Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Σαπφώ Νοταρά ( 1910 ή 1907 – 11 Ιουνίου 1985 )



Η Σαπφώ Νοταρά (Ηράκλειο, 1910 ή 1907– Αθήνα, 11 Ιουνίου 1985) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου
Το πραγματικό της επίθετο ήταν Χανδάνου. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το επώνυμο Νοταρά το πήρε από το δρόμο που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής (Κοτοπούλη, Κατερίνα, Νέζερ, Λαμπέτη, Χορν). Εμφανίστηκε και σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες. Αξέχαστη θα μείνει η επιβλητική της φωνή.
Μεταξύ των ερμηνειών της περιλαμβάνεται ένα τραγούδι σε στίχους του Ζαν-Πωλ Σαρτρ και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, με τίτλο "Στην Οδό του Μπλαμαντώ".[3] Κύκνειο άσμα της αποτέλεσε η συνεργασία της με τον τελευταίο, στην "Πορνογραφία", το 1981. Πασίγνωστη έγινε και μέσα από τις ατάκες της, όπως το «Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» και το «Μπουρλότο».
Άφησε εποχή με τις ερμηνείες της στις ταινίες «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Η χαρτοπαίχτρα», στην «Πορνογραφία» και στο «Η κυρία Κυριακή» (η τελευταία ήταν ραδιοφωνική παραγωγή του Κώστα Π. Παναγιωτόπουλου).
Συνδεόταν με στενή φιλία με τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη και τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή.
Η Σαπφώ Νοταρά τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε κλειστεί στο σπίτι της και περνούσε αρκετό χρόνο διαβάζοντας βιβλία. Παρόλο που έζησε τον έρωτα στα νιάτα της, δεν απέκτησε οικογένεια και έτσι στο τέλος της ζωής της ήταν μόνη.... 
Στις 11 Ιουνίου του 1985 έφυγε από τη ζωή μέσα στο σπίτι που έμενε τα τελευταία χρόνια, στην πλατεία Κουμουνδούρου. Πέθανε μόνη και τη βρήκαν μετά από δύο μέρες στη συνηθισμένη της θέση και με ένα τσιγάρο που είχε σβήσει στο χέρι της.... 
http://www.mixanitouxronou.gr/
https://el.wikipedia.org/

Ήταν μια γυναίκα η οποία πραγματικά αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη της σε ένα μικροαστικό ή αστικό τρόπο ζωής… Τελείωσε το πανεπιστήμιο –από τις λίγες γυναίκες τότε-, τη Βιομηχανική Σχολή. Δούλευε στην Τράπεζα, έκανε χορό, και ξαφνικά αποφάσισε να βγει στο θέατρο, αλλάζοντας το όνομά της… αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήτανε Xανδάνου… και έκτοτε ήταν σαν να αποσύρθηκε από τον κόσμο, έγινε σαν ιερό πρόσωπο, δηλαδή έβλεπε όλη την ίντριγκα που γινότανε γύρω της και δεν ήθελε να συμμετάσχει, για να μη χάσει μια βαθύτερη αγνότητα που είχε.
(…) Μου είπε ότι το ’35 στην Αίγυπτο είχε ερωτευθεί έναν εργοστασιάρχη, όχι, την είχε ερωτευθεί ένας εργοστασιάρχης και της έλεγε να τον παντρευτεί και θα της έχτιζε τρία θέατρα, αλλά αυτή δεν τον αγαπούσε και τον είχε διώξει, κι εγώ της είπα: «Σαπφώ, έπρεπε να θυσιαστείς για την τέχνη, βρε παιδί μου, τώρα θα είχες τρία θέατρα» και μου είπε ότι είμαι ένας βλαξ, διότι ο εργοστασιάρχης αυτός ήτανε χημικός, είχε κάνει πειράματα κι είχε παραμορφωθεί κι είχε γίνει σαν τον Φρανκεστάιν!… Ύστερα μου είπε ότι είχε ερωτευτεί έναν αντάρτη, τον αγαπούσε και ότι αυτός χάθηκε στον εμφύλιο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ
από την εκπομπή της ΕΡΤ


Το άβατο της μοναξιάς της δεν το πάτησε ποτέ κανείς. Στη διάρκεια της ημέρας την έβλεπες συχνά να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να μηρυκάζει τη θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στη θέα των απόμαχων της ζωής και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της. Οι άνθρωποι του θεάματος δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της. Εκείνη την πρώτη μεταπολεμική περίοδο των αιωνίως ερωτευμένων νεαρών πλάι στις ακρογιαλιές και μέσα στα σπορ αυτοκίνητα, πίσω από τη βροντερή και βραχνή φωνή της υπηρέτριας και σπιτονοικοκυράς, που της έδιναν να παίζει στον κινηματογράφο υπήρχε ένα άτομο παρατημένο από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών. Με μια παράξενη ανθρωπιά και αγνότητα, που έκανε τους ρόλους της τόσο πιστευτούς, γιατί έδινε στις λέξεις ύλη, όταν φώναζε «μπουρλότο!». Ο Γιάννης Τσαρούχης συνέλαβε το πραγματικό της ταλέντο και της δίνει το ρόλο της κορυφαίας του χορού αλλά και όλα τα χορικά των «Τρωάδων». Υπέφερε από σοβαρή αρθρίτιδα και σάκχαρο, λόγω των γλυκών που έτρωγε συχνά για να ξεγελά την πείνα της λόγω των πενιχρών εσόδων της. Κανένας πολιτιστικός ή κρατικός φορέας δε νοιάστηκε γι΄ αυτήν. Άλλωστε η πλειοψηφία των συναδέλφων της τη θεωρούσε απλά ένα κωμικό πρόσωπο. Ενώ στεκόταν πεθαμένη στην ψάθινη καρέκλα της, η ανοιχτή τηλεόραση συνέχιζε να παίζει αδιάφορη, πουλώντας ψεύτικα όνειρα και πιπεράτα σκάνδαλα στα θύματα της νέας εποχής.
ΝΙΚΟΣ ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ



Η Σαπφώ Νοταρά και ο Γιάννης Τσαρούχης συνδέονταν φιλικά και βρίσκονταν συχνά σε ζαχαροπλαστείο της Φωκίωνος Νέγρη.
Ένα βράδυ η Σαπφώ Νοταρά έφυγε νωρίς για ύπνο. Ο Τσαρούχης σκαρφίστηκε φάρσα. Άφησε να περάσει καμιά ώρα και πήγανε όλοι μαζί στο τηλέφωνο του μαγαζιού. Σχημάτισε τον αριθμό της κι όταν απάντησε νυσταγμένα, όπως έκανε στην «Χαρτοπαίχτρα», της είπε με βαθιά, απόκοσμη φωνή:
«Σαπφωωώ, κοιμάσαι; Ξύπνα»
«Ποιός είναι, καλέ;» απάντησε παραξενεμένη εκείνη.
Ο Τσαρούχης συνέχισε με την ίδια φωνή, αλλά ενα ..προδοτικά μοιραίο λάθος!
«Είμαι ο Αγχάγγελος και έγχομαι να σε πάγω».
Για να πέσει η εκπληκτική ατάκα:
«Αρχάγγελο και πούστη, πρώτη φορά βλέπω»!
από το



Η Σαπφώ Νοταρά συμμετείχε, όπως και η Σμάρω Στεφανίδου, στην παράσταση «Τρωάδες» που ανέβασε στο θέατρο της οδού Καπλανών, το 1977, ο Γιάννης Τσαρούχης.

Όλα τα δίναμε στην πρόβα. Όλα τα δώσαμε στην παράσταση, στο όμορφο θεατράκι της οδού Καπλανών που έφτιαξε. Είκοσι μέρες αλησμόνητες. Επιτυχία. Η Σαπφώ θαυμάσια. Νιάτα πλημμύριζαν τις κερκίδες. Νιάτα ορμούσαν στα καμαρίνια, αμέσως μετά το Ράλι Αντίκα. Τελείωνε η παράσταση και έτρεχαν η Σμάρω και η Σαπφώ, τα δυο ερείπια του έργου, να παραβγεί η μια την άλλη, σαν παιδούλες πάνω στο σανίδι ποια θα βγει πρώτη, να πάρει το ξέσπασμα από το χειροκρότημα. Έτσι είχε βαφτίσει το χαιρετισμό μας ο Τσαρούχης: «Γάλι-Αντίκα».
ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΖΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ






Ο Γιώργος Μανιώτης -έστω και λογοτεχνική αδεία- περιγράφει στο βιογραφικό διήγημά του «Τα σαντέ της Σαπφώς» τις απαρχές της ζωής της.
«Στις αρχές του αιώνα πρέπει να έζησε τη νεότητά της. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που είχαν τελειώσει πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή. Είχε ασχοληθεί και με τον χορό. Όταν ήταν νέα, είχε σώμα τέλειο. Θυμάμαι μια φωτογραφία που πιθανόν μόνο σε μένα να ’χε δείξει. Γυμνή από τη μέση κι επάνω, φορώντας ψεύτικη γενειάδα και ακάνθινο στεφάνι, με τα χέρια ολάνοιχτα πόζαρε πάνω στον σταυρό σαν μέγας θηλυκός Εσταυρωμένος. Πρέπει να είχε πιστέψει σε όλες αυτές τις ιδέες για την απελευθέρωση της γυναίκας, που ήταν τόσο πολύ της μόδας εκείνα τα χρόνια.
»Κι όμως μια ωραία πρωία τα εγκατέλειψε όλα αυτά και ασχολήθηκε με το θέατρο. Για μια νέα γυναίκα κι επιστήμονα, όπως ήταν αυτή μια τέτοια απόφαση ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Κι όμως μια ωραία πρωία γύρισε την πλάτη σε όλους εμάς και βγήκε στη σκηνή. Ήταν άγρια και ελεύθερη ύπαρξη και αμέσως κατάλαβε την παγίδα που πήγαιναν να της στήσουν...»
Έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών το 1926. Εμφανίστηκε το 1934 με το Ελεύθερο Θέατρο, το οποίο λειτούργησε στην Αίθουσα Ενώσεως Κυριών και στο θέατρο της Χριστιανικής Ενώσεως. Καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ο Μάνος Κατράκης. Η Έλλη Λαμπέτη μιλώντας στη δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπι σκιαγραφεί εν ολίγοις- αλλά εύστοχα- τη Σαπφώ:
«Στην Ελλάδα για να είσαι πρώτη πρέπει να είσαι ωραία. Αμα σε δουν ωραία, σε θέλουν και για ηθοποιό.
»Όταν μπερδεύεις την ομορφιά με το ταλέντο, ούτε την ομορφιά μπορείς να εκτιμήσεις σωστά, ούτε το ταλέντο.
»Γιατί, μήπως η Σαπφώ Νοταρά δεν έχει πάει χαμένη στην Ελλάδα;
»Τι ταλέντο, Θεέ μου! Και τι κακιά γυναίκα!
»Πώς να μην είσαι κακιά όταν δεν σ’αφήνουν να δουλέψεις, να καλλιεργήσεις το ταλέντο σου και σε κοροϊδεύουν που είσαι άσχημη;
»Γιατί, πρέπει να ξέρεις, της έχουν φερθεί πολύ άσχημα της Νοταρά.
»Δε βρίσκανε ρόλους να της δώσουνε.
»Πώς να μη στραφεί εναντίον όλων και πώς να μην είναι γεμάτη μίσος.
»Η αδιαφορία των άλλων για το ταλέντο της την έκανε έτσι.
»Τι ηθοποιός, αλήθεια! Πως κοιτούσε, όταν παίζαμε μαζί στη Φιλουμένα!
»Μου έκανε μεγάλη εντύπωση...»
Ο κριτικός και φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος προσδιορίζει το καλλιτεχνικό της στίγμα:
«Η Σαπφώ Νοταρά γαλουχήθηκε στο θέατρο της Κοτοπούλη.
»Λίγοι ξέρουν ότι έκανε καριέρα δίπλα στη μεγάλη αυτή πρωταγωνίστρια, ότι συχνά και αυτή, όπως και η Βασιλειάδου, ντουμπλάρανε την Κοτοπούλη.
»Δηλαδή έπαιζαν τους ίδιους ρόλους στις απογευματινές ή όταν η μεγάλη πρωταγωνίστρια ταξίδευε στο εξωτερικό.
»Την εποχή εκείνη το ρεπερτόριο ήταν εναλλασσόμενο. Επανέρχονταν τα έργα συχνά στη σκηνή.
»Και η Σαπφώ και η Γεωργία Βασιλειάδου έπαιζαν τους ρόλους της Κοτοπούλη.
»Τόσο μεγάλη εξακτίνωση ταλέντου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ξαφνικά.
»Πρέπει να υπάρχει υποδομή. Πρέπει να υπάρχει περιπέτεια βίου. Πρέπει να υπάρχει άσκηση. Γι’ αυτό ακριβώς αυτοί οι ηθοποιοί αυτού του είδους έλαμψαν αμέσως στον κινηματογράφο...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου