Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Ευάγγελος Παπανούτσος ( 27 Ιουλίου 1900 - 2 Μαΐου 1982 )


Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (Πειραιάς, 27 Ιουλίου 1900 - Αθήνα, 2 Μαΐου 1982) ήταν σημαντικός Έλληνας παιδαγωγός, φιλόσοφος, θεολόγος και δοκιμιογράφοςτου 20ου αιώνα. Η καταγωγή του ήταν από το Σοπωτό της Αχαΐας. Η συμβολή του στη λειτουργία και στην ανακαίνιση της Ελληνικής Παιδείας είναι ευρέως γνωστή. Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που οφείλονται στον Ευάγγελο Παπανούτσο ήταν, μεταξύ άλλων, η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην Εκπαίδευση και ο διαχωρισμός της Μέσης Εκπαίδευσης στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου. Tο εκπαιδευτικό του έργο υπέστη έντονη κριτική από τους πραξικοπηματίες της δικτατορίας των συνταγματαρχών και αναιρέθηκε σχεδόν ολοσχερώς την περίοδο 1967-74. Ωστόσο, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Ράλλη του 1976 ουσιαστικά στηρίχτηκε στις δικές του ιδέες.

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 27 Ιουλίου 1900 (παλαιό ημερολόγιο). Οι γονείς του ήταν οι Παναγιώτης Παπανούτσος και Ζηνοβία Κωστάλα. Είχε άλλα τρία αδέλφια: τον Νικόλαο, την Ελένη και τη Χρυσούλα.Τις βασικές του σπουδές πραγματοποίησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Από το 1915 ώς το 1919 φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. 'Εχοντας χάσει τον πατέρα του υπηρετεί ως προστάτης οικογενείας τη στρατιωτική του θητεία. Κατά την τριετία 1924-1927, με υποτροφία του πλούσιου Αλεξανδρινού Χ. Νομικού, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και τη Γαλλία και το 1927 ονομάστηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης (Tübingen). Η διατριβή του είχε τίτλο Das Religiöse Erleben bei Platon (Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα).

Υπηρέτησε την Εκπαίδευση από το 1920 και ως εκπαιδευτικός πέρασε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας: για λίγους μήνες ως δευτεροβάθμιος καθηγητής Ελληνικού Σχολείου στον Άγιο Νικόλαο Μελιτίνης Μάνης, από το 1921-1923 στο Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας.Μετά το πέρας των μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών του το 1927 επανέρχεται μέχρι το 1930 στο Αβερώφειο Γυμνάσιο. Το 1930 -1931 με τον Ευάγγελο Πανέτσο ιδρύουν δυο πειραματικές τάξεις για την εφαρμογή νέων διδακτικών μεθόδων Την ίδια περίοδο συνιδρύει την Ελληνική Διδασκαλική Ένωση και τον Οκτώβρη του 1931 γύρισε στην Ελλάδα και στέλνεται από το Υπουργείο Παιδείας να ιδρύσει το Διδασκαλείο Μυτιλήνης. Το 1934-1936 διατέλεσε Διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρούπολης και από το 1937 -1938 υποδιευθυντής και διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων . Το 1938-1939 ήταν καθηγητής στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία , το 1939-1943 Διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης, το 1943-1944 συνδιευθυντής και διευθυντής στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Πειραιά. Μετά την απελευθέρωση της χώρας διορίστηκε Γενικός Διευθυντής (1944-1946) και αργότερα (1950 και 1963) Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Το 1958 ιδρύει και οργανώνει (ως Αντιπρόεδρος του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου τις Τεχνικές Σχολές Δοξιάδη.[11] Από το 1946 έως το 1967 ήταν τακτικός φιλολογικός συνεργάτης της εφημερίδας Το Βήμα.Δίδαξε επί 20 χρόνια (1947-1967) Φιλοσοφία, Ψυχολογία και Παιδαγωγικά στο μορφωτικό ίδρυμα (Λαϊκό Πανεπιστήμιο) «Αθήναιον» που ίδρυσε ο ίδιος και υπό την διεύθυνσή του δημοσιεύτηκαν 15 τόμοι του περιοδικού «Παιδεία και Ζωή» (1946-1961) και 100 τόμοι αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, έκδοση Ι. Ζαχαρόπουλου (1953-1958). Στη μεταπολίτευση εκλέγεται βουλευτής Επικρατείας με την Ένωση Κέντρου (1974-1977). Στις Εκλογές του 1977 είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (Ε.ΔΗ.Κ.).Το 1977 εκλέχτηκε Επίτιμος Πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Το 1980, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών συγκεντρώνοντας εικοσιδύο από τις τριαντατρείς ψήφους των παρόντων ακαδημαϊκών.Απεβίωσε στις 2 Μαΐου 1982.

Έργο

Παιδαγωγικό

Ο Παπανούτσος έγινε περισσότερο γνωστός για το παιδαγωγικό του έργο, ιδιαίτερα για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου (γνωστή ως μεταρρύθμιση Παπανούτσου) το 1964. Η μεταρρύθμιση αυτή αναλύεται στους εξής βασικούς άξονες:
Την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Στην αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών.
Στην καθιέρωση και της δημοτικής γλώσσας ως ισότιμης της καθαρεύουσας στην εκπαίδευση..
Ό Διαχωρισμός της Μέσης εκπαίδευσης στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου.
Στην εννιάχρονη, δωρεάν και υποχρεωτική εκπαίδευση.
Στην ίδρυση νέων πανεπιστημίων.
Στην καθιέρωση 2 τύπων ακαδημαικού απολυτηρίου ισότημων μεταξύ τους.
Την κατάργηση του υποχρεωτικού μαθήματος των Λατινικών και την εισαγωγή νέων μαθημάτων, όπως Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος, Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Οικονομικής Επιστήμης.
Την ίδρυση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ως συμβουλευτικού οργάνου του κράτους για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Την τριετή φοίτηση στις παιδαγωγικές Ακαδημίες.
Τη σίτιση και δωρεάν μεταφορά των μαθητών.

Η προσπάθειά του αυτή περιγράφεται στο βιβλίο του Αγώνες και αγωνία για την παιδεία του 1965. Δυστυχώς, το έργο του δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, γιατί η Κυβέρνηση έπεσε λόγω της αποστασίας της απριλιανής δικτατορίας των πραξικοπιματιών συνταγματαρχών και οι αλλαγές που είχε προωθήσει αναιρέθηκαν σχεδόν εξολοκλήρου την περίοδο 1967-1974. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όμως, της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή (μεταρρύθμιση Ράλλη) το 1976 ουσιαστικά στηρίχτηκε στις δικές του ιδέες.

Ο Π. Ξένος γράφει για τον Ευάγγελο Παπανούτσο: «Αναμφισβήτητα είχε πλατιά μόρφωση και πολλά προσόντα. Είχε φυσική ευφράδεια. Δίδασκε συναρπαστικά. Ήξερε να δένεται με το ακροατήριό του το ίδιο στην τάξη όπως και στην αίθουσα διαλέξεων. Έγραφε σωστά τη γλώσσα και την φρόντιζε. Ήξερε από ξένες γλώσσες και του χρωστάμε τη μετάφραση πολλών ξένων όρων στη γλώσσα μας. Μελετηρός και πάντα ενημερωμένος στους τομείς που τον απασχολούσαν. Ήταν ο διαβασμένος, ο φιλοσοφημένος δάσκαλος-παιδαγωγός που ευπροσήγορος ήταν έτοιμος να εξηγήσει ό,τι τον ρωτούσαν».

Συγγραφικό

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει δεκάδες βιβλία, όχι μόνο στην Ελληνική, αλλά και στη Γερμανική, την Αγγλική και τη Γαλλική. Εγκαινιάζεται στην Αλεξάνδρεια ΤΟ 1926 με την πραγματεία του Το πρόβλημα της ελευθερίας της βουλήσεως. Η Διδακτορική Διατριβή του Das relgiöse Erlebnis bei Platon στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης που υποβλήθηκε την άνοιξη του 1926. Επανεκδόθηκε το 1971 στα ελληνικά με τον τίτλο Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα Εργασίες τού Ε. Π. Παπανούτσου έχουν δημοσιευθεί σε πολλά επιστημονικά περιοδικά της Ευρώπης και της Αμερικής. Επιπλέον μετέφρασε δοκίμια του Ιμμάνουελ Καντ και του Ντέιβιντ Χιουμ και, μαζί με τον Βασίλη Τατάκη, τους πλατωνικούς διαλόγους Φαίδων και Πρωταγόρας. Εκτός από τα άρθρα του στο περιοδικό «Παιδεία και Ζωή», δημοσίευσε άρθρα και μελέτες του και σε άλλα ελληνικά περιοδικά, όπως στη «Νέα Εστία», στο «Συνεταιριστής» και κάθε εβδομάδα στην εφημερίδα «ΒΗΜΑ».




Ευάγγελος Π. Παπανούτσος: όπως ο Βάρναλης…

Θα θέλατε να μιλήσουμε για λίγο για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση;

Βεβαίως. Το 1957, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, είχα την περίεργη τύχη να κληθώ στη μεγάλη Επιτροπή Παιδείας. Υπουργός Παιδείας ήταν ο Γεροκωστόπουλος και Προεδρίας ο Τσάτσος – μάλλον ο τελευταίος με πρότεινε. Επί ενάμιση χρόνο αγωνίστηκα όσο μπορούσα, μαζί με τον Λούρο, τον Ζέρβα και τον Μπούη, για να επικρατήσει ένα νεότερο πνεύμα στην εκπαίδευση. Και το πετύχαμε. Τα πρώτα σπέρματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μπαίνουν στα πορίσματα αυτής της επιτροπής.

Η συνέχεια;

Το 1963, με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας τον Γ. Παπανδρέου, αρχίζει η πραγματική δουλειά για την αναμόρφωση της εκπαιδευτικής νομοθεσίας. Μπαίνουμε στη Βουλή και η μεταρρύθμιση γίνεται νόμος του κράτους. Ε, ναι, το παγοθραυστικό που θα σπάσει τον πάγο. Η δημοτική γίνεται ισότιμη γλώσσα με την καθαρεύουσα. Η υποχρεωτική εκπαίδευση πάει στα εννέα χρόνια, από τα έξι που ήταν. Το μονολιθικό Γυμνάσιο διαχωρίζεται σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων γίνεται από μεταφράσεις. Ιδρύεται το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, με επικεφαλής σπουδαίους επιστήμονες, σαν τον Ι. Κακριδή και τον Ν. Κρητικό. Και καθιερώνεται το ακαδημαϊκό απολυτήριο.

Η δικτατορία τι έκανε;

Κατάργησε τον νόμο, αλλά όχι και το ακαδημαϊκό απολυτήριο. Αλλά το 1974, στην πρώτη Βουλή της μεταπολίτευσης, με πρωθυπουργό τον Καραμανλή και υπουργό Παιδείας τον Γ. Ράλλη, εισάγουμε τα νέα μέτρα. Και για πρώτη φορά συμπολίτευση και αντιπολίτευση συμφωνούν σ’ έναν εκπαιδευτικό νόμο.
(…)
Νύχτα φεύγω από το διαμέρισμα της Αναγνωστοπούλου, όπου ο Ευάγγελος Παπανούτσος, εδώ και εφτά χρόνια, από τον θάνατο της γυναίκας του, ζει μόνος, ανάμεσα στα βιβλία του, στα χαρτιά του, στους πίνακες που αγαπάει.
Γράφετε τα βράδια; τον ρωτάω στην πόρτα.
Είναι το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω. Καμιά φορά σκέφτομαι τι ωραίο θα ήταν να ‘χα μάθει να πηγαίνω και σε καμιά ταβέρνα, όπως ο Βάρναλης…
απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Ε. Π. Παπανούτσος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 28/11/1980
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ




ΚΕΙΜΕΝΑ 

Το σχετικό και το απόλυτο


ΤΟ ΘΕΜΑ «σχετικό και απόλυτο», είναι ένα δύσκολο φιλοσοφικό πρόβλημα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τη φιλοσοφία. Στο παρακάτω δοκίμιο ο συγγραφέας μάς δείχνει ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα της καθημερινής ζωής που μας αφορά όλους. Από την απάντηση που θα δώσουμε εξαρτάται και η στάση μας σε θέματα πρακτικά και ιδεολογικά. Έτσι η ζωή χρησιμεύει σαν βάση για το φιλοσοφικό στοχασμό. Ζωή και σκέψη δένονται στενά. Αυτό φανερώνει και ο τίτλος Πρακτική Φιλοσοφία του βιβλίου από το οποίο παίρνουμε το δοκίμιο.

Η σκηνή στο λεωφορείο, μια πρωινή ώρα, όταν το όχημα πηγαίνει προς το τέρμα της διαδρομής με λιγοστούς επιβάτες. Κοντά στον εισπράκτορα κάθεται μια εύσωμη, μεσόκοπη γυναίκα συνοφρυωμένη, που αδημονεί να μιλήσει. Η συζήτηση με τον παρακαθήμενο δεν αργεί ν' αρχίσει. Η γυναίκα διηγείται ζωηρά, και έτσι ώστε να ακούγεται απ' όλους, πως την προηγούμενη βραδιά την «έκλεψε» ένας οδηγός ταξί. Την ώρα που αποβιβαζότανε, του έδωσε ένα χαρτονόμισμα των πενήντα δραχμών για να κρατήσει την αμοιβή του κι εκείνος της επέστρεψε δύο κέρματα των είκοσι για ρέστα. Τα κοίταξε στα σκοτεινά, και ήσαν ίδια. Στην αφή, στο βάρος όμοια. Σήμερα όμως το πρωί ανακάλυψε ότι μόνο το ένα ήταν γνήσιο. Και εξαγριώθηκε. Θα πάει στην αστυνομία κλπ. κλπ. Ο παρακαθήμενος ακούει απαθής τη δραματική αφήγηση της κυρίας, φαίνεται απορροφημένος από τις δικές του έγνοιες και δε δίνει μεγάλη σημασία στο γεγονός. — Η ζημιά είναι μικρή, της λέει. Πάλι καλά που το άλλο εικοσάδραχμο είναι γνήσιο. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτό ψεύτικο. Ο σοφέρ έδειξε ασφαλώς κάποιαν ευγένεια...

Η γυναίκα εξάπτεται περισσότερο.

— Είκοσι δραχμές ζημιά τη θεωρείτε ασήμαντη; Εμείς είμαστε επαρχιώτες και ζούμε από ένα μικρό κατάστημα ψιλικών. Λιανική πούληση. Το κέρδος μας κάθε φορά είναι μια δυο δεκάρες. Δεν είμαστε βέβαια άνθρωποι της ανάγκης και ξοδεύομε πολλά για το κέφι μας. Να χάσω όμως είκοσι δραχμές, και με αυτόν τον τρόπο, δεν το υποφέρω.

Το επιχείρημα συγκίνησε έναν τρίτο επιβάτη, και η συζήτηση γενικεύεται.

— Τι θα πει: το ποσό είναι μικρό; Είκοσι δραχμές είναι είκοσι δραχμές. Δεν τα βρίσκει κανείς τα χρήματα στο δρόμο. Να πάτε στην Αστυνομία, να πιάσει τον κακοποιό.

Εδώ παρεμβαίνει ο εισπράκτωρ:

— Γιατί να πάρετε στο λαιμό σας τον άνθρωπο; Μπορεί να μη φταίει. Κάποιος άλλος επιβάτης θα του έδωσε το ψεύτικο εικοσάδραχμο και θα το πήρε χωρίς να το καταλάβει. Με την ίδια απροσεξία το έδωσε και σε σας. Αυτός δεν έχει Τράπεζα να «κόβει» νομίσματα...

Ένας τέταρτος μπαίνει στη συζήτηση:

— Εγώ σου λέω ότι ο σοφέρ αργότερα ανακάλυψε πως το νόμισμα που του έδωσαν ήταν πλαστό. Τι ήθελες όμως να κάμει; Να το κρατήσει ο ίδιος, και να χάσει το μισό μεροκάματο; Τόσα στόματα περίμεναν στο σπίτι...

Αυτή όμως η τολμηρή υπεράσπιση εξοργίζει έναν πιο απομακρυσμένο επιβάτη.

— Τι κουβέντες είναι αυτές; φώναξε. Η απάτη είναι απάτη και η κλεψιά κλεψιά. Πρέπει οι κακοποιοί να τιμωρούνται, γιατί αλλιώς πάει, θα διαλυθεί η κοινωνία.

Την ώρα εκείνη η περιέργεια ενός σιωπηλού έως τότε κυρίου έδωσε απροσδόκητη τροπή στο επεισόδιο.

— Μπορώ να ιδώ, ρώτησε, το κίβδηλο εικοσάδραχμο· Το έχετε μαζί σας;

Η γυναίκα το έβγαλε από το πορτοφόλι της και το έδειξε.

— Αγγλικό σελίνι είναι, παρατήρησε με εμβρίθεια ο εισπράκτωρ. Κάνει 4 δραχμές. Η ζημιά σας λοιπόν περιορίζεται σε 16. Δώστε τόπο στο κακό. Κρατήσετε το νόμισμα για σουβενίρ...

— Όχι, δεν είναι αγγλικό, διόρθωσε ένας άλλος επιβάτης που, όταν άκουσε να γίνεται λόγος για ξένο νόμισμα, σηκώθηκε από τη θέση του, πλησίασε και μελέτησε το κέρμα. Είναι φράγκο μιας νοτιοαμερικάνικης πολιτείας. Εγώ, επειδή μαζεύω ξένα νομίσματα (λέγει στην κυρία), σας δίνω είκοσι δραχμές και το παίρνω, αν μου το δίνετε.

Η γυναίκα πήρε τις είκοσι «γνήσιες» δραχμές χαρούμενη και ο συλλέκτης έβαλε στην τσέπη του το νόμισμα.

— Είναι παλαιό και αρκετά σπάνιο, μου είπε καθώς διασταυρωθήκαμε στην έξοδο. Κάνει πολύ περισσότερα από είκοσι δραχμές...

Οι αναγνώστες δεν είναι συνηθισμένοι να διαβάζουν εδώ ανέκδοτα, και θα παραξενευτούν. Πρόθεσή μου όμως είναι όχι να τους ψυχαγωγήσω μ' ένα διήγημα, αλλά να τους κάνω να προσέξουν ένα φαινόμενο που έχει δώσει αφορμή σε πολλές και βαθυστόχαστες ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις. Η σκηνή που ιστόρησα (εγγυώμαι ότι πρόκειται για πραγματικό περιστατικό) κάνει το πρόβλημά μας συγκεκριμένο και ξεκάθαρο: Το πώς κρίνομε και το κριτήριο που μεταχειριζόμαστε, όταν αποτιμούμε μια διάθεση ή μια πράξη των συνανθρώπων μας, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο (ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, την ανατροφή και εκπαίδευση, τις επαγγελματικές ανάγκες και βλέψεις μας κοκ.) έχομε τοποθετηθεί απέναντι στη ζωή και στα αγαθά της. Οχτώ άνθρωποι που «συναντώνται» για λίγη ώρα εντελώς τυχαία, κρίνουν ένα και το ίδιο γεγονός με οχτώ διαφορετικά πρίσματα. Ο «παθών» υποφέρει από τη ζημιά, αλλά και από την προσβολή που έπαθε. Οι άλλοι βλέπουν το πάθημα από τη δική του ο καθένας «θέση». Ένας αδιαφορεί, άλλος υπερθεματίζει, ο τρίτος και ο τέταρτος δικαιολογούν τον υποτιθέμενο ένοχο, ενώ οι τρεις τελευταίοι παίρνουν άλλους δρόμους: το νόμο διαλαλεί ο πρώτος, την περιέργειά του ζητεί να ικανοποιήσει ο δεύτερος, και ο τελευταίος (πρακτικότερος απ' όλους) το συμφέρον του. Ανάλογα περιστατικά θα έχει να αφηγηθεί ο καθένας πολλά, από το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον του. Στις ηθικές κρίσεις δεν συμφωνούν όλοι. Ακόμη και εκείνοι που ζουν μέσα στο ίδιο ιστορικό κλίμα και είναι ενυφασμένοι στην ίδια κοινωνία. Άλλος είναι αυστηρότερος και άλλος επιεικέστερος στις καταδίκες του· άλλος (ειλικρινά ή υποκριτικά) αναφέρεται σε γενικούς κανόνες και άλλος προσαρμόζει την ετυμηγορία*του στα συγκεκριμένα γεγονότα, κρίνει «κατά περίπτωση»· άλλος «βάζει» περισσότερο και άλλος λιγότερο τον εαυτό του (τις ανάγκες και τα συμφέροντά του) στο θέμα που εξετάζει κ.ο.κ. Αυτά για τον τρόπο της κρίσης. Ως προς τα μέτρα, η κλίμακα των ποικιλιών είναι εξίσου μεγάλη και πλούσια σε αποχρώσεις.

Τι θα συμπεράνομε από τα ασύμπτωτο τούτο; — Το ζήτημα έχει πολύ μεγάλη έκταση και φυσικά δεν είναι εδώ ο κατάλληλος τόπος ούτε για μια συνοπτική έκθεση των λύσεων που έχουν κατά καιρούς προταθεί.

Ας περιοριστούμε λοιπόν σε μερικές πολύ γενικές και αδρές γραμμές.

Και τούτο το πρόβλημα (όπως πολλά άλλα) με δύο μεθόδους μπορεί κανείς να το πλησιάσει και να επιχειρήσει να το λύσει. Η πρώτη είναι εύκολη: είτε να διακηρύξουμε απλοϊκά ότι ένα μόνο ηθικό μέτρο υπάρχει (το δικό μας) και κάθε εκτροπή απ' αυτό σημαίνει πλάνην ή διαστροφή, είτε από απογοήτευση να πέσομε στο άλλο άκρο, να παραδεχτούμε δηλαδή ότι στις αξιολογήσεις μας το «ορθό» είναι απλή φαντασίωση ή προσδοκία και όλες οι κρίσεις εξίσου αυθαίρετες. Η δεύτερη μέθοδος είναι δύσκολη, ακριβώς επειδή απαιτεί περισσότερη περίσκεψη και μετριοπάθεια. Την ακολουθούν όσοι βλέπουν στον άνθρωπο όχι μόνο την περατότητα αλλά και την απεραντοσύνη. Με τη μία του ιδιότητα εγκλωβίζεται μέσα στη σχετικότητα· με την άλλη έχει τη λαχτάρα και τη γεύση του απόλυτου.

Δέσμιο καθώς είναι στο χώρο και στο χρόνο, το ιστορικό και κοινωνικό τούτο ζώο είναι φυσικό να έχει παραδοθεί στη σχετικότητα (των αντιλήψεων, των πεποιθήσεων, των προθέσεων). Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι απέναντί του έχει κλείσει για πάντα η θύρα του απολύτου. Στην περίπτωση του ανθρώπου, το σχετικό δεν είναι η αντίθεση, αλλά ένα μέρος του απολύτου, όπως και το εφήμερο είναι όχι άρνηση, αλλά διαβατική πραγμάτωση του αιωνίου.

Εάν με αυτή την προοπτική κοιτάξομε το θέμα μας, εάν δηλαδή θεωρήσομε το απόλυτο (νόημα, μέτρο, αξία) όχι υπέρβαση αλλά σύνοψη και συμπερίληψη, ολοκλήρωση των σχετικών αποτιμήσεων που επιχειρεί το πνεύμα μας —ομολογώ ότι δεν είναι καθόλου εύκολη αυτή η τοποθέτηση, γιατί ο κοινός άνθρωπος αισθάνεται και σκέπτεται «διαζευτικά», όχι «συζευτικά»— τότε θα δώσομε στο πρόβλημα που εξετάζομε μια λύση που μπορεί ίσως να φαίνεται παράδοξη, έχει όμως αναμφισβήτητα βάθος και μεγαλοσύνη. Θα ειπούμε λ.χ. περιορίζοντας τη συζήτηση στο συγκεκριμένο μας παράδειγμα (τη διένεξη του λεωφορείου) ότι όλες οι κρίσεις που διατυπώθηκαν περιέχουν αλήθεια, αλλά δεν αποτελούν όλη την αλήθεια. Καθεμιά τους παρουσιάζει την άποψη που δίνει ένα γεγονός από ορισμένη θέση. Είναι επομένως σχετική. Όχι όμως και αυθαίρετη, αφού εκφράζει μια στάθμιση των πραγμάτων δυνατή και εύλογη. Κατά την αντίληψη αυτή, προσεγγίσεις (άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο ευτυχείς) προς το απόλυτο είναι οι σχετικές αποτιμήσεις μας. Άλλη το πλησιάζει πιο πολύ και άλλη πιο λίγο· όλες όμως έχουν κάτι από το κύρος του, και γι' αυτό πείθουν. Στην περιοχή της αυθαιρεσίας (της πλάνης ή της απάτης) ξεπέφτουν, όταν η καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της ολόκληρο το χώρο της εμπιστοσύνης μας. Το «μέρος» πρέπει να διατυπώνεται και να γίνεται δεκτό ως «μέρος»· τότε είναι αλήθεια. Όταν εμφανίζεται και χειρονομεί ως «όλον», γίνεται ψεύδος.


Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟΣ

Όσοι, κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι ή υψώνοντας τη φωνή με οργή, αρνούνται την ηθική πρόοδο του ανθρώπου κατά τους μακρούς αιώνες της ιστορικής του διαδρομής, μιλούν συνήθως με αδιαφορία, ή και με περιφρόνηση, για την αξία της "υλικής" προόδου, των κατακτήσεων δηλαδή της επιστήμης και της τεχνικής, που άλλαξαν στους χρόνους μας τη μορφή του κόσμου.

§Καμιά επιρροή, λέγουν δεν έχουν αυτά τα πολυθρύλητα θαύματα απάνω στον ηθικό βίο του ανθρώπου, στο χαρακτήρα, στην προσωπικότητά του. Άλλη η μια τροχιά, άλλη η άλλη· δεν πηγαίνουν παράλληλα. Ή

 Καμιά ουσιαστική αξία, λέγουν, δεν έχουν οι τεχνικές τελειοποιήσεις των μέσων της ζωής, για τις οποίες υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας. Ευτυχέστερος ήταν ο άνθρωπος που ζούσε χωρίς τις σημερινές ανέσεις, σε κοινωνίες απλούστερες, "πρωτόγονες". Ή

 Όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής. Πολλαπλασίασε και έκανε πιο raffinee τη δύναμη της κακουργίας του . . .

Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι και οι τρεις αυτές υποθέσεις είναι αστήριχτες· βρίσκονται σε ασυμφωνία με εξώφθαλμα γεγονότα. 

Πρώτον, είναι πλάνη να νομίζομε ότι η ευημερία δεν επηρεάζει προς το καλύτερο το ήθος των ανθρώπων. Προσοχή: δε λέγω η ευμάρεια, ο πλούτος, η πολυτέλεια· λέγω η ευημερία, δηλαδή η επάρκεια των υλικών μέσων της ζωής, που επιτρέπει τις απαραίτητες για έναν πολιτισμένο άνθρωπο ανέσεις. Τα παραδείγματα αφθονούν, από παρατηρήσεις απάνω και στην ατομική και στη συλλογική ζωή. Η πενία, ως συνώνυμο της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας, είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου και η μεγαλύτερη μάστιγα των κοινωνιών. Άτομα ή λαοί που λιμοκτονούν, δεκατίζονται από αρρώστιες και είναι βυθισμένοι στην αμάθεια, έχουν το βούρκο και τη δυστυχία μέσα στην ψυχή τους. Φθονούν, απεχθάνονται, μισούν όχι μόνον όσους γεύονται άνετα τα αγαθά της ζωής, αλλά και τους ομοίους των. Η εξαθλίωση διηθείται έως τους εσώτερους πόρους της ψυχής τους και τους εξαχρειώνει. Αρετές όπως η αγάπη της ελευθερίας, η αυτοκυριαρχία, η αξιοπρέπεια δεν μπορούν να ριζώσουν σε έδαφος ψυχικό, που το έχουν αποψιλώσει οδυνηρές υλικές στερήσεις. Σκλάβους, ακρατείς, ευτελείς κάνει τους ανθρώπους η αγιάτρευτη φτώχεια. - Αντίθετα η ευημερία, ως συνώνυμο της ευπορίας στα υλικά μέσα της ζωής, της υγείας και της μόρφωσης, επιδρά ευεργετικά απάνω στο χαρακτήρα των ατόμων και των λαών. Τους κάνει φιλελεύθερους, ευπρεπείς, γενναιόψυχους. Τους δίνει τη χαρά της ζωής που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται την ανθρωπιά του. Να υπερηφανεύεται γι' αυτήν. Να την τιμά, και στο δικό του πρόσωπο και στο πρόσωπο των ομοίων του. "Ευστάθεια" (με όλες τις σημασίες της λέξης) δεν έχουν ούτε τα άτομα ούτε οι κοινωνίες που μαστίζονται από την εξαθλίωση. Και είναι εχθρός του ανθρώπου εκείνος (ο σοφός ή ο πολιτικός) που θεωρεί άσχετες μεταξύ τους την ευημερία με την ευτυχία, την ευτυχία με την αρετή. Χαρά και καλοσύνη (όσο και αν επιχειρούμε να αντισταθμίσομε τις στερήσεις του παρόντος με προσδοκίες του μέλλοντος) δεν μπορεί να έχει ο άνθρωπος ή ο λαός ο εξαθλιωμένος από τα δεινά της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας. Χορτάσετέ τον, γιατρέψετέ τον, μορφώσετέ τον και θα δημιουργήσετε τις προϋποθέσεις για ν' αστράψει μέσα του το φως της αλήθειας, της ομορφιάς και της αρετής - με μια λέξη : της ανθρωπιάς.

Δεύτερον, είναι πλάνη να υποθέτομε ότι οι εκπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνικής, για τις οποίες δικαιολογημένα υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας, δεν έχουν καμιάν ουσιαστικήν αξία, επειδή τάχα δεν έκαναν "ευτυχέστερο" τον άνθρωπο - άρα δεν αποτελούν "πρόοδο". "Άχ! τι ωραία που ζούσαν άλλοτε οι άνθρωποι στις πρωτόγονες κοινωνίες τους, χωρίς το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο" . . Δεν πρέπει, νομίζω, να παίρνομε στα σοβαρά αυτό τον ψευτορομαντισμό της υποκριτικής νοσταλγίας του παρελθόντος. Πρώτα - πρώτα γιατί δογματίζει "εκ του ασφαλούς" και "με το αζημίωτο": δεν εγνώρισα ακόμη κανένα οπαδό του δόγματος να διακόψει το ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του για να ζήσει ευτυχέστερος. Και έπειτα, γιατί είναι τουλάχιστο γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι ζούσαν "καλύτερα" οι άνθρωποι τότε που οι γιατροί καίγανε με πυρωμένο σίδερο τις μολυσμένες πληγές (χωρίς φυσικά, να μεταχειρίζονται αναισθητικά ή αναλγικά φάρμακα) ή που πέθαιναν τα μωρά κατά εκατομμύρια από εντερίτιδα . . . ή τότε που σοφοί και υψηλής ευαισθησίας άνθρωποι καταδέχονταν να θεωρούν τη δουλεία αναπόφευκτη, επειδή έπρεπε να μένουν ώρες και δυνάμεις σ' αυτούς και στους οικείους των ελεύθερες για να διαβάζουν και να ψυχαγωγούνται. . .ή τότε που η ανάγνωση και η γραφή ήταν προνόμιο των ολίγων και των "ισχυρών" και ο μεγάλος αριθμός έπρεπε να πιστεύει μοίρα του αδυσώπητη να μένει εσαεί βυθισμένος στην άγνοια, στη δεισιδαιμονία και στο σκότος. Έχομε άραγε όλοι συνειδητοποιήσει τις τεράστιες προόδους που έχει πραγματοποιήσει στα μέσα και στον τρόπο της ζωής μας αυτός ο πολιτισμός που τον αποκαλούμε με περιφρόνηση "απλώς τεχνικό"; Ιδού μια λεπτομέρεια διατυπωμένη με αριθμούς που αξίζει να τη σκεφτούμε πολύ: Στο Λίβερπουλ (της Μεγ. Βρετανίας) ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 1846 ήταν το 26ο έτος της ηλικίας· στο Μπόστον (των Ηνωμένων Πολιτειών) ο μέσος όρος ήταν πέρσι το 66,7 της ηλικίας. Και δεν είναι μόνο η διάρκεια που μεγάλωσε· έγινε και το ποιόν της ζωής διαφορετικό. Σήμερα ο άνθρωπος των προχωρημένων στον πολιτισμό χωρών έχει άπειρες ευκαιρίες να "εντείνει" και να "υψώσει" (να ευγενίσει με τα αγαθά της παιδείας) τη ζωή του. Να την εκτιμήσει και να τη χαρεί. Ότι ζει "καλύτερα", "ανετότερα", "τελειότερα", "ανθρωπινότερα", δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι άραγε και ευτυχέστερος; Η απάντηση εξαρτάται από το τι ονομάζεται "ευτυχία". Θα αναγνωρίσετε πάντως ότι όταν πεθαίνει κανείς πολύ νέος, αφού έχει ζήσει μια περιορισμένη, κουτή και τυραννισμένη ζωή - δεν προλαβαίνει τουλάχιστο να ευτυχήσει . . .

Τρίτο και τελευταίο, είναι πλάνη να υποστηρίζομε ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος των τελευταίων τριών αιώνων όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο. Το επιχείρημα (που με τόσην ελαφρότητα επαναλαμβάνεται ακόμη και από σοβαρούς συζητητές) ότι οι πιο προοδευμένοι στην επιστήμη και στα γράμματα λαοί φάνηκαν οικτρότεροι και πιο αδίσταχτοι, απάνω στον πυρετό του τελευταίου πολέμου, δεν έχει αποδειχτικήν αξία αναμφισβήτητη, άμα το αναλύσει κανείς περισσότερο. Υπενθυμίζω τη διάκριση, που κάνουν οι Μαθηματικοί, μεταξύ αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, γιατί αυτή θα μας δώσει το λογικό σχήμα να βάλομε τα πράγματα στη θέση τους. Να υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα υδρατμοί στην ατμόσφαιρα, είναι μια αναγκαία προϋπόθεση της βροχής - όχι όμως και επαρκής, γιατί αυτή και μόνη (χωρίς πχ μιαν ορισμένη πτώση της θερμοκρασίας) δεν φέρνει τη βροχή.

Αυτό συμβαίνει και στη δική μας περίπτωση. Κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι φτάνει μια διδακτορική διατριβή στη Χημεία ή ένα νόμπελ της Φυσικής για να γίνει και ηθικά ανώτερος ένας άνθρωπος· όταν όμως φωτίζεται ο νους του με τη διερεύνηση των νόμων του σύμπαντος και από τούτο το φωτισμό υψώνεται το πνευματικό του βλέμμα έως τη θεώρηση κάποιων ανώτερων αληθειών, δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες για να αναπτυχθούν μέσα στην ψυχή του τα σπέρματα του καλού (εάν είναι ζωντανά) και έτσι να γίνει πιο άνθρωπος.

Χωρίς αυτόν τον τελευταίο όρο ( την επαρκή συνθήκη του μαθηματικού) ο επιστήμονας ή ο τεχνικός μας θα καταντήσει ένας τερατώδης νους τόσο προσηλωμένος στις άτεγκτες γενικεύσεις του, ώστε να είναι ικανός για τις μεγαλύτερες θηριωδίες. Και τούτο επειδή έχει μείνει στη μέση του δρόμου: στάθηκε στις γνώσεις· δεν προχώρησε έως τη γνώση. Έως δηλαδή εκείνη την ολοκλήρωση του πνεύματος που δεν ξεχωρίζει πια με στεγανά τοιχώματα από δω την "αλήθεια" από κει την "ομορφιά" και παραπέρα την "αρετή", αλλά αισθάνεται, κρίνει και τιμά, σα μιαν ακατάλυτη ενότητα, την αρετή μέσα στην ομορφιά της αλήθειας. Η σωστή λοιπόν τοποθέτηση του ζητήματός μας είναι να πούμε ότι η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής μπορεί να καλυτερέψει τον άνθρωπο (όπως ασφαλώς μπορεί και να τον χειροτερέψει - σαν τον διαρρήκτη που έχει αποκτήσει τελειοποιημένα εργαλεία), αφού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πνευματική του απογείωση. Αρκεί να συνεχίσει την πτήση του και να πάει πολύ ψηλά . . . Ας το πάρομε μια για πάντα απόφαση· αφού μπήκαμε στο δρόμο των επιστημονικών και τεχνικών κατακτήσεων, δε γίνεται πια να γυρίσομε πίσω. Αλλά ούτε ωφελεί. Απάρνηση της προόδου σ΄ αυτό τον τομέα σημαίνει επάνοδο στη βαρβαρότητα. Ευτυχέστερη και ηθικότερη θα γίνει η ανθρωπότητα όχι δεσμεύοντας αλλά αφήνοντας πιο ελεύθερο ακόμη το πνεύμα. Η σωτηρία μας είναι όχι λιγότερη, αλλά περισσότερη, πλατύτερη και βαθύτερη μάθηση



Περί Ηθικής 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ε.Παπανούτσου “Ο νόμος και η αρετή”



· «Τρεις οι βασικές διαστάσεις του πνευματικού βίου: η θεωρητική, η ηθική και η αισθητική. Η ηθική αναφέρεται στο πράττειν» [σελ. 11]

· «Ηθική φιλοσοφία είναι το φιλοσοφείν που αντικείμενό του έχει τους τρόπους της συμπεριφοράς του ανθρώπου, τις διαθέσεις και τις ενέργειές του στις σοβαρές υποθέσεις της ζωής» [σελ. 18 παρ.2]

· «Την ηθική συνείδηση τη χαρακτηρίζει η προαίρεση. Μπορούμε να την ορίσομε: εκλογή που γίνεται με ώριμη σκέψη και σύμφωνα με κάποιαν αρχή (ιδέα, πρόγραμμα) και ολοκληρώνεται με την έμπρακτη εκτέλεση. Είναι η ψυχή της πράξης. Όπου προαίρεση, εκεί και βούληση. Πράττω (=ενεργώ ηθικά) σημαίνει πράττω κατά καθήκον. Καθήκον είναι ό,τι με επίγνωση της αξίας του αισθάνομαι την υποχρέωση να πράττω με ειλικρίνεια και συνέπεια» [σελ. 24]

· «Η διαφορά μεταξύ του ορέγεσθαι και του βούλεσθαι θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: το ζώο ορέγεται, γιατί υποτάσσεται στους ζωτικούς σκοπούς και εξομοιώνεται με το είδος. Ο άνθρωπος βούλεται, επειδή μπορεί και υπερβαίνει τους ζωτικούς σκοπούς και με τις αποφάσεις του απομονώνεται από τους ομοίους του» [σελ. 39 παρ.2]

· «Φωνάζουν οι παιδαγωγοί μας στους γονείς: “Προσέχετε, μη προσπαθείτε απλώς με τον εθισμό να συνδέουν τα παιδιά συνειρμικά μέσα τους την προσδοκία ενός επιζήμιου αποτελέσματος με την παράσταση μιας απαγορευμένης ενέργειας. Αυτό δεν είναι ηθική αγωγή ανθρώπου, αλλά γύμναση, dressure ζώου”. “Το έκανες αυτό; θα σου τσακίσω τα πόδια” λέει στο άλογο ο θηριοδαμαστής, “άμα δεν το κάνεις, θα σε φιλέψω ζάχαρη”» [σελ. 73 μέση]

· «Για τον προσδιορισμό της αρετής είναι χρήσιμη η έννοια της ηθικής αυτονομίας. Δύσκολα όμως μπορεί κανείς να δώσει το θετικό περιεχόμενό της. Ξέρομε και απαριθμούμε τις περιπτώσεις της ετερονομίας, δηλαδή της δουλείας του ανθρώπου στις ορμές και στα πάθη (φυσικός εξαναγκασμός) ή στις έξεις που σχηματίζονται με την αγωγή (κοινωνικός αυτοματισμός) –όχι και της αυτονομίας, δηλαδή του ηθικού αυτοκαθορισμού. Αυτονομία είναι ένα άλλο όνομα της ελευθερίας νοούμενης και με τις δύο σημασίες της: ελευθερίας απέναντι στη φυσικήν αιτιότητα και ελευθερίας απέναντι στον ηθικό νόμο, που ένας άλλος (εξουσία ή θεσμός) ή και ο ίδιος ο πράττων έχει διατυπώσει. Αυτόνομη επομένως είναι μια ατομική υπόσταση (ένα επώνυμο άτομο), που μπορεί να καθορίζεται από νόμους (όχι μόνο από αιτίες), αλλά και μια ηθικά αυθύπαρκτη προσωπικότητα, αυτεξούσια και αυτοδύναμη, που μπορεί να πράξει το αγαθό αλλά και το κακό. Των “άλλων” και το “δικό της”. Οι στερεότυπες πράξεις δεν μας ανήκουν. Γιατί δεν απορρέουν από την ελευθερία μας. Ηθικές με θετικό χαρακτηρισμό είναι μόνο οι πράξεις οι δικές μας. Εκείνες που όχι μόνο εξαρχής είναι, αλλά και κάθε φορά γίνονται δικές μας. Τότε και η ευθύνη μας είναι πλήρης. Άλλο όμως ελευθερία και άλλο αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτόνομη ονομάζεται η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Η βούληση λοιπόν, που με τη δική της αξιοθεσία και ιεράρχηση των αξιών λύνει τα ηθικά της προβλήματα “με κίνδυνο” και πέρα από κάθε άλλη δέσμευση εκτός από μία: τον αυτοσεβασμό και την αυτοπειθαρχία» [σελ. 82]

· «Η γλώσσα του τυπικού ήθους, η οποία έχει κοινωνική προέλευση και υπηρετεί την κοινωνική σκοπιμότητα, μπορεί να φτάνει ακόμα και σε πολλές λεπτομέρειες. Να μπαίνει βαθιά μέσα στη ζωή μας και να ρυθμίζει πράξεις της ιδιωτικής μας ζωής μεγάλης οικειότητας, γιατί η κοινωνία αγρυπνεί σε όλα. Και όπου δεν έχει προνοήσει το θετό, το γραπτό Δίκαιο με τους κολασμούς του, υπάρχει το άλλο, το άγραφο, το εθιμικό, που παραγγέλλει. Έχει κι αυτό τις κυρώσεις του και τιμωρεί κάποτε σκληρότερα από τα δικαστήρια. Βαρειά ποινή είναι λ.χ. η κοινωνική ανυποληψία. Ελαφρότερες το αποδοκιμαστικό γέλιο, ο σαρκασμός, ο διασυρμός. “Δεν το κάνω αυτό, γιατί θα με περιγελάσουν” ή “γιατί θα δυσφημιστώ, θα χάσω την υπόληψή μου”. Μέσα και τρόποι εθισμού είναι όλα αυτά: η ανατροφή του σπιτιού, η εκπαίδευση του σχολείου, η πειθαρχία και ο κώδικας του επαγγέλματος, ο κοινωνικός παραδειγματισμός, η θέσπιση των κανόνων του Δικαίου και η ίδια η απονομή της δικαιοσύνης. Κοινωνικήν αγωγή ονομάζομε συλλογικά αυτή τη διδασκαλία. Εθίζεται λοιπόν ο άνθρωπος σε μια στερεοτυπία ηθών, η οποία –όπως κάθε στερεοτυπία- τίποτα περισσότερο δεν αποστρέφεται παρά την πρωτοτυπία. Ερχόμαστε στον κόσμο και σιγά – σιγά μπαίνουμε σ’ έναν έτοιμο κώδικα συμπεριφοράς που όχι απλώς τον βάζομε απάνω μας, τον ντυνόμαστε, αλλά τον απορροφούμε με τους πόρους της ψυχής μας και γινόμαστε ένα μ’ αυτόν […] Πάντα μια σκοπιμότητα υπάρχει εδώ και μια κοινωνική ωφέλεια προκύπτει από την τήρηση των τύπων. Αλλά κανείς δεν ψάχνει. Έτσι τους βρήκαμε, έτσι τους παραδίνομε στα παιδιά μας. “Παράδοση”, τους λέμε. Ιδού ο κοινωνικός αυτοματισμός. Αυτή η στερεότυπη Ηθική σιγά –σιγά κάνει τον άνθρωπο ηθικό αυτόματο. Δεν προλαβαίνει ούτε χρειάζεται να σκεφτεί, παρά αμέσως ενεργεί όπως έχει εθιστεί να ενεργεί, σα μια μηχανή που έχει πολύ ωραία κουρδιστεί. Σημειώστε ότι αυτές οι πράξεις, που εθιζόμαστε να τις εκτελούμε μας δίνουν σιγουριά. Κάνοντάς τις έχομε το κεφάλι μας ήσυχο. Και αυτό είναι που τις κάνει εύκολα να διαδίδονται και εύκολα να τηρούνται. Όταν ζεις μέσα σ’αυτή τη στερεοτυπία, είσαι σίγουρος ότι δεν θα σε κακολογήσει κανείς, όλοι θα σε χαιρετούν με σεβασμό, θα σε θεωρούν ευυπόληπτο πρόσωπο, πολίτη φιλόνομο, τίμιο νοικοκύρη, φίλο πιστό. Επειδή όμως και εδώ υπακούομε σε παραγγέλματα που δεν δίνονται από τη δική μας ελεύθερη και αυτόνομη σκέψη, διάθεση και απόφαση, αλλά κάποιος “άλλος”, η “κοινωνία” μας τα επιβάλλει, και εφόσον οι κυρώσεις είναι και εδώ εξωτερικές (η υπακοή επαινείται, αμείβεται, η ανυπακοή αποδοκιμάζεται και τιμωρείται από την “κοινωνία”), βρισκόμαστε, όπως είπαμε, στην περιοχή της ετερονομίας, του ετεροφωτισμού» [σελ. 87-88 παρ.3]

· «Άλλο πράξη από αναγκασμό ή για σκοπιμότητα και άλλο πράξη από λόγους με αξιώσεις, από λόγους με ηθικό βάρος. Στους λόγους αυτούς δεν υπάρχει κανενός είδους ιδιοτέλεια. Ιδιοτέλεια ατομική (υλικό συμφέρον, ικανοποίηση ματαιοδοξίας, απόλαυση της δύναμης κ.τλ. κ.τλ.) ή ιδιοτέλεια συλλογική (ενστιγματική επιδίωξη μιας σκοπιμότητας που ωφελεί το ζωολογικό είδος “άνθρωπος”). Αλλά μια ποιότητα, ένα βάρος ειδικό, που για να το διακρίνουμε από άλλα το λέμε ηθικό. Το βάρος τούτο μπορείς, επαναλαμβάνω, να το βρεις στη ζυγαριά σου μικρό, όμως θα πεις: “Αυτός ο άνθρωπος έκανε ό,τι έκανε με προαίρεση γνήσια αγαθή. Έπραξε όπως έπραξε από μιαν εσωτερική επιταγή, από σεβασμό προς ένα νόμο που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του”. Αυτό λέγεται αυτοκαθορισμός. Καθορισμός από λόγους με αξιώσεις ηθικές, που αναβλύζουν δηλαδή από αυτόθετους, εσωτερικούς στην ηθική βούληση νόμους» [σελ. 91 παρ.2]

· «Πρέπει τις πράξεις μας κάθε φορά να τις κάνομε δικές μας. Γιατί δεν είναι πάντοτε και κατά κανόνα δικές μας. Ελεύθερη βέβαια είναι η πράξη που την έκανα με επίγνωση του χρέους μου, από προαίρεση καθαρή. Κάθε φορά όμως που θα κάνω την ίδια πράξη ή μια παραλλαγή της, πρέπει να ξαναγίνει δική μου. Δεν πρέπει να τυποποιηθεί με τον εθισμό, να πέσει στη στερεοτυπία και να γίνει κάτι το εντελώς μηχανικό, γιατί τότε χάνει την ηθική της γνησιότητα. Ηθικές με θετικό χαρακτηρισμό είναι μόνο οι δικές μου προαιρέσεις και πράξεις. Εκείνες που όχι μόνο εξαρχής είναι, αλλά και πάντοτε μπορούν να γίνουν και γίνονται δικές μου. Τότε ακριβώς η ελευθερία μου και η ευθύνη μου είναι πλήρης» [σελ. 94 παρ.3]

· «Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να αποφύγομε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με την δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό.Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. “Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς”. Γιατί; “Γιατί έτσι θέλω”. Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή αυθαίρετα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε: ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό τηςκαι να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της» [σελ. 95-96]

· «Αν τύχει όμως και καβαλικεύεις ένα δύσκολο άλογο, αν τύχει κι έχεις μιαν ιδιοσυγκρασία ηφαιστειώδη, ή εάν τύχει και βρεθείς σε περιστάσεις ζωής περίπλοκες, μπροστά σε προβλήματα μεγάλα, τότε θα πληρώσεις ακριβά για την ελευθερία σου. Αλλά και εκείνη θα αξίζει πολύ. Σας διαβάζω μιαν ωραία περικοπή του Καζαντζάκη που είναι πολύ διαφωτιστική. Στο δράμα του “Σόδομα και Γόμορα” βάζει το Λωτ να μιλεί στον Αβραάμ και να λέγει: “Λωτ: Πού να με νιώσεις, γερο Αβραάμ; Είσαι αγνός εσύ, υπάκουος, λες “ναι” και κολνούν τα χείλια σου. Δεν έχεις άγρια καρδιά να παλεύεις μαζί της. Η ψυχή σου κι η καρδιά σου δυό μερωμένες καμήλες, ζεμένες, και σε πάνε ίσια γραμμή στο Θεό… Κοιτάς τα άστρα και λες: Τόσα τ’ αγγόνια μου και τα δισέγγονα. Εγώ κοιτάζω τ’ άστρα και λέω: Τόσα τα κρίματά μου! Η αρετή μου δεν είναι εμένα περιβόλι να σεργιανίζω το δειλινό και να κουβεντιάζω με το Θεό. Είναι γκρεμός και γκρεμίζομαι. Όλη μέρα παίζω την ψυχή μου και τη χάνω”. Νομίζω ότι η περικοπή αυτή λέγει πολύ σοφώτερα και με την ωραία γλώσσα της ποίησης πολύ ωραιότερα πράγματα απ’ όσα σας είπα πριν. Η ελευθερία βαθμολογείται με τη δύναμη που έχουν τα δεσμά μας. Όσο πιο βαθιά και πιο βαριά είναι τα δεσμά σου, τόσο και η ελευθερία σου θα έχει μεγαλύτερο αξιολογικό συντελεστή, όταν τα σπάσεις. Η ελευθερία είναιο προϊόν πάλης. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θα παλέψεις. Και θα παλέψεις πώς; Όπως παλεύουν οι αντρειωμένοι. Θα παίξεις και ή θα χάσεις ή θα κερδίσεις τη ζωή σου. Να γιατί όσο ευπρεπείς και αν είναι εξωτερικά οι πράξεις μας, όσο συμμορφωμένες και αν είναι σε “υψηλούς” κανόνες, σπάνια είναι γνήσιες και ενάρετες. Η αρετή δεν είναι νόμσιμα που κυκλοφορεί. Είναι ένα σπάνιο μαργαριτάρι. Ό,τι κυκλοφορεί είναι οι ετερόνομες πράξεις, οι πράξεις από εθισμό, οι πράξεις από συμπάθεια, οι πράξεις από σκοπιμότητα, οι πράξεις από φιλόνομη διάθεση υπακοής και ευσχημοσύνης. Όλες αυτές οι πράξεις δεν κοστίζουν πολύ, αλλά αμείβονται καλά. Δεν είναι τέτοια η αρετή. Η αρετή είναι κίνδυνος. Κίνδυνος φοβερός, θανάσιμος, έσχατος. Και κερδίζεται τότε ακριβώς, όταν όλα φαίνονται χαμένα. Σε λίγες λοιπόν, παραπολύ λίγες περιστάσεις της ζωής ο άνθρωπος φτάνει στην αρετή. Τότε που νικάει τα δεσμά του και ελευθερώνεται. Οι κοινές πράξεις είναι βολικές και γίνονται χωρίς κινδύνους, με το “αζημίωτο”. Δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις, δεν σου ζητούν αιματηρές θυσίες. Είσαι ένας πολίτης φιλόνομος; Καλός οικογενειάρχης; Ευλαβής πιστός που πας ταχτικά στην εκκλησία σου; Όλες οι πράξεις αυτές είναι πολύ απλές και “επικερδείς”. Για να τις κάνεις, δεν χρειάζεται να σκεφτείς πολύ, ούτε να πονέσεις. Δεν κινδυνεύεις με την απόφαση που παίρνεις. Αλλά όπου δεν υπάρχει κίνδυνος, εκεί, όπως η προσπάθεια είναι μικρή, έτσι και το τίμημά της, η αμοιβή της, είναι ασήμαντη» [σελ. 96 μέση – 97 μέση]

· «Η αρετή […] δεν είναι θέμα φιλοσοφικών δοκιμίων. Άδικα θα ψάξετε στα βιβλία των φιλοσόφων, δεν θα τη βρείτε εκεί. Θα τη βρείτε μονάχα εκεί που πραγματικά αποκαλύπτεται: στην ποίηση της ζωής και στην ποίηση του θεάτρου. Στην τραγωδία. Εκεί μόνο υπάρχει η αρετή του είδους που παρουσιάζω εδώ. Γιατί εκεί ο άνθρωπος παλεύει στήθος προς στήθος με τη μοίρα του και κατακτά την ελευθερία και θριαμβεύει, ή χάνει την ελευθερία και καταισχύνεται» [σελ. 99 μέση]

· «Θετικά ηθική, δηλαδή ενάρετη, είναι πάντοτε μια σπάνια, προνομιακή και απαιτητική πράξη. Σπάνια –επειδή πλείστες είναι οι ηθικοφανείς και πολύ λιγοστές οι αυθεντικά ενάρετες πράξεις. Προνομιακή –όχι μόνο γιατί δίνεται σε πολύ λίγους ανθρώπους ως προνόμιο ζωής, αλλά και γιατί μέσα στους ίδιου ανθρώπου το βίο οι ηθικά θετικές πράξεις είναι ελάχιστες. Κάποτε και μία μονάχα. Και απαιτητική –γιατί θέτει πολλές και δύσκολα ικανοποιούμενες αξιώσεις» [σελ. 101]

· «Από την ηθική του αποτελέσματος στην ηθική της πρόθεσης πέρασε η ανθρώπινη συνείδηση ύστερ’ από μια βαθειά και συνταραχτική εσωτερική μεταβολή. Μέτρο της αρετής γίνεται τώρα όχι ένα εξωτερικό γεγονός, που δεν μπορεί να είναι ποτέ εντελώς δικό μας (το αποτέλεσμα), αλλά ένα εσωτερικό μέγεθος που είναι ολόκληρος και ο ίδιος ο εαυτός μας (δηλαδή η πρόθεση). Αλλά πρόθεση σημαίνει: α)Ολοκληρωμένο το “κύκλωμα” που αρχίζει από την προαίρεση και απολήγει στην εκτέλεση (αλλά επιστρέφει διαρκώς στην αφετηρία του με το προγραμματισμό των λεπτομερειών και την επιλογή των μέσων), και β) Μια σειρά από συνεχόμενες και αλληλοσυμπληρωνόμενες ποιότητες της ηθικής πράξης, από τις οποίες κυριώτερες είναι: η επίγνωση, η ειλικρίνεια και η συνέπεια» [σελ. 101]

· «Η αρετή ως πόθος και βεβαίωση ελευθερίας είναι μια νίκη. Ανθίζει λοιπόν μέσα στο κλίμα της πάλης και, παρά τις αιματηρές θυσίες που επιβάλλει, είναι η ίδια η ευτυχία –με το νόημα ότι όχι απλώς οδηγεί στην ευτυχία, αλλά και απορρέει από την ευτυχία. Αφού θριαμβεύει, ο ηθικός άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από άλλην αμοιβή» [σελ. 101]

· «Ας μη μιλούμε για ηθική πρόοδο μέσα στην κοίτη της ιστορίας, αλλά για διαρκή και εναγώνια “κατάκτηση του νοήματος της αρετής” από τη θεωρία και την πράξη, που γίνεται με αλλεπάλληλες νίκες και ήττες, χωρίς ο αγώνας όχι απλώς να έχει αλλά και να μπορεί να πάρει τέλος» [σελ. 101]

· «Είναι σπάνια και προνομιακή η θετικά ηθική πράξη, επειδή μπορεί να περάσει ο βίος του ανθρώπου μέσα στην ευκολία, μέσα στη βολικότητα, μέσα σε ό,τι ονομάζουμε εύκρατο κλίμα της ζωής και τότε αυτό που λέγεται “αρετή”, το άνθισμα της ζωής δεν παρουσιάζεται. Εδώ έχομε, ας πούμε, τη φτηνή ευδαιμονία της καθημερινότητας. Τον αυτοματισμό τον κοινωνικό με όλες τις ανέσεις του. Εδώ ανήκει ο μεγάλος αριθμός των πράξεων που κάνουν ώστε αυτό το σπάνιο λουλούδι, η γνήσια αρετή, να μη μπορεί να φυτρώσει και ν’ανθίσει. Για να βλαστήσει χρειάζεται κλίμα ειδικό. Το “κλίμα” της πάλης, του αγώνα» [σελ. 102-103]

· «Μια πρόθεση που δεν έχει εκτελεσθεί, είναι ηθικά λειψή. Λέμε: “Είσαι άνθρωπος αγαθών προθέσεων”. Εάν όμως σταματάς έως εκεί, πάλι δεν είσαι ολόκληρος και αυθεντικά ηθικός άνθρωπος. Πολλοί είναι οι άνθρωποι των αγαθών προθέσεων, αλλά δεν είναι και όλοι άνθρωποι των αγαθών πράξεων. Για να γίνει αυτό το δεύτερο, πρέπει η πρόθεση να πληρωθεί, η διαδικασία να ολοκληρωθεί και να βρει την απόληξή της στην ενέργεια, να πραγματοποιηθεί η προαίρεση και να γίνει έργο. Λένε μερικοί: “Μα τι σημασία έχει που δεν έγινε έργο; Μπορεί να ήσαν τα εξωτερικά προσκόμματα τόσο πολλά και τόσο ανυπέρβλητα, ώστε επιτέλους η αγαθή βούληση αναγκάστηκε να παραιτηθεί”. Τούτο είναι μια εξήγηση, δεν είναι δικαιολογία. Βεβαίως θα υπάρξουν τα εμπόδια. Κάποτε μάλιστα τα εσωτερικά εμπόδια είναι περισσότερα και μεγαλύτερα από τα εξωτερικά. Εξάλλου η Ψυχολογία μας έδειξε σήμερα ότι τα εξωτερικά εμπόδια παίρνουν το μέγεθος και την περιπλοκή τους από τις εσωτερικές αντιστάσεις που ξυπνούν. Βέβαια λοιπόν θα υπάρξουν εμπόδια. Αλλά αθλητής δεν είναι εκείνος που έχει την όρεξη ή τη φιλοδοξία να πηδήσει. Είναι εκείνος που πήδηξε. Νικάει όχι εκείνος που προγραμμάτισε και κατάστρωσε τελικά ένα σχέδιο, αλλά αυτός που εκτελεί αυτό το σχέδιο και φτάνει εκεί που λογάριασε. Λοιπόν δεν πρέπει η πρόθεση να νομίζεται ότι αποτελεί τη μόνη και πλήρη εσωτερική δικαίωση της πράξης. Δεν αρκεί. Η πρόθεση πρέπει να βρει την ολοκλήρωσή της. Και ολοκληρωμένη είναι η πράξη όχι μόνο με την αρχή, αλλά και με την απόληξή της» [σελ. 111-112]

· «Το “γίνου κύριος της αρετής σου” το έχουν κηρύξει όλοι οι μεγάλοι ηθικοί αναμορφωτές. Από τον Βούδα έως τον Χριστό και από τον Σωκράτη έως τον Nietzsche όλοι αυτό το παράγγελμα δίνουν: “Γίνου κύριος της αρετής σου”. Πάψε να είσαι δούλος της αρετής. Δούλος της αρετής θα πει “τηρητής της αρετής των άλλων”. Τηρητής κανόνων που πνίγουν, δεν εκφράζουν την αρετή. Αυτό το διατύπωσε ωραία ο Χριστός, όταν είπε: “Δεν έγινε ο άνθρωπος για το Σάββατο, αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο”. Τo “Σάββατο” είναι ο τύπος, η στερεοτυπία, ο κανόνας που δεσμεύει απ’ έξω, ενώ ο άνθρωπος είναι το ελεύθερο και υπεύθυνο ον που σηκώνει επάνω του την ελευθερία και την ευθύνη του» [σελ. 128 παρ.1]

· «Δεν μπορούμε να πούμε για ένα έργο ηθικό ότι έχει σχετική γνησιότητα. Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Το “σχετική” ως προσδιορισμός δεν χωρεί εδώ. Ή είναι γνήσιο και αυθεντικό ένα έργο ή δεν είναι. Οι ηθικοί άνθρωποι είναι άτεγκτοι απέναντι στους άλλους, γιατί είναι αμείλικτοι και απέναντι στον εαυτό τους. Καμιά υποχώρηση. Κανένας συμβιβασμός. Δεν ενδίδουν ποτέ στην ανθρώπινη αδυναμία. “Σε σκανδαλίζει ο οφθαλμός σου; Έκβαλε αυτόν”. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Όχι απλώς φόρεσε γυαλιά. Βγάλε το μάτι σου… Η αδιαλλαξία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ηθικής συνείδησης» [σελ. 129 μέση]

· «Τρεις είναι οι κύριες μορφές της ηθικής ζωής: το Έθιμο, το Δίκαιο, το Ήθος. Το Έθιμο προσγράφει καθήκοντα. Το Δίκαιο ασφαλίζει δικαιώματα. Το Ήθος καταργεί και τα καθήκοντα και τα δικαιώματα ως σκοπιμότητες ή συμφέροντα και τα επιβάλλει ως αξιώσεις της ευθύνης και δρόμους της ελευθερίας. Ήθος= ηθικό φρόνημα, βούληση που προαιρείται και εκτελεί, με επίγνωση σύμφωνα με ένα πάγιο πρόγραμμα ζωής ή σύστημα αξιών» [σελ. 169]

· «Παραπολλοί άνθρωποι αναλίσκονται εντελώς μέσα σ’αυτούς τους δύο τύπους ζωής. Μέσα στο εθιμικό και στο καθεστώς του Δικαίου. Δεν πάνε παραπέρα. Δεν ωριμάζουν περισσότερο. Δεν ανηφορίζουν παραπάνω σ’αυτό που ονομάζομε “Ήθος” ή “ηθικό φρόνημα”. Μερικοί όμως ανηφορίζουν έως εκεί ψηλά. Αποκτούν επίγνωση του ηθικού χρέους, στους ώμους τους βαραίνει η προσωπική ευθύνη, διαμορφώνουν τη ζωή τους με μιαν αντίληψη προσωπική και υπερπροσωπική, δεσμευτική και ελεύθερη, και αυτοί πλέον ζουν με την προαίρεση και την πράξη τους αυτό που ονομάζομε ηθικό φρόνημα. Έχουν φτάσει πλέον στην περιοχή του “Ήθους”» [σελ. 174 παρ.3]

· « “Ήθος” λοιπόν (για να έχετε έναν απλό και σύντομο ορισμό) έχει μια βούληση που προαιρείται και πράττει με επίγνωση του χρέους, συναίσθηση ευθύνης και σύμφωνα με ένα πάγιο πρόγραμμα ζωής, ένα σύστημα αξιών, και όταν η βούληση προαιρείται και πράττει σύμφωνα με αυτό με συνέπεια, με ειλικρίνεια, λέμε ότι αυτή η βούληση έχει πλέον φθάσει στην περιοχή του “Ήθους”, του ηθικού φρονήματος» [σελ. 174 παρ. τελ.]

· «Το ηθικό κενό δεν είναι η ανηθικότητα, η immoralite, όπως ίσως φαντάζεστε. Το ηθικό κενό είναι η amoralite! Ανάμεσα στην immoralite και στην amoralite υπάρχει μια βαθύτατη διαφορά και θα σας παρακαλέσω να με προσέξετε για να την καταλάβετε. Moralite και immoralite, θα έλεγε ο λογικός, είναι αντίθετες έννοιες. Και η Λογική διδάσκει ότι οι αντίθετες έννοιες μπορούν με κάποιες αμοιβαίους περιορισμούς να συνυπάρξουν. Αν ποσοτικά περιοριστούν, στενέψουν οι έννοιες αυτές, συναληθεύουν. Moralite όμως και amoraliteαποτελούν αντίφαση, όχι αντίθεση. Και οι αντιφατικές έννοιες δεν είναι δυνατόν να συναληθεύουν ούτε να συμψεύδονται. Αυτό σημαίνει, για ν’ αφήσουμε τα λογικά σχήματα και να δούμε το πράγμα στην ουσία του, το εξής: Ο αμαρτωλός μπορεί να συνυπάρξει με τον ηθικό άνθρωπο, αφού και την ώρα που πέφτει στο αμάρτημα διατηρεί μέσα του ένα μεγάλο θησαυρό, τη δυνατότητα να μεταμεληθεί, να βασανιστεί από την τύψη. Η μεταμέλεια είναι γεφυρα, ο ενωτικός δεσμός που δένει τον αμαρτωλό με τον ενάρετο άνθρωπο. Δεν είναι μακριά ο ένας από τον άλλο όσο φαντάζεστε. Όταν μεταμελείται ο αμαρτωλός, όταν εκείνος που έκανε το κακό ξέρει ότι έπραξε κάτι το αποτρόπαιο και υποφέρει και πονάει γι’ αυτό, βρίσκεται πολύ κοντά στον ενάρετο άνθρωπο. Είναι στην ίδια φάλαγγα μαζί του. Απλώς σ’ αυτό τον αγώνα το δεινό, ο ένας αξιώθηκε να νικήσει και ο άλλος ατύχησε και ηττήθηκε. Όπως με την έκτιση της ποινής (μέσα στην περιοχή του Δικαίου) ο κακοποιός ξαναβρίσκει τρόπο να αποκατασταθεί κοινωνικά, να διαλλαγεί με την κοινωνία που τον καταδίκασε και τον απομάκρυνε από κοντά της, έτσι και η μεταμέλεια, η τύψη, γίνεται γέφυρα που ξαναφέρνει τον άνθρωπο που ξέπεσε στο χορό των ενάρετων ανθρώπων που τους είχε εγκαταλείψε. Όλες όμως αυτές οι λεπτές αποχρώσεις δεν υπάρχουν για τον τύπο τον amoral. (Δεν έχομε δυστυχώς στη γλώσσα μας αντίστοιχο όρο, γιατί το στερητικό άλφα, το ελληνικό, αν το βάλομε μπροστά, θα κάνομε τον “ανήθικο”, όχι τον amoral). Ο amoral δεν έχει καμιάν ευκαιρία να συνδιαλλαγεί. Απλούστατα, γιατί δεν την θέλει. Αυτός δεν παραδέχεται χρέος. Δεν έχει επίγνωση καθήκοντος. Δεν αναγνωρίζει αρχές, και επομένως, όταν τις παραβαίνει, δεν έχει το αίσθημα της ενοχής. Δεν έχει τύψεις. Δεν μεταμελείται. Είναι ο άνθρωπος που έχει πάθει κάτι χειρότερο από το πέσιμο το ηθικό: την αδιαφορία την ηθική. Είναι αδιάφορος. Και επειδή είναι αδιάφορος, σαρκάζει, ειρωνεύεται, είναι κυνικός» [σελ. 178 παρ.2 ως 179 παρ.2]

· «[…] παρουσιάζεται το φαινόμενο της amoralite με χαρακτηριστικό σημάδι: ένα οξύ, κοφτερό μυαλό. Ο τύπος amoral μπορεί να είναι ένας κατ’ εξοχήν θεωρητικός άνθρωπος, ένας νους θεωρητικός οξύτατος. Αλλά το νυστέρι εδώ δεν αναλύει απλώς. Σκοτώνει. Δεν ανατέμνει για να γνωρίσει. Κόβει για να διαλύσει. Εκεί φτάνει ο άνθρωπος όταν η συνείδησή του χάσει τις τρεις πολύτιμες πηγές από τις οποίες η ηθική βούληση αντλεί τη δύναμη κα την αλκή της. 1)Όταν χάσει την πίστη σ’ένα σκοπό ζωής. 2)Όταν χάσει την αγάπη για τους ανθρώπους, και 3)Όταν χάσει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο του κόσμου ολόκληρου. Όταν πάψεις να πιστεύεις ότι η ζωή και η ύπαρξη έχει ένα σκοπό, όταν δεν αγαπάς τον άνθρωπο, τον συνάνθρωπό σου και όταν δεν ελπίζεις σ’ένα καλύτερο αύριο –τότε ο ίδιος κόβεις από τις ρίζες της την ανθρωπιά σου. Αν προσέξετε, οι τρεις αυτές φλέβες είναι και οι πηγές της θρησκευτικότητας. Γιατί η “πίστη”, η “αγάπη” και η “ελπίδα”, όχι μόνο στη δική μας θρησκεία αλλά και σε άλλες ακόμη πανάρχαιες θρησκείες, συμβολικά παρουσιάζονται πάντοτε σαν θεμέλια της θρησκευτικότητας. Ακριβώς. Γιατί είναι και οι ρίζες της ανθρωπιάς. Εκείνος που δεν τις έχει, είναι σαν να’χει κοπεί από το βάθρο το ανθρώπινο. Και πράγματι οι τύποι οι amoraux είναι απάνθρωπα τέρατα…» [σελ. 180 β’ μισό]

· «Όπως έχουν κηρύξει όλες οι θρησκείες και οι φιλοσοφικές σχολές του πολιτισμένου κόσμου, αν έχει αξία η αρετή, είναι επειδή κερδίζεται με σκληρόν αγώνα. Αγώνα που γίνεται για να δαμάσομε τον εαυτό μας –κόβοντας σαν τον Ηρακλή του μύθου ένα-ένα τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας που φωλιάζει μέσα μας. Από “πολλοί” που γεννηθήκαμε κι ανατραφήκαμε, να γίνομε “ένας” με το φρόνημα και την πράξη –είναι το καθαυτό ηθικό έργο. Οι περισσότεροι σ’αυτό τον αγώνα πέφτουν, αλίμονο!, θανάσιμα λαβωμένοι. Αλλά για τούτο ίσα –ίσα βραβεύεται ο νικητής» [σελ. 205 τέλος]

· «Σήμερα το κύριο ηθικό πρόβλημα έχει πολιτικό περιεχόμενο, και στους ανθρώπους τους προικισμένους με ανεπτυγμένην ηθική ευαισθησία προυσιάζεται με τη μορφή των εξής αποριών: -΄Όταν το Κράτος που το θεωρείς οικείο και το υπηρετείς, αδικεί είτε τους πολίτες του είτε μιαν άλλη χώρα, μπορείς, όσο έντιμος κι αν είσαι στις συναλλαγές σου, φιλότιμος και πιστός τηρητής των ηθικών κανόνων στην ιδιωτική σου ζωή, να πιστέψεις τον εαυτό σου δίκαιο; -Είσαι πραγματικά ανεύθυνος για ό,τι πράττει η πολιτική κοινότητα, στην οποία ανήκεις, με τα όργανα που “θέσει” εκφράζουν τη βούλησή της; -Επιτρέπεται να πεις: “Άλλοι θ’αποφασίσουν τι πρέπει να πράξει το συλλογικό σώμα. Εκείνοι που έχουν αναδειχτεί αρμόδιοι με την κοινή συγκατάθεση ή με τη δύναμη των πραγμάτων. Εγώ θα περιοριστώ στα έργα μου. Απ’ αυτά θα κριθώ”; -Είναι θεμιτή η δικαιολογία: “Αφού είμαι ανήμπορος να αλλάξω τη ροή των γεγονότων, μόνο ζημιά θα κάνω αν με τις καταγγελίες μου μειώσω το γόητρο της χώρας μου και τη διασύρω στα μάτια των εχθρών της”; -Χρέος σου είναι να βάζεις την πατρίδα πάνω από την ανθρωπότητα; Το πρόβλημα, με λίγα λόγια, είναι: Μπορεί να είναι δίκαιος ο πολίτης μιας άδικης πολιτείας;» [σελ. 267 όλη]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου