Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Κώστας Καρυωτάκης: «Εκείνη επέμενε σ’ ό,τι αρνήθηκα να δεχθώ»





Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.
Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη
Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.
Κώστας Καρυωτάκης

Είναι όμορφη, ζωηρή, το ξέρει. Αλλά δεν σ’ αφήνει να αναπνεύσεις, Θέλει το ναι, πριν ρωτήσει κάτι. Όλο το γραφείο, το βλέπει. Με έχει παγιδέψει. Την αγαπώ, το φωνάζω μέσα μου, μα πνίγομαι δίπλα της. Πολύ καλή, μα μπορεί με μια ματιά της, μια ειρωνεία της, να σε σκοτώσει. Θέλω το κορμί της, την καρδιά της, το μυαλό της, τα μάτια της, αλλά. .. Δεν είναι για εμένα, για κανένα δεν είναι. Παγιδευμένη στον εαυτό της, όμως περισσότερο ελεύθερη από ποτέ. Δεν μπλέκεις με τη φωτιά, γιατί καίγεσαι. Έχω καεί τόσες φορές από τα λάθη μου, αυτό θα με τελειώσει. Αν δεν είμαι ήδη, τελειωμένος και δεν το έχω κατανοήσει. Όπως τόσα άλλα, ακόμη ψάχνω. Φωνάζει κάποιος Μαρία και γυρίζω να τη δω. Όταν έρχεται κοντά, φεύγω δίπλα, τόσες δουλειές θέλουν τελείωμα, είμαστε υπάλληλοι με ωράριο και παραγωγικότητα. Σπουδάσαμε γι’ αυτό. Μαρία, που είσαι;

Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως…
Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές
απ’ τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ’ αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές…
που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς…
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιας περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά…
Κώστας Καρυωτάκης

Πλησιάζαμε να γίνουμε ένα, να μη χωριστούμε ποτέ. Τόσο καιρό μαζί, στο ίδιο γραφείο, δεν άντεχα άλλο μακριά της. Έφτανε η στιγμή, τόσο έντονα, τόσο δυνατά, που μας πλήγωνε. Δεν περίμενα να αλλάξει κάτι, πάγωνα, μια λέξη της ικανή να σβήσει τόσος πόθος. Μα με ήθελε, τόσο. Πόσα εμπόδια να ξεπεράσεις, όταν είσαι γεννήτορας εμποδίων…Λάθος αγάπη, διάλεξες κορίτσι μου, έρχονταν τόσο πιεστικά για να το πω, μα είναι λάθος η αγάπη; Και εγώ, που την αγάπησα τόσο, όσο ποτέ για γυναίκα. Χαμένος στις σκέψεις μου κι εκείνη περιμένει. Ένα χαμόγελο, ένα φιλί, διάολε τίποτα δεν αφήνω πάνω της, μόνο δαγκώματα μέσα μου, για να κρατηθώ.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
Κώστας Καρυωτάκης

Ήρθε κι η αρρώστια. Τώρα; Ήταν ανάγκη τώρα, που κάτι ήθελα δικό μου; Με ζητούσε όπως ήμουν, ήθελε μια απάντηση. Τόσα χρόνια, γραφεία, σκόνη, αντιδράσεις, αγώνες για δίκαιους και άδικους δρόμους. Είναι απέναντι τώρα, δεν ξέρει, όσο αυτό με τρώει καθημερινά και με τελειώνει. Το είπαν οι γιατροί, σιγά σιγά ο Καρυωτάκης θα γίνει αγνώριστος, αδύναμος, με πόνους, νεύρα. Ανοιχτές πληγές θα γυρίζουν, όλα αυτά στο μυαλό μου κάθε ξημέρωμα. Πώς να πω το ναι; Σίγουρα πιστεύει ότι θέλω άλλες, ότι είναι λίγη για εμένα, πως ψάχνω κάτι καλύτερο. Θα με πιστέψει ποτέ; Καλύτερα να φύγει. Δεν είμαι η τύχη της, δεν πρέπει να είμαι. Τόσο όμορφη, έξυπνη και δυνατή, θα βρει το δρόμο της. Μα μου λείπει κι ας είναι τώρα απέναντι…

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ’ τη χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων·
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια·
ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,
ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
και τον καημό δεν είπατε που γράφω·
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.
Κώστας Καρυωτάκης

Επέμενε, το τράβηξε στα άκρα, εξήγησα, ήμουν τίμιος μαζί της, δεν ήθελε να ακούσει έφυγε. Πάντα έφευγε, όταν δεν γινόταν το δικό της, δεν καταλάβαινε. Την ήθελα περισσότερο από ποτέ, τόσο αδύναμος πια κι όμως αρνήθηκα. Μπορεί να με μισήσει! Θα τρελαινόμουν, αν με μισούσε. Πρέπει να φύγει μακριά, δεν είμαι η λύση στην ευτυχία της. Ταπεινώθηκα και μίλησα για την αρρώστια μου, μα τίποτα δεν πίστεψε. Το γραφείο δεν με χωρά πια, τίποτα δεν με χωρά. Έκλεισα τον ουρανό μου. Μόνο η γη γελά και συλλογίζεται τις έννοιες μου. Ο κ. Υπουργός βρίσκει ευκαιρίες, η γραφειοκρατία απλώνεται, η σκόνη τραβάει τα σαπισμένα μας παράθυρα. Γρανάζια ενός συστήματος, χωρίς αγάπη, προχωράμε στο τέλος μας.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
‘μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
Μαρία Πολυδούρη


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. 90 χρόνια μετά στην ΠΡΕΒΕΖΑ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από το θάνατο του μεγάλου ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, στην Πρέβεζα, προχώρησα στη σύνθεση μιας τριλογίας, ώστε μέσα από τη λογοτεχνική απόδοση στιγμών του ποιητή & επιλογή ποιημάτων του, να πλησιάσει ο αναγνώστης την ψυχολογία του Καρυωτάκη, στις τελευταίες στιγμές του, καθώς και το στοιχείο της απώλειας. Μιας απώλειας, που στέρησε τον λογοτεχνικό κόσμο από τη συνέχεια του σημαντικού έργου του. Ενός έργου, που επηρέασε θετικά την ελληνική και διεθνή λογοτεχνία.
Γιάννης Βέλλης
Γενικός Γραμματέας της
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
Ιδρυτής της
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Τακτικό μέλος της
ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ 

Σάββατο 14 Ιουλίου, ώρα 19.30 Πολιτιστικό Κέντρο (πρώην ΟΑΣΗ)
"Καρυωτακική οδοποιϊα" από την λογοτέχνη κ. Ρούλα Γαλάνη και τον φιλόλογο - ερευνητή κ. Κοσμά Κοψάρη.
Πέμπτη 19 Ιουλίου, ώρα 20.00 μ.μ. Οδός Δαρδανελίων πλατεία Καρυωτάκη
Παρουσιάσεις έργων των μαθητών της φιλολόγου κ. Σ. Γεωργοκίτσου
Ομιλία κ. Α.Αναστασόπουλου, Επίτιμου Προέδρου Περιηγητικής Λέσχης.
Παρασκευή 20 Ιουλίου, ώρα 20.00 μ.μ. Ναυτικό Μουσείο
Ομιλία από την καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθήνας κ. Χριστίνα Ντούνια
Απαγγελίες ποιημάτων από τον Πρεβεζάνο ηθοποιό κ. Κων/νο Κορωναίο.
Ομιλία από τον ποιητή, φιλόλογο - ερευνητή Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Τάσο Μαρκάτο.
Τραγούδι από την καθηγήτρια μονωδίας του Δημοτικού Ωδείου Πρέβεζας κ. Μαριάννα Τζαφέρη και τον Πρεβεζάνο μουσικό κ. Β. Τζίμα.
Κυριακή 22 Ιουλίου, ώρα 20.00 μ.μ. πλατεία Δικαστηρίων
Ομιλίες από τον κ. Γιάννη Βέλλη, Γεν. Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών & από την κ. Αλεξάνδρα Κωστάκη, εκπαιδευτικό και συγγραφέα.
Συναυλία από Πρεβεζάνους Μουσικούς.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου