στο στρατόπεδο στην αρχή της ταινίας. Πρόκειται για την εισαγωγή του εμβατηρίου Colonel Bogey που έγραψε ο Κένεθ Τ. Άλφορντ το 1914, με το ψευδώνυμο Φρέντερικ Τ. Ρίκετς. Διαδοχικά ακούγεται το μουσικό θέμα που έγραψε Μάλκολμ Άρνολντ. Το θέμα του Άρνολντ δεν συμπεριλαμβάνεται παρ'όλα αυτά στο δίσκο με το σάουντρακ της ταινίας. Ήταν ο Ντέιβιντ Λιν εκείνος που πρότεινε η πρώτη εμφάνιση των αιχμαλώτων στρατιωτών στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να γίνει τραγουδώντας το Hitler Has Only Got One Ball (ο Χίτλερ έχει μόνο ένα μπαλάκι) το οποίο ήταν στη μελωδία του εμβατηρίου του Άλνολντ, αλλά ο παραγωγός Σαμ Σπίγκελ το θεώρησε χυδαίο. Έτσι οι στρατιώτες εμφανίζονται να σφυρίζουν το εμβατήριο.
Πολλές σκηνές της ταινίας δε συνοδεύονται από μουσική υπόκρουση και σε πολλές έντονα δραματικές σκηνές χρησιμοποιείται ο ήχος της φύσης.
Ο Άρνολντ βραβεύτηκε με όσκαρ για τη μουσική επένδυση της ταινίας.

Ponte Pietra Verona Italy by Juan Bosco 

πηγές

https://itzikas.wordpress.com/
https://kyklodiwktos.blogspot.com/
https://www.poeticanet.gr/
http://alonakitispoiisis.blogspot.com/
https://www.apotipomata.com/
http://ebooks.edu.gr/
https://el.wikipedia.org/
https://fineartamerica.com/
https://www.iefimerida.gr/
http://www.stixoi.info/




Antonietta Branseis - A  Venetian  Bridge 
































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου