Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΕΥΑ ΛΟΛΙΟΥ '' Τιμή δεν έχει το φεγγάρι.''


Έτσι περνούσαν οι ημέρες, κουβαλώντας η μάνα τα καλάμια κάθε βράδυ κουρασμένη απ' το εργοστάσιο.
Ό,τι πετούσε το αφεντικό, πρασινισμένο ακόμη απ' την υγρασία. Κάθε που κρεμούσε ο ήλιος στον ουρανό ξεκινούσα το πλέξιμο, τουλάχιστον τρία καλάθια να ' ναι έτοιμα ως να γείρει πίσω απ' τα μεγάλα φουγάρα της πόλης.
''Να μαζευτεί η προίκα σου, μικρή σαν εμάς, μα να δώσουμε στον γαμπρό κατιτίς να γλυκαθούν τα χείλη του.''
''Τιμή δεν έχει η αγάπη'', έλεγα κάθε τόσο στην μάνα και στα μάτια μου καρφώνονταν τα άστρα του ουρανού.
Πριν το σχόλασμα της μάνας απ' την δούλεψη της, έπλεκα τα μαλλιά και έτρεχα με όλο μου το ''είναι'' στο ποτάμι.
Να δω για λίγο μοναχά τα μάτια του να με 'ξετάζουν από μακριά.
Όποιος την έχει την αγάπη με μια ματιά την δίνει, με ένα φιλί πεταχτό στη ψυχή.
Μα εγώ τόσο που τον λαχταρούσα που 'τρεμα σαν το ψάρι στα σπαραχτικά δίχτυα του.
Κι ύστερα πιότερο ερωτευμένη γυρνούσα στο σπίτι μας. Πρόφταινα το πηγάδι πριν γιομίσει άστρα, ντροπής να του χαλάσω την μορφάδα, δροσίζοντας τα αναψοκοκκινισμένα μου μάγουλα.
Κάθε που γυρνούσα απ' τον έρωτα θαρρείς και ομόρφαινα. 
Η μάνα με έφτυνε σκόρδα, να μη με ματιάσουν κι ύστερα μου 'πιανε ψιλή κουβέντα μέχρι να αποκοιμηθεί.
Και όσο μου μίλαγε γουργούριζε το άδειο της στομάχι βγάζοντας περίεργους ήχους. 
Για να μην παρεξηγηθεί έκρυβα το γέλιο μου δαγκώνοντας τα κοκκινισμένα χείλη.
''Τιμή δεν έχει η τιμή παιδί μου, τιμή δεν έχει η ζωή. Είμαστε φτωχοί, δεν έχουμε τίποτις άλλο απ' την υπόληψη μας.
Ο άντρας που θα σε αγαπήσει, τίμιος να 'ναι, να μη σε επειράξει. Και προίκα να μην εζητήσει, άνθρωπο να πάρει. 
Άσε που 'μεις θα του δώκουμε γλυκό βύσσινο στο στόμα. Αλλά να μην ζητήσει κόρη μου, και όλη σου η δούλεψη να μην πάει χαμένη για έναν προικοθήρα.''
Αλλά εγώ τρελαμένη απ' τα φιλιά του, απ' την μυρωδιά στο λαιμό του κάθε που συναντιόμασταν γινόμουν πιότερο γυναίκα του.
Ναι, χωρίς στεφάνι, ναι.. χωρίς να το ξέρει η μάνα.
Γιατί η αγάπη είναι πολύχρωμη, μου έλεγε ο Γιώργης, δεν έχει ένα χρώμα.
Μοιάζει σαν ηλιοβασίλεμα με ροζ, κίτρινα, πορτοκαλί συναισθήματα που δεν έχουν αρχή και τέλος. 
Ναι δεν έχουν...Και ξεκούμπωνα το κουμπί της αγνότητας μου, δίνοντας του την ψυχή μου.
Ήρθαν καιροί που τα καίκια ξεκινούσαν ταξίδια και ο Γιώργης όλο και έφευγε μακριά μου.
Άλλα λιμάνια, άλλοι άνθρωποι μου έγραφε σε γράμματα, ενθουσιασμένος.
Με λησμονούσε κάθε φορά και περισσότερο.
Ώσπου ξημέρωσε μια θλιβερή ημέρα και δεν τον είδα να αράζει στο καρνάγιο.
Τα λόγια της μητέρας σαν σφίγγες στο μυαλό μου με τρέλαιναν.
''Να 'χεις ψαλίδι να κόψεις τα μαλλιά σου, να χωθείς σε μοναστήρι. 
Η τιμή τιμή δεν έχει, η ζωή τιμή δεν έχει, η αγάπη τιμή δεν έχει....''
Έτσι περνούν οι ημέρες μου πια, τριγυρνώντας τις νύχτες στα πηγάδια.
Έχει πολλά η πόλη, δίπλα απ' τους καπνούς των φουγάρων.
Να πλένω την ψυχή μου με τα σπασμένα άστρα, να γρατζουνώ τα σημάδια του στο κορμί μου.
Και να μιλώ στο πρόσωπο μου, θρυμματισμένο φεγγαράκι.
'' Τιμή δεν είχε η αγάπη, άτιμη ήταν...''
''Ποιος την πουλά, ποιος αγοράζει, ποιος την εβγάζει στο σφυρί;''

Ακρυλικό τοπίο.
Εύα Λόλιου.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου