Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΕΚΟΥ " Το τελευταίο ΦΩΣ " Μυθιστόρημα


Ιφιγένεια Τέκου - Το τελευταίο ΦΩΣ
Εκδότης - Ψυχογιός
Έτος Έκδοσης - 2018
Είδος - Μυθιστόρημα
Αριθμός Σελίδων: 432
Εξώφυλλο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14x21
ISBN: 9786180125122




Οπισθόφυλλο 

Μια αναπάντεχη κληρονομιά, μια φωτογραφία και ένα κλειδί θα οδηγήσουν τη Μαρίνα και την κόρη της σε έναν πύργο στη Μάνη. Από τη στιγμή που μετακομίζουν εκεί συμβαίνουν διάφορα τρομακτικά και ανεξήγητα περιστατικά. Ποιο διαταραγμένο μυαλό κρύβεται στις σκιές; 
Στην προσπάθειά της να βρει μια άκρη, η Μαρίνα έρχεται αντιμέτωπη με αλήθειες από το παρελθόν… τότε που δυο κορίτσια, η Σεμέλη και η Ισμήνη, έκαναν μια επώδυνη συμφωνία. 
Με αφετηρία την όμορφη Μάνη της δεκαετίας του ’70, οι ήρωες περνούν από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Λονδίνο και την Κένυα. Ζωές που έχουν σφραγιστεί με ανομολόγητες επιθυμίες και καταλήγουν σε πράξεις με τραγικές συνέπειες. Μοναδικό αντίβαρο, η αγάπη, η αδιασάλευτη αλήθεια. 
Θα υπάρξει συγχώρεση προτού οι ενοχές σβήσουν με ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΩΣ;



Αποσπάσματα 

i.

ΗΤΑΝ ΑΡΑΓΕ μέρα ή νύχτα; Δεν ήταν σίγουρη. Δεν υπήρχαν παράθυρα. Ήξερε μονάχα ότι έτρωγε τέσσερις φορές την ημέρα και το πρώτο και το τελευταίο γεύμα περιλάμβανε γάλα. Να ερχόταν άραγε το πρώτο ποτήρι γάλα μαζί με τον ήλιο; Πόσο της είχε λείψει η μεγάλη κίτρινη ολοστρόγγυλη μπάλα! Της άρεσε έτσι όπως οι αχτίδες της, όμοιες με κίτρινα πιτσιλωτά φύλλα μπανάνας, έπεφταν στο πρόσωπό της και το ζέσταιναν. Η ζέστη τής δημιουργούσε θαλπωρή κι ασφάλεια. Όταν φοβόταν, η μαμά της…η μαμά της…η μαμά της την έπαιρνε αγκαλιά, την έσφιγγε πάνω στο στήθος της που μύριζε τριαντάφυλλο, και η ρυθμική αναπνοή μαζί με τη μονότονη μουσική της καρδιάς της την καθησύχαζαν. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε; Φαινόταν πολύς. Το καταλάβαινε γιατί είχε πιει πολλά γάλατα όσο διάστημα βρισκόταν σ’αυτό το δωμάτιο.
Η γυναίκα δεν ήταν πια η ίδια. Της μιλούσε απότομα, την άφηνε μονάχη της πολλές ώρες σε αυτό το δωμάτιο που έμοιαζε με φυλακή. Ευτυχώς, είχε την τηλεόραση, όμως δεν είχε ήχους δυνατούς. Η φωνή ήταν πάντα σιγανή για να μην «τους ακούσουν οι κακοί άνθρωποι, αυτοί που άρπαξαν και την μαμά της». Εκείνη θα την προστάτευε αν ήταν καλό παιδί, αν δεν φώναζε, αν δεν έκλαιγε και έκανε ό,τι της έλεγε. Δεν θα άφηνε τους κακούς να την πάρουν μαζί τους. Δεν ήθελε να την πάρουν. Φοβόταν. Θα ήταν καλό παιδί, το είχε αποφασίσει. Ίσως αυτή η απόφαση να μην ήταν προϊόν κάποιας λογικής επεξεργασίας αλλά απόρροια ενός δυνατού ενστίκτου επιβίωσης ωστόσο, έστω κι έτσι, την καθοδηγούσε.
Με το παιδικό της μυαλό φανταζόταν ότι υψωνόταν, ότι τρυπούσε το ταβάνι και έβγαινε, ότι αντίκριζε ξανά τον φωτεινό ουρανό, ότι χάζευε τα καύσιμα των αεροπλάνων να διαγράφουν άσπρες γραμμές σαν ουρές καθώς φλέρταραν με τα σύννεφα. 
Πρώτα είχε χάσει τον μπαμπά της κι έπειτα τη μητέρα της. Όταν μεγαλώσω θέλω να αποκτήσω σούπερ δυνάμεις και να σώσω τη μαμά μου από τους κακούς. Θα τρώω όλο μου το φαγητό να δυναμώσω. Η σκέψη αυτή την επισκεπτόταν συχνά. Ένιωθε να έχει μεγαλώσει όσο βρισκόταν στο αγέλαστο δωμάτιο. Ακόμη και τα σπαρακτικά κλάματα των πρώτων ημερών είχαν ελαττωθεί, είχαν αντικατασταθεί από ένα ασήκωτο βάρος στο μέρος της καρδιάς. Σαν να είχε καθίσει πάνω της ένας χοντρός ελέφαντας και την πίεζε, την πίεζε.
Τη φοβόταν Εκείνη. Άλλες φορές ήταν καλή μαζί της, της διάβαζε παραμύθια και χαμογελούσε γλυκά κι άλλοτε ήταν σκυθρωπή και θυμωμένη, τα μάτια της πέταγαν κεραυνούς κι όλα της έφταιγαν. Τις φορές που ήταν οργισμένη πετούσε πράγματα και έβριζε μέσα από τα δόντια της. Έτσι έκανε και την προηγούμενη μέρα. Είχε έρθει στο δωμάτιο για να της φέρει φαγητό και μια μικρή κούκλα που φορούσε ένα πράσινο λαμπερό φόρεμα. Πόσο χάρηκε με αυτό το δώρο! Εκείνη είναι καλή, σκέφτηκε η Μάχη. Χαλάρωσε το χεράκι της που το είχε σφιχτό σε μπουνιά και της άγγιξε το πόδι. Εκείνη πετάχτηκε σαν να την είχε τσιμπήσει κάποιο δηλητηριώδες ερπετό, τα χαρακτηριστικά της αλλοιώθηκαν, και φώναξε «ανάθεμα!»
Η Μάχη δεν καταλάβαινε γιατί η γυναίκα ήταν τόσο θυμωμένη. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της δίχως να μπορεί να τα συγκρατήσει. Είχε κάνει κάτι κακό, ήταν προφανές, και τώρα ίσως την τιμωρούσε, ίσως άφηνε τους κακούς να την πάρουν μαζί τους μακριά, κάπου χειρότερα κι από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Έπεσε στο πάτωμα και έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια της. Φοβόταν. Τότε Εκείνη άλλαξε πάλι. Η έκφρασή της γλύκανε σαν να είχε φορέσει μια διαφορετική μάσκα. Πήγε να την αγγίξει μα η Μάχη τραβήχτηκε. «Μη φοβάσαι. Δεν θα σε πειράξω. Σήμερα δεν ήταν μια καλή μέρα για μένα, αυτό είναι όλο. Να. Στάσου και θα πάω να σου φέρω παγωτό σοκολάτα που σ’αρέσει. Δύο μεγάλες μπάλες με σιρόπι».
Οι συχνές εναλλαγές στη διάθεσή Εκείνης μπέρδευαν και αποπροσανατόλιζαν τη Μάχη, την έκαναν ολοένα και πιο νευρική. Μακάρι να μην ένιωθε έτσι άλλο πια! Μακάρι να γύρναγε σπίτι της, στη μαμά της!
✦    ✦    ✦    ✦
ii

ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ τα γενέθλιά της και κανονικά θα έπρεπε να είναι πλημμυρισμένη από ευτυχία. Δεν ήταν. Μέσα της φώλιαζαν βουβοί ψίθυροι που έμοιαζαν με αναστεναγμούς. Καμιά φορά βέβαια γίνονταν κραυγές που γκρέμιζαν τοίχους και προπάντων ρήμαζαν την ψυχή της. Ο θυμός που έσερνε μέσα της μεγάλωνε, ωρίμαζε και της δηλητηρίαζε καθετί όμορφο, κάθε όρεξη για το μέλλον. 
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια που’ταν ακουμπισμένα πάνω στο έπιπλο κι αμέσως η ανάσα της άρχισε να βαραίνει. Όποτε αντίκριζε ή άγγιζε κάποιο ρούχο ή αντικείμενο που χρησιμοποιούσε η μακαρίτισσα, το μυαλό της πετούσε σε εκείνη τη μέρα που η αγαπημένη της μητέρα χάθηκε μπροστά στα παιδικά της μάτια. Και τότε ήταν τα γενέθλιά της, έκλεινε τα δεκατρία. Οι γονείς της της είχαν υποσχεθεί να την πάνε μια μεγάλη βόλτα στο Γύθειο κι ανυπομονούσε. Είχε τόσο ήλιο εκείνο το πρωινό! Η μητέρα φορούσε το καλό της φόρεμα και δυο βραχιόλια στο δεξί της χέρι-«Όταν μεγαλώσεις, αυτά θα γίνουν δικά σου», της είχε πει-και ο πατέρας της παραπονιόταν πως δεν έβρισκε το παντελόνι περιπάτου του. 
Μια παγωνιά σύρθηκε στη ραχοκοκκαλιά της. Τα φύλλα της ντουλάπας έκαναν θόρυβο όπως εκείνη τη μέρα που ο πατέρας της έσερνε τους γάντζους με τα ρούχα για να βρει τι θα φορέσει. Ένα απαλό σύρσιμο που ζουζούνιζε στη μνήμη της σαν σμάρι από έντομα. Ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη με το παρελθόν που πάλευε να ξεχάσει, κι ένα σωρό σημαντικά κι ασήμαντα γεγονότα παρέλασαν μπροστά της σε παράδοξο βηματισμό.
Η μητέρα της να χαμογελάει τρυφερά με εκείνο το χαμόγελο που επιβαλλόταν στο πρόσωπό της σαν υποχρεωτικό στολίδι, να την αγκαλιάζει γεμίζοντάς την φιλιά-αποδείξεις της απέραντης αγάπης της. Πώς ήταν δυνατόν ένα μικρό κορίτσι που ήταν ασφαλές στο δίχτυ της παιδικής αφέλειας να διαισθανθεί τη ζηλόφθονη θεότητα που σκόπευε να αγγίξει την οικογένειά της με πρωτοφανή μοχθηρία; 
Ένα παιδί πιστεύει πως ο θάνατος δεν επισκέπτεται κανέναν δικό του άνθρωπο και, αν το κάνει, περιμένει τουλάχιστον να έχουν γίνει τα μαλλιά του άσπρα σαν βαμβάκι και οι ρυτίδες να έχουν κουρνιάσει μόνιμα στο πρόσωπό του για να ξαποστάσουν. Πέφτει για ύπνο σίγουρο ότι το μητρικό χάδι θα το ξυπνήσει το επόμενο πρωί. Έτσι, όταν ένα αόρατο μαχαίρι κόβει το νήμα που κρατά σταθερές τις ισορροπίες,νιώθει τον κόσμο του να καταρρέει. Έτσι αισθάνθηκε η Σοφία όταν είδε τα μάτια της μητέρας της να κλείνουν για πάντα και τα δάκρυα να παγώνουν στο πρόσωπό της. 
Πόσες φορές είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα έθαβε την άσχημη ανάμνηση στον πάτο ενός φανταστικού ωκεανού ή σε ένα ομαδικό τάφο μαζί με όλες τις δυσάρεστες αναμνήσεις, όμως ήταν κάποιες στιγμές που κυριαρχούσαν και αναδύονταν γεμίζοντας μικρές ρωγμές την καρδιά της, τόσο μικρές που περνάνε απαρατήρητες από τη θέληση και σε τσακίζουν αργά αργά.
Πλέον το μοναδικό πράγμα που την έτρεφε ήταν ένα αβυσσαλέο πάθος για εκδίκηση. Να βρει τη γυναίκα που σκότωσε τη μητέρα της και διέλυσε την οικογένειά της. Στο εξής την όριζε μια σκέψη πιεστική και ενοχλητική, που σαν δαίμονας απαιτούσε θυσία. Να εκδικηθεί τη γυναίκα, να την πληγώσει με τον τρόπο που τους πλήγωσε, να της στερήσει ό,τι αγαπούσε κι ό,τι θεωρούσε πολύτιμο. Δεν ήταν πια μικρή, ο θάνατος της είχε αρπάξει την παιδικότητα, την είχε μεταμορφώσει στρέφοντάς την προς μια κατεύθυνση που αποτελούσε μονόδρομο.
Στα είκοσι ένα της, ολόκληρη γυναίκα πια, έδωσε έναν όρκο εκδίκησης που δεν θα ξεχνούσε ποτέ, όσα χρόνια κι αν περνούσαν. Η ορμή του πρώτου θυμού είχε ξεφτίσει και την συντηρούσε μια αρρωστημένη ληθαργική κατάσταση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να ξυπνήσει.
Περίμενε…
Βιογραφικά στοιχεία 



Η Ιφιγένεια Τέκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πήρε μεταπτυχιακό τίτλο (Διοίκηση Επιχειρήσεων) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως διοικητική υπάλληλος για αρκετά χρόνια σε πολυεθνικές εταιρίες, κάνει μεταφράσεις και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. 
Μπορείτε να την βρείτε: www.facebook.com/ifigeniatekou, twitter: @ifigeniatekou 

Έργα της συγγραφέως 

Μνήμες χαμένες στην άμμο, εκδόσεις Κέδρος, 2014 
Θάλασσες μας χώρισαν, εκδόσεις Διόπτρα, 2015 
Να ονειρευτώ ξανά, εκδόσεις Διόπτρα, 2016 
Το τελευταίο φως, εκδόσεις Ψυχογιός, 2018 

Άλλα έργα της συγγραφέως για εφήβους 

Αγάπα το ή παράτα το, εκδόσεις, Λιβάνη, 2015 (βραχεία λίστα βραβείων Public) 
YoloΖεις μονάχα μια φορά, εκδόσεις Ψυχογιός, 2017 (βραχεία λίστα Ελληνικού Κύκλου Παιδικού Βιβλίου 2018, βραχεία λίστα βραβείων Public 2018)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου