Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ( 496 π.Χ.- 406 π.Χ. )


Ο Σοφοκλής (496 π.Χ.- 406 π.Χ.) (στα αρχ. ελλ. Σοφοκλῆς ὁ Σοφίλλου ὁ ἐκ Κολωνοῦ) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής της κλασικής εποχής. Αυτός, ο Αισχύλοςκαι ο Ευριπίδης είναι οι τρεις τραγικοί ποιητές των οποίων έχουν σωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 123 έργα από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες.

Γεννήθηκε στον Ίππιο Κολωνό της Αθήνας. Ήταν γιος του Σοφίλλου, εύπορου Αθηναίου που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, διαπαιδαγωγήθηκε ανάλογα με την οικονομική του άνεση. Έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχθηκε μουσική από τον περίφημο μουσικοδιδάσκαλο Λάμπρο και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Δεκαπενταετής, ήταν ο κορυφαίος του χορού των εφήβων που πήρε μέρος στον εορτασμό της νίκης για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συνδέθηκε στενά με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως με τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα στην πολιτική, στις θρησκευτικές λατρείες και στις τέχνες.

Τα έτη 443-442 π.Χ. ήταν ταμίας της αττικής ναυτικής συμμαχίας. Και από το 441 έως το 440 π.Χ. διοικούσε μαζί με τον Περικλή το στόλο στην επίθεση κατά της Σάμου, όπου εσφάγησαν όλοι οι άνδρες του νησιού. Το 428 ήταν πάλι στρατηγός με τον Θουκυδίδη και το 413 ήταν μέλος της ολιγαρχικής κυβέρνησης της Αθήνας. Είχε ένα γιο με τη Νικοστάτη, ο οποίος έγινε επίσης ποιητής, αλλά και ένα εξώγαμο γιο, που τον ονόμασαν κι αυτόν Σοφοκλή, ο οποίος απεδείχθη σημαντικότερος συγγραφέας από τον έτερο γιο του. Ο μεγάλος τραγικός ποιητής εισήγαγε στην Αθήνα τη λατρεία του Ασκληπιού και τιμήθηκε με το προσωνύμιο Δεξίων, επειδή δεξιώθηκε τον θεό στο σπίτι του. Η πρώτη γιορτή πριν τελειώσει το Ασκληπιείο κάτω απ την Ακρόπολη των Αθηνών, έγινε στον περίβολο της οικίας του. Γράφει μάλιστα έναν παιάνα για τον Ασκληπιό . https://el.wikipedia.org/
Έργο
Σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, ο Σοφο­κλής συνέγραψε 123 δραματικά έργα και πήρε δε­καοχτώ φορές το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων. Για να περιορι­στούμε στα ακέραια έργα του, τα οποία η χειρόγρα­φη παράδοση διέσωσε σε ορισμένες περιπτώσεις ό­χι χωρίς την ευνοϊκή παρέμβαση ολωσδιόλου τυ­χαίων παραγόντων, ο Αίας – ένα μεγαλόπνοο έργο της ποιητικής κατά τα φαινόμενα ωριμότητας του Αθηναίου τραγωδού παρουσιάζει ανάγλυφα την α­συμβίβαστη αξιοπρέπεια και το δυσπρόσιτο μεγα­λείο του ομώνυμου ήρωα μέσα στην ξέφρενη δίνη των ανθρώπινων παθών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Εν αντιθέσει προς τον ηρωικό παλμό του ασυμβίβαστου Αίαντα και την ηλεκτρισμένη πολεμική ατμόσφαιρα του τρωικού πεδίου, στην Ηλέ­κτρα (420-410 π.Χ.) με την ομώνυμη ηρωίδα του «ασίγαστου μίσους» ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δρά­ση στην Ελλάδα και μεταφέρει τον απόηχο της α­δυσώπητης σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων μέσα στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο μιας πολύπαθης οι­κογένειας, όπου θύτης και θύμα ανταγωνίζονται ε­πί σκηνής και ενίοτε εκτός σκηνής με εναλλασσό­μενη πειστική ευγλωττία. 
Το ανώτερο όλων σε τρα­γικότητα έργο Οιδίπους Τύραννος (430-420 π.Χ.) θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους κριτικούς ως το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης του Σοφο­κλή· ιδίως στο δράμα αυτό μέσα από μια σειρά μοι­ραίων και συνταρακτικών αναγνωρίσεων ο τραγι­κός εστεμμένος της Θήβας τελικά συνειδητοποιεί τη θεϊκή πλεκτάνη, μέσα στην οποία σπαρταρούσε παγιδευμένος ανεπίγνωστα σε όλη τη διάρκεια του δράματος.

Μολονότι ο σοφόκλειος ήρωας διεκδικεί ακατά­παυστα ένα έστω γλίσχρο μερίδιο στην καθολική ευτυχία, ο ίδιος συνάμα με ανυποχώρητο πείσμα και αταλάντευτο φρόνημα επιλέγει αυτό ακριβώς που αναπόφευκτα θα τον εκμηδενίσει· ωστόσο, ό­πως στην περίπτωση της αγέρωχης και αποφασι­στικής Αντιγόνης στο φερώνυμο έργο (450-440 π.Χ.), η ασύνετη τόλμη εν τέλει μεταλλάσσεται σε αξιοθαύμαστη γενναιοψυχία, ενώ η συγκλονιστι­κή πτώση του τυραννικού Κρέοντα προκαλεί μιαν απροσδόκητη αναψύχωση του δημοκρατικού φρονήματος. Θα έλεγε κανείς ότι το αντιστασιακό πα­ράδειγμα της απτόητης Αντιγόνης καθιστά εντο­νότερη για τον αθηναϊκό δήμο την ανάγκη συνε­χούς επαγρύπνησης για τη διασφάλιση ενός ηθι­κά ωριμότερου πολιτικού βίου.

Με παρόμοιο τρό­πο στις Τραχίνιες (450-440 π.Χ.) το εξατομικευ­μένο πάθος αναλύεται υπό το πρίσμα μιας θλιβε­ρής ερωτικής ιστορίας, όπου η άνευ όρων παραδο­χή του παραλόγου στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιαν ανακουφιστική προοπτική εν όψει μιας φρι­κιαστικής διαδοχής επάλληλων αναπόδραστα α­λύτρωτων θανάτων.

Η θεατρική δραστηριότητα του Σοφοκλή φαίνεται ότι δεν κάμφθηκε από το βαθύ γήρας· αντίθετα ο ποιητής συνέθεσε δυο αριστουργήματα στη δύση της καλλιτε­χνικής σταδιοδρομίας του. Ο Φιλοκτή­της (409 π.Χ.) είναι μια τραγωδία επικού μεγαλεί­ου, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας – το alter ego του αυτοκτονικού Αίαντα- παραμένει ανυποχώρη­τος στο φιλέκδικο πείσμα του, άκαμπτος και αλύ­γιστος μέσα στην αφόρητη ερημιά του· ωστόσο, στο τέλος δεν εξουθενώνεται από τη δυναμική ε­νός ανέφικτου ηρωικού ιδανικού, αλλά επιδει­κνύει μια ήρεμη αξιοπρέπεια μπροστά στην ακαταγώνιστη θεϊκή βούληση, ακροβατώντας έτσι στις παρυφές μιας ρεαλιστικότερης θεώρησης της ανθρώπινης ειμαρμένης.

Το κύκνειο άσμα του Αθηναίου τραγικού και επάξιο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης ποιητικής πορείας είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ (406 π.Χ.), που παραστάθηκε στο θέ­ατρο του Διονύσου με αναμενόμενη θριαμβική ε­πιτυχία μετά το θάνατό του (406/405 π.Χ.). Κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο έργο, τον Φιλοκτή­τη, το τελευταίο αυτό σωζόμενο σοφόκλειο δράμα μέσα από πολύπτυχες διακειμενικές συσχετίσεις και αντιπαραβολές ανασκοπεί την ιστορία του Οιδίποδα και επιχειρεί να στήσει γέφυρα επικοινω­νίας με τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγό­νη, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό ανυποψίαστο στοχαστικό βάθος στα δρώμενα.

Τα αφηγηματικά νήματα, που συναρθρώνουν τα τρία αυτόνομα δρά­ματα σε μια δυνάμει θηβαϊκή τριλογία, δεν οδηγούν σε άγονη επανάληψη και άχαρη αναδίπλω­ση των παρελθοντικών γεγονότων, όπως θα περί­μενε κανείς, αλλά όλως διαφορετικά οι απροσδόκητες συμφιλιωτικές απολήξεις των prima facie άσπονδων αντιπαραθέσεων στην Αθήνα εγκαρδιώνουν τους θεατές, ενώ ο επικήδειος ενθουσια­σμός της εξόδιας σκηνής προετοιμάζει με δραμα­τουργικό οίστρο και ειρωνική διάθεση την επόμε­νη μυθολογική εμπλοκή στη μακρινή όσο και μοιραία πόλη των Καδμείων.

θα μπορούσε να λεχθεί λοιπόν ότι ο Σοφοκλής, πέρα από ενεργός πολίτης και άγρυπνος στοχα­στής, υπήρξε πρωτίστως ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου, ο οποίος μέσα στην έξαρση της ποι­ητικής δημιουργίας δεν έπαψε να αναζητεί πρα­κτικές λύσεις για να αναπτύξει και να τελειοποι­ήσει την τέχνη του· ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αθηναίος τραγωδιογράφος ει­σήγαγε στο αττικό δράμα ή τουλάχιστον προώθη­σε, μεταξύ πολλών άλλων αλλαγών, κυρίως τρεις σημαντικότατες καινοτομίες:

α) την αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις,

β) την αύξηση των με­λών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε, και

γ) κατά το αισχύλειο πρότυπο την περαιτέρω απο­σύνδεση της ιστορικομυθικής ενότητας των τετρα­λογιών, δηλαδή τη συμμετοχή κάθε φορά των ποι­ητών στους θεατρικούς αγώνες με τέσσερα αυτόνο­μα δράματα.

Κατά την άποψη έγκριτων σύγχρονων μελετη­τών, που ανάμεσα στα άλλα διερευνούν τις λανθά­νουσες αφηγηματικές δομές των δραματικών έργων με απώτερο σκοπό να διερμηνεύσουν τις δαιδαλώ­δεις θεατρικές κατασκευές της αρχαίας δραματουρ­γίας, οι προαναφερθέντες νεοτερισμοί παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον ποιητή για να ιεραρχήσει τους διηγητικούς τρόπους του, προ­κρίνοντας κατά περίπτωση το λειτουργικότερο και δραστικότερο.

Η αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις, καθώς επίσης η συμμετρικότερη παράταξη του Χορού σε δυο ημιχόρια των εφτά μελών με την ταυτόχρονη ανάδυση του κορυφαίου σε ρόλο τέταρτου υποκριτή, διευκολύνουν συν τοις άλλοις διαδοχικές αλλαγές στην οπτική γωνία και στο χρόνο ε­ποπτείας των συμβάντων. Επιπροσθέτως, η σταδιακή αποδυνάμωση της μυθικής αλληλουχίας ως ε­πί το πλείστον συμβάλλει στην αδιάσπαστη παρου­σίαση των κεντρικών γεγονότων και στη ραγδαία επιτάχυνση του σκηνικού ρυθμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φιλόσοφος Πολέμων, που έζησε και έδρασε κατά τη διάρκεια του 3ου αι­ώνα π.Χ., απέδωσε στον Σοφοκλή τον εύστοχο χαρακτηρισμό «τραγικός Όμηρος», ενώ παράλληλα αποκάλεσε τον πατριάρχη της ελληνικής λογοτε­χνίας «επικό Σοφοκλή» (TrGF, τόμ. 4ος, TIIb 115). Πράγματι, η θαυμάσια εναρμόνιση μιας υπερτέλειας διαγραφής των χαρακτήρων, που ερεί­δεται κυρίως σε εδραίους αφηγηματικούς αρμούς, με μια εξόχως στοχαστική θέαση της ανθρώπινης μοίρας, που καθαιρεί το παραστάσιμο υλικό από απρόσφορες ίσως ιδεοληπτικές προσμίξεις, δι­καιολογεί απολύτως τη διαχρονική αξία και το α­νυπέρβλητο σφρίγος της σοφόκλειας δραματουρ­γίας.

Ανδρέας Μαρκαντωνάτος
Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,
Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών




Ο Σοφοκλής και οι ήρωες των τραγωδιών του αποτίοντας τιμές. Τοιχογραφία του Φίκου στη γενέτειρα του Σοφοκλή, Κολωνό.

Αίας

Μεταφράσεις

Ζήσιμος Σίδερης ("Εστία", 1904 και "Ι.& Π.Ζαχαρόπουλος" & αρχαίο κείμενο, 1939)
Κώστας Βάρναλης ("Φέξης", 1912)
Δημ.Σάρρος ("Κύκλος", 1935)
Ιωάννης Γρυπάρης ("Εστία", 1940 και ανατυπώσεις)

Η τραγωδία Αίας του Σοφοκλή γράφτηκε μεταξύ 450 και 440 π.Χ. Περιγράφει την τρέλα και τον θάνατο του Αίαντα, αρχηγού των Σαλαμινίων που συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο, όταν δεν του αποδόθηκαν τα όπλα του Αχιλλέα. Είναι η παλαιότερη από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή και μέρος της τριλογίας Αίας – Τεύκρος – Ευρυσάκης. Θεωρείται ότι παρουσιάστηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 440π.Χ και ότι ήταν από τα πιο δημοφιλή έργα του συγγραφέα, παρόλο που κατακρίθηκε ότι δεν σέβεται την ενότητα της δράσης και του χώρου.
Πρώτος ο Αισχύλος πραγματεύτηκε τον βίο του Αίαντα με τα έργα του «Όπλων κρίσις», «Θρήσσαι», «Σαλαμίνιοι» από τα οποία δε διασώζονται παρά μόνο αποσπάσματα. Ολοκληρωμένη τραγωδία είναι μόνο αυτή του Σοφοκλή παρόλο που πολλοί άλλοι επίγονοι των τραγικών ασχολήθηκαν με την ιστορία του σαλαμινίου ήρωα.

Ο Αίαντας, ετοιμάζει την αυτοκτονία του.

Υπόθεση

Ο Αίαντας έχει θυμώσει γιατί θεωρεί ότι άδικα δεν του αποδόθηκαν τα όπλα του Αχιλλέα και μανιασμένος κυρίως με τους Ατρείδες και τον Οδυσσέα αποφασίζει να τους σκοτώσει. Η Αθηνά όμως του σκοτίζει το μυαλό έτσι ώστε αυτός να επιτεθεί στα κοπάδια του στρατοπέδου, νομίζοντας πως εφορμά εναντίον των εχθρών του. Όταν συνέρχεται και καταλαβαίνει τί έκανε, θεωρεί ότι ντροπιάστηκε και αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή του. Ούτε η σύζυγός του Τέκμησσα, ούτε ο αδερφός του Τεύκρος καταφέρνουν να τον μεταπείσουν. Μετά την αυτοχειρία του ήρωα, ο Μενέλαος και ο Αγαμέμνονας διατάζουν να μείνει άταφο το πτώμα του, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και απειλές του Τεύκρου. Ο Οδυσσέας όμως δίνει τη λύση παρεμβαίνοντας και συμβουλεύοντας τον Αγαμέμνονα να επιτρέψει την ταφή, όπως είναι το δίκιο.

Διάρθρωση

Πρόλογος

Πρόσωπα: Αθηνά, Οδυσσέας, Αίας

Η Αθηνά εξηγεί στον Οδυσσέα, που έχει έρθει να διερευνήσει την υπόθεση της σφαγής των κοπαδιών, ότι εκείνη σκότισε το μυαλό του Αίαντα. Καλεί μάλιστα τον Αίαντα έξω και έτσι αποδεικνύει στον Οδυσσέα την τρέλα του.
Πάροδος
Ο χορός εκδηλώνει την ταραχή του και το φόβο για τα συμβάντα και καλεί τον Αίαντα να βγει έξω.

Πρώτο επεισόδιο

Πρόσωπα: Τέκμησσα, Χορός, Αίας Η Τέκμησσα διηγείται στο χορό ότι Αίας βρήκε τα λογικά του αλλά ο ίδιος ο ήρωας εμφανίζεται ντροπιασμένος για τις πράξεις του.
Πρώτο στάσιμο
Ο χορός θρηνεί για τον Αίαντα.

Δεύτερο επεισόδιο

Πρόσωπα: Αίας, Τέκμησσα και ο Χορός
Μονόλογος του συντετριμμένου Αίαντα που αναγνωρίζει τα λάθη του και δείχνει να συμβιβάζεται.

Δεύτερο στάσιμο

Ο Χορός θριαμβολογεί γιατί θεωρεί ότι όλα τελείωσαν και βρίσκουν λύση.

Τρίτο επεισόδιο

Πρόσωπα:Άγγελος, Χορός, Τέκμησσα, Αίας, Μενέλαος, Ευρυσάκης
Ο Άγγελος ενημερώνει τον Χορό κι έπειτα την Τέκμησσα για την άφιξη του Τεύκρου και την οργή του στρατεύματος εναντίον του Αίαντα και προειδοποιεί να μην τον αφήσουν να βγει από σκηνή του γιατί συντρέχει κίνδυνος να χάσει τη ζωή του. Η Τέκμησσα φεύγει στο ακρογιάλι να αναζητήσει τον Αίαντα ακολουθούμενη από το χορό. Ο απελπισμένος Αίαντας προετοιμάζει την αυτοκτονία του, απαρατήρητος από τους δικούς του. Το νεκρό πια ήρωα ανακαλύπτει η Τέκμησσα. Φτάνει ο Τεύκρος και ετοιμάζεται να θάψει τον αδελφό του, όταν εμφανίζεται ο Μενέλαος και απαγορεύει την ταφή του ήρωα.

Τρίτο στάσιμο

Ο Χορός κλαίει με αντιπολεμικό θρήνο για τον Αίαντα και τη διχόνοια των Ελλήνων.
Έξοδος

Πρόσωπα: Τεύκρος, Αγαμέμνονας, Οδυσσέας
Ο Αγαμέμνονας είναι αποφασισμένος να εμποδίσει την ταφή και λογομαχεί με τον Τεύκρο. Εμφανίζεται όμως ο Οδυσσέας που συνεφέρει το στρατάρχη και υποδεικνύει το δίκιο. Ο Τεύκρος είναι ελεύθερος να θάψει τον ήρωα.

Ερμηνεία του έργου

Η «ύβρις»

Το έργο δικαιολογεί την πτώση του Αίαντα λόγω της ύβρης που είχε διαπράξει έναντι των θεών. Ο ίδιος ο Αίας απευθυνόμενος στην Τέκμησσα διακηρύττει:

«Πολύ με παρασκότισες· δεν ξέρεις
πως στους θεούς δεν είμαι πια χρεώστης;» (589)

Αλλά και ο Άγγελος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι φεύγοντας για τον πόλεμο ο Αίας είχε πει στον πατέρα του:

«Μαζί με τους θεούς, πατέρα, κι ένας
που τίποτα δεν είναι, θα μπορούσε
νά´βγαινε νικητής· μα εγώ και δίχως
εκείνων τη βοήθεια, βέβαιος είμαι
πως θένα την κερδίσω αυτή τη δόξα» (767-770)

Κι αργότερα πάλι όταν προσπάθησε η Αθηνά να τον εμψυχώσει σε μια μάχη, εκείνος της φώναξε:

«Βασίλισσα, στους άλλους πλάι του Αργείους
να στέκεσαι, γιατί εκεί που εγώ θάμαι,
ποτέ η γραμμή της μάχης δε θα σπάσει»

Η αντίθεση της ανδρείας και του νου

Ο Αίας αναφέρεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος μεταξύ των Αχαιών μετά τον Αχιλλέα. Η αρετή στον κόσμο του είναι συνώνυμη με την τόλμη και την ανδραγαθία. Στον αντίποδα του ήρωα όμως βρίσκεται ο Οδυσσέας, εκείνος που έκανε τον τρελό για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και εκείνος που αργότερα τελικά θα τον κερδίσει με την πονηριά του και την ευστροφία του. Κατά τη διεκδίκηση των όπλων του Αχιλλέα, νικητής κρίνεται ο Οδυσσέας ως φορέας της νέας αρετής, της ευστροφίας και ο Αίας, ο γενναιότερος των Αχαιών ντροπιάζεται. Με αυτόν τον τρόπο βάλλεται η αριστοκρατική, ηρωική ηθική που ενσαρκώνει ο Αίας και ανατέλλει η νέα «σχετική» ηθική του Οδυσσέα. Ο Αγαμέμνονας το λέει ξεκάθαρα:

« ...γιατί
δεν είναι οι μεγαλόκορμοι, μηδ’όσοι
τις πλάτες έχουν τις φαρδιές, που στέκουν
και πιο άσφαλτα, μα παντού πρώτοι βγαίνουν
όσοι έχουν γερό νου...» (1250)

Η μεταστροφή του Αίαντα

Πρόβλημα στην ερμηνεία της τραγωδίας θέτει ο τρίτος μονόλογος του Αίαντα (του δευτέρου επεισοδίου, στιχ 646-692), ο αποκαλούμενος και «πλαστός» γιατί δεν υπάρχει ομοφωνία εάν ο ήρωας υποκρίνεται ή όχι όταν ισχυρίζεται ότι πρέπει να υποταχθεί στη θέληση των θεών και των βασιλιάδων και να θάψει το σπαθί του

Η τιμή και ο Θάνατος

Ο Αίαντας είναι ο πρώτος -από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή - ήρωας από μία σειρά αυτοχείρων πρωταγωνιστών. Όταν η ηθική του συγκρούεται με αυτήν του κατεστημένου, επιλέγει το θάνατο για να σώσει την τιμή του. Απομονωμένος και ξεκομμένος από το περιβάλλον του, αναζητά τη λύτρωση στον άλλο κόσμο.

Δευτερεύοντα πρόσωπα

Αθηνά: Ανθρώπινη, χαιρέκακη και εκδικητική, η Αθηνά διασκεδάζει με την τρέλα του Αίαντα.
Οδυσσέας: «γιατί βλέπω, πως τίποτα εμείς άλλο δεν είμαστε, όσο ζούμε, παρά μόνο φαντάσματα κι ένας ανάερος ίσκιος»
Ο ομηρικός ήρωας στην αρχή εμφανίζεται θρασύδειλος μπροστά στην τραγωδία του Αίαντα και τον φοβάται ακόμα και ενόσω ο ίδιος χαίρει της προστασίας της Αθηνάς. Ο Οδυσσέας διαισθάνεται όμως τόσο το δράμα του ήρωα όσο και την ατιμία που του έγινε.Παρόλο που γλιτώνει το θάνατό του και ταυτόχρονα παρακολουθεί τον εχθρό του να εξοντώνεται, κατανοεί ότι το δράμα του Αίαντα μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε θνητό, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Ο Οδυσσέας αισθάνεται φόβο και δέος μπροστά στην ανθρώπινη ασημαντότητα. Για αυτόν τον λόγο στο τέλος, χωρίς να φοβηθεί τον Αγαμέμνονα θα δώσει τη λύση, προτάσσοντας τη συμφιλίωση με το νεκρό και το σεβασμό των θεών και επιτρέποντας την ταφή του Αίαντα.
Τέκμησσα: «...γιατί τί θέλω πια τη ζωή μου όταν εσύ πεθάνεις;»
Υπόδειγμα αφοσιωμένης συζύγου, η Τέκμησσα συντροφεύει τον Αίαντα στην τρέλα του πονώντας για το κατάντημά του, ωστόσο προσπαθεί με όλο της το είναι να τον μεταπείσει από το να δώσει τέρμα στη ζωή του. Δείχνει ωστόσο να κατανοεί τον άντρα της λέγοντας «Για μένα ο θάνατος είναι πικρός, γι’αυτόν ήταν ευφροσύνη.» (στιχ 966)
Αγγελιαφόρος
Τεύκρος: Ο αδερφός του Αίαντα μάχεται σα λιοντάρι για να θάψει τουλάχιστον τον ήρωα αφού δεν έχει καταφέρει να τον σώσει. Δε διστάζει να προσβάλλει βάναυσα τους Ατρείδες όταν εκείνοι του επιτίθενται για να τον αποτρέψουν από την ταφή.
Μενέλαος: «...γιατί θάτανε ντροπή μου να μάθουν πως με λόγια σωφρονίζω, ενώ μπορώ τη βία να επιβάλλω.»
Υπερφίαλος και θρασύς ο Μενέλαος προφασιζόμενος το δίκαιο που του δίνει η θέση του και η δύναμή του προσπαθεί ανίερα να απαγορεύσει την ταφή του Αίαντα.
Αγαμέμνονας: Μέγας υβριστής και αλαζόνας σαν τον αδερφό του, προσβάλλει τον Τεύκρο και επιθυμεί να επιβάλλει το δίκαιο των όπλων.
Χορός: «Αλήθεια, οι άνθρωποι μπορούνε αφού τα ιδούν πολλά να μάθουν·μα πριν τα δούνε, κανείς μάντης για όσα του μέλλονται ναρθούν.»
Ο Χορός είναι ο πιστός φίλος του Αίαντα που συμπάσχει μαζί του και τον υποστηρίζει. Αγωνιά για αυτόν, προσπαθεί να τον προφυλάξει, να τον ηρεμήσει και να τον υπερασπιστεί ενώ ταυτόχρονα καταριέται τον πόλεμο και λαχταράει την επάνοδό του στην πατρίδα. Όπως όλοι οι χοροί της αρχαίας τραγωδίας χαρακτηρίζεται από θυμόσοφο διάθεση.


Αίαντας και Αχιλλέας παίζουν απορροφημένοι πεσσούς κατά τη διάρκεια της μάχης. Αττικό αγγείο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΑΘΗΝΑ
Ἀεὶ μέν, ὦ παῖ Λαρτίου, δέδορκά σε
πεῖράν τιν᾽ ἐχθρῶν ἁρπάσαι θηρώμενον·
καὶ νῦν ἐπὶ σκηναῖς σε ναυτικαῖς ὁρῶ
Αἴαντος, ἔνθα τάξιν ἐσχάτην ἔχει,

πάλαι 
κυνηγετοῦντα καὶ μετρούμενον
ἴχνη τὰ κείνου νεοχάραχθ᾽, ὅπως ἴδῃς
εἴτ᾽ ἔνδον εἴτ᾽ οὐκ ἔνδον. εὖ δέ σ᾽ ἐκφέρει
κυνὸς Λακαίνης ὥς τις εὔρινος βάσις.
ἔνδον γὰρ ἁνὴρ ἄρτι τυγχάνει, κάρα


στάζων ἱδρῶτι καὶ χέρας ξιφοκτόνους.
καί σ᾽ οὐδὲν εἴσω τῆσδε παπταίνειν πύλης
ἔτ᾽ ἔργον ἐστίν, ἐννέπειν δ᾽ ὅτου χάριν
σπουδὴν ἔθου τήνδ᾽, ὡς παρ᾽ εἰδυίας μάθῃς.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
ὦ φθέγμ᾽ Ἀθάνας, φιλτάτης ἐμοὶ θεῶν,
ὡς εὐμαθές σου, κἂν ἄποπτος ᾖς ὅμως,
φώνημ᾽ ἀκούω καὶ ξυναρπάζω φρενὶ
χαλκοστόμου κώδωνος ὡς Τυρσηνικῆς.
καὶ νῦν ἐπέγνως εὖ μ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ δυσμενεῖ
βάσιν κυκλοῦντ᾽, Αἴαντι τῷ σακεσφόρῳ.
κεῖνον γάρ, οὐδέν᾽ ἄλλον, ἰχνεύω πάλαι.
νυκτὸς γὰρ ἡμᾶς τῆσδε πρᾶγος ἄσκοπον
ἔχει περάνας, εἴπερ εἴργασται τάδε·
ἴσμεν γὰρ οὐδὲν τρανές, ἀλλ᾽ ἀλώμεθα·
κἀγὼ ᾽θελοντὴς τῷδ᾽ ὑπεζύγην πόνῳ.
ἐφθαρμένας γὰρ ἀρτίως εὑρίσκομεν
λείας ἁπάσας καὶ κατηναρισμένας
ἐκ χειρὸς αὐτοῖς ποιμνίων ἐπιστάταις.
τήνδ᾽ οὖν ἐκείνῳ πᾶς τις αἰτίαν νέμει.
καί μοί τις ὀπτὴρ αὐτὸν εἰσιδὼν μόνον
πηδῶντα πεδία σὺν νεορράντῳ ξίφει
φράζει τε κἀδήλωσεν· εὐθέως δ᾽ ἐγὼ
κατ᾽ ἴχνος ᾄσσω, καὶ τὰ μὲν σημαίνομαι,
τὰ δ᾽ ἐκπέπληγμαι, κοὐκ ἔχω μαθεῖν ὅτου.
καιρὸν δ᾽ ἐφήκεις· πάντα γὰρ τά τ᾽ οὖν πάρος
τά τ᾽ εἰσέπειτα σῇ κυβερνῶμαι χερί.

✧✧✧✧

ΑΘΗΝΑΠαντού και πάντα, του Λαέρτη γιε, το μάτι μουσε παίρνει να βγαίνεις κυνηγός για να προλάβειςτην πλεκτάνη κάθε εχθρού. Όπως και τώρααπό ώρα σε κοιτώ στις ναυτικές σκηνέςτου Αίαντα να γυροφέρνεις, πέραστην άλλη άκρη της παράταξης, ψάχνοντας ίχνη,φρέσκα πατήματα μετρώντας, να καταλάβειςείναι μέσα αυτός ή έξω.Και νά που σαν λακωνικό λαγωνικό μυρίζοντας,σε φέρνει ο δρόμος στο σωστό· πριν από λίγομπήκε μέσα εκείνος, στάζοντας το κεφάλι ιδρώτα,
αίμα τα φονικά του χέρια.
Δεν έχεις λόγο πια παραβιάζοντας την πύλημέσα να δεις το τί συνέβη· πες μου μονάχατης σπουδής σου τον σκοπό, και θα το μάθειςαπό μένα αυτό που ξέρω.ΟΔΥΣΣΕΥΣ Ω, η φωνή σου, Αθηνά, της φιλικότερης θεάς,αναγνωρίζεται εύκολα, ακόμη κι αν τα μάτιαδεν σε βλέπουν· τον ήχο της ωστόσο ακούγοντας,μέσα μου την αισθάνομαι, σαν από σάλπιγγατυρρηνική, χαλκόστομη.Καλά και τώρα το κατάλαβες, τα πόδια μουμε σέρνουν σ᾽ εχθρό ασπιδοφόρο, τον Αίαντα
εννοώ. Εκείνον από ώρα ανιχνεύω, άλλον
κανένα· γιατί μέσα στη νύχτα αυτήέχει τελέσει πράξη ανήκουστη σ᾽ εμάς,αν πράγματι είναι δικό του αυτό το έργο.Τίποτε βέβαιο ακόμη όμως, υπόνοιες μόνοπου θολώνουν το μυαλό. Γι᾽ αυτό κι εγώαπό μόνος μου δεσμεύτηκα να βρω μιαν άκρη.Πριν από λίγο βρήκαμε τα κοπάδια,όλης της λείας τη σοδειά, σφαγμένα από το ίδιο χέριμαζί μ᾽ εκείνους που τα φύλαγαν.Σ᾽ εκείνον ρίχνει ο καθένας την ευθύνη.Ένας σκοπός τον είδε, μόνος του να πηδά
στον κάμπο, με το σπαθί στο χέρι, ραντισμένο μ᾽ αίμα·
αυτός μου το εξήγησε μιλώντας, οπότεεγώ αυτοστιγμεί στα χνάρια περιφέρομαι.Κάποια πατήματα μου φαίνονται δικά του,άλλα με κάνουν να σαστίζω, και δεν μπορώνα καταλάβω τίνος είναι.Στην ώρα έφτασες, λοιπόν· για καθετί, κι αυτόπου πέρασε κι εκείνο που θα ᾽ρθει, στο χέριτο δικό σου αφήνομαι να μ᾽ οδηγήσει.Μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης. 2012.



Η Αντιγόνη σε μικρογραφία κώδικα του 15ου αι., έργο άγνωστου καλλιτέχνη

Αντιγόνη 

Η Αντιγόνη είναι αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή που παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π.Χ.. Το θέμα της προέρχεται από τον Θηβαϊκό κύκλο, απ' όπου ο Σοφοκλής άντλησε υλικό και για δύο άλλες τραγωδίες του, τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Τα μυθοπλαστικά γεγονότα της Αντιγόνης είναι μεταγενέστερα χρονολογικά από εκείνα των τραγωδιών για τον Οιδίποδα, αλλά η Αντιγόνη παρουσιάστηκε πριν από αυτές. Θέμα της είναι η προσπάθεια της Αντιγόνης να θάψει τον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, παρά την αντίθετη εντολή του Κρέοντα, βασιλιά της Θήβας, θέτοντας την τιμή των θεών και την αγάπη για τον αδερφό της υπεράνω των νόμων των ανθρώπων. Η Αντιγόνη είναι η δεύτερη αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή, μετά τον Αίαντα.

Η Αντιγόνη ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά που ο Οιδίποδας απέκτησε με την Ιοκάστη, βασίλισσα της Θήβας, χωρίς να γνωρίζει πως εκείνη ήταν η φυσική μητέρα του. Τα υπόλοιπα παιδιά τους ήταν η Ισμήνη, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Ο Οιδίποδας είχε καταραστεί τους γιους του να διαφωνήσουν για το μοίρασμα της κληρονομιάς τους και να αλληλοσκοτωθούν, επειδή είχαν παραβιάσει διαταγές του.

Όταν ο Οιδίποδας ανακάλυψε την αλήθεια για την καταγωγή του αυτοεξορίστηκε και τα δύο αδέρφια συμφώνησαν να κυβερνούν εναλλάξ τη Θήβα ανά έναν χρόνο. Μετά το πρώτο έτος διακυβέρνησης ο Ετεοκλής αρνήθηκε να παραχωρήσει τον θρόνο στον Πολυνείκη. Έτσι ο δεύτερος έφυγε από τη Θήβα και πήγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου και οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Θήβας. Η εκστρατεία απέτυχε, όμως και οι δύο αδερφοί σκοτώθηκαν σε μονομαχία μεταξύ τους. Τον θρόνο ανέλαβε τότε ο Κρέων, αδερφός της Ιοκάστης, που διέταξε να μείνει άταφο το πτώμα του Πολυνείκη επειδή πρόδωσε την πατρίδα του.

Πρόσωπα της τραγωδίας

Αντιγόνη
Ισμήνη, αδελφή της Αντιγόνης
Κρέοντας, βασιλιάς των Θηβών και θείος της Αντιγόνης
Αίμονας, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης
Τειρεσίας, μάντης
Ευρυδίκη, σύζυγος του Κρέοντα
Φρουρός
Πρώτος αγγελιοφόρος (άγγελος)
Δεύτερος αγγελιοφόρος (εξάγγελος)
Χορός, 15 γέροντες των Θηβών.

Υπόθεση του έργου

Ο πρόλογος της τραγωδίας τοποθετείται χρονικά στο ξημέρωμα της ημέρας που ακολούθησε τη λύση της πολιορκίας. Ο Κρέοντας έχει ήδη δώσει την εντολή να μην ταφεί ο Πολυνείκης, ως προδότης, με την απειλή αυστηρής τιμωρίας (λιθοβολισμό) σε όποιον παραβεί τη διαταγή. Έξω από το ανάκτορο εμφανίζονται η Αντιγόνη και η αδερφή της η Ισμήνη. Η Αντιγόνη ανακοινώνει την απόφασή της να θάψει τον Πολυνείκη, σύμφωνα με τους θεϊκούς άγραφους νόμους που επιβάλλουν κανένα πτώμα να μην μένει άταφο, χωρίς νεκρικές τιμές. Η Ισμήνη αρνείται να συνεργαστεί, φοβούμενη τη δύναμη του Κρέοντα, και δεν καταφέρνει να αλλάξει τη γνώμη της Αντιγόνης. Μετά τη φορτισμένη συνομιλία τους ακολουθεί η πάροδος του Χορού, που αποτελείται από γέροντες της Θήβας. Η πάροδος θριαμβολογεί τη νίκη εναντίον των εχθρών. Στη συνέχεια καταφθάνει ο Κρέοντας και ανακοινώνει τις νέες αξίες σύμφωνα με τις οποίες προτίθεται να κυβερνήσει την πόλη, καθώς και την απόφασή του για τη μη ταφή του Πολυνείκη.

Στην επόμενη σκηνή μπαίνει αναπάντεχα ένας από τους φύλακες του άταφου πτώματος και ανακοινώνει ότι με άγνωστο τρόπο έγινε συμβολική ταφή του νεκρού, τον οποίο σκέπαζε τώρα λεπτή στρώση χώματος. Ο Κρέοντας διατάζει τον φύλακα να βρει τον παραβάτη και το επεισόδιο κλείνει με ένα χορικό που εξυμνεί την απεριόριστη δύναμη του ανθρώπου αλλά επισημαίνει την αδυναμία του απέναντι στις θεϊκές δυνάμεις και την αναπόφευκτη φύση του να δρα ενάντια στους νόμους θεών και ανθρώπων. Στο δεύτερο επεισόδιο, επανέρχεται στη σκηνή ο φύλακας οδηγώντας την Αντιγόνη, που συνελήφθη όταν επιχείρησε εκ νέου ταφή. Ακολουθεί έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Αντιγόνης και Κρέοντα και στη συνέχεια έρχεται στη σκηνή και η Ισμήνη, που κατηγορείται από τον βασιλιά για συνεργασία στην ταφή. Αν και δεν είχε αναμιχθεί στην ταφή, η Ισμήνη δεν αποκρούει τις κατηγορίες και ο Κρέοντας αποφασίζει να τιμωρήσει και τις δύο. Στο δεύτερο στάσιμο ο Χορός θρηνεί τη μοίρα της οικογένειας των Λαβδακιδών, που οι κατάρες της πλήττουν τώρα και τα νεότερα μέλη της.

Στο τρίτο επεισόδιο εμφανίζεται ο Αίμονας, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, που στην αρχή προσπαθεί με σύνεση να μεταπείσει και έπειτα συγκρούεται με τον πατέρα του για το θέμα της ταφής και την τιμωρία της Αντιγόνης. Αδυνατώντας να αλλάξει γνώμη στον Κρέοντα, φεύγει από τη σκηνή αφήνοντας την απειλή στον πατέρα του πως δεν θα τον ξαναδεί. Με την παρότρυνση του Χορού ο Κρέοντας αποφασίζει να μην τιμωρηθεί η Ισμήνη και αλλάζει την τιμωρία για την Αντιγόνη να κλειστεί σε σπήλαιο, χωρίς τροφή και νερό, μέχρι να πεθάνει (και όχι να λιθοβολιστεί), ώστε να μην πέσει μίασμα την πόλη. Στο τρίτο στάσιμο ο Χορός εξυμνεί την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη τραγικότητα της σύγκρουσης του εθιμικού δικαίου με τον νόμο.

Το τέταρτο επεισόδιο περιλαμβάνει τον θρήνο της Αντιγόνης καθώς οδηγείται στον τάφο / φυλακή της. Μέσα στον θρήνο της παραλληλίζει αυτό που της συμβαίνει με την τύχη μιας θεάς, πράγμα στο οποίο ο Χορός αντιδρά θυμίζοντάς της τα παραπτώματα των γονιών της, και στο σημείο αυτό η Αντιγόνη ξεσπά με βαθύ πόνο. Εκεί εμφανίζεται ο Κρέοντας με λόγια σκληρά και διαταγές να πάνε να την θάψουν ζωντανή, ενώ η Αντιγόνη συνεχίζει το μοιρολόι και απαντά στα σκληρά του λόγια και τελικά οδηγείται στη σπηλιά από τους φύλακες. Στο χορικό που ακολουθεί ο Χορός προσπαθεί μάταια να φέρει παραδείγματα ώστε να δείξει στον Κρέοντα πως δεν έχει πράξει σωστά, όμως ο Κρέοντας παραμένει ανένδοτος και αμίλητος.

Στο πέμπτο επεισόδιο ο μάντης Τειρεσίας προειδοποιεί τον Κρέοντα ότι οι θεοί είναι οργισμένοι για την ασέβεια απέναντι στον νεκρό και δεν αποδέχονται τις θυσίες. Ο Κρέων τον κατηγορεί για χρηματισμό και του φέρεται με ασέβεια, αναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει, όμως ο Τειρεσίας φεύγοντας κάνει προφητείες εναντίον του Κρέοντα, ο οποίος εύκολα πλέον πείθεται από τον Χορό να αλλάξει στάση και να αναιρέσει και τις δύο εντολές του. Στο πέμπτο στάσιμο ο Χορός κάνει αγωνιώδη επίκληση στον Βάκχο να συνδράμει για το καλό της πόλης.

Στη συνέχεια φθάνει ένας αγγελιοφόρος που ανακοινώνει, πρώτα στον Χορό και έπειτα και με λεπτομέρειες στην Ευρυδίκη, σύζυγο του Κρέοντα, ότι ο Αίμονας αυτοκτόνησε. Εξιστορεί ότι χωρίς να γνωρίζει ο Αίμονας πως ο Κρέοντας είχε ανακαλέσει τις διαταγές του, πήγε στον τάφο / φυλακή της Αντιγόνης και τη βρήκε απαγχονισμένη. Όταν έφτασε εκεί ο Κρέοντας για να την αποφυλακίσει, έχοντας καθυστερήσει θάβοντας πρώτα τον νεκρό, ο Αίμονας του επιτέθηκε, αστόχησε και απελπισμένος αυτοκτόνησε. Η Ευρυδίκη φεύγει σιωπηλή και ακολούθως εμφανίζεται ο Κρέοντας κρατώντας τον νεκρό του γιο, θρηνώντας. Πάνω στον θρήνο του εμφανίζεται ο δεύτερος αγγελιοφόρος και του αναγγέλλει τον θάνατο της Ευρυδίκης που μόλις αυτοκτόνησε. Ο Κρέοντας συνθλίβεται εντελώς, παραδέχεται πως η αστοχασιά του έφερε όλο αυτό το κακό και αυτοεξορίζεται. Ο Χορός κλείνει την τραγωδία επαινώντας τη φρόνηση και κατακρίνοντας την αστοχασιά.

Η άγραφη και απαρασάλευτη επιταγή των θεών

Η ταφή των νεκρών ήταν πανελλήνιος νόμος και μόνον οι ιερόσυλοι και οι προδότες έμεινα άταφοι. Η πράξη του Πολυνείκη -επίθεση κατά της πατρίδας του- ήταν προδοτική, αλλά η αδιαλλαξία του Κρέοντα και η εμμονή του στην εφαρμογή αυτού του νόμου, χωρίς να λάβει υπόψιν τον άγραφο νόμο της συγγενικής αγάπης, που θα αναπτύξει ο Πλάτων στον Γοργία, μιλώντας για το δίκαιο και το νόμιμο, τον έκαναν αντιπαθή στον γιό του, στη γυναίκα του, στον μάντη Τειρεσία και στην κοινή γνώμη, την οποία εκφράζει ο Χορός.
Η Αντιγόνη εκφράζει την «ηθική του κοινού αίματος», που έχει πια επιβιώσει σαν παράδοση, δηλαδή σαν άγραφος νόμος, και εύκολα ο άγραφος νόμος μεταβάλλεται (εκλαμβάνεται) σε θείο νόμο. Ο Κρέοντας εκφράζει το Άστυ (= το εθνικό κράτος της Νεότερης Ιστορίας), τη νομική υπόσταση του κράτους, την κοινή θέληση ή την επιβολή αυτής της θέλησης και όλα αυτά εύκολα μπορούν να ονομαστούν ως «Ανθρώπινος Νόμος».


- Και παρ΄όλα αυτά τόλμησες να παραβείς αυτούς τους νόμους.[
- Ναι, γιατί δεν ήταν ο Δίας που διέταξε αυτά σε μένα ούτε η Δίκη η συγκάτοικος των θεών του κάτω κόσμου όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους, ούτε νόμιζα ότι έχουν τόση ισχύ οι δικές σου διαταγές, ώστε να μπορείς να υπερνικήσεις τους άγραφους νόμους και απαρασάλευτους των θεών.

Ωστόσο, από εδώ και πέρα προκύπτει η παρερμηνεία ότι το πρόβλημα της Αντιγόνης και η διαμάχη θείου και ανθρώπινου νόμου, ότι το τραγικό πρόσωπο είναι η Αντιγόνη (;) και από το σημείο αυτό και πέρα προβάλλει δελεαστική η παρερμηνεία : το άτομο που αντιστέκεται στην εξουσία, όπως και με την ίδια λογική αυτό μπορεί να αναστραφεί στο: το άτομο αντιδικεί προς το σύνολο.

Οπότε το πρόβλημα που μπαίνει είναι: ποιος εκφράζει το Σύνολο... ώστε να είναι νόμιμη και αποδεκτή η «εξουσία» του; Ο Σοφοκλής αυτό το πρόβλημα το προσεγγίζει με την ενδιάμεση και «ιδεολογική» συμπεριφορά στον Αίμονα. Ο Αίμων ικετεύει τον πατέρα του να φανεί επιεικής, να ακούσει και τη γνώμη των Θηβαίων, ενώ τον απειλεί πως θα σκοτωθεί και εκείνος, αλλά ο Κρέων μένει ανένδοτος. Ο Χορός απαγγέλει τότε τον ύμνο στον έρωτα.

Ο Χορός απαγγέλει τον Ύμνο του έρωτα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ἔρως, ὃς ἐν κτήμασι πίπτεις,
ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις,
φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς·
καί σ᾽ οὔτ᾽ ἀθανάτων φύξιμος οὐδεῖς
οὔθ᾽ ἁμερίων σέ γι᾽ ἀνθρώπων. ὁ δ᾽ ἔχων μέμηνεν.
σὺ καὶ δικαίων ἀδίκους φρένας παρασπᾷς ἐπὶ λώβᾳ 

Έρωτα ακαταμάχητε, έρωτα που κάνεις κτήματα σου όλους
σ΄ όσους επιπέσεις, εσύ που διανυκτερεύεις στα τρυφερά
μάγουλα της νέας και τριγυρίζεις πάνω από τις θάλασσες και
σε αυλές αγροτικών καλυβών. Εσύ και δικαίους ανθρώπους
σπρώχνεις στην αδικία. (στ. 781-792)

Ακολουθεί η μετάφραση, του Κωνσταντίνου Μάνου, του χορικού για τον έρωτα :


Έρωτα ακαταμάχητε εσύ που ξενυχτίζεις
στου κοριτσιού τα μάγουλα, εσύ που αιχμαλωτίζεις
ως και τον πλούσιο άνθρωπο, και στις καλύβες μπαίνεις,
και θάλασσα διαβαίνεις και θάλασσα περνάς!
Κι ούτε κανείς αθάνατος εγλύτωσε από σένα
ούτ΄ άνθρωπον εφήμερο δεν άφησες κανένα.
Εσύ που είσαι το λούλουδο ζωής τυραννισμένης
εσύ που ξετρελένεις εκείνον που κρατάς!
Εσύ και δίκαιον άνθρωπο σπρώχνεις στην αδικία
εσύ και τώρα εσήκωσες τέτοια φιλονικία.
Κι ο πόθος κόρης όμορφης πιά βασιλεύει ακόμη
παρά οι μεγάλοι νόμοι που εδώσαν οι θεοί.
Μα τώρα και ΄γώ σπρώχνομαι τους νόμους να πατήσω
και δεν μπορώ, αυτά βλέποντας, τα δάκρυα να κρατήσω
όταν θωρώ τη δύστυχη εδώ, την Αντιγόνη,
στο στρώμα να σημώνη, που όλους θα μας δεχτεί...

Στο τέλος του ύμνου, οι γέροντες των Θηβών βλέπουν την Αντιγόνη να οδηγείται στο θάνατο. Ο θρήνος της «άκλαυτος, άφιλος, ανυμέναιος, ταλαίφρων άγομαι ταν δ΄ετοίμαν οδόν..» είναι σπαρακτικός αλλά αξιοπρεπής.

Κάθαρση

Ο μάντης Τειρεσίας προφητεύει μεγάλες συμφορές για τον οίκο του Κρέοντα. Μετανοώντας ο Κρέων θέλει να ελευθερώσει την Αντιγόνη από τον θάλαμο όπου είχε κλειστεί και να ενταφιάσει τον Πολυνείκη, αλλά η Αντιγόνη έχει αυτοκτονήσει και ο Αίμων σκοτώθηκε και αυτός. Η μητέρα του Αίμωνα, Ευρυδίκη, μόλις πληροφορείται τον θάνατο του γιου της, καταριέται τον άνδρα της και αυτοκτονεί. Μπροστά στην καταστροφή ο Κρέων εύχεται να πεθάνει και ον Χορός τελειώνει με τη διατύπωση πως η φρόνηση είναι η κυριότερη προϋπόθεση της ευτυχίας και ότι οι καυχησιολογίες των αλαζόνων, αφού υποστούν μεγάλες ποινές, συνήθως διδάσκουν, πολύ αργά δυστυχώς, τη φρόνηση. (στ.1347-1353) Αργότερα ο Θησέας αιχμαλώτισε τον Κρέοντα και παρέδωσε το σώμα του Πολυνείκη στο πλήθος για ενταφιασμό. Τελικά, ο Κρέων κάηκε ζωντανός όταν η Μήδεια, φθονώντας τον Ιάσονα που μνηστεύτηκε την κόρη του, Γλαύκη, έβαλε τα παιδιά της να του χαρίσουν ένα στέμμα και ένα χιτώνα που τύλιξε στις φλόγες την ίδια, το πατέρα της και πολλούς άλλους στις φλόγες. Ήταν μοιραίο να επέλθει η κάθαρση εις βάρος του.


Ο Σοφοκλής έγραψε την "Αντιγόνη" από αντίδραση για την εξορία του Θεμιστοκλή, ήρωα της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Με το έργο του αυτό επεξεργάζεται την ηθική υποχρέωση για τήρηση των ηθικών νόμων έστω και αν αυτό σημαίνει αντίσταση κατά των ανθρώπινων νόμων με τίμημα το θάνατο. Ο Κρέοντας είναι παντοκράτορας τύραννος. Ο Αίμων υποστηρίζει την δύναμη του λαού και είναι εναντίον της παντοδυναμίας του πατέρα του. Ο Κρέων όμως επιμένει να τιμωρήσει όποιον καταπατεί τους νόμους, και εδώ την Αντιγόνη που αψήφησε την εντολή του Κρέοντα και κήδεψε τον αδερφό της.

Εκτός αυτού, ο ποιητής θέτει το ερώτημα αν οι «αιώνιοι» θεσμοί γίνονται τίμημα στον βωμό των μικροπολιτικών ενδιαφερόντων. Ο πολίτης κατά τον Σοφοκλή έχει θέληση ελεύθερη, τιμάει όμως τους θεούς και τα έθιμα. Ο Κρέων τιμωρείται από τους θεούς με τον χαμό της οικογένειάς του.




Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη. Λάδι σε καμβά, 100 εκ. x 157 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Νικηφόρος Λύτρας (1865)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ᾽ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
οὐδὲν γὰρ οὔτ᾽ ἀλγεινὸν οὔτ᾽ ἄτης ἄτερ
οὔτ᾽ αἰσχρὸν οὔτ᾽ ἄτιμόν ἐσθ᾽, ὁποῖον οὐ
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ᾽ ἐγὼ κακῶν.
καὶ νῦν τί τοῦτ᾽ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ΙΣΜΗΝΗ
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον,
οὔτ᾽ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ᾽ ἀτωμένη.
ΑΝ. ᾔδη καλῶς, καί σ᾽ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
ΙΣ. τί δ᾽ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ᾽ ἔπος.
ΑΝ. οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ᾽ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκῃ
†χρησθεὶς δικαίᾳ† καὶ νόμῳ, κατὰ χθονὸς
ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς,
τὸν δ᾽ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ᾽ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.
τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ᾽ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἄγειν
οὐχ ὡς παρ᾽ οὐδέν, ἀλλ᾽ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ,
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή.

✧✧✧✧

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω αγαπημένη αυταδερφή μου Ισμήνη,
ξέρεις ποιό τάχ᾽ απ᾽ τα κακά, που ο Οιδίπους
μας άφησε κληρονομιά, να μένει
που ο Δίας να μην το ᾽στειλε στις δυο μας
που είμαστε ακόμα στη ζωή; Γιατί
κανένα πόνο και καμιά κατάρα,
καμιά ντροπή κι ούτε καμιά ατιμία
δεν είδα εγώ να λείψει απ᾽ τις δικές σου
κι απ᾽ τις δικές μου συφορές. Και τώρα
τί ᾽ναι αυτή πάλι η προσταγή, που λένε
πως ότι και διαλάλησε στη χώρα
και σ᾽ όλους τους πολίτες ο άρχοντάς μας;
Ξέρεις κι άκουσες τίποτα; ή δεν έχεις
είδηση πάρει πως κακό ετοιμάζουν
για τους αγαπημένους μας οι εχθροί μας;
ΙΣΜΗΝΗ
Για μένα κανείς λόγος, Αντιγόνη,
μήτε καλός μήτε κακός δεν ήρθε
για φίλους μας, απ᾽ όταν σε μια μέρα
χάσαμε οι δυο τούς δυο τους αδερφούς μας,
που πέσανε απ᾽ το χέρι ο ένας του άλλου·
κι αφού του Άργους σκορπίστηκε και πάει
τη νύχτ᾽ αυτή ο στρατός, εγώ, δεν ξέρω
τίποτα παραπάνω, είτε αν πως είμαι
πιο ευτυχισμένη, ή πιο συφοριασμένη.
ΑΝΤ. Ήμουνα βέβαιη και γι᾽ αυτό ίσα ίσα
σ᾽ έφερα εδώ έξω απ᾽ της αυλής τις πύλες
για να τ᾽ ακούσεις μόνη. ΙΣΜ. Μα τί τρέχει;
Δείχνεις πως κάτι βράζει μες στο νου σου.
ΑΝΤ. Και μη δεν έχει ο Κρέοντας τον ένα
τον αδερφό μας με ταφή τιμήσει,
ενώ άταφο καταφρονά τον άλλο;
Τον Ετεοκλή, όπως λεν, και με το δίκιο,
πρόσταξε να τον θάψουν, για να πάει
με τιμή στους νεκρούς του Κάτω κόσμου·
μα το άθλιο το κορμί του Πολυνείκη
στους πολίτες διαλάλησε, κανένας
στη γης να μη το κρύψει ούτε το κλάψει,
μα αθρήνητο και άταφο να τ᾽ αφήσουν,
γλυκό για τα όρνια θησαυρό, που γύρω
καρτερούν λιμασμένα για θροφή τους.
Τέτοια ο καλός μας Κρέοντας για σένα
και για μένα —ναι, λέω και για μένα —
διαλάλησε· και θά ᾽ρθει, λέγουν, τώρα
ξάστερα εδώ στη μέση να κηρύξει
για όσους δεν το ᾽χουν μάθει· και το πράμα
το παίρνει όχι έτσι αψήφιστα, μα αν κάποιος
τολμήσει κάτι τέτοιο, θάνατος
απ᾽ του λαού τις πέτρες μες στην πόλη
τον περιμένει —. Έτσι λοιπόν αυτά ειναι.
Μα τώρα εσύ θα δείξεις, αν είσ᾽ άξιο
της γενιάς σου βλαστάρι, ή αν ενώ εισαι
από τέτοιους προγόνους, τους ντροπιάζεις.,

Μτφρ. Ιωάννης Ν. Γρυπάρης


Frederic Leighton - Electra at the Tomb of Agamemnon


Ηλέκτρα 


Η Ηλέκτρα είναι τραγωδία του Σοφοκλή, άγνωστης χρονολογίας, με θέμα την εκδίκηση της Ηλέκτρας για τον θάνατο του πατέρα της.
Τα πρόσωπα
Τα πρόσωπα του έργου είναι η Ηλέκτρα, το κεντρικό πρόσωπο, η κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, η Κλυταιμνήστρα, η οποία είχε δολοφονήσει τον άνδρα της Αγαμέμνονα και είχε παντρευτεί τον εξάδελφο του νεκρού Αίγισθο, ο Αίγισθος, η Χρυσόθεμις, αδελφή της Ηλέκτρας, ο Ορέστης, ο αδελφός τους, ο φίλος του Πυλάδης και ο παιδαγωγός του.
Η πλοκή του έργου
Η Ηλέκτρα ζει στο Άργος θρηνώντας τον πατέρα της, Αγαμέμνονα, και κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της, Κλυταιμνήστρα, και τον άντρα της, Αίγισθο, για τη δολοφονία του. Η αδελφή της, η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται τη στενοχώρια της Ηλέκτρας και εύχεται και αυτή να επιστρέψει ο αδελφός τους, ο Ορέστης, και να εκδικηθεί, αλλά φέρεται με πολύ πιο συμβατικό τρόπο αποδεχόμενη την κατάσταση, καθώς βλέπει ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Ο Ορέστης, με σύμβουλο τον παιδαγωγό του και βοηθό τον φίλο του, Πυλάδη, επιστρέφει από τη Φωκίδα (όπου τον μεγάλωσε ο παιδαγωγός του, για να τον σώσει από τους δολοφόνους του πατέρα του) με σκοπό να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του και να πάρει τη θέση του ως Βασιλιάς. Προκειμένου να πλησιάσουν στο παλάτι χωρίς να κινδυνέψουν, εμφανίζεται πρώτα ο παιδαγωγός, για να αναγγείλει στην Κλυταιμνήστρα ότι ο Ορέστης έχασε τη ζωή του σε ιππικό αγώνα, και έπειτα ο ίδιος ο Ορέστης με τον Πυλάδη κουβαλώντας ένα αγγείο που υποτίθεται πως περιείχε τις στάχτες του Ορέστη.
Στο άκουσμα του θανάτου του αδελφού της και έχοντας χάσει πια κάθε ελπίδα η Ηλέκτρα θρηνεί τόσο σπαρακτικά, ώστε ο Ορέστης συγκινημένος από τον θρήνο της αναγκάζεται να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Στη συνέχεια, μπαίνει στο σπίτι και σφάζει τη μητέρα του, την Κλυταιμνήστρα. Βγάζει το σώμα της έξω σκεπασμένο με ένα σεντόνι και όταν έρχεται ο Αίγισθος, του δείχνει το σώμα λέγοντάς του ότι είναι το σώμα του Ορέστη. Όταν αυτός το αποκαλύπτει και αντιλαμβάνεται ότι είναι το σώμα της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης του λέει ότι ήλθε να εκδικηθεί και τον οδηγεί μαζί με τον Πυλάδη στο ανάκτορο για να τον σκοτώσει.


Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ὦ τοῦ στρατηγήσαντος ἐν Τροίᾳ ποτὲ
Ἀγαμέμνονος παῖ, νῦν ἐκεῖν᾽ ἔξεστί σοι
παρόντι λεύσσειν, ὧν πρόθυμος ἦσθ᾽ ἀεί.
τὸ γὰρ παλαιὸν Ἄργος οὑπόθεις τόδε,
τῆς οἰστροπλῆγος ἄλσος Ἰνάχου κόρης·
αὕτη δ᾽, Ὀρέστα, τοῦ λυκοκτόνου θεοῦ
ἀγορὰ Λύκειος· οὑξ ἀριστερᾶς δ᾽ ὅδε
Ἥρας ὁ κλεινὸς ναός· οἷ δ᾽ ἱκάνομεν,
φάσκειν Μυκήνας τὰς πολυχρύσους ὁρᾶν,
πολύφθορόν τε δῶμα Πελοπιδῶν τόδε,
ὅθεν σε πατρὸς ἐκ φόνων ἐγώ ποτε
πρὸς σῆς ὁμαίμου καὶ κασιγνήτης λαβὼν
ἤνεγκα κἀξέσωσα κἀξεθρεψάμην
τοσόνδ᾽ ἐς ἥβης, πατρὶ τιμωρὸν φόνου.
νῦν οὖν, Ὀρέστα καὶ σὺ φίλτατε ξένων
Πυλάδη, τί χρὴ δρᾶν ἐν τάχει βουλευτέον·
ὡς ἡμὶν ἤδη λαμπρὸν ἡλίου σέλας
ἑῷα κινεῖ φθέγματ᾽ ὀρνίθων σαφῆ
μέλαινά τ᾽ ἄστρων ἐκλέλοιπεν εὐφρόνη.
πρὶν οὖν τιν᾽ ἀνδρῶν ἐξοδοιπορεῖν στέγης,
ξυνάπτετον λόγοισιν· ὡς ἐνταῦθ᾽ ἐμὲν
ἵν᾽ οὐκέτ᾽ ὀκνεῖν καιρός, ἀλλ᾽ ἔργων ἀκμή.
✧✧✧✧

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ω εκείνου που εστρατήγησε στην Τροία,
του Αγαμέμνονα γιε, τώρα όλα εκείνα
που ελαχταρούσες πάντα, εμπρός σου βλέπεις·
νά το Άργος το παλιό, που όλο ποθούσες,
το άλσος της δύστυχης κόρης του Ινάχου,
κι αυτή ᾽ναι του Θεού τού λυκοκτόνου,
Ορέστη, η αγορά· κι αριστερά μας
νά ο ξακουστός ναός της Ήρας· νά την
που φτάσαμε η πολύχρυση η Μυκήνα,
10κι αυτό — το αιματοράντιστο παλάτι
των Ατρειδών· απ᾽ όπου, όταν εσφάζαν
τον πατέρα σου μέσα, εγώ σε πήρα
από της αυταδέρφης σου τα χέρια
και σ᾽ έσωσα και σ᾽ έθρεψα μεγάλο,
για να γενείς μια μέρα εκδικητής του.
Τώρα λοιπόν, Ορέστη, και συ απ᾽ όλους
πιο ακριβέ μας, Πυλάδη, πρέπει αμέσως
το τί έχομε να κάμομε να δούμε·
γιατί έσβησαν της μαύρης νύχτας τ᾽ άστρα
και το λαμπρό το φως ξυπνάει του ήλιου
των πουλιών —άκου— τ᾽ αυγινά τραγούδια·
20πρι λοιπόν βγει κανείς απ᾽ το παλάτι,
πάρετε απόφαση, γιατί όπου στέκει
το πράμα, δε σηκώνει αργοπορίες,
μα ο καιρός σπρώχνει στη δουλειά να μπούμε.

Μτφρ. Ιωάννης Ν. Γρυπάρης


Για την Ηλέκτρα δείτε εδώ 



Per Gabriel Wickenberg - Oedipus och Antigone.

Οἰδίπους ἐπί  Κολωνῷ

Η τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ, παρουσιάστηκε στους Αθηναίους, πιθανόν 401 π.X από τον ομώνυμο εγγονό του (δηλαδή 5 χρόνια μετά το θάνατο του Σοφοκλή) και πραγματεύεται το τέλος του βασιλιά Οιδίποδα.

Η πλοκή
Ο Οιδίπους, ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει μετά από περιπλάνηση στον Αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη. Κάθεται σ' ένα βράχο μέσα στο ιερό άλσος των Ευμενίδων και ανακαλύπτεται από κάποιο κάτοικο, που τον διώχνει. Ο Οιδίπους αρνείται να φύγει επικαλούμενος χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το μέρος αυτό θα είναι ο τόπος της τελικής του ανάπαυσης. Στο μεταξύ έρχεται εκεί και η άλλη κόρη του Οιδίποδα, η Ισμήνη. Ο Κολωνιάτης συγκεντρώνει τους γέροντες του τόπου. Αυτοί λυπούνται τον αδύναμο γέροντα και την κόρη του, αλλά, μόλις πληροφορούνται το όνομά του, τρομοκρατούνται και τον διατάζουν να φύγει. Ο Οιδίπους επικαλείται την Αθηναϊκή φιλοξενία και ζητά να συναντήσει τον βασιλιά της πόλης. Ο Θησέας φτάνει και ο Οιδίπους του ζητά προστασία όσο ζει και ταφή, όταν πεθάνει. Ο Θησέας του τα υπόσχεται.
Έρχεται ο Κρέων και μετά την αποτυχία του να πείσει τον Οιδίποδα να τον ακολουθήσει στη Θήβα, απαγάγει τις κόρες του και είναι έτοιμος να πιάσει και τον Οιδίποδα. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει ο Θησέας, κατακρίνει τις πράξεις του Κρέοντα και τον αναγκάζει να τον οδηγήσει στις κοπέλες. Πραγματικά σε λίγο επιστρέφει φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Στην Αθήνα φτάνει ως ικέτης ο γιος του Οιδίποδα, Πολυνείκης, και επιθυμεί να δει τον πατέρα του και να του ζητήσει την βοήθειά του. Ο Οιδίπους αρνείται και τον διώχνει ρίχνοντάς του φοβερή κατάρα. Τότε ακούγεται κεραυνός και ο Οιδίπους καταλαβαίνει πως το τέλος του πλησιάζει. Ξεκινά για εκεί όπου θα συναντήσει τον θάνατο, ακολουθούμενος από τον Θησέα και τις κόρες του. Αποχαιρετά τα παιδιά του και προχωρά μαζί με τον Θησέα, που είναι ο μόνος που πρέπει να ξέρει τον τόπο ταφής του. Οι κόρες του θρηνούν τον χαμό του πατέρα τους, αλλά ο βασιλιάς της Αθήνας τους υπόσχεται κάθε φροντίδα για το μέλλον.

Ο Οιδίποδας στον Κολωνό μπροστά από το ναό των Ευμενίδων.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τέκνον τυφλοῦ γέροντος, Ἀντιγόνη, τίνας
χώρους ἀφίγμεθ᾽ ἢ τίνων ἀνδρῶν πόλιν;
τίς τὸν πλανήτην Οἰδίπουν καθ᾽ ἡμέραν
τὴν νῦν σπανιστοῖς δέξεται δωρήμασιν,
σμικρὸν μὲν ἐξαιτοῦντα, τοῦ σμικροῦ δ᾽ ἔτι
μεῖον φέροντα, καὶ τόδ᾽ ἐξαρκοῦν ἐμοί;
στέργειν γὰρ αἱ πάθαι με χὠ χρόνος ξυνὼν
μακρὸς διδάσκει καὶ τὸ γενναῖον τρίτον.
ἀλλ᾽, ὦ τέκνον, θάκησιν εἴ τινα βλέπεις
ἢ πρὸς βεβήλοις ἢ πρὸς ἄλσεσιν θεῶν,
στῆσόν με κἀξίδρυσον, ὡς πυθώμεθα
ὅπου ποτ᾽ ἐσμέν· μανθάνειν γὰρ ἥκομεν
ξένοι πρὸς ἀστῶν, ἃν δ᾽ ἀκούσωμεν τελεῖν.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
πάτερ ταλαίπωρ᾽ Οἰδίπους, πύργοι μὲν οἳ
πόλιν στέφουσιν, ὡς ἀπ᾽ ὀμμάτων, πρόσω·
χῶρος δ᾽ ὅδ᾽ ἱρός, ὡς σάφ᾽ εἰκάσαι, βρύων
δάφνης, ἐλαίας, ἀμπέλου· πυκνόπτεροι δ᾽
εἴσω κατ᾽ αὐτὸν εὐστομοῦσ᾽ ἀηδόνες·
οὗ κῶλα κάμψον τοῦδ᾽ ἐπ᾽ ἀξέστου πέτρου·
μακρὰν γάρ, ὡς γέροντι, προυστάλης ὁδόν.
ΟΙ. κάθιζέ νύν με καὶ φύλασσε τὸν τυφλόν.
ΑΝ. χρόνου μὲν οὕνεκ᾽ οὐ μαθεῖν με δεῖ τόδε.
ΟΙ. ἔχεις διδάξαι δή μ᾽ ὅποι καθέσταμεν;
ΑΝ. τὰς γοῦν Ἀθήνας οἶδα, τὸν δὲ χῶρον οὔ.
ΟΙ. πᾶς γάρ τις ηὔδα τοῦτό γ᾽ ἡμὶν ἐμπόρων.
ΑΝ. ἀλλ᾽ ὅστις ὁ τόπος ἦ μάθω μολοῦσά ποι;
ΟΙ. ναί, τέκνον, εἴπερ ἐστί γ᾽ ἐξοικήσιμος.
ΑΝ. ἀλλ᾽ ἐστὶ μὴν οἰκητός· οἴομαι δὲ δεῖν
οὐδέν· πέλας γὰρ ἄνδρα τόνδε νῷν ὁρῶ.
ΟΙ. ἦ δεῦρο προσστείχοντα κἀξορμώμενον;
ΑΝ. καὶ δὴ μὲν οὖν παρόντα· χὤ τι σοι λέγειν
εὔκαιρόν ἐστιν, ἔννεφ᾽, ὡς ἁνὴρ ὅδε.

✧✧✧✧

ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κόρη ενός γέροντα τυφλού, Αντιγόνη, ποιά
τα μέρη εδώ που φτάσαμε, ποιοί νέμονται την πόλη αυτή;
Ποιός τον αλήτη Οιδίποδα ανήμερα θα υποδεχτεί
με δώρα λιγοστά;
Μικρό το δώρο που επαιτεί, κι απ᾽ το μικρό μικρότερο
αυτό που παίρνει, όμως μου αρκεί.
Γιατί τα πάθη μου με δίδαξαν να στέργω, έπειτα ο χρόνος ο μακρύς,
σύντροφος μιας ολόκληρης ζωής, και τρίτο το γενναίο μου φρόνημα.
Αλλά, καλή μου κόρη, αν κάπου βλέπεις θέση να καθίσω,
είτε στον δρόμο των περαστικών είτε στα άλση των θεών,
βάλε με εκεί να ξαποστάσω. Ωσότου ακούσουμε
το πού βρισκόμαστε. Ξένοι εμείς στα ξένα, από τους ντόπιους
περιμένουμε να μάθουμε, ό,τι μας πουν, να το εκτελέσουμε.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατέρα, Οιδίποδα ταλαίπωρε, οι πύργοι που την πόλη
στεφανώνουν φαίνονται πέρα, και τους βλέπω.
Όμως εδώ ο τόπος ιερός, όπως το δείχνουν τα σημάδια του·
γεμάτος δάφνες, αμπέλια, ελιές, και μέσα στα φυλλώματα
αηδόνια κελαηδούν που φτερουγίζουν.
Έλα, ωστόσο, και σ᾽ αυτήν την πέτρα την αλάξευτη
ακούμπησε, λυγίζοντας τα μέλη σου.
Γιατί για γέρον άνθρωπο μακρύς ο δρόμος που περπάτησες.
ΟΙ. Βάλε με να καθίσω εσύ, κι ο νους σου στον τυφλό.
ΑΝ. Έχω σ᾽ αυτό τον χρόνο σύμμαχο, δεν θα το μάθω τώρα.
ΟΙ. Μπορείς να πεις και πού βρισκόμαστε;
ΑΝ. Για την Αθήνα φτάνει η γνώση μου, γι᾽ αυτό το μέρος όχι.
ΟΙ. Κατάλαβα· ό,τι μας έλεγε στον δρόμο κάθε περαστικός.
ΑΝ. Θέλεις να πάω τρέχοντας να μάθω ποιός ο τόπος;
ΟΙ. Ναι, κόρη μου, κι ακόμη αν κατοικείται.
ΑΝ. Και βέβαια κατοικείται. Αλλά δεν έχω λόγο πια
να πάω πουθενά· βλέπω κοντά μας κάποιον άντρα.
ΟΙ. Σ᾽ εμάς προσέρχεται; για μας ξεκίνησε;
ΑΝ. Μα ναι. Είναι παρών. Και ό,τι εύκαιρο έχεις να πεις,
να του το πεις, είναι εδώ ο άνθρωπος.
Μτφρ. Δ.Ν. Μαρωνίτης.



Ο Οιδίπους βρίσκει τη λέξη άνθρωπος στο αίνιγμα της Σφίγγας
έργο του Ενγκρ 1805

Οἰδίπους Τύραννος 


Η τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος» είναι έργο του Σοφοκλή. Η χρονολογία συγγραφής του έργου θεωρείται άγνωστη. Εικάζεται ότι παρουσιάστηκε τελικά για πρώτη φορά το 428 π.Χ.Πολλοί κριτικοί, συμπεριλαμβανομένου και του Αριστοτέλους, θεωρούν τον Οιδίποδα Τύραννο ως την κορυφαία τραγωδία που έχει γραφεί ποτέ. Βασίζεται στον Θηβαϊκό δραματικό κύκλο ή κύκλο των Λαβδακιδών. Κεντρική ιδέα είναι η θέση πως ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το πεπρωμένο του.

Ο Λάιος, βασιλιάς της Θήβας, είχε πάρει χρησμό πως το παιδί που θα γεννούσε με την Ιοκάστη θα σκότωνε τον πατέρα του και θα παντρευόταν τη μητέρα του. Έτσι, όταν ο γιος τους γεννήθηκε, τρύπησαν τα πόδια του και τον άφησαν έκθετο στον Κιθαιρώνα. Κάποιος βοσκός βρήκε το βρέφος, το έσωσε και το έδωσε σε άλλο βοσκό, που το παρέδωσε στον αφέντη του, τον βασιλιά της Κορίνθου. Αυτός το μεγάλωσε σαν παιδί του. Όταν ο Οιδίπους μεγάλωσε, αμφιβάλλοντας για την καταγωγή του, πήγε στο μαντείο των Δελφών, όπου πληροφορήθηκε πως υπήρχε χρησμός σύμφωνα με τον οποίο έμελλε να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μητέρα του. Θέλοντας να αποφύγει την πραγματοποίηση του φοβερού αυτού χρησμού, δεν επέστρεψε στην Κόρινθο και σ' εκείνους που θεωρούσε γονείς του. Στον δρόμο του όμως συνάντησε και αμυνόμενος σκότωσε τον Λάιο, αγνοώντας πως είναι πατέρας του. Όταν έφτασε στην Θήβα, έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας και κέρδισε τη βασιλεία της πόλεως, παίρνοντας την Ιοκάστη γυναίκα του και αποκτώντας μαζί της τέσσερα παιδιά. Την Θήβα έπληξε όμως φοβερός λοιμός, υπεύθυνος για τον οποίο είναι ο δολοφόνος του Λαΐου. Ο Οιδίπους αναλαμβάνει να τον βρει και να σώσει την πόλη. Στην πορεία αναζήτησης του δολοφόνου, ο ήρωας ανακαλύπτει ποιος είναι πραγματικά ο ίδιος. Όχι μόνο είναι ο φονέας του προηγούμενου βασιλιά της Θήβας, αλλά και δολοφόνος του πατέρα του και σύζυγος της μητέρας του. Ύστερα από την αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας, η Ιοκάστη απαγχονίζεται και ο Οιδίπους αυτοτυφλώνεται, εκλιπαρώντας για εξορία και ανησυχώντας για την τύχη των παιδιών του.

Βασικά μοτίβα

Η τραγωδία θίγει πολλά υπαρξιακά ζητήματα, όπως και η Αντιγόνη: τη σύγκρουση του θεϊκού νόμου και του ανθρώπινου, την σύγκρουση του κράτους με τον πολίτη, της κοινωνίας με το άτομο, την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο επιθυμητό και το ορθό, την ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει μόνον όσα θέλει και να εθελοτυφλεί για τα δυσάρεστα ή όσα ξεπερνούν την αντοχή και τη δύναμή του να υπομείνει, την ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει στον θεό αλλά και να αναιρεί αυτήν την πίστη ζητώντας αποδείξεις, την αγωνία του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του και να ξεφύγει από το πεπρωμένο.

Σε μια σύγχονη ανάγνωση (που όμως είναι πιθανό να είχε απασχολήσει και το Σοφοκλή, απλώς δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε) τίθεται και το ζήτημα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, όπου το άτομο υπό το βάρος της δικής του πεποίθησης ή της κοινωνικής πίεσης και πίστης για την ορθότητα της προφητείας, ουσιαστικά νιώθει την ανάγκη να την εκπληρώσει (π.χ. όταν τυφλώνεται ο Οιδίποδας, μπορεί να θέλει να ολοκληρώσει απλώς την προφητεία του Τειρεσία και αν δεν την γνώριζε, ίσως να μην έβγαζε τα μάτια του).

Η ελευθερία της βούλησης είναι στο επίκεντρο του έργου και υπάρχουν δύο αναγνώσεις: ότι ο άνθρωπος είναι δούλος της μοίρας του, αλλά και η αντίθετη, ότι είναι στο χέρι του να την αποφύγει.

Με την πρώτη συνηγορεί όλο το έργο από την αρχή έως το τέλος, αφού ο Οιδίπους δεν μπορεί παρά να κάνει τις επιλογές που έκανε, σαν να ήταν όλες μονόδρομος. Δεν μπορεί να μην αναζητήσει τις ρίζες του, δηλαδή τους βιολογικούς του γονείς, δεν μπορεί να μη φύγει μακριά από τον πατέρα που αγαπά αφού του λένε οι ιερείς ότι μπορεί να τον σκοτώσει, δεν μπορεί να αποφύγει τη συνάντηση με τον Λάιο αφού το φέρνει η τύχη να διασταυρωθούν οι άμαξές τους, δεν μπορεί να μην αμυνθεί αφού του επιτίθενται οι συνοδοί του Θηβαίου βασιλιά, δεν μπορεί να τους αφήσει ζωντανούς ίσως γιατί θα τον κατατρέξουν, δεν μπορεί να σωπάσει και να αυτοκτονήσει στην Σφίγγα αλλά ούτε και σαν φυσιολογικός άνθρωπος να αρνηθεί μετά την τιμή να γίνει βασιλιάς σε μια χώρα.

Βαθύτερα όμως το ίδιο έργο δείχνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση, αφού τίποτα δεν θα είχε συμβεί αν α) ο Οιδίποδας δεν πήγαινε στους Δελφούς να μάθει ποιοι είναι οι πραγματικοί γονείς του, αφού ήταν κουβέντα μέθυσου και οι γονείς του, το απέκλεισαν ή αν β) έστω και τότε, παίρνοντας τον χρησμό δεν εφησύχαζε (γιατί ο χρησμός του είπε ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του, εκείνος όμως δεν είχε ρωτήσει αυτό -είχε ρωτήσει ποιος ήταν ο πατέρας του). Μόλις όμως παίρνει το χρησμό αποφασίζει να ξεχάσει την βαθιά, αρχική απορία του για τους αληθινούς γονείς του και εστιάζεται στο πώς δεν θα σκοτώσει τον πατέρα του, οπότε φεύγει από τον Κόρινθο. Αν γ) δεν αποφάσιζε να λογομαχήσει για θέμα προτεραιότητας στη διασταύρωση της Δαυλείας οδού και υποχωρούσε, αν δ) έστω δεν επιτίθετο φονικά στους τέσσερις άνδρες, αλλά τους τραυμάτιζε και έφευγε, γιατί ένας άντρας δεν σκοτώνει τέσσερις χωρίς να μαίνεται, αν τέλος ε) ο Οιδίποδας δεν είχε τη φιλοδοξία να γίνει βασιλιάς, αφού και στην Κόρινθο βασιλόπουλο ήταν κι έφυγε και θα μπορούσε θεωρητικά να αρκεστεί σε μια σεμνή μοίρα.

Η μοίρα επίσης έχει διπλή ανάγνωση: α) ο θεατής και ο Σοφοκλής βέβαια, γνωρίζει ότι ο Οιδίπους θα πέθαινε μωρό στον Κιθαιρώνα αφού τον πέταξε εκεί δεμένο η ίδια η μάνα και ο πατέρας του. Το γεγονός ότι έζησε ήταν ήδη ένα θαύμα, όπως διπλό θαύμα ήταν πως η μοίρα τον έστειλε να γίνει βασιλόπουλο στην Κόρινθο επειδή ήταν άτεκνοι οι βασιλείς κι έψαχναν μυστικά για διάδοχο από άλλη μάνα. β) Από την άλλη βέβαια, η μοιρολατρική άποψη (που είναι και η επικρατέστερη) τεκμηριώνεται με πολύ απλό τρόπο: έπρεπε να βγει αληθινός ο χρησμός και να ακολουθήσει ο Οιδίποδας το γραμμένο ή το πεπρωμένο του, γι' αυτό και κρατήθηκε ζωντανός, κι έγινε βασιλόπουλο, και τα έβγαλε πέρα με την Σφίγγα, ώστε τελικά να σκοτώσει τον πατέρα του και να νυμφευτεί την μητέρα του.


Ο Οιδίποδας με τα μάτια του Alexandre Cabanel

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ὦ τέκνα, Κάδμου τοῦ πάλαι νέα τροφή,
τίνας ποθ᾽ ἕδρας τάσδε μοι θοάζετε
ἱκτηρίοις κλάδοισιν ἐξεστεμμένοι;
πόλις δ᾽ ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων γέμει,
ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στεναγμάτων·
ἁγὼ δικαιῶν μὴ παρ᾽ ἀγγέλων, τέκνα,
ἄλλων ἀκούειν αὐτὸς ὧδ᾽ ἐλήλυθα,
ὁ πᾶσι κλεινὸς Οἰδίπους καλούμενος.
ἀλλ᾽, ὦ γεραιέ, φράζ᾽, ἐπεὶ πρέπων ἔφυς
πρὸ τῶνδε φωνεῖν, τίνι τρόπῳ καθέστατε,
δείσαντες ἢ στέρξαντες; ὡς θέλοντος ἂν
ἐμοῦ προσαρκεῖν πᾶν· δυσάλγητος γὰρ ἂν
εἴην τοιάνδε μὴ οὐ κατοικτίρων ἕδραν.
ΙΕΡΕΥΣ
ἀλλ᾽, ὦ κρατύνων Οἰδίπους χώρας ἐμῆς,
ὁρᾷς μὲν ἡμᾶς ἡλίκοι προσήμεθα
βωμοῖσι τοῖς σοῖς, οἳ μὲν οὐδέπω μακρὰν
πτέσθαι σθένοντες, οἳ δὲ σὺν γήρᾳ βαρεῖς
ἱερῆς, ἐγὼ μὲν Ζηνός, οἳ δ᾽ ἔτ᾽ ᾐθέων
λεκτοί· τὸ δ᾽ ἄλλο φῦλον ἐξεστεμμένον
ἀγοραῖσι θακεῖ, πρός τε Παλλάδος διπλοῖς
ναοῖς, ἐπ᾽ Ἰσμηνοῦ τε μαντείᾳ σποδῷ.
πόλις γάρ, ὥσπερ καὐτὸς εἰσορᾷς, ἄγαν
ἤδη σαλεύει κἀνακουφίσαι κάρα
βυθῶν ἔτ᾽ οὐχ οἵα τε φοινίου σάλου,
φθίνουσα μὲν κάλυξιν ἐγκάρποις χθονός,
φθίνουσα δ᾽ ἀγέλαις βουνόμοις, τόκοισί τε
ἀγόνοις γυναικῶν· ἐν δ᾽ ὁ πυρφόρος θεὸς
σκήψας ἐλαύνει, λοιμὸς ἔχθιστος, πόλιν,
ὑφ᾽ οὗ κενοῦται δῶμα Καδμεῖον· μέλας δ᾽
Ἅιδης στεναγμοῖς καὶ γόοις πλουτίζεται.
θεοῖσι μέν νυν οὐκ ἰσούμενόν σ᾽ ἐγὼ
οὐδ᾽ οἵδε παῖδες ἑζόμεσθ᾽ ἐφέστιοι,
ἀνδρῶν δὲ πρῶτον ἔν τε συμφοραῖς βίου
κρίνοντες ἔν τε δαιμόνων συναλλαγαῖς·
ὅς γ᾽ ἐξέλυσας ἄστυ Καδμεῖον μολὼν
σκληρᾶς ἀοιδοῦ δασμὸν ὃν παρείχομεν,
καὶ ταῦθ᾽ ὑφ᾽ ἡμῶν οὐδὲν ἐξειδὼς πλέον
οὐδ᾽ ἐκδιδαχθείς, ἀλλὰ προσθήκῃ θεοῦ
λέγῃ νομίζῃ θ᾽ ἡμὶν ὀρθῶσαι βίον.
νῦν δ᾽, ὦ κράτιστον πᾶσιν Οἰδίπου κάρα,
ἱκετεύομέν σε πάντες οἵδε πρόστροποι
ἀλκήν τιν᾽ εὑρεῖν ἡμίν, εἴτε του θεῶν
φήμην ἀκούσας εἴτ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρὸς οἶσθά που·
ὡς τοῖσιν ἐμπείροισι καὶ τὰς ξυμφορὰς
ζώσας ὁρῶ μάλιστα τῶν βουλευμάτων.
ἴθ᾽, ὦ βροτῶν ἄριστ᾽, ἀνόρθωσον πόλιν·
ἴθ᾽, εὐλαβήθηθ᾽· ὡς σὲ νῦν μὲν ἥδε γῆ
σωτῆρα κλῄζει τῆς πάρος προθυμίας·
ἀρχῆς δὲ τῆς σῆς μηδαμῶς μεμνῄμεθα
στάντες τ᾽ ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον,
ἀλλ᾽ ἀσφαλείᾳ τήνδ᾽ ἀνόρθωσον πόλιν.
ὄρνιθι γὰρ καὶ τὴν τότ᾽ αἰσίῳ τύχην
παρέσχες ἡμῖν, καὶ τανῦν ἴσος γενοῦ.
ὡς εἴπερ ἄρξεις τῆσδε γῆς, ὥσπερ κρατεῖς,
ξὺν ἀνδράσιν κάλλιον ἢ κενῆς κρατεῖν·
ὡς οὐδέν ἐστιν οὔτε πύργος οὔτε ναῦς
ἐρῆμος ἀνδρῶν μὴ ξυνοικούντων ἔσω.
✧✧✧✧

ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδιά μου, βλαστοί
της παλαιάς σποράς του Κάδμου,
γιατί στων ανακτόρων το βωμό
τριγύρω συναχτήκατε
με κλάδους ικεσίας στα χέρια
και στέφανα στην κεφαλή;
Η πόλη μας πλημμύρισε θυμίαμα
κι ακούγονται παντού θρήνοι και μοιρολόγια.
Δεν καταδέχομαι να με πληροφορούν μεσάζοντες
γι᾽ αυτό και ήρθα μονάχος μου ν᾽ ακούσω
εγώ ο λαοπρόβλητος κι ονομαστός Οιδίπους.
Μίλησε, γέροντα.
Το κύρος σου εκπροσωπεί το σύνολο.
Ο λόγος ποιός της σύναξης;
Φοβάστε κάτι; Ποθείτε κάτι;
Επιθυμώ παντού και πάντα
να σπεύδω στην ανάγκη σας.
Ανάλγητος δεν είμαι
γι᾽ αυτό και μου ταράζει την ψυχή
η λιτανεία της ικεσίας.
ΙΕΡΕΥΣ
Ω παντοκράτορα της χώρας μου Οιδίπου,
θωρείς τριγύρω στους βωμούς σου
τις ηλικίες όλες πεσμένες στα γόνατα·
νεοσσοί που δεν μπορούν
ν᾽ ανοίξουν τα φτερά τους
και να πετάξουν μακριά,
βαρείς από τα χρόνια γέροντες,
ιερείς, όπως εγώ, λειτουργοί του Διός
και παλικάρια διαλεχτά.
Το μέγα πλήθος του λαού
με φύλλα δάφνης στεφανωμένο
συνέρρευσε στις αγορές
στους δυο ναούς της Αθηνάς Παλλάδος
και στου Απόλλωνος το ιερόν
στου Ισμηνού τις όχθες
εκεί που μαντικά λαλούν
οι στάχτες της θυσίας.
Η πόλη, το βλέπεις και μόνος σου,
είναι πολύς καιρός που παραπαίει.
Βουλιάζει μες στη δίνη των αιμάτων
και δεν μπορεί την κεφαλή της
να σηκώσει απ᾽ τον θολό βυθό
να πάρει λίγη ανάσα.
Προτού να δέσουν οι καρποί
στους κάλυκες σαπίζουν·
κοπαδιαστά ψοφούν τα βόδια στη βοσκή·
των γυναικών οι μήτρες μαραθήκαν.
Ο θεός ο πυρφόρος περνά
και τα πάντα σαρώνει·
ο φοβερός λοιμός ερήμωσε
την πόλη των Καδμείων·
ο μαύρος Άδης πλούτισε
με βογκητά και στεναγμούς.
Ισόθεος δεν είσαι και το ξέρουμε
κι εγώ και τούτα τα παιδιά
που πρόσπεσαν ικέτες στην εστία σου·
όμως είσαι μες στους θνητούς ξεχωριστός,
γνωρίζεις τις αιφνίδιες τροπές του βίου
και τα μηνύματα που στέλνουν οι θεοί.
Ήρθες στην πολιτεία του Κάδμου
κι απ᾽ το δασμό που πλήρωνε
στην ανελέητη τη μελωδούσα
χρησμωδό, τη λύτρωσες.
Κανένας από μας δε σε δασκάλεψε·
απληροφόρητος αυτοσχεδίασες·
με του θεού την αρωγή μονάχα
νομίζουν όλοι πως μας έσωσες.
Και τώρα, κραταιά κεφαλή του Οιδίποδος,
η πόλη σύμπασα μπροστά σου γονατίζει
και σε παρακαλεί να βρεις
στη νόσο γιατρειά,
είτε διαβάζοντας θεών σημάδια
είτε μαθαίνοντας από θνητή πηγή.
Η πείρα των σοφών ανθρώπων
θαρρώ πως αιωνίως ζει
και διαρκώς επαληθεύεται.
Έλα, λοιπόν, λαοπρόβλητε,
ανάστησε την πόλη·
σπατάλησε γι᾽ αυτήν την μέριμνά σου.
Ο τόπος σε κράζει σωτήρα του τώρα,
γιατί την παλιά σου την προσφορά
την αφειδώλευτη θυμάται.
Αν τώρα καταρρεύσουμε,
θα λησμονήσουμε για πάντα
τα χρόνια που κυβέρνησες την πόλη
και την εκράτησες ορθή.
Με χέρι σταθερό ανάστησέ την πάλι.
Κάποτε μας οδήγησες στην ευτυχία
διαβάζοντας ορθά τους οιωνούς·
γίνε και τώρα
αυτός που ήσουν κάποτε.
Αν λαχταράς να κυβερνάς
αυτή την επικράτεια,
καλύτερα να κυβερνάς ανθρώπους
παρά να βασιλεύεις στο κενό.
Έρημα κάστρα κι έρημα πλοία
χωρίς ανθρώπους
είναι το μέγα τίποτα.
Μτφρ. Κ.Χ. Μύρης

«Hercules on his funeral pyre», engraving

Τραχίνιαι 

H τραγωδία Τραχίνιαι αφορά το τέλος του Ηρακλή σε μια πιο διαδεδομένη εκδοχή του μύθου. Αφορμή για να παραθέσω κάποιες πληροφοριες για την εν λόγω τραγωδία στάθηκε η τραγωδία Ηρακλής Μαινόμενος του Ευριπίδη που παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο. Στην τραγωδία του ο Ευριπίδης αντιστρέφει τη χρονική σχέση άθλοι-τρέλα του Ηρακλή. Πρώτα δηλαδή πραγματοποιεί τους άθλους κι αντί να επιβραβευθεί γι΄ αυτούς, αντίθετα η Ήρα στέλνει τη Λύσσα και τον τρελαίνει. Επίσης δεν ακολουθεί ο θάνατος ως λύτρωση του ήρωα από τα δεινά της θεϊκής μανίας, αλλά ακολουθεί το φίλο του Θυσέα στην Αθήνα. Έχουμε δηλαδή μια ανθρώπινη διάσταση του ήρωα ο οποίος οφείλει να αντιμετωπίσει τις ανθρώπινες δυσκολίες και πίκρες. Ο άνθρωπος Ηρακλής προσπαθεί να εξανθρωπίσει τον κόσμο. Στην τραγωδία Τραχίνιαι έχουμε τον ημίθεο Ηρακλή απέναντι στη δύναμη των θεών. Σε καμιά από τις δύο τραγωδίες δεν υπάρχει αποθέωση του ήρωα.
Yπόθεση 
Η Δηιάνειρα (αυτή που αλώνει, καταστρέφει τους άνδρες) περιμένει στην Τραχίνα μαζί με τον γιο της Ύλλο την επιστροφή του Ηρακλή, που βρίσκεται σε ξένα μέρη δέκα πέντε μήνες τώρα. Έρχεται ο κήρυκας Λίχας φέρνοντας σκλάβες και το μήνυμα ότι ο άνδρας της θα γυρίσει γρήγορα. Μία όμως από τις αιχμάλωτες, η Ιόλη, έχει κατακτήσει την καρδιά του Ηρακλή. Αυτό προκαλεί θλίψη στη Δηιάνειρα και αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ένα ερωτικό φίλτρο, που της είχε δώσει ο Κένταυρος Νέσσος, για να ξανακερδίσει την αγά­πη του Ηρακλή. Με αυτό ποτίζει ένα μανδύα και του τον στέλνει με τον Λίχα ως δώρο. Το φίλτρο όμως ήταν ποτισμένο με το φοβερό φαρμάκι της Λερναίας Ύδρας και αργά πια η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι το μαλλί που χρησιμοποίησε για να αλείψει το ρούχο, διαλύθηκε στο φως. Τότε έρχεται ο Ύλλος και της αφη­γείται ότι μόλις ο πατέρας του φόρεσε τον μανδύα, προσβλή­θηκε από φρικτούς πόνους. Τον φέρνουν ετοιμοθάνατο στην Τραχίνα. Η Δηιάνειρα σιωπηλά αποχωρεί και η τροφός λίγο αργότερα περιγράφει την αυτοκτονία της. Ύστερα από αυτό μεταφέρουν σε φορείο, εξαθλιωμένο από τον πόνο, τον Ηρα­κλή . Ξεσπά σε θρήνους, ζητά να εκδικη θεί τη γυναίκα του, αλλά όταν μαθαίνει από τον γιο του την αλήθεια, δέχεται τη μοίρα του και δίνει στον Ύλλο οδηγίες, να ετοιμάσει την ταφική πυρά στην Οίτη και να παντρευτεί την Ιόλη.

Οι Τραχίνιαι είναι η μόνη από τις σωζόμενες τραγω­δίες του Σοφοκλή που οφείλει τον τίτλο της στον χορό της. Η χρονολόγηση της είναι αρκετά αβέβαιη. Με μεγάλη επιφύλαξη την τοποθετούν μετά το 438 π.Χ., προβάλλοντας ως κυριότερο επιχείρημα την ομοιότητα που παρουσιάζει η σκηνή, όταν η Δηιάνειρα αποχαιρετά το συζυγικό της κρεβάτι (στ. 920 κ.ε.), με την αντίστοιχη που έχει η Άλκηστις του Ευριπίδη (438 π.Χ.). Θεωρήθηκε ότι ο Σοφοκλής επηρεάστηκε από τον νεότερο του συνάδελφο, αλλά έχει υποστηριχτεί και η αντίθετη άποψη. Σε επίδραση του Ευριπίδη αποδίδουν και τον πρόλογο της Δηιά­νειρας, αφού οι υπόλοιπες σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή αρχίζουν διαλογικά.
Δεν είναι απόλυτα σαφές ποιο είναι το κεντρικό πρόσωπο του έργου, η Δηιάνειρα ή ο Ηρακλής. Χωρίζεται σε δύο ευδιά­κριτα μέρη· το πρώτο είναι αφιερωμένο στη διαγραφή της προ­σωπικότητας της συζύγου του ήρωα ενώ το δεύτερο στη μοίρα του ίδιου. Παρ' όλα αυτά οι δύο ενότητες δεν είναι άσχετες μεταξύ τους· μέσα στα λόγια της Δηιάνειρας κυριαρχεί η πα­ρουσία του Ηρακλή και η κατάσταση εκείνου οφείλεται στα αποτελέσματα των πράξεων της. Τα δύο πρόσωπα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, αν και δεν έρχονται ποτέ αντιμέτωπα-όταν εμφανίζεται ο Ηρακλής, η Δηιάνειρα έχει αυτοκτονήσει.
Ο Σοφοκλής είναι ο ποιητής των εξιδανικευμένων ηρώων, ο δημιουργός ηθικών προτύπων. Στο πρόσωπο της Αντιγόνης του ενσάρκωσε τον τύπο της ιδανικής αδελφής. Με τη Δηιάνει­ρα θέλησε να απεικονίσει την αφοσιωμένη σύζυγο. Ό,τι έκανε, προερχόταν από την αγάπη της προς τον Ηρακλή και την ανά­γκη της να τον κρατήσει κοντά της. Η καταστροφή προήλθε χωρίς να την επιθυμεί ή να την έχει προβλέψει: συνηθισμένο μοτίβο του Σοφοκλή οι ήρωες που εν αγνοία τους προκαλούν δεινά, από τα οποία χάνονται και οι ίδιοι (πρβλ. Οιδίπους Τύραννος). Καμία σχέση δεν έχει αυτή η ηρωίδα με τις μανια­σμένες και παθιασμένες γυναίκες των ευριπίδειων έργων. Η Μήδεια φέρει ολοκληρωτικά τις ευθύνες των πράξεων της, ενώ πάνω από τις σκέψεις και τα σχέδια της τραγικής Δηιάνει­ρας, βρίσκεται η δύναμη ενός ανεξέλεγκτου πεπρωμένου.
Οι θεϊκές δυνάμεις ενεργούν διά μέσου των χρησμών. Ο Σοφοκλής δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους ούτε την επέμβαση τους στην ανθρώπινη ζωή. Από την τυφλή υπακοή όμως των ηρώων του Αισχύλου σε σαφώς καθορισμένες θεϊκές εντολές, βάσει των οποίων αυτοί κινούνται, περνάμε σε ένα άλλο επίπε­δο, στους σκοτεινούς χρησμούς των έργων του Σοφοκλή. Ο Ηρακλής πήρε κάποτε χρησμό, που του μιλούσε για το τέλος των δεινών του. Δεν εξηγούσε όμως τίποτα περισσότερο για τον τρόπο, με το οποίο αυτό θα πραγματοποιόταν. Οι θεοί αφήνουν στους ανθρώπους περιθώρια δράσης, δικαίωμα επέμβασης στα γεγονότα. Το «παιχνίδι» των θεών στηρίζεται στην ασάφεια των χρησμών και τον περιορισμό της ανθρώπινης κατανόη­σης. Η άγνοια οδήγησε τη Δηιάνειρα στη χρησιμοποίηση του μαγικού φίλτρου, αλλά έτσι κι αλλιώς οι θεοί είχαν προ­αποφασίσει τον θάνατο του Ηρακλή.

Η αριστοτελική περιπέτεια δρα σε όλο το έργο. Η Δηιά­νειρα αγωνιά για την τύχη του ανδρός της και προσωρινά ανα­κουφίζεται με τα νέα του αγγελιαφόρου και του Λίχα. Η χαρά της δεν διαρκεί πολύ, γιατί μαθαίνει ότι τα νέα είναι ελλιπή· ο άνδρας της είναι ερωτευμένος με μία νεότερη γυναίκα, που από δω και στο εξής θα κατοικεί στο σπίτι τους. Ως λύση στο πρό­βλημα της θεωρεί το μαγικό φίλτρο, με το οποίο πιστεύει ότι θα κερδίσει την αγάπη του Ηρακλή· η ελπίδα της αναζωπυρώνε­ται, αλλά στο τέλος επέρχεται η καταστροφή· το φίλτρο είναι θανατηφόρο.

Η πλοκή της τραγωδίας είναι γεμάτη εναλλαγές, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη ζωή: «πόνος και χαρά κυκλικά γυρί­ζουν σ' όλους όπως πάνε και γυρίζουν τ' άστρα του βοριά σε κύκλους.» (στ. 128-131). Τελικά αυτό είναι το μήνυμα του ποι­ητή: η ευτυχία και η δυστυχία εναλλάσσονται περιοδικά στην πορεία της ζωής, το μέλλον είναι αβέβαιο και έτσι οργανωμένο από τη θεϊκή βούληση, ώστε κάθε βήμα που κάνει ο ήρωας, νομίζοντας ότι απομακρύνεται από το πεπρωμένο του, τον φέρ­νει πλησιέστερα σ' αυτό. Στους στίχους 1266-69 έχουμε μια εντυπωσιακή μαρτυρία- ο βαθιά θεοσεβής ποιητής διά στό­ματος Ύλλου κατηγορεί τους θεούς που ξεχνούν τα παιδιά τους. Το «κατηγορώ» αυτό μετριάζεται, γιατί στον τελευταίο στίχο του έργου ο ποιητής διατυπώνει την άποψη ότι όλα όσα συμβαίνουν, υπακούουν σε ένα ανώτερο θεϊκό σχέδιο, που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να κατανοήσει.http://tomnotas.blogspot.gr/

Ηρακλής – Διηάνειρα και Νέσσος, μελανόμορφη υδρία


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ
Λόγος μὲν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανεὶς
ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πρὶν ἂν
θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστὸς οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·
ἐγὼ δὲ τὸν ἐμόν, καὶ πρὶν εἰς Ἅιδου μολεῖν,
ἔξοιδ᾽ ἔχουσα δυστυχῆ τε καὶ βαρύν,
ἥτις πατρὸς μὲν ἐν δόμοισιν Οἰνέως
ναίουσ᾽ ἔτ᾽ ἐν Πλευρῶνι νυμφείων ὄκνον
ἄλγιστον ἔσχον, εἴ τις Αἰτωλὶς γυνή.
μνηστὴρ γὰρ ἦν μοι ποταμός, Ἀχελῷον λέγω,
ὅς μ᾽ ἐν τρισὶν μορφαῖσιν ἐξῄτει πατρός,
φοιτῶν ἐναργὴς ταῦρος, ἄλλοτ᾽ αἰόλος
δράκων ἑλικτός, ἄλλοτ᾽ ἀνδρείῳ κύτει
βούπρῳρος· ἐκ δὲ δασκίου γενειάδος
κρουνοὶ διερραίνοντο κρηναίου ποτοῦ.
τοιόνδ᾽ ἐγὼ μνηστῆρα προσδεδεγμένη
δύστηνος ἀεὶ κατθανεῖν ἐπηυχόμην,
πρὶν τῆσδε κοίτης ἐμπελασθῆναί ποτε.
χρόνῳ δ᾽ ἐν ὑστέρῳ μέν, ἀσμένῃ δέ μοι,
ὁ κλεινὸς ἦλθε Ζηνὸς Ἀλκμήνης τε παῖς·
ὃς εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσὼν μάχης
ἐκλύεταί με. καὶ τρόπον μὲν ἂν πόνων
οὐκ ἂν διείποιμ᾽· οὐ γὰρ οἶδ᾽. ἀλλ᾽ ὅστις ἦν
θακῶν ἀταρβὴς τῆς θέας, ὅδ᾽ ἂν λέγοι.
ἐγὼ γὰρ ἥμην ἐκπεπληγμένη φόβῳ
μή μοι τὸ κάλλος ἄλγος ἐξεύροι ποτέ.
τέλος δ᾽ ἔθηκε Ζεὺς ἀγώνιος καλῶς,
εἰ δὴ καλῶς. λέχος γὰρ Ἡρακλεῖ κριτὸν
ξυστᾶσ᾽ ἀεί τιν᾽ ἐκ φόβου φόβον τρέφω,
κείνου προκηραίνουσα. νὺξ γὰρ εἰσάγει
καὶ νὺξ ἀπωθεῖ διαδεδεγμένη πόνον.
κἀφύσαμεν δὴ παῖδας, οὓς κεῖνός ποτε,
γῄτης ὅπως ἄρουραν ἔκτοπον λαβών,
σπείρων μόνον προσεῖδε κἀξαμῶν ἅπαξ·
τοιοῦτος αἰὼν ἐς δόμους τε κἀκ δόμων
ἀεὶ τὸν ἄνδρ᾽ ἔπεμπε λατρεύοντά τῳ.
✧✧✧✧

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ
Είν᾽ ένας λόγος που γυρνά στον κόσμο
απ᾽ τα παλιά τα χρόνια: πως δεν είναι
να ξέρεις για κανένα, πριν πεθάνει,
αν τού ηταν ή καλή ή κακή η ζωή του.
Μα τη δική μου εγώ, και πριν ακόμα
στον Άδη κατεβώ, καλά την ξέρω,
πως μού ειναι μόνο δυστυχία και βάρος.
Γιατί σα ζούσα ακόμα στα παλάτια
του πατέρα μου Οινέα στην Πλευρώνα,
δοκίμασα εξαιτίας της παντρειάς μου
τέτοια φριχτή αγωνία, καθώς άλλη
καμιά γυναίκα από την Αιτωλία.
Γιατ᾽ έναν ποταμό μνηστήρα μου είχα,
τον Αχελώο, που σε τρεις μορφές
ήρθε και με ζητούσε απ᾽ το γονιό μου·
τη μια ταύρος πραγματικός, την άλλη
σα στριφτοπαρδαλό γιγάντιο φίδι,
και ξανά πάλι με το σώμα ανθρώπου
και βοδιού κεφαλή κι απ᾽ τη δασιά του
γενειάδα όλο νερά κυλούσαν βρύσες.
Τέτοιος μνηστήρας να με περιμένει,
παρακαλούσα η άθλια να πεθάνω
πριν το κρεβάτι αυτό να πλησιάσω·
ώσπου στερνά και με πολλή χαρά μου
ήρθ᾽ ο τρανός του Δία και της Αλκμήνης
ο γιος, και μπαίνοντας σε αγώνα μάχης
με κείνον, με λευτέρωσε· με ποιό όμως
τρόπο γένηκε ο μόχτος, δε θα μπόρεια
να δηγηθώ, γιατ᾽ ούδε και το ξέρω·
μόν᾽ όποιος θα καθότουν μπρος, να βλέπει
ατρόμαχτος τη μάχη, θα μπορούσε·
μα εγώ ᾽μουν απ᾽ το φόβο αλαλιασμένη
μήπως κακό μου φέρει η ομορφιά μου.
Μα έδωκε ο Δίας ο αγώνιος και πήραν
καλό τέλος τα πράματα — αν μπορούμε
να το πούμε καλό· γιατί από τότε
που διαλεγμένη δόθηκα γυναίκα
στον Ηρακλή, πάντα από κάποιο φόβο
σ᾽ έν᾽ άλλο φόβο πέφτω, ανησυχώντας
όλο για κείνον, γιατί νύχτα μπάζει
και νύχτα διώχνει απανωτές τις έγνοιες.
Βέβαια, παιδιά αποχτήσαμε, μα εκείνος
αριά και κάπου τα ᾽δε, σα γεωργός
που έχοντας ένα μακρινό χωράφι
το βλέπει μόνο όταν το σπέρνει κι όταν
θα πάει και μια φορά να το θερίσει.
Μτφρ. Ιωάννης Ν. Γρυπάρης



Φιλοκτήτης - Πίνακας του Jean Germain Drouais


Φιλοκτήτης

Ο Φιλοκτήτης είναι τραγωδία του Σοφοκλή που αποτελείται από 1.471 στίχους, με κεντρικό πρόσωπο τον ομώνυμο ομηρικό ήρωα. Το έργο πραγματεύεται το θέμα της σύγκρουσης του συναισθήματος του πατριωτισμού με τον ανθρωπισμό. Παρουσιάστηκε στα Διονύσια το 409 π.Χ. και κέρδισε το πρώτο βραβείο.
Τόσο ο προγενέστερος Αισχύλος όσο και ο μεταγενέστερος Ευριπίδης έχουν δώσει τη δική τους εκδοχή αλλά δε διασώζονται τα έργα τους.
Γενικά στο Φιλοκτήτη το σχήμα Ύβρη -Άτη υπάρχει πιο αθέατο από όσο στα άλλα έργα του Σοφοκλή. Δεν αντιτίθενται θεοί και άνθρωποι, αλλά άνθρωποι και άνθρωποι. Κυρίως αντιτίθενται δύο ηθικές· η ηθική του δόλου με την ηθική της ευθύτητας. Ο Οδυσσέας λέει στον Νεοπτόλεμο που πρεσβεύει, ότι από τη φύση του τίποτε δεν κάνει με πονηριές, ούτε αυτός ούτε αυτός που τον γέννησε (o Αχιλλέας) : «μια μέρα αχρείος τώρα και Νίκη και έπειτα σ΄όλη σου τή ζωή δόξα καί Έντιμος».  Και στη συνέχεια : «Τοιούτος ειμ´ εγώ· όποιον χρειάζονται οι καιροί κι όπου διαγωνίζονται ενάρετοι και δίκαιοι δεν θα έβρισκες κανένα από με πιο ευσεβή. Έτσι έχω γεννηθεί, τη νίκη πάντοτε να θέλω, μ΄εξαίρεση εσένα». 

Υπόθεση

Ο Φιλοκτήτης εκστρατεύει μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες εναντίον των Τρώων, επικεφαλής επτά πλοίων με Θεσσαλούς πολεμιστές. Στη Λήμνο, όπου κάνουν στάση, ο Φιλοκτήτης πλησιάζει πολύ κοντά σε ένα ναό της Αθηνάς και μια ύδρα, δηλητηριώδες ερπετό, τον δαγκώνει στο πόδι. Η πληγή του δε θεραπευόταν και ο ίδιος υπέφερε φοβίζοντας το στρατό, οπότε με προτροπή του Οδυσσέα και των Ατρειδών τον εγκαταλείπουν στο νησί. Εκεί, παραμένει δέκα χρόνια, καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου που δεν έχει λήξει ακόμα. Ωστόσο, βγαίνει χρησμός ότι οι Αχαιοί δε θα κυριεύσουν το Ίλιον, αν δε βοηθήσει το ανίκητο τόξο του Ηρακλή, ο οποίος πεθαίνοντας το είχε χαρίσει στο Φιλοκτήτη, που ήταν ο μόνος που τον λύτρωσε στην πυρά που είχε ριφθεί, επειδή δεν μπορούσε να απαλλαγεί από το δηλητηριώδη χιτώνα που κατέτρωγε την σάρκα του.Στέλνονται, λοιπόν, ο Οδυσσέας και ο Νεοπτόλεμος, ώστε να αποσπάσουν, ακόμα και με δόλο, το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή. Ο Φιλοκτήτης όμως αρνείται να τα δώσει, μη θέλοντας να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους που του είχαν δείξει σκληρότητα και τον είχαν εγκαταλείψει πριν δέκα χρόνια.

Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει το Νεοπτόλεμο να ξεγελάσει το Φιλοκτήτη και να του πει πως κι αυτός εξαπατήθηκε από τον Οδυσσέα, που κατακράτησε τα όπλα του πατέρα του, Αχιλλέα, και γι ΄αυτό θύμωσε και έφυγε από την Τροία για να γυρίσει στη Σκύρο. Ο Νεοπτόλεμος αρνείται στην αρχή να μετάσχει στην απάτη, αλλά πείθεται, όταν του μιλά για τη δόξα που θα αποκτήσει όταν θα εκπορθήσει την Τροία με τα βέλη του Φιλοκτήτη. Ο Νεοπτόλεμος, αφού ξεγελά το Φιλοκτήτη, πάει να το μετανιώσει την τελευταία στιγμή και αρχίζει να το συζητά μαζί του. Εμφανίζεται όμως ο Οδυσσέας και γίνεται έντονη συζήτηση μεταξύ του και του Νεοπτόλεμου. Τελικά, ο Νεοπτόλεμος ακούει τη συνείδησή του και επιστρέφει το τόξο και τα βέλη στο Φιλοκτήτη, και ο Οδυσσέας φεύγει θυμωμένος. Ως από μηχανής θεός εμφανίζεται τότε ο Ηρακλής, ο οποίος πείθει το Φιλοκτήτη να πάει στην Τροία και να φέρει τη νίκη στους Αχαιούς. Ο Φιλοκτήτης πηγαίνει στην Τροία σκοτώνει με τα βέλη του τον Πάρι και είναι μέρος της ομάδας που κρύβεται μέσα στον Δούρειο Ίππο στην τελική επίθεση κατά της Τροίας.

Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος. Παράσταση του Φιλοκτήτη στην απομόνωσή του στη Λήμνο. 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΔΥΣΣΕΥΣ
Ἀκτὴ μὲν ἥδε τῆς περιρρύτου χθονὸς
Λήμνου, βροτοῖς ἄστιπτος οὐδ᾽ οἰκουμένη,
ἔνθ᾽, ὦ κρατίστου πατρὸς Ἑλλήνων τραφεὶς
Ἀχιλλέως παῖ Νεοπτόλεμε, τὸν Μηλιᾶ
Ποίαντος υἱὸν ἐξέθηκ᾽ ἐγώ ποτε,
ταχθεὶς τόδ᾽ ἔρδειν τῶν ἀνασσόντων ὕπο,
νόσῳ καταστάζοντα διαβόρῳ πόδα·
ὅτ᾽ οὔτε λοιβῆς ἡμὶν οὔτε θυμάτων
παρῆν ἑκήλοις προσθιγεῖν, ἀλλ᾽ ἀγρίαις
κατεῖχ᾽ ἀεὶ πᾶν στρατόπεδον δυσφημίαις,
βοῶν, στενάζων. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τί δεῖ
λέγειν; ἀκμὴ γὰρ οὐ μακρῶν ἡμῖν λόγων,
μὴ καὶ μάθῃ μ᾽ ἥκοντα κἀκχέω τὸ πᾶν
σόφισμα τῷ νιν αὐτίχ᾽ αἱρήσειν δοκῶ.
ἀλλ᾽ ἔργον ἤδη σὸν τὰ λοίφ᾽ ὑπηρετεῖν,
σκοπεῖν θ᾽ ὅπου ᾽στ᾽ ἐνταῦθα δίστομος πέτρα
τοιάδ᾽, ἵν᾽ ἐν ψύχει μὲν ἡλίου διπλῆ
πάρεστιν ἐνθάκησις, ἐν θέρει δ᾽ ὕπνον
δι᾽ ἀμφιτρῆτος αὐλίου πέμπει πνοή.
βαιὸν δ᾽ ἔνερθεν ἐξ ἀριστερᾶς τάχ᾽ ἂν
ἴδοις ποτὸν κρηναῖον, εἴπερ ἐστὶ σῶν.
ἅ μοι προσελθὼν σῖγα σήμαιν᾽ εἴτ᾽ ἔχει
χῶρον πρὸς αὐτὸν τόνδ᾽ ἔτ᾽, εἴτ᾽ ἄλλῃ κυρεῖ,
ὡς τἀπίλοιπα τῶν λόγων σὺ μὲν κλύῃς,
ἐγὼ δὲ φράζω, κοινὰ δ᾽ ἐξ ἀμφοῖν ἴῃ.

✧✧✧✧

ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Νά τον αυτός ο έρμος ο γιαλός της Λήμνου
που ανθρώπου δεν πατεί ποτέ ποδάρι·
εδώ είν᾽, ω γιε του πρώτου των Ελλήνων,
του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμε, που τότε
παράτησα κρυφά το Φιλοχτήτη
μονάχο κι έφυγα, καθώς να κάμω
μέ ειχαν προστάξει οι αρχηγοί του στόλου,
εξ αφορμής το πόδι του που σάπιο
έσταζεν όμπυο απ᾽ την κακιά πληγή του
και με τις άγριες του φωνές, τους βόγκους
και τις βλαστήμιες, το στρατόπεδό μας
εγιόμιζε όλο, που έτσι ούτε θυσία
ούτ᾽ αγιασμό να κάμομε ήταν τρόπος.
Μα τις η ανάγκη τώρ᾽ αυτά να λέμε;
καιρός για λόγια περιττά δεν είναι,
μήπως με νιώσει που ᾽μαι δω φτασμένος
κι έτσι όλο να χαθεί το σχέδιό μου,
που λέω μ᾽ αυτό στο χέρι να τον βάλω.
Δουλειά σου τώρα εσύ να με βοηθήσεις
στα επίλοιπα και να κοιτάξεις πού είναι
μια δίστομη σπηλιά εδώ κάπου, τέτοια
που να την πιάνει ο ήλιος το χειμώνα
κι από τις δυο μεριές και που το θέρος
να φέρνει ύπνο το ρέμα απ᾽ τις δυο πόρτες·
και λίγο απάνω, αριστερά, θενά ᾽ναι
μια βρυσούλα νερό — αν ακόμα υπάρχει.
Άμε λοιπόν σιγά να δεις κι έτσι κατόπι
θα σου εξηγήσω εγώ και συ θ᾽ ακούσεις
όσα έχω να σου πω, για να τραβήξει
μπροστά η δουλειά μαζί κι από τους δυο μας
Μτφρ.Ιωάννης Ν. Γρυπάρης.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου