Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Αγιάννης ο Ριγανάς ή Κλήδονας - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ



ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ 


" Κλήδονας ή Ριγανάς ή Ριζικάρης ή Λαμπαδιάρης ή Λαμπαδάρης ή Φουγγαρίτης ή Φανιστής "

Ποιος ήταν ο Αγιάννης ο Ριγανάς ή Κλήδονας; Ήταν ένας ασκητής που διαβιούσε στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού και εδίδασκε, προϊδέαζε, προετοίμαζε, τον ερχομό του Μεσσία και όσοι πίστευαν σε αυτά που εδίδασκε τους εβάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη στο όνομα του Μεσσία....γι' αυτό τον ονόμαζαν και βαπτιστή.
Στη διδασκαλία του δεν προϊδέαζε μόνο τον κόσμο που τον πλησίαζε για τον ερχομό του Μεσσία ενός ανθρώπου που θα εστέλετο εξ ουρανού για την σωτηρία των ανθρώπων αλλά εκαυτηρίαζε κάθε κακή πράξη που έκαναν οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα εκαυτηρίαζε τη ζωή και τον ασεβή και έκλυτον βίον του βασιλιά Ηρώδη.
Αυτόν τον Ιωάννη, που ασκήτευε στις όχθες του Ιορδάνη και προετοίμαζε τον ερχομό του Μεσσία Χριστού η εκκλησία μας τον κατέταξε στις πρώτες τάξεις των Αγίων και ο λαός του έδωσε πολλά προσωνύμια τον εορτάζει δε πολλές φορές το χρόνο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου γιορτάζει τη σύλληψη του.
Στις 24 Ιουνίου γιορτάζει τη γέννηση του.
Στις 7 Ιανουαρίου γιορτάζει τη σύναξη του Ιωάννη.
Στις 29 Αυγούστου γιορτάζει το θάνατο του διά αποκεφαλισμού.
Στις 24 Φεβρουαρίου την Α' και Β' εύρεση της τιμίας κάρας του.
Στις 25 Μαΐου γιορτάζει την Γ' εύρεση της τιμίας κάρας του.

Οι κυριότερες από αυτές τις εορτές, για τους χριστιανούς είναι η Γιορτή της Σύναξης του Ιωάννη του Προδρόμου η οποία γιορτάζεται στις 7 Ιανουαρίου και την ημέρα αυτή γιορτάζουν όλοι οι Γιάννηδες χριστιανοί - την ονομαστική τους εορτή τους.
Δεύτερη κυριότερη γιορτή του Αγιάννη είναι στις 29 Αυγούστου. Είναι η γιορτή του αποκεφαλισμού, του θανάτου του Ιωάννη. Η εκκλησία την έχει καθιερώσει και ημέρα νηστείας.
Η τρίτη από τις κυριότερες γιορτές του είναι στις 24 Φεβρουαρίου Α' και Β' εύρεσις της τίμιας κάρας του Αγίου Ιωάννη. Η γιορτή αυτή γιορταζόταν με διάφορες εκδηλώσεις, έθιμα και πανηγύρια στα χωριά και μικροπολιτείες και τούτο γιατί δεν υπήρχαν άλλου είδους διασκεδάσεις.
Η σκλαβιά επλάκωνε τους λαούς 400 περίπου χρόνια και δεν τους έδινε περιθώρια για ελεύθερους πανηγυρισμούς και χαρμόσυνες εκδηλώσεις. Περιορίζονταν στα έθιμα που οι γιαγιές -βάβες- είχαν επινοήσει και μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά.
Για τη γιορτή του Αγιάννη, που γιορτάζει στις 24 Ιουνίου είχαν καθιερώσει και την γιόρταζαν «παραδοσιακά» κατά τόπους, χωριά και πολιτείες, με τοπικές εκδηλώσεις, ανάλογες με τα έθιμα κάθε περιοχής. Δηλαδή είχαν δώσει διάφορα προσωνύμια στη γιορτή σε κάθε χωριό ή σύνολο οικισμών.



Σε άλλη περιοχή (χωριό ή σύνολο χωριών) την γιορτή αυτή την ονόμαζαν ημέρα του Αγιαννιού του «Ριγανά». Σε άλλη περιοχή την ονόμαζαν του Αγιαννιού του «Κλήδονα», σε άλλη περιοχή την ονόμαζαν γιορτή του Αγιαννιού του «Ριζικάρη» και σε άλλη περιοχή την ονόμαζαν γιορτή του Αγιαννιού του «Λαμπαδιάρη» ή «Λαμπαδάρη» ή «Φουγγαρίτη» ή «Φανιστή» - άναβαν φωτιές κλπ.

Είχε πολλές ονομασίες, «προσωνύμια». Ο Άγιος Ιωάννης θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τι γινόταν σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις και γιατί του έδωσαν όλα αυτά τα προσωνύμια.
Οι γιορτές άρχιζαν το απόγευμα στις 23 Ιουνίου με πρώτη εκδήλωση τον «Κλήδονα» ή Ριζικάρι. Όλες οι νέες και οι νέοι, κάθε χωριού, μαζεύονταν αργά το απόγευμα σε ένα γειτονικό μεγάλο σπίτι ή έξω σε μια μεγάλη αυλή, συνήθως κάτω από μια κληματαριά, και διάλεγαν μεταξύ τους και από την παρέα τους ένα παλικάρι που ήταν πιο άξιο, από μεγάλη οικογένεια και να το έλεγαν οπωσδήποτε Γιάννη.
Τον Γιάννη, λοιπόν, αυτόν τον έστελναν με μια μικρή βαρέλα ή ένα χαρανί (μεταλλικός κουβάς) ή ένα κανάτι στη βρύση, ή στο πηγάδι να φέρει «αμίλητο νερό».
Θα έπαιρνε το νερό από τη βρύση χωρίς να μιλήσει σε κανένα στο δρόμο που θα συναντούσε όταν πήγαινε στη βρύση, ούτε όταν έπαιρνε το νερό ούτε στο δρόμο όταν θα γύριζε. Γι' αυτό διάλεγαν να είναι σοβαρός, ολιγομίλητος «Γιάννης ο αμίλητος», έτσι το ονόμαζαν... Συνήθως κατά την διαδρομή, από το σπίτι στη βρύση και από τη βρύση στο σπίτι, ακόμη και στη βρύση, ήταν πάρα πολλοί που του έκαναν πειράγματα πολλά, αστεία διάφορα, για να τον κάνουν να μιλήσει. Γι' αυτό διάλεγαν, τον πιο άξιο Γιάννη να είναι πολύ ψύχραιμος και να έχει μεγάλη υπομονή.
Όταν ύστερα από όλους τους βασάνους, κατόρθωνε και έφτανε το αμίλητο νερό στο σπίτι που τον περίμεναν οι κοπελιές με τους νέους της παρέας τους. Έπαιρναν το νερό και το έριχναν σ' ένα μεγάλο καζάνι, ή σε μια βαθιά πήλινη γαβάθα (λεκάνη) που την είχαν ονομάσει «κλήδονα».
Μέσα στον κλήδονα, δηλαδή στο καζάνι ή την γαβάθα με το αμίλητο νερό, έριχναν όλες και όλοι, οι νέες και οι νέοι, από ένα μικρό αντικείμενο που είχα επάνω τους, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κουμπιά, καρφίτσες διακοσμητικές, νομίσματα, καρύδια, αμύγδαλα κλπ. ρίχνοντας τα μέσα παρακαλούσαν να βγει το ριζικό τους και να παρουσιαστεί στον ύπνο τους. Αφού έριχναν όλα αυτά τα αντικείμενα, τα «ριζικάρια» μέσα στον κλήδονα, σκέπαζαν τη λεκάνη ή το καζάνι, με ένα κόκκινο πανί, μαντήλι ή σεντόνι, και το έβαζαν στη μέση της αυλής ή στο χαγιάτι. Το άφηναν εκεί όλη τη νύχτα για να το βλέπουν τα άστρα και νά αποκτήσουν μαγική δύναμη.
Τα ριζικάρια θα επισκέπτονταν κατά τη νύχτα, λέγανε, η μοίρα του καθενός και θα έγραφε επάνω στο κάθε ριζικάρι το μέλλον και το τυχερό τους. Γύρω από τον κλήδονα, οι νέες και οι νέοι άρχιζαν το χορό και τα τραγούδια, οι γερόντισσες τα πειράγματα και καμιά φορά χόρευαν και αυτές με τους νέους μέχρι που άρχιζε να μπαίνει η νύχτα, να «σουρουπώνει».
Τότε άφηναν τον κλήδονα και πήγαιναν στην άκρη της αυλής και συνήθως σε σταυροδρόμι, κοντά στη γειτονιά και άναβαν φωτιές, τις «φουγγαρίες» για να κάψουν την παλαιά - περσινή - ρίγανη και τα στεφάνια με τα λουλούδια της πρωτομαγιάς. Όλοι οι παρευρισκόμενοι νέες και νέοι ακόμη και μεσήλικες πηδούσαν πάνω από τη φωτιά, τρεις φορές για να αφήσουν πίσω τις αρρώστιες και ότι άλλο κακό τους βασάνιζε.
Πηδούσαν πάνω από τη φωτιά και φώναζαν δυνατά «πηδάω τη φωτιά τ' Αγιάννη, αρρώστια να μην με πιάνει». Τα τραγούδια και οι χοροί κρατούσαν μέχρι αργά τη νύχτα κι' αν τέλειωναν η ρίγανη και τα φρύγανα έριχναν στη φωτιά ξύλα που είχαν στις αυλές για να κρατάει η φωτιά αναμμένη.
Από τις φωτιές που άναβαν και γινόταν όλη αυτή η γιορτή έδωσαν και το προσωνύμιο στη γιορτή «Αγιάννης ο Λαμπαδιάρης ή Φουγγαρίτης». Το πρωί ανήμερα του Αγιάννη, πριν ακόμη «έβγει» ανατείλει ο ήλιος, όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν στα χωράφια να μαζέψουν ρίγανη, ένα ή δύο μάτσα.
Την ρίγανη αυτή την έπλεναν στο ποτάμι ή στη βρύση και την πήγαιναν στο σπίτι και την κρεμούσαν σ' ένα σημείο που να φαίνεται επάνω από την πόρτα ή το χαγιάτι για να το βλέπει όποιος πήγαινε στο σπίτι, για να μην το βασκάνει, δηλαδή έδιωχνε την βασκανία.
Πίστευαν επίσης πως η ρίγανη αυτή είχε και θεραπευτικές ιδιότητες σε διάφορα νοσήματα όπως πόνους στην κοιλιά, κρύωμα, πόνους στο αναπνευστικό κλπ. Η ρίγανη αυτή έμενε εκεί κρεμασμένη μέχρι τον επόμενο χρόνο του Αγίου Ιωάννη. Δεν την χρησιμοποιούσαν στα φαγητά, γιατί ήταν άψητη, δηλαδή δεν είχε βγάλει λουλούδι ούτε είχε καρπίσει, δεν είχε ωριμάσει. Τον Αλωνάρη, δηλαδή τον Ιούλιο μάζευαν τη ρίγανη που χρησιμοποιούσαν σαν μυρωδικό στα φαγητά. Το πρωί, επίσης πήγαιναν όλοι στην εκκλησία εάν βέβαια είχε παπά το χωριό γιατί οι παπάδες ήταν λίγοι.
Μετά την εκκλησία όλες οι νέες και οι νέοι που είχαν από το βράδυ ρίξει τα ριζικάρια στο δοχείο του κλήδονα με το αμίλητο νερό μαζεύονταν γύρω από τον κλήδονα και πρόσεχαν να μη λείπει κανένας, έβγαζαν το κόκκινο πανί που είχαν σκεπάσει το δοχείο, έδεναν τα μάτια του νέου, που είχε φέρει το αμίλητο νερό με μια «μεσήνα» (μαντήλι μεταξωτό) για να μην βλέπει. Ο Γιάννης έτσι τυφλοδεμένος, έβαζε το χέρι του μέσα στο δοχείο και έβγαζε ένα - ένα τα ριζικάρια που οι κοπέλες είχαν ρίξει στον κλήδονα.
Βγάζοντας ένα - ένα από μέσα τα ριζικάρια τα γνώριζαν οι άλλοι και το έδιναν σε αυτόν που ανήκε αφιερώνοντας ένα δίστιχο και στο τέλος του έλεγαν «Να ζήσεις πολλά χρόνια».
Στις κοπέλες έλεγαν «Να είσαι και του χρόνου καλά και να είσαι όμορφη και χαρούμενη, να σε πάρει ένας πλούσιος και όμορφος νέος». Τα ίδια περίπου έλεγαν και στο αγόρι, να πάρει μια όμορφη κοπέλα.
Όταν έβγαινε και το τελευταίο ριζικάρι όλες οι κοπέλες μπούκωναν το στόμα τους με νερό από τον κλήδονα και έβγαιναν στους δρόμους της γειτονιάς ή κρυφάκουγαν μέσα από το παράθυρο τους ή έβγαιναν στον κήπο του σπιτιού τους για να ακούσουν ανδρικό όνομα.
Το πρώτο όνομα που θα άκουγαν, πίστευαν ότι έτσι θα έλεγαν τον άνδρα που θα παντρεύονταν. Το ίδιο έκαναν και τα αγόρια της παρέας τους. Δεν έλειπαν όμως και τα πονηρά. Ορισμένοι πονηροί εκρύβονταν κοντά στο δρόμο που θα περνούσε η κοπελιά ή ο νέος με το μπουκωμένο στόμα με αμίλητο νερό και όταν την έβλεπαν να περνά φώναζαν ένα παράξενο όνομα ....
................................................
Σουλιμιώτης Αλέκος, συγγραφέας.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ  ΚΛΗΔΟΝΑ

Η λέξη «ο κλήδονας» παράγεται από την αρχαία λέξη «η κληδών», η οποία αναφέρεται στον Παυσανία (Βοιωτικά), Όμηρο κ.α. Κληδών ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, το μαντικό σημάδι και κατ’ επέκταση το άκουσμα του οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.
Σύμφωνα με ορισμένους η λέξη «Κλήδωνας» προέρχεται από τη λέξη κλειδί που ανοίγει και κλείνει το κουτί τη τύχης, εξ ου και οι μαντινάδες:

Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικιό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι

Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη
Κι απού ‘χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει

Ωστόσο η σωστή προέλευση της είναι από την αρχαία λέξη «κλήδων» (με ήτα) που στον Όμηρο σημαίνει μαντικό σημάδι, προφητεία. Άλλο οι λέξεις «κλειδί, κλειδώνω κ.α.» και άλλο οι λέξεις «κληδών, κλήδονας κ.α.» Απλώς και οι δυο ομάδες αυτές των λέξεων έχουν πρόγονο την αυτή ρίζα, την ρίζα «κλε-», πρβ και: «κλείθρον = αττικά κλήθρον», κλείς = ιωνικά κληίς. Παράβαλε επίσης ότι: Κλειώ – κλείζω = εγκωμιάζω (από το κλέος) και κληδών ή κλεηδών ή κληηδών (από το κλέος και άδω) κ.α. = φημί ή καλέω, διαλαλώ, εγκωμιάζω κ.α.. Παράγωγα: κληδονίζω = μαντευομαι, κληδόνισμα = σημείο, οιωνός κ.α.



ΙΣΤΟΡΙΑ – ΑΡΧΑΙΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

1. Ο Κλήδωνας είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Στην εποχή του Ομήρου, χρησιμοποιούσαν τη μαγεία του Κλήδωνα για να μαντέψουν τα μελλούμενα. Ο Παυσανίας (Βοιωτικά, 11, 7), σχετικά με τον κλήδονα, αναφέρει τα εξής: «Στη συνέχεια του Ηρακλείου (της Θήβας) υπάρχει γυμνάσιο και στάδιο, που και τα δυο έχουν το όνομα του Θεού. Πέρα από το Σωφρονιστήρα λίθο υπάρχει βωμός του Απόλλωνα του επονομαζόμενου Σποδίου. Ο Βωμός του Απόλλωνα σχηματίστηκε από τη στάχτη των σφαγίων. Εδώ συνηθίζεται μαντική από κληδόνων («μαντική δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων»), την οποία ξέρω ότι τη χρησιμοποιούν οι Σμυρνιοί περισσότερο απ’ όλους τους Έλληνες και οι Σμυρνιοί έχουν πάνω από τη πόλη, έξω από το τείχος, ιερό των κληδόνων («κληδόνων ιερόν»). Παλιά οι Θηβαίοι θυσίαζαν ταύρους στον Σπόδιο Απόλλωνα». Στα χρόνια του Βυζαντίου συναντάμε το έθιμο σαν λατρεία του Ήλιου. Φωτιές ανάβονται και ο λαός πηδά πάνω απ΄ αυτές για να εξαγνίσει το κακό, όπως και σήμερα. Με τα χρόνια ο Κλήδωνας χάνει το χαρακτήρα της γενικής μαντικής και περιορίζεται στους ερωτικούς χρησμούς. Η θεά Κλήδωνα αποσύρεται σιωπηλά και δίνει τη θέση της στον Αϊ Γιάννη, του οποίου τη χάρη επικαλείται ο λαός.

2. Στους βυζαντινούς χρόνους, όπως αναφέρεται στο Βυζαντινών βίος και πολιτισμός του Φ.Κουκουλέ στο κεφάλαιο για το 12ο αιώνα (τόμος Α2, σ. 170, Αθήνα, 1948), την παραμονή του Αγίου Ιωάννη, οι άνθρωποι συναθροίζονταν σε κάποιο σπίτι ή στη γειτονιά, όπου γινόταν τραπέζι σαν να επρόκειτο για γαμήλιο δείπνο. Εκεί παρευρισκόταν κάποιο νεαρό κορίτσι ντυμένο νύφη. Στο τέλος της βραδιάς, ο κάθε παριστάμενος έριχνε ένα αντικείμενο σε ειδικό αγγείο με νερό, από όπου το ανέσυρε στη συνέχεια η «νύφη» υπό μορφήν κλήρου ως απάντηση στην ερώτηση του καθένα για το τι επιφύλασσε το μέλλον.

3. Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει αφενός ότι ο κλήδωνας και οι μαντείες υπήρχαν επί εποχής εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο, ήτοι το 1500 π.Χ., και αφετέρου ότι είναι πράξεις καταδικαστέες, πρβ: «τα γαρ έθνη ταύτα, ους συ κατακληρονομείς αυτούς, ούτοι κληδόνων και μαντειών ακούσονται, σοι δε ουχ ούτως έδωκε Κύριος ο Θεός σου» (Δευτερονόμιο 18,14)

4. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών κατά το β’ μισό του 12ου αιώνα, σχολιάζοντας τους Κανόνων της Πενθέκτης Συνόδου (691-2) σχετικά με τις νουμηνίες, τις φωτιές και τον κλήδονα, παραθέτει περιγραφή του εθίμου το οποίο προσομοιάζει με βακχική τελετή συνδεδεμένη με το Σατανά και για το λόγο αυτό το θεωρεί καταδικαστέο, πρβ: «Κατά την εσπέραν της κγ’ του Ιουνίου μηνός, ηθροίζοντο εν ταις ρυμίσι και εν τοις οίκοις άνδρες και γυναίκες, και πρωτότοκον κοράσιον νυμφικώς εστόλιζον μετά γονυ το συμποσιάσαι και βακχικώτερον ορχήσασθαι και χορεύσαι και αλαλάξαι, έβαλλον εν αγγείω συστόμω χαλκώ θαλάττιον ύδωρ, και είδη τινά εκάστω τούτων ανήκοντα – και ώσπερ της παιδός εκείνης λαβούσης Ισχύν εκ τον Σατανά προμηνύειν τα ερωτώμενα, αυτοί μεν περί τούδε τίνος αγαθού ή και αποτροπαίον ανεβοών ερωτηματικώς· το δε κοράσιον από των εν τω αγγείω εμβληθέντων ειδών το παρατυχόν εξαγαγόν υπεδείκνυεν· και λαμβάνων ανόητος τούτον δεσπότης, επληροφορείτο τάχα τα επ’ αυτώ συνενεχθήναι μέλλοντα, ευτυχή τε και δυστυχή. Την επαύριον δε μετά τυμπάνων και χορών συν τω κορασίω εις τους αιγιαλούς απερχόμενοι, και ύδωρ θαλάττιον αφθόνως αναλαμβανόμενοι, τας κατοικίας αυτών έρραινον και ου μόνον ταύτα ετελούντο παρά των ασυνετωτέρων, αλλά και δι’ όλης της νυκτός από χόρτον πυρκαΐας ανάπτοντες, επήδον υπεράνω αυτών και εκληδονίζοντο, ήτοι εμαντεύοντο περί ευτυχίας και δυστυχίας και άλλων τινών δαιμονιωδώς. Τας δε ένθεν κακείθεν εισόδους αυτών και το δωμάτιον, εν ώ ετελείτο η κληδών, συν τοις παρακειμένοις υπαίθροις, χρυσίζουσι πέπλοις και σηρικοίς κατεκόσμουν υφάσμασι· αλλά μην και φυλλάσι δένδρων κατεστεφάνουν, εις τιμήν και υποδοχήν, ως έοικε, του οικειωσαμένου αυτούς Σατανά».

Ωστόσο, παρ’ όλη την αρνητική στάση της Εκκλησίας, το έθιμο του κλήδονα επιβίωσε μέχρι σήμερα, όμως με κάποιες παραλλαγές σε σχέση με τα βυζαντινά δρώμενα. (Συγχρόνως, η έκφραση «αυτά τα λεν στον κλήδονα», με την έννοια ότι αυτά που λέγονται δεν είναι σοβαρά, πιθανόν να εκφράζει την εκκλησιαστική άποψη ως προς τη μαντική πρακτική, ή απλώς μια λαϊκή δυσπιστία.)

Σημειώνεται ότι:

1) Η Έξοδος των Εβραίων από την Αίγυπτο, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες (Διόδωρο, Πάριο χρονικό κ.α.) συγγραφείς έγινε πριν από τον Τρωικό πόλεμο και συγκεκριμένα τον 1520 π.Χ.

2) Σύμφωνα με τους Στράβωνα, Διόδωρο κ.α., αφενός οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τους χρησμούς και τη μαντική ήταν οι Ιδαίοι δάκτυλοι ή άλλως Κουρήτες = μετέπειτα Κ(ου)ρήτες και αφετέρου εκείνος που έμαθε στους Κρητικούς και το τόξο και το χρησμό και τη μαντική ήταν ο Απόλλωνας. (Περισσότερα βλέπε Ιδαίοι δάκτυλοι). Επομένως ο Κλήδονας, όπως συνάγεται από τις ορολογίες του (ριζικάρι, μαντινάδα κ.τ.λ.), αλλά και από τα λεγόμενα των αρχαίων συγγραφέων είναι ένα έθιμο που ξεκίνησε από την Κρήτη και με τον καιρό επεκτάθηκε σ΄ όλη την Ελλάδα.

2) Μαντινάδες κανονικά λέγονται τα δίστιχα που περικλείουν κάποιο νόημα, κάποιο μαντάτο, άρα χρησμό. Ετυμολογία από το «μαντεύω – μαντεύομαι», ρίζας «μαίω – μαίομαι» απ΄όπου και τα: μάνις ή μήνις –μανία, μήνυμα = μαντάτο, manner κ.α. Απλώς και κατ’ επέκταση μαντινάδες λέγονται όλα τα δίστιχα. (Περισσότερα βλέπε ειδικό κεφάλαιο για τις μαντινάδες»).

4) Η αρχαία «κληδών» ήταν ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων – πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.


Ο κλήδονας Μουσική: Γιάννης Σπανός Στίχοι: Κώστας Ασημακόπουλος Κάθε κοπέλα το γαμπρό τον περιμένει σαν ένα ήλιο λαμπερό τη χαραυγή Να την εκάνει αληθινά ευτυχισμένη και να σκορπίσει ρόδα αχνά σ' όλη τη γη. Πότε ο λεβέντης της θα 'ρθει σαν τους αγγέλους μ' ένα άσπρο κρίνο θα σταθεί ή με σπαθί, πότε ο λεβέντης της θα 'ρθει σαν τους αγγέλους μ' ένα άσπρο κρίνο θα σταθεί ή με σπαθί. Τις μαργαρίτες τις ρωτά κι ένα σημάδι μέσα στον κλήδονα ζητά δειλά να δει Τον εθωρεί πολεμιστή μες στο πηγάδι ταξιδευτή, τραγουδιστή, απλό παιδί. Πότε ο λεβέντης της θα 'ρθει σαν τους αγγέλους μ' ένα άσπρο κρίνο θα σταθεί ή με σπαθί, πότε ο λεβέντης της θα 'ρθει σαν τους αγγέλους μ' ένα άσπρο κρίνο θα σταθεί ή με σπαθί.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΛΗΔΟΝΑ

ΑΠΟΣΠΕΡΑΣ

Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικιό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι

Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη
Κι απού ‘χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει

Μήλο ‘βαλα του κλήδονα τρία γαρεφαλάκια
και του καιρού να ‘μια καλά, να βγάλω κυσαράκια

Σήμερα που ‘ναι τα’ Αι Γιαννιού του Θιου ζητώ μια χάρη
Του χρόνου σαν και σήμερα να γίνουμε ζευγάρι

Σήμερα που ‘ναι τα Αι Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου
Του χρόνου σαν και σήμερα να σ’ έχω αγκαλιά μου

Ε Γλυκοπαναγία μου, που ‘σαι στη γειτονιά σου
Ζευγάρισέ το μήλο μου, να σ’ άφτω τα κεριά σου

Στο όνομα σου ορκίζομαι στο κλήδονα επάνω
αν δεν σε κάνω ταίρι μου καλιά ‘χω να πεθάνω

Μήλο ‘βαλα στον κλήδωνα κι είναι και μυρωδάτο
Κι αν δεν σε πάρω θα γενεί ο κόσμος άνω κάτω.

ΣΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ

Ανοίγουμε τον Κλήδωνα με τ΄ Αϊ Γιαννιού τη χάρη
κι όποιος έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει

Ανοίγουμε τον κλήδονα με του Αγιαννιου τη χάρη
Κι όποιος έχει ριζικό σήμερα να το πάρει.

Ανοίγουμε τον Κλήδωνα με με τ’ Αι Γιαννιου τη χάρη
Κι όποιος αγάπη έχασε να έρθει να την πάρει

Έφθασε η ώρα κι η στιγμή κι ο κλήδονας ανοίγει
Και κάθε μια το ριζικό στα φανερά ξανοίγει

Όλοι σταυροκοπιόμαστε στ΄Αϊ Γιαννιού τη χάρη
Κι απού ‘χει μήλο κόκκινο. Ας έρθει να το πάρει.

Ανοίξετε τον κλήδονα με τση μυρθιάς το φύλλο
Μαλαματένια πρόσωπα που θάμπωσες τον ήλιο

Ανοίξετε τον κλήδονα τη χέρα μου να βάλω
να βγάλω το χρυσό αητό το ρήγα το μεγάλο

Ανοίξετε τον κλήδονα να βγάλουμε τα μήλα
του χρόνου σαν και σήμερα βγάλετε δακτυλίδια

Ανοίξετε τον κλήδονα να βγει ο χαρισμένος
απου τα κάστρα πολεμά και βγαίνει κερδισμένος

Βάλε το χέρι κοπελιά, το πρώτο μήλο πιάσε
Που η μοίρα σου χειροκροτεί, ευτυχισμένη να ‘σαι.

Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα, του πιο καλού λεβέντη,
Του πρώτου μας παλικαριού στο λούσο και στο γλέντι.



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική: Γιάννης Σπανός Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη στην Αριστοτέλους που γερνάς έβγαζα απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι σου 'ριχνα στα μάτια να πονάς Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ Βγάζανε τα δίκοχα οι παλιοί φαντάροι γέμιζ' η πλατεία από παιδιά κι ήταν ένα πράσινο, πράσινο φεγγάρι να σου μαχαιρώνει την καρδιά Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ

Γ. Σεφέρης - Φωτιές του Αϊ Γιάννη


Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θα-
λασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

(Λονδίνο, Ιούλιος 1932)
https://www.sansimera.gr/


Γιώργος Σεφέρης -Θερινό Ηλιοστάσι
ΙΔ΄

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής∙
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.





Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου Μουσική: Δήμος Μούτσης Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος Η σούστα πήγαινε μπροστά κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο δεν έτυχε στα χρόνια αυτά τίποτα να πετύχω Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες που 'χουν πεθάνει Με βάλαν πάνω στην κορφή στ' αγριεμένο κύμα στης Σμύρνης την καταστροφή στ' άδικο και στο κρίμα Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες που 'χουν πεθάνει




ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ - Η Άννα του Κλήδονα



Το παρακάτω απόσπασμα από το διήγημα «Η Άννα του Κλήδονα» ανήκει στη συλλογή διηγημάτων του Αξιώτη Ξόβεργα με μέλι (1994). O συγγραφέας ανακαλεί στη μνήμη του μακρινά συμβάντα της παιδικής του ηλικίας από την Καβάλα των μεταπολεμικών χρόνων και τις συνήθειες των κατοίκων της, κυρίως Μικρασιατών προσφύγων. Μέσα από το πλήθος των κατοίκων επιλέγει τη νεαρή, «αλαφροΐσκιωτη» Άννα. Η Άννα, όπως όλα τα κορίτσια της εποχής της, ονειρεύεται διαρκώς το γάμο της, πιστεύει λοιπόν κάθε λαϊκή δοξασία και έθιμο που συνδέεται με την ελπίδα εξεύρεσης κάποιου γαμπρού. Με αφορμή τη γιορτή του Κλήδονα, τα γειτονόπουλα την εξαπατούν, κάνοντάς της ένα αθώο αστείο, το οποίο έχει όμως δραματική κατάληξη.

Ιούνιος μήνας, του Αϊ-Γιαννιού του Ριζικάρη* και φούντωναν οι νυχτερινές φωτιές, με τραγούδια και χάχανα, μέσα στο μεθυστικό λαχάνιασμα και στη μυρουδιά του καμένου ξύλου ελευθερώνονταν τα όνειρα κι ανέβαιναν ψηλά, πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών, εκεί που καρτερούσαν το ταξίδι κι η φυγή των κρυφών πόθων και των φυλακισμένων επιθυμιών, να δροσιστούν στο αεράκι της μαγεμένης νύχτας, της μοίρας και του θαύματος.
Και η Άννα, πρώτη και καλύτερη, εκεί, να μαζέψει ξύλα για τις φωτιές του ξεφαντώματος. Πρώτη να τρέξει σε τρεις βρύσες ή τρία σπίτια που κατοικούσαν μονοστέφανες,* να κουβαλήσει τ' αμίλητο νερό, για να ρίξει μέσα τα ριζικάρια, σκουλαρίκια, σταυρούς, χάντρες ή κουμπιά:

Κλειδώσατε τον Κλήδονα στ' 
Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι 
όποιος είν' καλορίζικος πρωί 
θα ξενεφάνει.*

Για να δει το πρωί, κάθε φορά, στο ξεκλείδωμα, το ριζικό* της το μαύρο και σκοτεινό:

Ανοίξατε τον Κλήδονα
να βγει χαριτωμένος
να βγει ένας αγγούραρος*
θεριός θεριακωμένος

Να ρίξει τ' ασπράδι του αυγού στο νερό, να δει η έρμη σχήματα και μορφές της τύχης της. Δε βάζω στο λογαριασμό τα κουφέτα που μάζευε με τις χούφτες, όλο το χρόνο, από νυφιάτικα κρεβάτια και τα 'βαζε στο μαξιλάρι της να ονειρευτεί παλικάρια και καβαλάρηδες. Δεν ξέρω τι ονειρευόταν εκείνα τα βράδια, αλλά συχνά την έβλεπα, κάτι δευτεριάτικα πρωινά, να μασουλάει κουφέτα, με μίσος, θαρρώ. Τα ίδια και χειρότερα τραβούσε με τις φανουρόπιτες και τι να της φανερώσει ο Άγιος, που, στο κάτω κάτω, άντρας ήταν κι αυτός και μάτια είχε και γούστα. Άσε το πόσες φορές έγραψε τ' όνομά της στο γοβάκι της νύφης, για να ψάχνει, κάθε φορά, να δει αν και πόσο καλοσβήστηκε, πράμα που σήμαινε και το γρήγορο του επερχόμενου τυχερού. Θυμάμαι μια φορά, τι καβγάς φούντωσε, τι τσιρίδα και μαλλιοτράβηγμα έπεσε, όταν όλα τα κοριτσόπουλα γράψαν το μικρό τους όνομα στην πολύτιμη νυφιάτικη σόλα και δεν έμεινε χώρος για να χαράξει το δικό της η Άννα κι έπρεπε να το γράψει -γιατί θα το έγραφε οπωσδήποτε- στη μικρή καμάρα που, βέβαια, ήταν σίγουρο πως δε θα σβηνόταν ποτέ. Λες και τις τόσες φορές που το 'γραψε πρώτη αυτή, στο κέντρο του πατούμενου, και σβήστηκε και φαγώθηκε, είδε χαΐρι* και προκοπή.

Είκοσι τρεις Ιουνίου λοιπόν, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού και τότε. Ανάψαμε κι εμείς στο δρόμο μας τρεις φωτιές που οι φλόγες τους πήγαν ν' αγκαλιάσουν τη γειτονιά, ανάμεσα σε γέλια, ξεφωνητά και καβγάδες, φυσικά και τις πηδήξαμε πολλές και πολλές φορές, ίσια και σταυρωτά, και λαχανιάσαμε και ιδρώσαμε, καπνιστήκαμε και τσουρουφλιστήκαμε* στο άτσαλο τρεχαλητό μας. Κι αφού καταλάγιασαν τα όμορφα τραγούδια, τα γεμάτα έρωτα και πόθο, προσμονή κι ελπίδα για νύφες και νεράιδες, ομορφονιούς και καβαλάρηδες, τα κορίτσια του δρόμου μας μάζεψαν λίγη απ' τη ζεστή ακόμα στάχτη της φωτιάς στα πιάτα τους, για να τα βάλουν πάνω στα κεραμίδια των σπιτιών τους, να τη δούνε τ' άστρα της εξαίσιας αυτής νύχτας και να κατεβούνε οι Μοίρες να τη μοιράνουνε* για να πάρει μαντική και τελεσματική* δύναμη και να σχηματίσει στην επιφάνειά της όνομα αρσενικό ή να φανερώσει σημάδι από επάγγελμα αντρικό. Να ξέρουν, δηλαδή, τι να περιμένουν στα κρυφά και χνοτιασμένα*τους όνειρα ή στα καλέσματα και τα προξενιά που θα έρχονταν. Μάζεψε κι η Άννα πυρωμένη* στάχτη σ' ένα μεγάλο σινί,* το σταύρωσε, το έφτυσε τρις κι αφού το 'στρωσε στα κεραμίδια του σπιτιού της, αποτραβήχτηκε στην κουρασμένη προσμονή της, σίγουρη κι αυτή τη φορά για το αίσιον* αποτέλεσμα. Εμείς τ' αγόρια μείναμε, φυσικά, κάτι παραπάνω. Να πούμε τα δικά μας. Όνειρα και πόθοι ασχημάτιστοι ακόμα, μπερδεύονταν με σκανδαλιές και κατορθώματα. Ξύλινα σπαθιά και τενεκεδένιες ασπίδες μπλέκονταν με τα άγουρα* στήθια των κοριτσιών που άρχιζαν να σχηματίζονται κι ακόμα, με τα απλωμένα γυναικεία εσώρουχα της μπουγάδας, σχέδια για το μεθαυριανό μας μέστωμα,* για τη φυγή μας στο όμορφο και μεθυστικό άγνωστο, μέσα από φώτα, μουσικές και ιαχές ατέλειωτων λεωφόρων. Πού να 'ξερε ο καθένας μας, τότε, τι δρόμο θα τραβούσε αργότερα, σε ποιους διαδρόμους και μονοπάτια θα χανόταν της ζωής. Πού να 'ξερα τότε ότι, χρόνια μετά, θα γυρνούσα το κεφάλι πίσω, με τόση γλύκα και παράπονο.
Πάντως, εκείνο το βράδυ της έξαψης,* ο Αναστάσης ο φιρφιρής* ήταν που έριξε την ιδέα, όπως έτρωγε το βραδινό του, μια φετάρα ψωμί βουτηγμένη στο λάδι, με ρίγανη κι αλάτι χοντρό μπόλικο από πάνω. Έτσι που τα κεραμίδια της Άννας μπαίναν στο χώμα και τις πέτρες απ' την πάνω μεριά του δρόμου μας, ο κλήδονας της δικής της απλωμένης στάχτης ήταν σχεδόν στα πόδια μας προκλητικός κι ανυπεράσπιστος. Στην αρχή, με προφυλάξεις έτριψε ψίχουλα απ' το ψωμί του, μετά, με θράσος έκοψε κομμάτια λαδωμένα και τα 'ριξε στο νυχτερινό σινί των άστρων και του ριζικού της Άννας της γουρλομάτας.* Κι έτσι η τσογλανοπαρέα,* μέσα σε γέλια και συνωμοτικά σπρωξίματα, ευχαριστημένη για το κατόρθωμά της και τις αυριανές συνέπειες αυτού, διαλύθηκε τη νύχτα εκείνη του Αϊ-Γιαννιού του Κλήδονα, του Ριζικάρη.
Το πρωί, με ξύπνησαν ξεφωνητά κι αλαλαγμοί:* «Ψωμάς. ψωμάς. φούρναρης, καλέ. Να, ολοφάνερο το σημάδι.». Κι η Άννα με την πουκαμίσα και χωρίς τη σκούπα στο χέρι αυτή τη φορά, καταμεσής του απότομου κατήφορου, κρατούσε το σινί, το σήκωνε και το περιέφερε κράζοντας να βγει όλη η γειτονιά, να δει το θαύμα. «Φούρναρης, καλέ. Να, ο Αϊ-Γιάννης το 'δειξε... Ψωμάς... ψωμάς... κοιτάχτε...» επέμενε, να βγουν οι γειτόνισσες και τα γειτονόπουλα να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τα κομμάτια του λαδωμένου ψωμιού που της έστειλε ο Άγιος της βραδιάς, να πιστέψουν αυτή τη φορά, για να μην έχουν ν' αμφιβάλλουν μετά και να λένε πίσω απ' την πλάτη της τα μύρια όσα.
Πρόλαβα και είδα την Αγαθή, τη μάνα της, μέσα στο σπίτι τους να σταυροκοπιέται απανωτά. Για το θαύμα άραγες του Αγίου και να βγει αληθινό ή για την αλαφράδα* της κόρης της κι ο Θεός να βάλει το χέρι του από δω και πέρα; Ποτέ δεν έμαθα.
Η μάνα μου μού φάνηκε πως βούρκωσε. Για το σημάδι του κλήδονα αυτή, για τη συμφορά της γειτόνισσας ή για τη μακρινή τύχη των δύο αδερφάδων μου; Πού να 'ξερα τότε.
Πάντως, η Άννα μας από κείνη τη μέρα και κάθε πρωινό, μετά, καλοντυμένη και στολισμένη φρεγάτα* με σκουλαρίκια, γιορντάνια,* μπακίρια* κι ό,τι άλλο είχε ή έβρισκε, ξεκινούσε για ψωμί, παίρνοντας σβάρνα* όλους τους φούρνους, Αγίας Βαρβάρας, Πεντακοσίων, Σούγιολου* και βάλε.
Από Ξάνθη και Δράμα τη συμμάζευαν οι δικοί της, αργότερα.
Όταν άρχισαν να τρέχουν το κατόπι της τα παιδιά.

Δ. Αξιώτης, Ξόβεργα με μέλι, Νεφέλη

* Αϊ-Γιάννης ο Ριζικάρης: Γιορτή του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου, συνδεδεμένη με πολλά λαϊκά έθιμα. Οι νέοι του χωριού ανάβουν και πηδούν φωτιές. Τα κορίτσια πίνουν το αμίλητο νερό, τραγουδούν και επικαλούνται διάφορα μέσα, τα οποία καταγράφονται στο διήγημα, για να μάθουν το ριζικό τους, ποιον άντρα δηλαδή πρόκειται να παντρευτούν * μονοστέφανες: γυναίκες που έχουν παντρευτεί μία φορά και ζει ο σύζυγός τους * θα ξενεφάνει: θα φανερωθεί * ριζικό: μοίρα * αγγούραρος: νέος, παλικάρι (μεγεθυντικό) * χαΐρι: όφελος * τσουρουφλίζομαι: καίγομαι στις άκρες * μοιραίνω: καθορίζω το μέλλον (μοίρα) * τελεσματική: δύναμη που απορρέει από την ιεροτελεστία * χνοτιασμένα: μοναχικά, κρυφά * πυρωμένη: καυτή * σινί: στρογγυλό ταψί *αίσιον: επιθυμητό, προσδοκώμενο * άγουρα: μικρά, μόλις σχηματισμένα * μέστωμα: ωρίμανση * έξαψη: ψυχική ένταση, ενθουσιασμός * φιρφιρής: επιπόλαιος * γουρλομάτα: αυτή που ανοίγει πολύ τα μάτια * τσογλανοπαρέα: αλητοπαρέα *αλαλαγμοί: κραυγές * αλαφράδα: ευπιστία, ανοησία * φρεγάτα: είδος μεγάλου και επιβλητικού πλοίου, εδώ μεταφορικά *γιορντάνια: περιδέραια από χρυσά ή ασημένια νομίσματα * μπακίρια: χάλκινα σκεύη μαγειρικής * παίρνοντας σβάρνα: γυρνώντας * Αγία Βαρβάρα, Πεντακόσια, Σούγιολου: συνοικίες της Καβάλας










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου