Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ ( 1874 - 2 Μαΐου 1941 )


Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη, μεγαλεμπόρου βαμβακιού, και της Βιργινίας το γένος Χωρέμη, που κατάγονταν από τη Χίο. Εκτός από την Πηνελόπη η οικογένεια είχε δύο ακόμη κόρες, την Αλεξάνδρα και την Αργίνη και τρεις γιους, τον Αντώνη, τον Κωνσταντίνο και τον Αλέξανδρο. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στο αυστηρό αρχοντικό περιβάλλον του σπιτιού της και τα καλοκαίρια ταξίδεψε στην Ελλάδα και την Ευρώπη (Αθήνα, Πειραιάς, Χίος, Liverpool, Gratz κ.α.) Τις σχολικές γνώσεις της κάλυψε με κατ’ οίκον μαθήματα. Η σύγκριση των ελληνικών μαθητικών βιβλίων με τα αντίστοιχα ξενόγλωσσα την έκανε να συνειδητοποιήσει την ανάγκη για συγγραφή παιδικών βιβλίων γραμμένων σε απλή γλώσσα. Μετά την αγγλική κατάκτηση της Αιγύπτου (1882), η οικογένεια έφυγε για την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Κηφισιά. Το 1895 η Πηνελόπη παντρεύτηκε το φαναριώτη επιχειρηματία Στέφανο Δέλτα, με τον οποίο επέστρεψε μετά το τέλος του πολέμου του 1897 στην Αλεξάνδρεια και απέκτησε τρεις κόρες, τη Σοφία, τη Βιργινία και την Αλεξάνδρα. Ο Δέλτας ήταν φιλόδημοτικιστής και η Πηνελόπη επηρεάστηκε κυρίως από τον αδερφό του Κωνσταντίνο και τη γνωριμία και σχέση της με τον Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετούσε την περίοδο εκείνη στο προξενείο της Αλεξάνδρειας και την γνώρισε με τους Πάλλη, Εφταλιώτη, Βλαστό, Φωτιάδη, Ψυχάρη και Παλαμά, με τους οποίους διατήρησε επαφή και αλληλογραφία, συμβάλλοντας στο δημοτικιστικό αγώνα. Από το 1906 ως το 1913 έζησε με την οικογένειά της στη Φρανκφούρτη. Εκεί γνωρίστηκε με το Μανώλη Τριανταφυλλίδη και μέσω αυτού με τον κύκλο του Γληνού και του Δελμούζου, με τους οποίους συνέπραξε αργότερα στην έκδοση του Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου, του οποίου έγινε μέλος το 1910. Μακροχρόνια αλληλογραφία διατήρησε και με το γάλλο βυζαντινολόγο Γκυστάβ Σλυμπερζέ, του οποίου το βιβλίο Βυζαντινή Εποποιία ενέπνευσε τη Δέλτα στη συγγραφή μυθιστορημάτων με βυζαντινή θεματική (Για την πατρίδα, Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου). Παράλληλα με τη λογοτεχνία η Δέλτα ασχολήθηκε και με τις παιδαγωγικές μελέτες και το 1910 εξέδωσε το βιβλίο Στοχασμοί περί της ανατροφής των παιδιών μας. Το 1909 έγινε μέλος της Λαογραφικής Εταιρείας. Το 1916 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έζησε από κοντά τα Νοεμβριανά γεγονότα. Η φρίκη που αντίκρισε και ο κίνδυνος που αντιμετώπισε ο βενιζελικός και δήμαρχος τότε της Αθήνας πατέρας της συνέβαλαν στην πολιτική μεταστροφή της Δέλτα από την βασιλική στη βενιζελική παράταξη. Ο Βενιζέλος υπήρξε πρότυπο της Δέλτα και διατήρησε αλληλογραφία μαζί του, καθώς επίσης με τον Νικόλαο Πλαστήρα. Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν ως τη Μικρασιατική καταστροφή επηρέασαν και τραυμάτισαν την ψυχοσύνθεση της Δέλτα, που αντιμετώπιζε περισσότερο συναισθηματικά παρά εγκεφαλικά τα γεγονότα. Παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας της (προϊούσα παράλυση των άκρων), ήδη από το 1925 ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες για περίθαλψη και οικονομική ενίσχυση των προσφύγων από τη Βουλγαρία και τη Μικρασία. Ανάλογη πρωτοβουλία ανέλαβε και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, η είδηση ωστόσο της εισόδου των γερμανών στην Αθήνα την οδήγησε στην αυτοκτονία. Η Πηνελόπη Δέλτα υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες στην Ελλάδα των αρχών του αιώνα. Στο πεζογραφικό έργο της προσπάθησε να επιτύχει τόσο την ψυχαγωγία των μικρών αναγνωστών της όσο και την διαπαιδαγώγησή τους, ιστορική και ηθική. Εξίσου σημαντικό είναι το ιστορικό ερευνητικό της έργο, που οδήγησε στη συγκέντρωση πολύτιμου αρχειακού υλικού για την ελληνική ιστορία του αιώνα μας, ενώ ένα σημαντικό μέρος του συνόλου του έργου της καλύπτει η αλληλογραφία της με εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής και των γραμμάτων. 



Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Πεζογραφία
• Για την πατρίδα. Εικονογραφίες Ν. Λύτρα και Σ. Λασκαρίδη. Λονδίνο, τυπ. Γ.Σ.Βελώνη, 1909. 
• Παραμύθι χωρίς όνομα. Εικονογραφίες Δ. Κωνσταντινίδη. Λονδίνο, τυπ.Γ.Σ.Βελώνη, 1910.
• Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου. Εικονογραφίες Δ.Λ.Κωνσταντινίδη. Λονδίνο, 1911. 
• Παραμύθια και άλλα. Εικονογραφίες Σοφίας Λασκαρίδου και Σοφίας Σ. Δέλτα. Αθήνα, Βιβλιοθήκη του Εκπαιδευτικού Ομίλου5, 1915.
• Τ’ ανεύθυνα (Ψυχές Παιδιών). Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης,1921.
• Η ζωή του Χριστού· Τομος Α΄ . Αθήνα, τυπ. Εστία, 1925.
• Η ζωή του Χριστού· Τομος Β΄ . Αθήνα, τυπ. Εστία, 1925.
• Ο Τρελαντώνης· Εικονογραφίες Μαρίας Παπαρρηγοπούλου. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1932.
• Μάγκας. Εικόνες Δ. Π. Ζωγράφου – Αντ. Πολυκανδριώτη – Δ. Λ. Κωνσταντινίδη. Αθήνα, Κασταλία, 1935.
• Στα μυστικά του βάλτουΑ΄-Β΄. Εικονογραφίες Δ. Α. Μπισκίνη. Χάρτες Στεφανίας Φάρκου. Αθήνα, τυπ. Εστία, 1937.
ΙΙ.Μελέτες
• Στοχασμοί περί της ανατροφής των παίδων μας. Αθήνα, ανάτυπο από το Α’ Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου, 1911.
• Τα αναγνωστικά μας. Αθήνα, Βιβλιοθήκη του Εκπαιδευτικού Ομίλου3, 1913.
• Τα καινούρια αναγνωστικά μας. Αθήνα, ανάτυπο από το Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου του 1919, 1920.
ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Αλληλογραφία της Π.Σ.Δέλτα 1906-1940• επιμέλεια Ξ.Λευκοπαρίδη. Αθήνα, Εστία, 1956.
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΑ΄• Ελευθέριος Βενιζέλος (Ημερολόγιο – Αναμνήσεις – Μαρτυρίες – Αλληλογραφία). Αθήνα, Ερμής, 1978.
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΒ΄· Νικόλαος Πλαστήρας (Εκστρατεία Ουκρανίας 1919 – Κίνημα 6 Μαρτίου 1933, Αλληλογραφία). Αθήνα, Ερμής, 1979.
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΓ΄·Πρώτες ενθυμήσεις· Επιμέλεια Π.Α.Ζάννας. Αθήνα, Ερμής, 1985. 
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΔ΄• Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία (κείμενα Ι.Δραγούμη, Κ.Μανέτα, Κ.Βλάχου, Ν.Γρηγοριάδη). Αθήνα, Ερμής, 1982.
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΕ΄• Το γκρέμισμα. Ιστορικό μυθιστόρημα. Επιμέλεια Μαριάννα Σπανάκη – Εισαγωγή Π. Α. Ζάννας. Αθήνα, Ερμής, 1983.
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΣτ΄ Αναμνήσεις 1899. Μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο Βούλα Λούβρου. Επιμέλεια : Π. Α. Ζάννας, Αλ. Π. Ζάννας. Αθήνα, Ερμής, 1990. 
• Αρχείο της Πηνελόπης ΔέλταΖ΄• Αναμνήσεις 1921. Επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας. Αθήνα, Ερμής, 1996. http://www.ekebi.gr/

Με τις δύο κόρες της 


Για την πατρίδα 
Υπόθεση 

Στα τέλη του 995 μ.Χ., ο Ασώτης, γιος του Αρμένη μάγιστρου της Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Ταρωνίτη, πιάνεται αιχμάλωτος του βασιλιά των Βουλγάρων Σαμουήλ και μαζί με τον φίλο του Αλέξιο Αργυρό οδηγούνται στην Αχρίδα. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους, ο Βυζαντινός στρατός νικά τους Βούλγαρους στη μάχη του Σπερχειού. Στις διαπραγματεύσεις που ακολουθούν με τους Βυζαντινούς, ο Βούλγαρος ηγεμόνας παντρεύει την κόρη του Μιροσλάβα με τον Ασώτη και τον διορίζει στρατηγό στο Δυρράχιο. Σύντομα όμως, ο Σαμουήλ καταπατά τις συμφωνίες και αρχίζει εχθροπραξίες κατά του Βυζαντίου. Ο Ασώτης μαζί με τη Μιροσλάβα και τον Αλέξιο, τον εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αλέξιος αρραβωνιάζεται την κουβικουλαρία Θέκλα από το Γαλαξίδι. Ο πόλεμος ξεσπάει, και ο Αλέξιος ξεκινά για μια επικίνδυνη μυστική αποστολή μέσα στο εχθρικό έδαφος, με προορισμό το Δυρράχιο. Η Θέκλα τον ακολουθεί μεταμφιεσμένη σε αγόρι, σ' ένα επικό ταξίδι γεμάτο κινδύνους, που θα σφραγίσει τη μοίρα και των δύο. Ο επίλογος κλείνει με την (δεύτερη) υποταγή της Βουλγαρίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το έτος 1018 μ.Χ. 

Κεφάλαιο Β' 

Στο μεταξύ, ο Ασώτης με τον Αλέξιο και μερικούς άλλους αιχμαλώτους Έλληνες έμειναν κλεισμένοι στην Αχρίδα.

Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. Μαθημένοι όμως στο βυζαντινό πολιτισμό, που ήταν ο λεπτότερος εκείνης της εποχής, ένιωθαν βαρύτερα τη βαρβαρότητα του κατακτητή, αγανακτούσαν με τη σκληράδα, τη βαναυσότητα του Βουλγάρου, που εκδηλώνουνταν σε κάθε τους επαφή, ακόμα και στις πιο ασήμαντες περιστάσεις της καθημερινής τους υπηρεσίας.

Και η ιδέα μόνο πως ήταν αιχμάλωτοι και στα ξένα τους απέλπιζε.

- Δεν ξέρω τι περιμένω για να μπήξω το μαχαίρι του πατέρα μου στην καρδιά μου! έλεγε κάποτε ο Ασώτης του Αλέξιου. Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί; Μένομε δούλοι εδώ, δεν μπορούμε να υπηρετήσομε το Βασιλιά μας, και ωστόσο ο εχθρός ρημάζει την Ελλάδα. Τι ελπίζομε και τι περιμένομε;

- Περιμένομε περίσταση να δώσομε τη ζωή μας στην πατρίδα, απαντούσε ο Αλέξιος.

- Μα πώς να τη δώσομε, αφού μας κρατούν εδώ κλεισμένους; επέμενε ο Ασώτης.

- Παντού και πάντα μπορεί κανείς να υπηρετήσει την πατρίδα του, έλεγε ο Αλέξιος. Και τη ζωή σου δεν έχεις δικαίωμα να τη σπαταλήσεις ή να την πετάξεις. Ξόδεψε την, δώσε την, μα με τρόπο που να ωφελήσει. Δε χρησιμεύει να πεθάνομε από αγάπη ή από λύπη για την πατρίδα. Πρέπει ο θάνατος μας να ωφελήσει σε κάτι. Ειδεμή είναι άχρηστος.

Ο Ασώτης δεν επέμενε. Αναγνώριζε πως τα λόγια του Αλέξιου ήταν σωστά. Μα στην πρώτη περίσταση, δηλαδή κάθε φορά που έφθαναν καινούρια μηνύματα πως ο εχθρός προχωρούσε, και αύξανε η αυθάδεια των Βουλγάρων, τον έπιανε πάλι απελπισία. Μια μέρα ήλθε η είδηση πως καινούριος στρατός, με στρατηγό τον Νικηφόρο Ουρανό, είχε πάει στη Θεσσαλονίκη και από κει κατέβαινε στην Ελλάδα. Και συγχρόνως μαθεύτηκε πως ο Σαμουήλ βιαστικά παρατούσε την Πελοπόννησο και γύριζε ν' απαντήσει τον Νικηφόρο. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι της Αχρίδας, από την ώρα που το έμαθαν, ζούσαν σ' αιώνια ταραχή.

- Να φύγομε! Να φύγομε! έλεγε ο Ασώτης, που πήγαινε κι έρχουνταν στην κάμαρα τους σαν αγρίμι στο κλουβί.

- Ναι, να φύγομε! απαντούσε ο Αλέξιος. Μα πώς; Μας φυλάγουν στενά.

Κάθε τόσο έφθαναν καινούριοι αγγελιαφόροι, με μηνύματα των Βουλγάρων πως γύριζαν από τη Θεσσαλία φορτωμένοι λάφυρα, σέρνοντας πίσω τους κοπάδια τους αιχμαλώτους. Έξαφνα έπαυσαν οι ειδήσεις. Κανένας πια δεν έφθανε από το στρατόπεδο. Οι μέρες περνούσαν, μα νέα δεν έρχουνταν.

- Όλα καλά, έλεγαν οι Βούλγαροι αυλικοί. Θα τις φαν πάλι οι Έλληνες και θα πέσει ευθύς η Θεσσαλονίκη.

Τ' άκουαν οι Έλληνες και μάτωνε η καρδιά τους.

- Να φύγομε! Ναι, να φύγομε! έλεγε τώρα ο Αλέξιος, συχνότερα ακόμη και από τον Ασώτη.

Έξαφνα διαδόθηκε η είδηση πως απαντήθηκαν τα δυο στρατεύματα, πως έγινε μάχη, πως οι Έλληνες καταστράφηκαν και ο Σαμουήλ γύριζε στην Αχρίδα νικητής και τροπαιούχος. Λεπτομέρειες δεν ήξερε κανείς, ούτε κανένας ήξερε ποιος είχε φέρει την είδηση. Αλλά το έλεγαν όλοι, άρα ήταν αλήθεια.

Εκείνη τη μέρα, όταν οι Έλληνες αιχμάλωτοι πήγαν στα βασιλικά δωμάτια, ήταν τόσο μαραμένοι και σκοτεινοί, ώστε το παρατήρησε η κόρη του Σαμουήλ, η Μιροσλάβα, που τους είχε στην υπηρεσία της. Ήταν κι αυτή χαρούμενη για όσα είχε ακούσει για τη νίκη του πατέρα της. Η αθυμία όμως του Ασώτη τη συγκίνησε. Τον ρώτησε τι έχει.

- Η χαρά σου είναι λύπη μου, Δέσποινα, αποκρίθηκε ο Ασώτης.

Μερικοί αξιωματικοί Βούλγαροι, που έστεκαν εκεί, θύμωσαν με τα λόγια του και θέλησαν να τον βγάλουν έξω. Μα η βασιλοπούλα τούς σταμάτησε και πρόσταξε να την αφήσουν μόνη με τους δυο Έλληνες.

- Γιατί σε λυπεί τόσο η νίκη του πατέρα μου; ρώτησε η βασιλοπούλα όταν έμειναν μόνοι. Δεν το ήξερες πως ήταν μοιραίο να νικήσει;

Ο Ασώτης δεν αποκρίθηκε. Τότε γύρισε η Μιροσλάβα στον Αλέξιο και τον ρώτησε κι εκείνον γιατί έμεναν τόσο σκοτεινοί και μαύροι εκεί που όλη η χώρα πανηγύριζε.

- Είμαστε Έλληνες εμείς, Δέσποινα, αποκρίθηκε απλά ο Αλέξιος.

Η βασιλοπούλα έμεινε συλλογισμένη. Ύστερα είπε με κάποιο δισταγμό:

- Εγώ χαίρομαι. Και όμως μπορούσα να είμαι Ελληνίδα κι εγώ.

Ο Αλέξιος χαμογέλασε.

- Σα δύσκολο θα ήταν, είπε, εσύ, κόρη του Βασιλιά της Βουλγαρίας!

- Και όμως μισοείμαι Ελληνίδα, ξαναείπε η βασιλοπούλα, γιατί η μητέρα μου ήταν από την Ελλάδα.

Ο Ασώτης ταράχτηκε.

- Η μητέρα σου; ρώτησε.

- Ναι, η μητέρα μου. Δεν ακούσατε ποτέ την ιστορία της πανόμορφης Λαρισιώτισσας σκλάβας που την αγάπησε ο Σαμουήλ;

- Όχι, Δέσποινα, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, δεν έτυχε να την ακούσομε.

- Όταν κατέβηκε την πρώτη φορά ο πατέρας μου στην Ελλάδα, είπε η Μιροσλάβα, και για πρώτη φορά κατέκτησε τη Λάρισα, έκανε και τότε πολλούς αιχμαλώτους. Ανάμεσα στις γυναίκες ήταν και η μητέρα μου, νέο κορίτσι και πολύ όμορφο. Την έφεραν μπροστά στον πατέρα μου και, σαν την είδε, την αγάπησε ευθύς τόσο, που την παντρεύτηκε αμέσως, και σα βασίλισσα του την έφερε στον τόπο του. Ώστε βλέπετε πως, αν και δεν είμαι από την Πόλη σαν και σας, είμαι όμως Ελληνίδα. Και περισσότερο από σας έπρεπε να λυπούμαι για το σκληρό αυτόν πόλεμο, που γίνεται πάλι στα ίδια μέρη όπου γεννήθηκε η μητέρα μου. Κι έτσι μπορώ να νιώσω και τη δική σας λύπη...

- Όχι, Δέσποινα, διέκοψε ο Αλέξιος, δεν μπορείς να τη νιώσεις. Γιατί όσο και αν η μητέρα σου ήταν Ελληνίδα, η πατρίδα σου εσένα είναι η Βουλγαρία.

- Ενώ η δική σας είναι η Κωνσταντινούπολη... είπε συλλογισμένη η βασιλοπούλα. Μα εδώ μακριά που βρισκόμαστε, εξακολούθησε, δεν μπορούμε δυστυχώς διόλου να επηρεάσομε τα πράματα, ούτε σεις ούτ' εγώ. Θα ήθελα όμως να κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου, για να γίνει η ζωή σας υποφερτή. Ελπίζω να μην έχετε παράπονα με κανένα και να σας μεταχειρίζονται όλοι κατά τη σειρά σας, σαν πατρίκιοι που είσθε.

- Δεν έχομε παράπονα, Δέσποινα, είπε ο Αλέξιος. Και η θέση μας θα ήταν ζηλευτή για κάθε άλλον. Μα είμαστε ξένοι και δούλοι. Η αλυσίδα μας είναι βαριά, όσο κι αν την έχει χρυσώσει η καλοσύνη σου.

- Θέλεις να πεις ότι σας πειράζει που δεν έχετε την ελευθερία σας; Μου είναι εύκολο να ζητήσω από τον πατέρα μου, όταν επιστρέψει, να καταργήσει τη στρατιωτική επίβλεψη που σας έχουν τώρα. Ή μήπως και αυτό δε σας αρκεί; Μήπως θέλετε και να φύγετε, να γυρίσετε στην Πόλη;

- Ναι! αναφώνησε ο Ασώτης. Το μαντεύεις, Δέσποινα. Αυτό σου ζητούμε. Σε ικετεύομε, κάνε το! Και να είσαι ευλογημένη!

Γονάτισε μπροστά της, πήρε το χέρι της και το φίλησε με συγκίνηση.

Η βασιλοπούλα σηκώθηκε βιαστικά. Το γλυκό της πρόσωπο ήταν κατάχλωμο και ταραγμένο.

- Μου ζητάς πράματα αδύνατα, είπε με πολλή λύπη.

Και με το χέρι τούς έκαμε νόημα να φύγουν. Οι δύο Έλληνες υποκλίθηκαν βαθιά και βγήκαν από το δωμάτιο.

Μόλις βρέθηκαν μόνοι, ο Ασώτης έσφιξε το χέρι του φίλου του.

- Αλέξιε... να φύγομε... ψιθύρισε.

- Απόψε, αποκρίθηκε ο Αλέξιος.


 Η Πηνελόπη Δέλτα και ο Στέφανος Δέλτας. 

Παραμύθι χωρίς όνομα

Περίληψη 

Τα γεγονότα της ιστορίας συμβαίνουν σε μια φανταστική χώρα, που ονομάζεται «Χώρα των Μοιρολάτρων» (ο τόνος σκόπιμα στο «-λά-»). Βασιλιάς της χώρας αυτής είναι ο Αστόχαστος (ή «Ασυλλόγιστος» στις πρώτες εκδόσεις του έργου) και βασίλισσα η Παλάβω. Ο γιος τους ονομάζεται Συνετός και οι κόρες τους Ζήλιω, Πικρόχολη και Ειρηνούλα. Η ιστορία αρχίζει όταν ο Αστόχαστος έχει οδηγήσει τη χώρα του στην απόλυτη κατάρρευση, στην οικονομική χρεοκοπία και στην αδυναμία επιβιώσεως, ενώ οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον τόπο τους. Σε τέτοιο σημείο έχει φθάσει η κατάπτωση του κράτους, ώστε το εγκαταλείπει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός παίρνοντας μαζί του ό,τι είχε απομείνει στο δημόσιο ταμείο. Το κράτος επιβιώνει μόνο χάρη στην οικονομική βοήθεια από τα γειτονικά βασίλεια, όπου βασιλεύουν ο «Εξάδελφος Βασιλιάς» και ο «Θείος Βασιλιάς». Μέχρι που μία ημέρα, αντί για την επόμενη «δόση» της οικονομικής βοήθειας φθάνει ένα καλάθι που περιέχει μία γαϊδουροκεφαλή...
Αυτά όλα προκαλούν τη θλίψη αλλά και την αγανάκτηση του Βασιλόπουλου, του Συνετού, που αποφασίζει να πάρει τη μικρότερη αδελφή του και να ξενιτευτεί. Το αποτρέπει όμως η κυρα-Φρόνηση, την οποία συναντά τυχαία, και η οποία τον πείθει να μείνει, να γνωρίσει από κοντά τον λαό του και να αγωνισθεί για την αναδιοργάνωση του κράτους. Αυτό και γίνεται, η προσπάθεια όμως για αναδιοργάνωση φέρνει τον Συνετό σε σύγκρουση με τους αξιωματούχους και όσους άλλους εκμεταλλεύονταν το «μπάχαλο» που είχε προκαλέσει η διοίκηση του πατέρα του για το προσωπικό τους συμφέρον. Ο Δικαστής, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία, φεύγει από τη χώρα και πείθει τον Θείο Βασιλιά να εκστρατεύσει εναντίον της χώρας του Αστόχαστου με τη βεβαιότητα ότι θα την κατακτήσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ο Συνετός ωστόσο κατορθώνει να εμπνεύσει πίστη και εμπιστοσύνη στον λαό του, ο οποίος εξεγείρεται σαν ένας άνθρωπος και, πολεμώντας με θάρρος και ενθουσιασμό, κατατροπώνει τον εισβολέα. Αμέσως μετά αρχίζει η αναδιοργάνωση του κράτους με την επιμέλεια της κυρα-Φρόνησης.
Αναγνωρίζοντας ο Αστόχαστος τα όσα πέτυχε ο γιος του, υποχρεώνεται να τον ανακηρύξει βασιλιά της Χώρας των Μοιρολάτρων.

δείτε περισσότερα εδώ : 


Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου

Το γνωστότερο ίσως ιστορικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα διαδραματίζεται στη βυζαντινή Μακεδονία, στην αυγή της 2ης χιλιετίας μ.Χ. Ο Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, και ο Σαμουήλ, Τσάρος των Βουλγάρων, είναι οι δύο πρωταγωνιστές ενός σκληρού και μακροχρόνιου πολέμου, χωρίς σαφή σύνορα μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Σε αυτό το σκηνικό, οι πρωταγωνιστές της Δέλτα, οι νεαροί Βυζαντινοί ευγενείς Μιχαήλ και Κωνσταντίνος, κατάσκοποι στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα και ερωτευμένοι και οι δύο με την Αλεξία, έρχονται αντιμέτωποι με αδυσώπητα ηθικά διλήμματα, καθώς καλούνται -θυμίζοντας ενίοτε τους ήρωες του Βίκτωρος Ουγκώ- να θυσιάσουν την προσωπική ευτυχία μπροστά στο χρέος τους έναντι της πατρίδας.
Κατασκοπεία, προδοσία, ίντριγκες και συνωμοσίες, περιπέτειες, ανατροπές, μοιραίοι και παράφοροι έρωτες, πίστη σε ιδανικά και αίσθηση του καθήκοντος, δοσμένα με την ευαισθησία και τον λυρισμό της Δέλτα, δημιουργούν ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα που ανασυνθέτει με τρόπο γλαφυρό μια χρυσή εποχή του Βυζαντίου.

Κεφάλαιο ΣΤ

Ύστερα από την καταστρεπτική μάχη του Αξιού, όπου οι Βούλγαροι έπαθαν την ίδια πανωλεθρία όπως στη μάχη του Σπερχειού δέκα χρόνια πρωτύτερα, τα Σκόπια παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Ο Βασίλειος τότε κατέλαβε το κάστρο, έβαλε δυνατή φρουρά, και χωρίς να χάσει καιρό τράβηξε για το Περνίκον και το πολιόρκησε. Μα όπως η Στρουμπίτζη, έτσι και το Περνίκον ήταν δυνατά οχυρωμένο, και φρούραρχο είχε τον Κρακρά, έναν από τους ανδρειότερους και πιο πιστούς στρατηγούς του Σαμουήλ. Ύστερα από τριών μηνών πολιορκία, και αφού έχασε πολλούς άντρες και είδε πως δεν μπορούσε ούτε να νικήσει ούτε να πάρει με το μέρος του τον Κρακρά, ο Βασίλειος έλυσε την πολιορκία και γύρισε στην Πόλη.

Λίγον καιρό όμως ξεκουράζουνταν ο Βασίλειος. Τον άλλο χρόνο βγήκε πάλι με το στρατό του, και πάλι τον άλλο χρόνο, και σε κάθε εκστρατεία έπαιρνε κι από μερικά φρούρια και πόλεις, κι όλο στένευε περισσότερο τα σύνορα της Βουλγαρίας, κι όλο λιγόστευε τη δύναμη του Σαμουήλ. Κι έτσι πέρασαν δέκα χρόνια. Ο Σαμουήλ ωστόσο δεν έχανε το θάρρος του. Βλέποντας πως η εισβολή του Βασιλείου γίνουνταν πάντα από την κλεισούρα του Κλειδιού στην κοιλάδα του Στρυμόνα, αποφάσισε να οχυρώσει το στενό και να του κόψει το δρόμο. Κατόρθωσε να διώξει τους Βυζαντινούς που το φύλαγαν κι έβαλε τους δικούς του να χτίσουν οχυρώματα δυνατά στις δυο πλαγιές. Ώστε όταν έφθασε κει ο Βασίλειος, τον Ιούλιο του 1014, βρήκε το δρόμο κλειστό. Από τα ψηλά τους ξύλινα οχυρώματα, οι Βούλγαροι κατρακυλούσαν βράχους, έριχναν πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκαν, αφάνιζαν τους αυτοκρατορικούς. Όλη η ορμή των στρατιωτών του Βασιλείου σπούσε στα εχθρικά χαρακώματα. Φώναξε τότε ο Βασίλειος τους στρατηγούς του, τους απέδειξε πόσο αδύνατο ήταν να πάρουν τα οχυρώματα αυτά, και τους είπε πως σκοπό είχε να τραβηχθεί χωρίς να επιμείνει περισσότερο και να θυσιάσει τόσους άντρες.

- Δέσποτα, φώναξε τότε ο Νικηφόρος Ξιφίας, μια χάρη σου ζητώ! Δώσε μου μόνο τρεις μέρες ακόμα, Αύγουστε. Άφησε μου τον καιρό ν' ανέβω από την πίσω ράχη της Βαλαθίστης και να πέσω στις πλάτες τους! Και τότε είναι χαμένοι!

Ο Αυτοκράτορας, αφού συζήτησε το σχέδιο, παραδέχθηκε την τολμηρή αυτή πρόταση, και συμφώνησε με τους στρατηγούς του πώς να δοθεί το σύνθημα για να πέσουν όλοι, την ίδια ώρα, καταπάνω στους εχθρούς και να τους προσβάλουν συγχρόνως απ' όλα τα μέρη. Ωστόσο ο Σαμουήλ, ελπίζοντας μ' έναν αντιπερισπασμό να σταματήσει την πορεία του Αυτοκράτορα, είχε στείλει έναν από τους γενναιότερους του βολιάδες, τον Δαβίδ Νεστορίτση, να προσβάλει ξαφνικά τη Θεσσαλονίκη, με την ελπίδα να τη βρει ανυπεράσπιστη. Στρατηγός της Θεσσαλονίκης ήταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης, ένας από τους λαμπρότερους στρατηγούς του Βουλγαροκτόνου. Ένα βράδυ λοιπόν, εκεί που ξεκαβαλίκευε μπρος στην πόρτα του, είδε πλάγι του κάποιο νέο άγνωστο, με ζωηρά καστανά μάτια και κορμοστασιά κυπαρισσένια. Του παρουσίασε σιωπηλά ένα τυλιγμένο έγγραφο, κι ευθύς χάθηκε από μπροστά του. Ο Βοτανειάτης παραξενεύθηκε, κι άνοιξε το έγγραφο. Λίγα ήταν τα γραμμένα λόγια: «Θεοφύλακτε Βοτανειάτη, το γεράκι σταμάτησε τον αετό, και μάταια γυρεύει αυτός ν' ανοίξει δρόμο. Φύγε, πέταξε, φθάσε. Στο δρόμο σου σκόρπισε το σύννεφο που έρχεται να σε σαστίσει. Μην το περιφρονήσεις όμως, είναι μαύρο και βαρύ, πάρε τα μέτρα σου. Ν.Ο.Α.». Μια στιγμή έμεινε ο Βοτανειάτης σαστισμένος. Ύστερα μπήκε βιαστικά στο παλάτι του, και μήνυσε στους αξιωματικούς του να έλθουν ευθύς όλοι σε συμβούλιο.

- Οπλίσετε τη φρουρά, διέταξε, μαζέψτε τους στρατιώτες. Να μη μείνουν στα κάστρα παρά όσοι χρειάζονται για ώρα ανάγκης, και όλος ο στρατός να είναι έτοιμος. Πριν ανατείλει ο ήλιος, θα βγω στη μάχη.

Και ξεδιπλώνοντας την περγαμηνή τους την διάβασε.

- Τι θα πει αυτό; ρώτησαν ένα - δυο.

- Δεν το εννοείτε; αποκρίθηκε ο Βοτανειάτης. Και τους εξήγησε: Ο Σαμουήλ σταμάτησε τον Αυτοκράτορα στο Κλειδίον, και ο Αύγουστος έχει ανάγκη από βοήθεια. Στο δρόμο μας θ' απαντήσομε δύναμη βουλγάρικη, που έρχεται εκεί που δεν την περιμένομε, να μας χτυπήσει. Ανέτοιμους όμως, μα τον Άη Γιώργη, δε θα μας βρει! πρόσθεσε ο Βοτανειάτης. Εμείς θα πέσομε απάνω τους, εκεί που δεν το περιμένουν αυτοί!

- Μη βιάζεσαι, πατέρα, είπε ο γιος του, γενναίος και συνετός νέος. Πρόσεξε μην είναι το μήνυμα καμιά παγίδα...

- Κοίταξε τα τελευταία γράμματα, αποκρίθηκε ο Βοτανειάτης, δείχνοντας με το δάχτυλο του τα τρία ψηφία που έρχουνταν σαν υπογραφή.

- «Ν.Ο.Α....;» διάβασε ο γιος του. Τι θα πει αυτό;

- «Νικά ο Αετός», εξήγησε ο Βοτανειάτης. Είναι το σύνθημα των κατασκόπων μας. Τώρα που είμαι ειδοποιημένος, πρώτα ο Θεός, θα τους σπάσω.

Την άλλη μέρα, σαν αστραπή έπεσε ο Βοτανειάτης και ο γιος του με το στρατό τους απάνω στο σώμα του Νεστορίτση, που ανυποψίαστο βάδιζε εναντίον της Θεσσαλονίκης, το τσάκισε και το έτρεψε σε τέτοια φυγή, που όλες οι αποσκευές των εχθρών έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων, καθώς και πολλοί αιχμάλωτοι και όλοι οι θησαυροί τους. Έπειτα βιαστικά τράβηξε κατά το Κλειδίον, κι έφθασε στην ώρα, για να δοξαστεί κι αυτός στη μεγάλη μάχη που προετοιμάζουνταν.

Ξημέρωσε η 29 Ιουλίου και το σύνθημα δόθηκε. Μ' όλο του το στρατό έπεσε πάλι με λύσσα ο Βασίλειος στα εχθρικά οχυρώματα. Οι Βούλγαροι αντιστάθηκαν γενναία, πολλοί Έλληνες έπεσαν. Με όλη όμως τη θραύση που έκαμαν τα εχθρικά όπλα, με τις πέτρες και τους βράχους που κυλούσαν από πάνω, με ακαταμάχητη ορμή εξακολουθούσαν τα παλικάρια του Βασιλείου να ρίχνονται στα χαρακώματα.

Έξαφνα ανέβηκε προς τον ουρανό μια σπαραχτική φωνή τρόμου και φρίκης, και την ίδια στιγμή, σα μέλισσες που τρομαγμένες αφήνουν σωροί - σωροί το μελίσσι τους, χύθηκαν οι Βούλγαροι έξω από τα χαρακώματα και το έβαλαν στα πόδια. Το τολμηρό επιχείρημα του Ξιφία είχε πετύχει. Με το διαλεκτό του σώμα πήρε γύρω το βουνό, ανέβηκε από δύσβατα μονοπάτια, κι έξαφνα, χωρίς να τον υποψιαστούν οι Βούλγαροι, έπεσε στις πλάτες τους, τους κατάσφαξε, κι έβαλε φωτιά στα ξύλινα χαρακώματα. Αλαλάζοντας χύθηκαν τότε οι στρατιώτες του Βασιλείου πίσω από τους εχθρούς που έφευγαν ξετρελαμένοι απ' όλες τις μεριές. Ο Βοτανειάτης με το ιππικό του τους πήρε στο κυνηγητό, σκότωσε αμέτρητους κι αιχμαλώτισε χιλιάδες.

Ως κι ο Σαμουήλ κόντεψε να πιαστεί. Μερικοί Έλληνες τον πρόφθασαν στη φυγή, τον έζωσαν, και θα τον αιχμαλώτιζαν χωρίς τον ηρωικό του γιο, τον Γαβριήλ Ρωμανό, που στάθηκε σχεδόν μονάχος και πολέμησε σα λεοντάρι, σκεπάζοντας τον πατέρα του με το σώμα του, ώσπου πρόφθασε ο Σαμουήλ να καβαλικέψει και να φύγει στα τέσσερα. Τότε μόνο πήδησε και ο Ρωμανός στο άλογο του και, σαν τον άνεμο, ακολούθησε τον πατέρα του. Σχεδόν μόνοι έφυγαν οι δυο αυτοί άντρες, ο νικημένος Τσάρος κι ο γιος του, και χωρίς να σταματήσουν έτρεξαν ως τον Πρίλαπο, κι εκεί κλείστηκαν, αποκαμωμένοι κι ως την καρδιά απελπισμένοι. Ο λαμπρός του στρατός, η δύναμη και το καμάρι της Βουλγαρίας, ήταν κατεστραμμένος. Οι λίγοι που σώθηκαν γύριζαν μπουλούκια σκόρπια στα άγρια βουνά, γυρεύοντας το δρόμο της πατρίδας τους, χωρίς αρχηγό για να τους συγκεντρώσει. 15.000 αιχμάλωτοι έμειναν στα χέρια του Βασιλείου και στοίβες πτώματα σκέπαζαν την κοιλάδα του Στρυμώνα.

Σαν είδε ο Βασίλειος πως του ξέφυγε πάλι ο Σαμουήλ και πως τέλος δεν είχε αυτός ο πόλεμος, αποφάσισε στην καρδιά να χτυπήσει τον Τσάρο μ' ένα φρικτό και απαίσιο χτύπημα. Διέταξε να χωρίσουν τους αιχμαλώτους σε εκατοστές, τους ενενήντα εννιά από κάθε εκατοστή να τους τυφλώσουν, και του τελευταίου να του αφήσουν μόνο ένα μάτι, για να βλέπει και να οδηγεί τους άλλους ως την πατρίδα τους. Και τότε τους έδιωξε και τους έστειλε να διαλαλήσουν σ' όλα τα χωριά της Βουλγαρίας τη δύναμη του Αυτοκράτορα των Ελλήνων και να μαρτυρήσουν τη σκληρότητα της εκδικήσεώς του. Ο ακούραστος Βασίλειος, αμέσως ύστερα από τη μεγάλη νίκη του Κλειδιού, αφήνει δεξιά το οχυρωμένο κάστρο του Μελένικου, γυρίζει δυτικά και, ακολουθώντας τον Πόντο, παραπόταμο του Στρυμόνα, φθάνει στη Στρουμπίτζη, αφού πρώτα πήρε κι ένα - δυο φρούρια στο δρόμο του. Χωρίς δισταγμό πολιόρκησε τη Στρουμπίτζη, με τη βεβαιότητα πως, όσο οχυρωμένο και αν ήταν το φρούριο, δε θα βαστούσε ύστερ' από την πανωλεθρία του Κλειδιού. Φώναξε λοιπόν τον Βοτανειάτη και του είπε να στείλει προσκόπους στο βουνό Δύσβατο, για να βεβαιωθεί πως ο δρόμος ήταν ανοιχτός από κει.

- Η Στρουμπίτζη όπου κι αν είναι θα πέσει, του είπε, και τότε θα γυρίσομε από την κοιλάδα του Αξιού.

Το Δύσβατο, που χωρίζει τις δυο κοιλάδες του Στρυμόνα και του Αξιού, είναι ψηλό και άγριο βουνό, και μόλις είχε τότε μερικά μονοπάτια για να περάσουν οι στρατιώτες. Όταν γύρισαν όμως οι πρόσκοποι, είπαν πως τα μονοπάτια αυτά ήταν παντού κλεισμένα και οχυρωμένα με ξύλινα χαρακώματα, που τα είχαν στήσει οι Βούλγαροι.

- Λοιπόν να πας εσύ εμπρός, Θεοφύλακτε Βοτανειάτη, διέταξε ο Αυτοκράτορας, να κάψεις όλα αυτά τα χαρακώματα και ν' ανοίξεις δρόμο για το στρατό.

Ο Βοτανειάτης έφυγε, πέρασε από τα στενά και τα μονοπάτια, έκαψε όσα χαρακώματα βρήκε, κι έφθασε στον Αξιό χωρίς ν' ανταμώσει ούτε ένα Βούλγαρο. Άφησε τους στρατιώτες του να ξεκουραστούν λίγο και πάλι γύρισε από τον ίδιο δρόμο, με την ελπίδα να προφθάσει κι αυτός να πολεμήσει στην πολιορκία της Στρουμπίτζης. Είχε προχωρήσει το σώμα κάμποσο, κι έφθασε σε μια ρεματιά. Ανάμεσα στις άγριες και ψηλές πλαγιές, ένα ρυάκι κυλούσε τα κρυσταλλένια νερά του μέσα στα χαλίκια και τους βράχους. Χαρούμενος πήγαινε ο Βοτανειάτης, και πότε σφύριζε ένα τραγούδι της πατρίδας του, πότε κουβέντιαζε με τον υπασπιστή του.

- Τι χείμαρρος πρέπει να βροντοκυλά εδώ το χειμώνα! είπε δείχνοντας το ήμερο ποταμάκι που μουρμούριζε σιγαλά παρακάτω. Τυχερό μας ήταν να περάσομε τέτοια εποχή. Αν κατέβαιναν τώρα τα πολλά νερά, η διάβα από δω θα ήταν αδύνατη.

Ο υπασπιστής δεν αποκρίθηκε. Η προσοχή του ήταν στημένη στους θάμνους και στα μακριά χορτάρια που σκέπαζαν την πλαγιά του βουνού. Και ο Βοτανειάτης ξανάρχισε να σιγομουρμουρίζει το γύρισμα του τραγουδιού του: «...Και μοιρολόγια λυπηρά να τραγουδούν για σένα...».

- Μα τι κοιτάζεις με τόσην επιμονή λοιπόν; ρώτησε ο στρατηγός κόβοντας το τραγούδι του για να κοιτάξει κι αυτός από το ίδιο μέρος.

Από μέσα από τα χόρτα, λίγο παραπάνω, ένα κοριτσίστικο κεφάλι περνούσε. Τα κατάμαυρα μαλλιά της έπεφταν ξέπλεκα και σγουρά μισοκρύβοντας το πρόσωπο της, και το τρομαγμένο της βλέμμα ήταν καρφωμένο ψηλά στους βράχους που κρέμουνταν απότομοι πάνω από την κοιλάδα. Ο Βοτανειάτης σήκωσε το κεφάλι και είδε κάτι που σάλευε ανάμεσα στις πέτρες. Ήταν ένας άντρας που σαν κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο, και κατέβαινε με μεγάλη βία προς το μέρος του.

- Ένας Βούλγαρος! μουρμούρισε ο υπασπιστής. Και τεντώνοντας το τόξο του, περίμενε να πλησιάσει λίγο περισσότερο και τότε σημάδεψε.

Εκείνη την ώρα γύρισε ο άλλος το κεφάλι και του έκανε νόημα να μην τραβήξει. Καθώς είδε ο Βοτανειάτης το πρόσωπο του, έβγαλε μια φωνή:

- Μην τραβάς!...

Ήταν πια αργά. Η σαΐτα έφυγε σφυρίζοντας, πέταξε και μπήχθηκε στο στήθος του ανθρώπου που κατέβαινε. Σπασμωδικά άπλωσε τα χέρια ν' αρπάξει τίποτα, να στηριχθεί. Έγειρε πίσω, και γκρεμίστηκε ως κάτω στο ποτάμι όπου έμεινε ακίνητος.

- Τι έκανες! Τι έκανες! φώναξε ο Βοτανειάτης. Αυτός είναι που στη Θεσσαλονίκη μου έφερε το γράμμα!...

Πήδησε από τ' άλογο κι έτρεξε κατά το ποταμάκι. Βρήκε το νέο με το κεφάλι ανοιγμένο, βουτημένο στα αίματα. Καθώς έκανε να τον σηκώσει, ο νέος άνοιξε τα μάτια και τον αναγνώρισε.

- Θεοφύλακτε Βοτανειάτη... είπε με κόπο. Ο Ιβάτζης... Γρήγορα... φύγε...

Έβγαλε έναν αναστεναγμό, και τα ματόκλαδά του έκλεισαν πάλι. Ο Βοτανειάτης έσκυψε απάνω του. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο, το στόμα του νευρικά τεντωμένο.

- Πες μου! Πες μου από πού έρχεται ο Ιβάτζης;

Ο νέος σάλεψε τα χείλια του, μα καμιά λέξη δεν ακούστηκε. Με αγωνία έγειρε ο Βοτανειάτης το αυτί του στο στόμα του πληγωμένου.

- Να γυρίσω πίσω; ρώτησε.

Μα ο νέος είχε λιγοθυμήσει. Ο Βοτανειάτης τον ακούμπησε στο χώμα, και γυρνώντας στους αξιωματικούς του που μαζεύουνταν στο γύρο:

- Τρέξετε! διέταξε. Παρασύρετε τους άντρες κατά την έξοδο. Είμαστε πια μακριά για να γυρίσομε, κι αν έρχεται ο Ιβάτζης, από πίσω μας θα έλθει. Βάλετε το στα τέσσερα και βγείτε από το στενό.

- Και συ, Θεοφύλακτε Βοτανειάτη; ρώτησε ο υπασπιστής του βλέποντας πως γυρνούσε πίσω.

- Εγώ... με τη βοήθεια της Πανάχραντου θα σταματήσω τον Ιβάτζη, είπε. Και, πηδώντας στο άλογο του, έτρεξε να βρει την οπισθοφυλακή.

Όλος ο στρατός τότε όρμησε τρεχάτα κατά την έξοδο. Μα η ρεματιά ήταν στενή, λίγοι άντρες περνούσαν στη γραμμή. Ακόμα δεν είχαν βγει οι πρώτοι, όταν μπροστά τους πλάκωσαν οι Βούλγαροι, και μεμιάς ξεπροβάλλοντας από τα δέντρα, σκέπασαν τις δυο πλαγιές. Σε μια στιγμή η όμορφη ρεματιά πήρε όψη μακελιού, και το κρυσταλλένιο ποταμάκι κύλησε κόκκινα θολά νερά. Από ψηλά οι Βούλγαροι τόξευαν τους Έλληνες, και αυτοί, στριμωγμένοι στην κλεισούρα, ο ένας απάνω στον άλλο, ούτε να διαφεντευθούν δεν μπορούσαν. Πλήθος σωρεύουνταν τα σώματα, πληγωμένοι και σκοτωμένοι γέμιζαν το στενό, έκοβαν το δρόμο στους άλλους που έφθαναν τρεχάτοι, κι έπεφταν κι αυτοί απάνω στους συντρόφους τους, χωρίς καν να προφθάσουν μια σαΐτα να ρίξουν. Ο Βοτανειάτης, βλέποντας μπροστά τον εχθρό, όρμησε με τη συνηθισμένη του παλικαριά στην πρώτη γραμμή. Μα κατατρυπημένος έπεσε, και το κορμί του θάφτηκε κάτω από στοίβες νεκρών.

Σα δεν έμεινε πια ούτε ένας όρθιος, οι Βούλγαροι πήδησαν από τους βράχους ανάμεσα στους πεθαμένους και κούρσεψαν ό,τι πολύτιμο είχαν απάνω τους. Ύστερα ανέβηκαν πάλι από τις πλαγιές κι έγιναν άφαντοι.https://el.wikisource.org/

 Η Πηνελόπη Δέλτα και ο Ίων Δραγούμης. 

Τρελαντώνης

Ο Αντώνης και τα τρία αδέρφια του, η Αλεξάνδρα, η Πουλουδιά και ο Αλέξανδρος -που ζουν μόνιμα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου-, φιλοξενούνται για τις καλοκαιρινές διακοπές από τους θείους τους στην Καστέλα του Πειραιά. Τα τέσσερα παιδιά φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή των ενηλίκων. Ανάμεσα τους, ο Αντώνης -ο πιο σκανδαλιάρης από όλους αλλά ακέραιος χαρακτήρας, πρότυπο για τα αδέρφια του και μόνιμος πονοκέφαλος για τους μεγάλους- γίνεται με τις απολαυστικές περιπέτειες του σύμβολο τιμιότητας και θάρρους. 
Πρόκειται για τον αξέχαστο ήρωα μιας διασκεδαστικής ιστορίας, η οποία περιγράφει το συναρπαστικό καλοκαίρι του 1879 που όντως πέρασαν στην Καστέλα τα παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη, δηλαδή η Πηνελόπη (η οποία στο βιβλίο "εμφανίζεται" με τη μορφή της" Πουλουδιάς) και τα αδέρφια της.
"Ο Τρελαντώνης" -κορυφαίο μυθιστόρημα της παιδικής λογοτεχνίας, που πρωτοεκδόθηκε το 1932 και δεν έπαψε έκτοτε να διαβάζεται-επιβεβαιώνει την άποψη ότι πραγματικά καλό βιβλίο για τα παιδιά είναι το βιβλίο το οποίο κερδίζει τόσο τους μικρούς όσο και τους μεγάλους αναγνώστες.http://www.biblionet.gr/

ΙΒ'. Η βάρκα

Φυσούσε μελτέμι δυνατό. Σκυμμένος στο παράθυρο κοίταζε ο Αντώνης τις βάρκες, δεμένες στην ακρογιαλιά, που χόρευαν στα κύματα τεντώνοντας τα σκοινιά τους, σα να ήθελαν να τα κόψουν και να ξεφύγουν στο πέλαγος.

Είχε τελειώσει το βιβλίο που του είχε δανείσει ο Μαξ, Η Μικρά Καλύβη του Δάσους, και δεν είχε άλλο πρόχειρο. Η Αλεξάνδρα μελετούσε σκάλες στο πιάνο, ο Αλέξανδρος, σαν κορίτσι, έκοβε κυρίες από παλιά φιγουρίνια της θείας, και η Πουλουδιά βρήκε την ώρα να βγάλει την άσχημη κούκλα της, μια Αραπίνα με προβατίσια μαύρα μαλλιά και χρυσές φούσκες γύρω στο λαιμό της, και να παίζει μαμά και μωρό.

Τι κουταμάρες, Θεέ μου, και τι έλλειψη φαντασίας που πρέπει να έχει ένα κορίτσι, για να διασκεδάζει πασπατεύοντας ένα κούτσουρο, με πορτσελανένιο κεφάλι και προβιά για μαλλιά! Δυο τρεις φορές την είχε φωνάξει, μ' αυτή πείσμα, να παίζει με την Αραπίνα της! Την είχε κοροϊδέψει, της είχε πει πως ήταν φρικτό το φόρεμα της κούκλας της, κόκκινο και κίτρινο.

- Τι γούστο, αλήθεια, αυτουνού που την αγόρασε!

- Μου τη χάρισε ο θείος ο νονός μου, κι έχει πολύ γούστο ο αδελφός της μαμάς μου! αποκρίθηκε η Πουλουδιά που άλλη φορά είχε παραδεχτεί πως ήταν πολύ άσχημο το φόρεμα της κούκλας της, μα που τώρα, λέει, άλλαξε γνώμη.

Της είπε πως οι χρυσές φούσκες του λαιμού της την έκαναν σαν καμπούρα. Μα και αυτό δεν το παραδέχθηκε η Πουλουδιά. Και στο τέλος κάκιωσε και δεν του απαντούσε πια. Και κοίταζε ο Αντώνης τις βαρκούλες που ανεβοκατέβαιναν λοξά, σα στραβόλαιμιασμένες, απάνω στα κύματα που σπούσαν και βροντούσαν στα χαλίκια, και θυμούνταν τον Σεβάχ το Θαλασσινό, που σε αμέτρητες βρέθηκε φουρτούνες, που καραβοτσακίστηκε και θαλασσοπνίγηκε τόσες φορές, και όλο τα 'βγαζε πέρα και δεν πνίγουνταν ποτέ.

- Να, επιστρέφει κιόλα η ατμάκατος του κυρίου Μακρονησιώτη! είπε σκύβοντας έξω από το παράθυρο.

Κανένας δεν του αποκρίθηκε.

Κοίταξε ο Αντώνης την ατμάκατο που σα σαΐτα έκοβε τα κύματα, ακίνητη, στερεά, και την εσύγκρινε με τις δεμένες βαρκούλες που χόρευαν σαν άδεια καρυδότσοφλα. Και λαχτάρησε μια παρόμοιαν ατμάκατο που θα δέσποζε και μελτέμι και κύματα.

- Εγώ, σα μεγαλώσω, θα γίνω καπετάνιος! είπε πάλι χωρίς να γυρίσει.

Η Πουλουδιά, κακιωμένη, δεν του αποκρίθηκε. Ο Αλέξανδρος όμως, χωρίς να σταματήσει το ψαλίδι του, αποτελείωσε πρώτα την ουρά μιας κιτρινοντυμένης κυρίας, που την είχε στολίσει το πινέλο της Αλεξάνδρας με του κόσμου τα διαμαντικά, την άπλωσε στο τραπέζι και ύστερα είπε με το συνηθισμένο ήσυχο του τρόπο:

- Εσύ είπες μια φορά πως, σα μεγαλώσεις, θα γίνεις σκύλος!

- Και ύστερα ήθελες να γίνεις και άλογο! πρόσθεσε κοροϊδευτικά η Πουλουδιά, παρατώντας για μια στιγμή την αξιοπρεπή σιωπή της, για να μπει στη μύτη του αδελφού της.

Ο Αντώνης κοκκίνισε. Μα σταύρωσε τα χέρια του και είπε, τάχα αδιάφορα:

- Ήμουν μικρός σαν τα έλεγα αυτά. Τώρα που είμαι μεγάλος λέγω πως θα γίνω καπετάνιος.

- Ναι! Να δούμε τι θα πεις αύριο που θα πάμε στο περιβόλι της Αλίς στην Κηφισιά. Πάλι θα θέλεις να γίνεις περιβολάρης, όπως προχθές που μας προσκάλεσε η Αλίς. Κάθε μέρα θες να γίνεις κάτι άλλο.

- Και συ κάθε μέρα γίνεσαι πιο σαχλή! της αποκρίθηκε ο Αντώνης. Λες κουταμάρες, πως, σα μεγαλώσεις, θα πάρεις τον Γιάννη, και ύστερα παρακαλείς να μην του το πω! Μα θα το πω καμιάν ώρα.

- Αν το πεις, φώναξε φουρκισμένη η Πουλουδιά, θα πω εγώ της μαμάς πως είπες της Αλίς ότι κείνη σταύρωσε το Χριστό!

Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του.

- Και δεν το λες; έκανε ξένοιαστος.

Τι τον έμελε; Την τιμωρία του την είχε φάγει, και η μαμά δεν τιμωρούσε ποτέ δεύτερη φορά. Της Πουλουδιάς όμως της κόπηκε η φόρα και η φωνή. Αν δεν τον έμελε τον Αντώνη να το μάθει η μαμά, το όπλο της σπούσε στα χέρια της. Τι να το κάνει πια; Αλήθεια όμως! Αν έλεγε κι εκείνη πως δεν τη μέλει να το μάθει ο Γιάννης, δε θα τη φοβέριζε πια ο Αντώνης πως θα του μαντατέψει τα λόγια της. Το όπλο του ήταν ο δικός της φόβος. Τι κουτή! Μα τι κουτή! Γύρισε μεμιάς.

- Κι εγώ, άλλη φορά...

Μα μόνο ο Αλέξανδρος κάθουνταν στο τραπέζι κι έκοβε τις χάρτινες κυρίες του. Ο Αντώνης είχε φύγει.

Ο Αντώνης είχε φύγει και, με τα χέρια στις τσέπες, κατέβαινε να πάγει στο σαλόνι, να ξελογιάσει την Αλεξάνδρα που εξακολουθούσε να παίζει τις βαρετές και ατέλειωτες σκάλες της. Μα, περνώντας από την τραπεζαρία, είδε την αγριεμένη θάλασσα που πηλαλούσε αφρισμένη κατά την ακρογιαλιά και κόλλησε τη μύτη του στην τζαμόπορτα. Κοίταζε τον ήλιο που έγερνε και τις βάρκες που σκαμπανεβαίναν όλο και πιο γρήγορα και πιο πηδηχτά, τραβώντας τα σκοινιά τους. Και ηλεκτρίστηκε.

- Σα ζωντανές κάνουν! μουρμούρισε.

Και ανοίγοντας την πόρτα, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε στο δρόμο και από κει στο λιμάνι, για να τις δει από πιο κοντά. Φυσούσε δυνατά και κανένας βαρκάρης δε βρίσκουνταν πια εκεί. Τι κρίμα! Τόσα είχε να ρωτήσει ο Αντώνης... Μια βάρκα ιδιαιτέρως του άρεσε. Ήταν κάτασπρη, με μια γαλάζια γραμμή κοντά στην κουπαστή.

«Σαν τη σημαία μας!» σκέφθηκε υπερήφανα.

Και όταν τη γύριζε λίγο κανένα κύμα, διάβαζε ο Αντώνης τ' όνομα της, που με κομψά μαύρα γράμματα απλώνουνταν στην πλώρη της, «ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ».

«Να 'χεις μια τέτοια βάρκα... και να 'σαι καπετάνιος!» σκέφθηκε με λαχτάρα. Ήταν άραγε δύσκολο να μπεις μέσα; Και μπορούσες να τη φέρεις άραγε ως απάνω στην άμμο;

Έσκυψε ο Αντώνης κι έπιασε το σκοινί που ήταν δεμένο σ' ένα παλούκι και τράβηξε. Ναι, ήταν εύκολο, και η βάρκα ανέβηκε σχεδόν ως απάνω στη στεγνή άμμο. Και ήταν εύκολο να μπεις και μέσα, λίγο μόνο να βουτούσες τα πόδια σου στο νερό.

Πιάστηκε ο Αντώνης στην κουπαστή και πήδηξε μέσα, δεν ήταν δύσκολο. Και βρέθηκε στη βάρκα σα βασιλιάς στο βασίλειο του. Ένα κύμα πήρε τη «Μαγδαληνή» και την τράβηξε πίσω, όσο πήγαινε το σκοινί, που έτριξε από το τέντωμα. Ενθουσιάστηκε ο Αντώνης. Πήρε τα κουπιά, βγαλμένα από τους σκαρμούς και ξαπλωμένα μες στη βάρκα, και τα πέρασε στις τροπωτήρες. Ύστερα στερεώνοντας τα πόδια του στον εμπροστινό μπάγκο, άρχισε να κωπηλατεί, ρίχνοντας πίσω το σώμα του, σαν που έβλεπε τους βαρκάρηδες να κάνουν.

- Τι τσακίζεσαι, Αντώνη; Η βάρκα σου είναι δεμένη! Γύρισε ο Αντώνης και είδε τον Αλέκο Χορν που, όρθιος σ' ένα βράχο, με τα χέρια στις τσέπες, τον κοίταζε.

- Το ξέρω, είπε ακατάδεχτα, μα γυμνάζομαι για όταν γίνω καπετάνιος!

Ο Αλέκος πήδηξε από το βράχο του και πλησίασε.

- Σε τι γυμνάζεσαι; ρώτησε.

- Τραβώ κουπί!

- Μ' αφού είσαι δεμένος;

Κοίταξε ο Αντώνης μελαγχολικά το σκοινί.

- Τι να κάνω; μουρμούρισε.

Ο Αλέκος γέλασε. Γύρισε ο Αντώνης και του είπε:

- Μόνος μου δεν τα καταφέρνω τα δυο κουπιά. Μ' αν έλθεις και συ, λύνομε το σκοινί.

Ο Αλέκος δίστασε.

- Δε ρώτησα τη μαμά... έκανε.

Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Έπιασε τα δυο κουπιά, στύλωσε πάλι τα πόδια του στον μπάγκο και τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Η «Μαγδαληνή» ανέβηκε σ' ένα κύμα και όρμησε κατά την αμμουδιά. Θριαμβευτικά ξανατράβηξε ο Αντώνης και η «Μαγδαληνή», που ξανάφευγε, γύρισε πάλι και χώθηκε μαλακά στην άμμο. Ο Αλέκος δε βάσταξε στον πειρασμό. Πιάστηκε στην πλώρη και πήδηξε κι εκείνος στη βάρκα. Χαρούμενα του είπε ο Αντώνης:

- Πιάσε το ένα κουπί! Λύνω εγώ τη βάρκα!

Μα, μόλις τράβηξε τον κόμπο, ξετυλίχθηκε μεμιάς το σκοινί και η «Μαγδαληνή», μ' ένα δυο σκαμπανεβάσματα, άφησε τα ρηχά νερά και παραδόθηκε στα κύματα και στο χορό τους.

- Ε! Αντώνη! Μου φεύγει το κουπί! φώναξε ο Αλέκος.

Ο Αντώνης, που δεν είχε προφθάσει ακόμα να καθίσει στο άλλο κουπί, γύρισε να βοηθήσει τον Αλέκο, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μες στη βάρκα.

- Πάει! Πάει! Το πήρε η θάλασσα! φώναξε τρομαγμένος ο Αλέκος.

Ο Αντώνης έκαμε να σηκωθεί, μα κάθε του κίνηση έγερνε τη βάρκα πότε από τη μια μπάντα και πότε από την άλλη, και πάλι έπεφτε. Σύρθηκε ως το κάθισμα, σκαρφάλωσε με δυσκολία κι έπιασε το δεύτερο κουπί.

Ο Αλέκος μισοέκλαιγε.

- Αχ, Αντώνη, τι θα κάνομε χωρίς το κουπί μου; έλεγε.

- Δεν ντρέπεσαι να φοβάσαι! του είπε ο Αντώνης. Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός είχε χάσει και τα δυο του κουπιά και το κατάρτι του και πάλι δεν πνίγηκε. Εμείς έχομε το ένα κουπί!

Στηρίχθηκε με τα δυο πόδια στον εμπροστινό μπάγκο και βούτηξε το κουπί στη θάλασσα. Μ' αντί να προχωρήσει, η «Μαγδαληνή» σήκωσε την πλώρη της κι έστριψε, με την κουπαστή της πλαγιασμένη ως το νερό. Ο Αντώνης άρπαξε το κάθισμα για να στηριχθεί, το κουπί έφυγε από τα χέρια του και το πήρε και αυτό η θάλασσα. Και η «Μαγδαληνή», ελεύθερη, ξανάρχισε να χορεύει στα κύματα. Ο Αλέκος τώρα έκλαιγε με τα σωστά του. Ο Αντώνης δεν τα 'χασε, μα ούτε ήξερε τι να κάνει. Γύρευε να σκεφθεί τι θα έκανε σε όμοια περίσταση ο Σεβάχ ο Θαλασσινός και θυμήθηκε πως όσο του έμενε το τιμόνι, τίποτα δεν ήταν χαμένο. Μα τα κύματα φούσκωναν, η «Μαγδαληνή» χόρευε και κυλούσε κι έκανε ν' αναποδογυρίσει με κάθε άτακτη κίνηση των αγοριών.

- Κάτσε ήσυχος, Αλέκο, κάτσε στο βάθος της βάρκας και μην κουνάς! διέταξε σαν αληθινός καπετάνιος ο Αντώνης. Εγώ θα πιάσω το τιμόνι.

Δεν ήταν όμως εύκολο πράμα να φθάσει ως εκεί, να περάσει πάνω από τους μπάγκους. Μ' αυτό δεν τον σταμάτησε· πέρασε από κάτω από τα σανιδάκια και σύρθηκε ως την πρύμη, όπου έπιασε το τιμόνι.

- Τώρα μη φοβάσαι! φώναξε του Αλέκου. Θα φθάσομε σίγουρα στο λιμάνι...

Μα η «Μαγδαληνή» χορεύοντας έφευγε. Έφευγε όλο και πιο μακριά, τα κύματα την έσερναν στο πέλαγος και, όσο και να γύριζε ο Αντώνης πότε δεξιά το τιμόνι και πότε αριστερά, αυτή δε γυρνούσε πίσω. Και δεν ήξερε ο Αντώνης πώς να τη φέρει πίσω. Σωριασμένος στο βάθος της βάρκας, ο Αλέκος έκλαιγε με λυγμούς.

- Αχ, μαμά μου, μαμά μου, γιατί δε σ' άκουσα...

Ο Αντώνης, βαστώντας πάντα το τιμόνι, κοίταζε ολόγυρα, τεντωμένος όλος στην προσπάθεια να βρει κάτι, σαν που θα το έκανε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός σ' αυτή την περίσταση.

Μα δεν έβρισκε. Δε θυμούνταν καμιά τέτοια του ιστορία, που να είναι μόνος, μ' ένα παιδί τρομαγμένο που έκλαιγε, σε μια θάλασσα με σπίτια κοντά, και που να φεύγει η βάρκα, αντί να κινδυνεύει να σπάσει στους, βράχους. Πάντα σπάζουν οι βάρκες στους βράχους μες στα βιβλία. Και να βλέπεις, λίγο παραπέρα, τόσες βάρκες δεμένες στην ξηρά, με τόσα κουπιά άχρηστα, και να μην τις φθάνεις! Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός; Αυτός θα έπεφτε στη θάλασσα και θα κολυμπούσε ως την ξηρά να φέρει βοήθεια. Μα έλα που ο Αντώνης δεν ήξερε κολύμπι...

- Εσύ ξέρεις κολύμπι, Αλέκο;

- Όχι! Δεν ξέρω! Και θα πνιγούμε, ε; Και θα νυχτώσει, αχ, Θεέ μου, αχ, Θεέ μου!

Κοίταξε τον ουρανό ο Αντώνης. Αλήθεια, είχαν σβήσει τα κόκκινα σύννεφα, σε λίγο θα ήταν νύχτα. Και τη νύχτα και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός τα έχανε. Και μια φορά μάλιστα έκλαιγε κι έλεγε: «Αχ, βαχ! Σπιτάκι μου, σπιτάκι μου!»

Έξαφνα θυμήθηκε ο Αντώνης το σπίτι του στην Αλεξάνδρεια και τη μαμά του, και πρώτη φορά σκέφθηκε πως ήταν όμορφη η μαμά του, πολύ άσπρη, με κόκκινα χείλια και γαλανά μάτια, και πως τα φιλιά της ήταν πολύ γλυκά. Περίεργο! Ποτέ άλλη φορά δεν το είχε συλλογιστεί! Κι επίσης έξαφνα γέμισαν τα μάτια του δάκρυα... Ντράπηκε φοβερά και τ' άνοιξε όσο μπορούσε, για να στεγνώσουν στον άνεμο. Τι, θα κλάψει και αυτός τώρα; Σαν τον Αλέκο θα κάνει και αυτός; Φοβήθηκε μήπως και αυτός; Μα τι να φοβηθεί; Στο σπίτι τώρα... Στο σπίτι τι να γίνουνταν; Πού ήταν η θεία και ο θείος; Και όλα αυτά τα 'φταιγαν οι σκάλες της Αλεξάνδρας! Αν δεν ήταν αυτές οι σκάλες, θα είχε μείνει με την Αλεξάνδρα ή θα τον είχε δει η Αλεξάνδρα πως έφευγε και κατέβαινε στο δρόμο... Να είχε ένα φανάρι, θα έκανε σινιάλα σαν τον Σεβάχ το Θαλασσινό. Μα δεν είχε. Ούτε σπίρτα δεν είχε.

- Έχεις σπίρτα, Αλέκο;

- Όχι, δεν έχω. Γιατί;

- Δεν πειράζει, είπε ο Αντώνης.

Θα έπεφτε το μελτέμι τώρα... θα ησύχαζε η θάλασσα... Και ξαναγύρισε το τιμόνι, μια εδώ και μια εκεί, μήπως βρει ένα ρεύμα. Μα η «Μαγδαληνή», σειάμενη κουνάμενη, όλο και πιο μακριά έφευγε, και ο ουρανός ολοένα σκοτείνιαζε και το μούχρωμα κατέβαινε, κατέβαινε... Ο Αλέκος έκλαιγε με φωνές, αγριεμένος. Και ο Αντώνης δεν έβρισκε πια τίποτα παρηγορητικό να του πει, που να το πιστεύει και ο ίδιος. Είχε παρατήσει το τιμόνι και, με τα χέρια ενωμένα ανάμεσα στα γόνατα του, κοίταζε τα φώτα που άναβαν και πλήθαιναν στην προκυμαία, δείχνοντας το μούχρωμα όλο και πιο σκοτεινό. Και θυμήθηκε ιστορίες που είχε διαβάσει και ζωγραφιές που είχε δει: βάρκες χαμένες σε θάλασσες μανιασμένες· ανθρώπους με ξεκούμπωτα ή σχισμένα ρούχα, με μαλλιά αχτένιστα, ανακατωμένα ή που κρέμουνταν, σκουλιά βρεμένα· σχεδίες με ξαπλωμένους, μισοπεθαμένους ναυαγούς και άσπρα πανιά για σινιάλα, δεμένα σε κουπιά που τα είχαν στήσει όρθια...

Έξαφνα άκουσε ένα σφύριγμα τσιριχτό. Ανατρίχιασε και κοίταξε ολόγυρα. Από την ξηρά δυο βαρκούλες είχαν ξεκολλήσει και προχωρούσαν κατά το πέλαγος. Μ' από μέσα από τις καρίνες των καραβιών, που ήταν αραγμένα παραπέρα, πάλι ακούστηκε το ίδιο τσιριχτό σφύριγμα και μια μικρή ατμάκατος πρόβαλε, φυσώντας τον καπνό της κολόνα στον ουρανό, κι έτρεχε καταπάνω τους.

- Αλέκο! φώναξε ο Αντώνης. Του κυρίου Μακρονησιώτη η ατμάκατος! Έρχεται! Έρχεται να μας πάρει!

Ευθύς σταμάτησε τις φωνές του ο Αλέκος και ανασηκώθηκε και πέρασε το κεφάλι του πάνω από την κουπαστή.

- Έρχεται; ρώτησε με κλάματα ακόμα στη φωνή του.

- Δεν τη βλέπεις; Σε μας έρχεται! Να, και σφυρίζει πάλι να μας ειδοποιήσει πως μας είδε...

Τωόντι, η ατμάκατος ορμούσε καταπάνω τους με τσιριχτές σφυριγματιές και λαχανιάσματα βιαστικά, φούτου φούτου φούτου φούτου. Έβαζε λες τα δυνατά της να φθάσει γρηγορότερα. Έπιασε πάλι ο Αντώνης το τιμόνι και το γύρισε πάνω στην ατμάκατο, μα η «Μαγδαληνή», σαν από πείσμα, τράβηξε πιο ανοιχτά. Κι έξαφνα, στο σκοτάδι που ολοένα πύκνωνε, ακούστηκε μια φωνή γνωστή, η φωνή του θείου:

- Αντώνη, εσύ είσαι;

- Ναι, εγώ είμαι, και ο Αλέκος! αποκρίθηκε πνιχτά ο Αντώνης.

Και πάλι ντράπηκε, γιατί, χωρίς να το θέλει, ξαναγέμισαν τα μάτια του δάκρυα. Πλησίαζε, πλησίαζε η ατμάκατος, ώσπου έφθασε κοντά τους κι ένα παλικάρι έριξε ένα σκοινί στην πλώρη και γοργά άρπαξε τον Αλέκο και τον πέρασε στην ατμάκατο, ύστερα σα φτερό σήκωσε και τον Αντώνη και μαζί του πήδηξε και αυτός μέσα. Και βρέθηκε ο Αντώνης στην αγκαλιά του θείου που τον φιλούσε και του έλεγε:

- Κακό παιδί, μας κατατρόμαξες... Άλλη φορά να μην το κάνεις... Σου χρειάζεται γερή τιμωρία, η θεία σου είναι πολύ θυμωμένη... και με το άλλο χέρι αγκάλιαζε τον Αλέκο και γύριζε και του έλεγε κι εκείνου: Δεν έπρεπε ν' ακούσεις τον Αντώνη, τρόμαξε πολύ η μαμά σου. Άλλη φορά να μη λύνετε τις βάρκες...

Η ατμάκατος, σέρνοντας πίσω της τη «Μαγδαληνή», έτρεχε πάλι κατά τη στεριά, με τα βιαστικά της φούτου φούτου φούτου φούτου και, όσο πλησίαζαν, τα δυο αγόρια διέκριναν ανθρώπους μαζεμένους στην ακρογιαλιά και, μεταξύ τους, με καρδιόχτυπο ξεχώρισαν οι δυο ένοχοι το άσπρο φόρεμα της μαμάς του Αλέκου και το κιτρινοφορεμένο στρογγυλό κορμί της θείας Μαριέτας. Και τώρα που πέρασε ο κίνδυνος, η καρδιά τους βούλιαζε στα τακούνια τους με την πρόβλεψη της βεβαίας τιμωρίας. Στάθηκε η ατμάκατος και αμέσως μαζεύθηκαν γύρω της οι δυο βάρκες που είχαν ξεκολλήσει από την ακρογιαλιά και που γύρισαν πάλι πίσω. Δυο μαντέρια, από την ατμάκατο στη μια βάρκα και από τη βάρκα στην ακρογιαλιά και, ώσπου να το καλοκαταλάβουν, βρέθηκαν τ' αγόρια στην ξηρά, ο Αλέκος στην αγκαλιά της μητέρας του που έκλαιγε και τον φιλούσε, ο Αντώνης εμπρός στη θεία του που λιγότερο τρυφερά τον έπιασε από το μπράτσο και, σπρώχνοντας τον εμπρός, είπε:

- Πάμε τώρα στο σπίτι! Αρκετή ώρα στεκόμαστε δω, με την καρδιά στον Άδη! Περπατά εμπρός!

Περπατούσε μπρος ο Αντώνης, το κεφάλι σκυμμένο και τα φτερά ακόμα πιο χαμηλωμένα. Πίσω ακολουθούσαν σιωπηλά η θεία και ο θείος. Και υπολόγιζε ο Αντώνης και στοχάζουνταν αν η αναβολή της τιμωρίας από την ακρογιαλιά στο σπίτι σήμαινε πιο γερό ξύλο ή τιμωρία ήρεμη χωρίς ξύλο. Μα σαν έφθασε στο σπίτι και από τη σκάλα είδε τ' αδέλφια του μαζεμένα στη βεράντα, που τον περίμεναν και τον κοίταζαν τρομαγμένα χωρίς να τον πλησιάσουν, η δική του η καρδιά πήγε στον Άδη.

Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια του και, χωρίς να τους μιλήσει, με σηκωμένο όμως τώρα το κεφάλι, σα να μην τον έμελε τι θα γίνει, ακολούθησε τη θεία Μαριέτα μες στο σπίτι. Τον πήγε η θεία στο σπουδαστήριο τους και κάθισε σε μια καρέγλα και τον φώναξε μπροστά της. Σιωπηλά τον κοίταζε και, κάτω από τη ματιά της, που θύμιζε τόσο τα μάτια του πατέρα σαν ήταν θυμωμένα, λίγο λίγο έχανε το θάρρος του ο Αντώνης και, όσο και αν σήκωνε το κεφάλι, η καρδιά του όμως βούλιαζε όλο και πιο βαθιά. Και όλο τον κοίταζε κείνη και όλο δε μιλούσε. Μα επιτέλους μίλησε η θεία και είπε:

- Όταν έκανες αυτή την αταξία, Αντώνη, κι έλυσες την ξένη βάρκα, συλλογίστηκες τη μαμά σου και τον πατέρα σου, τι θα έκαναν αν πνίγουσουν;

Αυτό δεν το περίμενε ο Αντώνης. Ήταν έτοιμος για ξύλο, όχι όμως για συγκινήσεις. Και τις συγκινήσεις τις απεχθάνουνταν ο Αντώνης. Χαμήλωσε τα μάτια του ταραγμένος. Και είπε πάλι η θεία:

- Νόμιζα πως ήσουν αληθινός γιος του πατέρα σου και πως ξένο πράμα δε θα τ' άγγιζες ποτέ. Και νόμιζα πως αγαπούσες τη μαμά σου και δε θα ήθελες ποτέ να την κάνεις να κλάψει. Αντώνη, αν ήταν εδώ ο πατέρας σου, τι θα σου έκανε, νομίζεις, τώρα;

Το ήξερε πολύ καλά ο Αντώνης τι θα του έκανε ο πατέρας και το περίμενε και από τη θεία, και ήταν έτοιμος να τις φάγει. Μα δεν αποκρίθηκε. Και του είπε η θεία:

- Θα σου έδινε, φαντάζομαι, γερό ξύλο, και με το δίκιο του. Και θα σ' έδερνα κι εγώ και θα το άξιζες. Μα να 'χεις χάρη που μεσίτεψε για σένα ο θείος σου, που νόμιζε πως θα πνιγείς και που το νόμισα κι εγώ, μαζί με τον άλλο μικρό, που τον πήρες στο λαιμό σου και πήγε να τα χάσει η μάνα του η κακομοίρα.

Το κεφάλι του Αντώνη χαμήλωνε, χαμήλωνε. Όσο ένιωθε το φόβο ν' απομακρύνεται, τόσο ντρέπουνταν περισσότερο για την αταξία του και τόσο δεν μπορούσε να σηκώσει τα μάτια του. Και είπε πάλι η θεία:

- Ας είναι, θα γίνει η χάρη του θείου σου και δε σε δέρνω. Πιστεύω άλλωστε να τρόμαξες αρκετά μες στη βάρκα, όταν σας έπαιρνε η θάλασσα...

Του ήλθε να πει: «Καθόλου δεν τρόμαξα...» Μα μια ματιά στα μαύρα μάτια της θείας τού έκοψε τη φόρα. Και είπε η θεία, σουρώνοντας τα φρύδια της, του πατέρα τα φρύδια:

- Σου αξίζει όμως μια τιμωρία, μια γερή τιμωρία, και θα την έχεις. Αύριο που θα πάμε μεις με τ' αδέλφια σου στης Αλίς, εσύ θα μείνεις εδώ, μόνος, και θα γράψεις ολόκληρο το ρήμα «λείπω». Και απόψε δε θα καθίσεις στο τραπέζι, μόνο θ' ανέβεις ευθύς στην κάμαρα σου. Μ' άκουσες; Πήγαινε!

Ο Αντώνης δεν περίμενε να του το επαναλάβει η θεία και βγήκε έξω και ανέβηκε στην κάμαρα του. Εκεί αναστέναξε. Η τιμωρία δεν τον πείραζε, όσο και να είχε όρεξη να πάγει στης Αλίς. Και το ξύλο θα το δέχουνταν. Εκείνο που φοβούνταν και που γλίτωσε, που δεν του το επέβαλε η θεία, ήταν να ζητήσει συγχώρηση. Αυτό απ' όλες τις τιμωρίες ήταν η χειρότερη. Ας τον έδερνε η θεία, ας τον σκότωνε, μόνο να μην έχει να πει, «Συγχωρήσετε με, θεία, και δε θα το κάνω πια». Αυτά ήταν για τα μωρά, σαν τον Αλέξανδρο. Αυτός δεν είχε ανάγκη να το υποσχεθεί για να μην το ξανακάνει. Και σα να το κατάλαβε η θεία... ποιος ξέρει; δεν του το ζήτησε... Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Ανασηκώθηκε ο Αντώνης και κάνοντας τον αδιάφορο, χώνοντας τα χέρια του στις τσέπες, βγήκε στο μπαλκόνι και άρχισε να σφυρίζει. Μα ήταν μόνο η Αφροδίτη μ' ένα δίσκο. Ακούμπησε το δίσκο της στο τραπέζι και βγήκε κι εκείνη στο μπαλκόνι.

- Τι μου κάνεις τώρα τον καμπόσο, κακόπαιδο; είπε μ' ένα γοργό χάδι στο κεφάλι του.

Και σκύβοντας ξαφνικά τον φίλησε στις ρίζες των μαλλιών του.

- Κακό, κακόπαιδο! Τρελαντώνη! Καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Τι τρομάρα πήραμε όλοι για χατίρι σου! Κόπηκε το αίμα μου σα σε είδα να σε παίρνει η θάλασσα μονάχο, στη βάρκα!

- Δεν ήμουν μονάχος, διέκοψε ο Αντώνης, ήταν και ο Αλέκος...

- Ναι! Βοήθεια σού ήταν! αντέκοψε η Αφροδίτη.

- Από πού μας είδες; ρώτησε ο Αντώνης.

- Από πού; Από την τραπεζαρία. Ο Θεός με φώτισε ν' ανέβω να βάλω τραπέζι πιο νωρίς. Είδα μια βάρκα να φεύγει μοναχή της και είπα: «Σε καλό τους, τέτοια ώρα και με τέτοιον άνεμο!» Κι εκεί σε βλέπω σένα να σηκώνεσαι, να πέφτεις μες στη βάρκα και να ξανασηκώνεσαι. Παναγιά μου! Σφάχτης μ' έκοψε! Και την ίδια ώρα ακούω τρεχιό στη σκάλα και τα δυο μικρά κατέβαιναν κι έτρεχαν στο σαλόνι, όπου έπαιζε πιάνο η Αλεξάνδρα, και φώναζαν: «Αλεξάνδρα! Αλεξάνδρα! Ο Αντώνης είναι στη βάρκα!» Τρομάρα τα παιδιά, μην τα ρωτάς! Και φοβούνταν να το πουν στη θεία σου! Τρέχω γω πάνω, που ήξερα πως ήταν στην κάμαρα της κι έραβε στη μηχανή, και με τους τρεις που έτρεχαν το κατόπι μου για να μην της το πω, λέει, της φωνάζω: «Σώστε, κυρία, και πνίγεται ο Αντώνης!» Πώς έγινε η καημένη, κατακίτρινη σαν το φλουρί! Κατέβηκε τρεχάτη, κι εμείς όλοι μαζί, και στο δρόμο, εμπρός στο σπίτι, βρίσκομε το θείο σου που γύριζε απέξω. «Γρήγορα, γρήγορα, Ζωρζή! Τρέχα, ο Αντώνης είναι σε μια βάρκα χωρίς βαρκάρη!» του φώναξε. Τρέχαν και τα παιδιά, μα τα γύρισε μπρος πίσω η θεία σου.

- Ήταν θυμωμένη; ρώτησε ταπεινωμένος ο Αντώνης.

- Θυμωμένη λέει; Πρώτα θύμωσε πολύ. Ύστερα όμως ήταν πιότερο τρομαγμένη. Μα δεν τα έχασε· έχει γερό κεφάλι η θεία σου! Κατέβηκε με το θείο σου να φωνάξει βαρκάρη, να βγει με τη βάρκα του να σας φέρει πίσω· μα δεν ήταν κανένας στην ακρογιαλιά. Εκείνη συλλογίστηκε τότε την ατμάκατο του κυρίου Μακρονησιώτη, και με το αμάξι έφυγε ο θείος σου να τη βρει. Μα κι έτσι δεν ησύχασε κείνη. Πήγε, φώναξε, σήκωσε τον κόσμο στο πόδι, και βρέθηκαν δυο βαρκάρηδες που έλυσαν τις βάρκες τους. Μα στο μεταξύ βγήκε και η ατμάκατος, δόξα να 'χει ο Θεός! είπε η Αφροδίτη και σταυροκοπήθηκε.

Κοίταζε ο Αντώνης τη σκοτεινή θάλασσα ησυχασμένη πια, τώρα που είχε πέσει ολότελα το μελτέμι, και του φάνηκε όλη αυτή η απογεματιανή ιστορία σαν παραμύθι. - Εγώ δεν τρόμαξα, είπε. Διάβασα χειρότερες ιστορίες που...

- Άφησε με που δεν τρόμαξες! Το λες τώρα που πατάς γερά τη γη, διέκοψε η Αφροδίτη. Ακούς, λέει, δεν τρόμαξες! Καλά έλεγε η θεία σου πως σου χρειάζεται ξύλο! - Μα δε μου το 'δωσε, αποκρίθηκε ο Αντώνης σηκώνοντας τους ώμους του.

Και σειώντας το κεφάλι του μια εδώ, μια εκεί, μπήκε στην κάμαρα.

- Εγώ θα σου τις έβρεχα, είπε η Αφροδίτη που μπήκε κι εκείνη στην κάμαρα. Και φαγί απόψε δεν έχει, μόνο μια σούπα με ξερό ψωμί, είπε η θεία σου. Ας έχεις χάρη στην κερα-Ρήνη που σε λυπήθηκε και σου έκοψε λίγο κρέας μες στη σούπα σου! Δε σου άξιζε βέβαια! Και σου βουτύρωσε και το ψωμί, που κακό να μη σε πιάσει, ζουρλόπαιδο! Άιντε, κάτσε τώρα να φας...https://el.wikisource.org/

Μάγκας

Περίληψη
Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στο σπίτι μιας ελληνικής οικογένειας, ζει ο Μάγκας, ένα σκυλάκι ράτσας φοξ τεριέ. Φροντίδα, ασφάλεια και πολλή αγάπη περιβάλλουν τη ζωή του Μάγκα, που μέχρι τότε δεν έχει αντιμετωπίσει κινδύνους και προβλήματα. Όταν, όμως, στην προσπάθειά του να αποφύγει μια τιμωρία, θα το σκάσει από το σπίτι, θα εμπλακεί σε περιπέτειες και θα βρεθεί αντιμέτωπος με δυσκολίες που ποτέ, μέχρι τότε, δεν φανταζόταν. Περιπλανιέται στις φτωχογειτονιές και τους δρόμους της πόλης, όπου θα γνωρίσει τον Αφράτο, ένα αδέσποτο και σκληραγωγημένο σκύλο που θα τον βοηθήσει να γνωρίσει μια διαφορετική πλευρά της καθημερινής ζωής.Με το πέρασμα του χρόνου και μέσα από αυτή την περιπέτεια ο Μάγκας θα ωριμάσει. Θα σταματήσει να κυνηγάει γάτες και να κάνει ζημιές. Θα επιστρέψει στο σπίτι αποφασισμένος να πάρει μέρος σε μια σημαντική αποστολή μαζί με το αφεντικό του.https://www.ianos.gr/

ΚΗ'. Προς τον αγώνα

Πέρασαν μερικές μέρες. Το σπίτι μας είχε χάσει την ήρεμη όψη του.
Οι ειρηνικές και χαρούμενες κουβέντες είχαν σβήσει. Μόνο για τουφέκια και φυσίγγια και βουνά και αντάρτες μιλούσαν τώρα. Ο Μήτσος ήταν όλος χαρά, φωτιά και υπερηφάνεια. Η Εύα, καθισμένη κοντά του, τον κοίταζε με καμάρι και συγκίνηση. Ο Λουκάς σιωπούσε θλιμμένος, που ήταν μικρός ακόμα να φύγει με τον Μήτσο. Οι δίδυμες κρέμουνταν στα χέρια του Μήτσου, και όλο τον ρωτούσαν για την αναχώρηση του, αν θα πήγαινε στην Κρήτη πριν πάγει στη Μακεδονία, αν θα σήκωνε Κρητικόπουλα για να πάρει μαζί του, αν θα πήγαινε ως οπλαρχηγός στα βουνά, αν θα σκότωνε πολλούς κομιτατζήδες.
Καθισμένη λίγο παράμερα, σιωπηλή τώρα μέσα στη μεγάλη αυτή έξαψη, η μητέρα δεν έβγαζε πια τα μάτια της από πάνω του. Τον κοίταζε και τον θαύμαζε, και, κάθε λίγο, δάκρυα θόλωναν τα μάτια της.

Δεν είχε αντισταθεί, σαν άκουσε την επιθυμία του γιου της, δεν είχε παραπονεθεί. Μα η καρδιά της μάτωνε που τον κοίταζε, και που υπελόγιζε τους κινδύνους όπου θα έπεφτε το αγόρι της, που έφευγε ξαφνικά από την αγκαλιά της, για να ριχθεί στις αγριότερες κακοπάθειες. Η Γιαγιά την κρυφοκοίταζε και την παρακολουθούσε μυστικά, και κάθε λίγο πήγαινε κοντά της και χάιδευε το χέρι της ή τη φιλούσε τρυφερά.

- Έννοια σου... της μουρμούριζε παρηγορητικά. Θα φύγω μαζί του, θα φροντίσω να πάρει ρούχα ζεστά, και θα τον πάγω ως τη Θεσσαλονίκη. Από κει θα σου γράφω τακτικά και θα σου τηλεγραφώ ειδήσεις του. Έννοια σου. Θα σ' έχω ενήμερη, θα σου λέγω τι κάνει.

Για να ησυχάσει τα παιδιά της, η Γιαγιά είχε αποφασίσει να χαλάσει τη δική της ησυχία, ν' αφήσει το σπίτι της, και να πάγει να καθήσει στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι κάποιου γιατρού, φίλου του αντρός της, που άλλοτε τον είχε φιλέψει, και που την είχε προσκαλέσει εκείνος, οπόταν πάγει στη Θεσσαλονίκη να μείνει σπίτι του.

- Έτσι θα είμαι κοντά του, έλεγε στ' αφεντικά. Θα τον παρακολουθώ, θα τον βλέπω κάθε φορά που θα έρχεται στη Θεσσαλονίκη, και θα μεταδίδω τα γράμματα του, που ευκολότερα θα μου έρχονται εμένα, στου γιατρού το σπίτι, παρά εσάς εδώ.

Στέναζε η κυρά μου, και δεν έλεγε τίποτα. Μα η έννοια και η ανησυχία αποτυπώνουνταν όλο και βαθύτερα στην όψη της. Μόνος ο Περικλής έστεκε χωριστά, δεν ανακατώνουνταν πια στις κουβέντες, δεν φαίνουνταν σχεδόν να ενδιαφέρεται στις προετοιμασίες. Σαν είδε πως στην απόφαση του Μήτσου δεν εναντιώνουνταν η μητέρα του και δεν τον εμπόδιζε, με ορμητικό ενθουσιασμό ζήτησε να φύγει κι εκείνος, να πάγει με τον εξάδελφο του, να του δοθεί η άδεια να πολεμήσει κι εκείνος. Μα ο αφέντης αρνήθηκε.

- Είσαι μικρός ακόμα, του είπε. Έχεις καιρό αργότερα να πολεμήσεις και συ, όταν σε καλέσει η πατρίδα.

- Δεν είμαι μικρός, Θείε, πάτησα τα δεκαέξι! αναφώνησε ο Περικλής. Και είμαι δυνατός και μαθημένος στις πορείες και στη ζωή στο ύπαιθρο.

- Όχι, παιδί μου, δεν κάνει, αποκρίθηκε ο αφέντης. Είσαι μόλις δεκαπέντε χρονών, δεν μπορείς ν' ανθέξεις σε κακοπέραση, που και γινόμενους άντρες τους τσακίζει.

- Ο Παππούς μου, στην ηλικία μου, πολεμούσε!

- Άλλα ήταν τα χρόνια του Παππού σου, και άλλα σήμερα. Στα χρόνια εκείνα, μες στα τουφέκια και στα μπαρούτια, τα παιδιά δεν πρόφθαιναν να σπουδάσουν. Άλλες είναι οι περιστάσεις σήμερα. Εσύ τώρα τελειώνεις το Γυμνάσιο. Πώς θα διακόψεις τις σπουδές σου; Πώς μπορώ να σου επιτρέψω να μείνεις τυφλός; Όχι, παιδί μου, δε γίνεται. Παρακάλεσε και ξαναπαρακάλεσε ο Περικλής. Μα ο αφέντης έμεινε αμετάπειστος.

Και τότε σώπασε κι εκείνος, κλείστηκε στον εαυτό του, έπαυσε να μιλά πια για την αναχώρηση του μεγάλου εξαδέλφου του. Σιωπηλός και σκυθρωπός, άκουε τις ομιλίες χωρίς να ανακατώνεται, σαν αδιάφορος σε ό,τι γίνουνταν γύρω του.

- Το παιδί υποφέρει, Πατέρα, είπε μια μέρα ο Μήτσος, βλέποντας τον ν' ανεβαίνει συλλογισμένος και αμίλητος στην κάμαρα του.

- Το ξέρω, αποκρίθηκε ο αφέντης. Και αν ήταν γιος μου, ίσως ν' αποφάσιζα να τον αφήσω να φύγει, ιδίως που είναι ανεξάρτητος οικονομικώς, και μπορεί να ζήσει και χωρίς σπουδές... Μα είμαι κηδεμόνας του, έχω βαριά ηθική ευθύνη απέναντι του. Αν φύγει τώρα, πότε θα σπουδάσει; Μήπως ξέρομε πότε θα γυρίσετε;

Και σώπασε ο αφέντης, και ο Μήτσος δεν είπε πια τίποτα. Και έτσι έφθασε η μέρα του χωρισμού. Μελαγχολικά κοίταζα τα πήγαινε κι έλα. Και συλλογίζουμουν τι άσχημες που θα είναι στο μέλλον οι μέρες χωρίς τον Μήτσο. Από το πρωί όλο το σπίτι ήταν στο πόδι. Ο Σωτήρης καθάριζε το περίστροφο του Μήτσου. Η Μαριγώ έτριβε τις μπότες του, ώσπου γυάλισαν σαν καθρέφτες. Τα παιδιά έφερναν κι έκρυβαν μικρά δώρα ανάμεσα στα ρούχα του Μήτσου, που ένα - ένα τα συγύριζε η μητέρα του σε μια βαλίζα. Η Εύα ετοίμαζε ένα πρόχειρο φαρμακείο και ό,τι χρειάζουνταν για ράψιμο, βελόνες, κουμπιά, κλωστές. Όλοι τριγύριζαν το παιδί του σπιτιού, που έφευγε για ένα ιδανικό, που πήγαινε στον άγριο αγώνα, και όλοι γύρευαν ως την τελευταία στιγμή να σκορπίσουν απάνω του το ξεχείλισμα της αγάπης τους.

- Για δες, τον Μάγκα. Σήμερα δεν πηδά, είπε η Λίζα στον Λουκά.

- Λες κι αισθάνεται και αυτός πως φεύγει ο Μήτσος, πρόσθεσε η Εύα.

Και αναστέναξε. Αναστέναξα κι εγώ. Και βέβαια ένιωθα! Ένιωθα περισσότερο από τους ανθρώπους τη λύπη που βάραινε στον αέρα. Ήλθε η τελευταία ώρα. Ο Βασίλης έδεσε τα λουριά της βαλίζας, και τη φόρτωσε στο αμάξι που περίμενε εμπρός στη βεράντα. Είχα κατέβει μαζί του, και, λυπημένος, πήγα και κάθησα στο χόρτο. Νευρική και περίεργη, σκάβοντας το χώμα με το πέταλο της, στέκουνταν η Ντέιζη πλάγι στον Μπόμπη, που, σοβαρός και συλλογισμένος, κοίταζε μπροστά του. Ίσιος στο κάθισμα του, με τα γκέμια χαλαρά, το άσπρο του καπέλο κατεβασμένο ως τα μάτια του, κάθουνταν ο Χάρης, αγέλαστος και αυτός, σα στρατιώτης πειθαρχικός. Το αμάξι έλαμπε κατακάθαρο, έτοιμο να πάρει τ' αφεντικά. Και πίσω του στέκουνταν το δεύτερο αμάξι, με τον Κεχαγιά και την Αστέρω, και με τον Σπύρο αμαξά. Κανένας δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Ήμασταν όλοι σα μουδιασμένοι. Στο τέλος όμως δε βάσταξε η Ντέιζη. Η περιέργεια της νίκησε την ακαταδεξιά της.

- Πού πάγει ο Μήτσος; με ρώτησε τεντώνοντας εμπρός τη λεπτή μύτη της.

- Στη Μακεδονία, είπα.

- Πού είναι αυτή;

- Δεν ξέρω.

- Και τι πάγει να κάνει στη Μακεδονία; Κάτι θ' άκουσες εσύ, που πας στο σπίτι μέσα. Στο στάβλο κανείς δεν ξέρει. Ο Χάρης απορεί και ανησυχεί. Ο Σπύρος κλαίγει, και ο Σωκράτης στενάζει.

- Πάγει να βρει το παιδί του Βασίλη, που το πήραν οι Βούλγαροι, είπα.

- Τι είναι οι Βούλγαροι; ρώτησε πάλι η Ντέιζη.

- Είναι κακοί άνθρωποι, αποκρίθηκα.

Ο Μπόμπης γύρισε σε μένα τα σοβαρά του μεγάλα μάτια.

- Μάγκα, μου είπε, πήγαινε μαζί του. Ανατινάχθηκα.

- Με ποιον; ρώτησα λαχανιασμένος από τη συγκίνηση.

- Με τον Μήτσο. Θα σ' έχει ανάγκη. Εκεί που πάγει, έχει Τούρκους. Το ξέρω από κάτι που έλεγε χθες ο Σπύρος. Και οι Τούρκοι είναι κακοί άνθρωποι, είναι εχθροί μας, το άκουσα από τον μακαρίτη τον Κίτσο, που έσωσε τον αφέντη στα 97. Και το λέγει και ο Σπύρος. Ανάμεσα στους κακούς ανθρώπους θα σ' έχει ανάγκη. Πήγαινε μαζί του, Μάγκα.

- Και τι μπορώ εγώ να κάνω; ρώτησα ζαλισμένος από τα πολλά αισθήματα, ελπίδες και σκέψεις που ξαφνικά σκουντοκοπήθηκαν και κουβαριάστηκαν στο μυαλό μου.

- Μπορείς πολλά. Εσείς, τα σκυλιά, έχετε ακοή πολύ λεπτή, και όσφρηση δυνατή. Κι έχετε προπάντων εκείνο που λείπει στους ανθρώπους, τη διαίσθηση, που σας κάνει να ξεχωρίζετε τον κακό άνθρωπο από τον καλό. Εσύ λαχταρούσες να γίνεις ήρωας, και να κάνεις κάτι σαν τα σκυλιά που σου έλεγαν τ' αφεντικά, να σώσεις ανθρώπους, να τους φυλάγεις, να πεθάνεις γι' αυτούς. Ε, να περίσταση. Πήγαινε τώρα με τον Μήτσο, και σώσε τον από τους Τούρκους. Κάθε φορά που θα θέλει κανένας να του κάνει κακό, εσύ να τον σώζεις.

Από τη χαρά μου πήδηξα πάνω του, και του έγλειψα τα γυαλιστά του μαύρα πόδια.

- Θα πάγω! Τι καλά που το σκέφθηκες! Θα πάγω, γάβγισα καταχαρούμενος.

Μέσα στο σπίτι φωνές ακούουνταν:

- Περικλή! Περικλή! Πού είσαι Περικλή; Φεύγομε. Βγήκαν έξω τ' αφεντικά και κοίταξαν ολόγυρα.

- Πού είναι ο Περικλής; Είδες τον κύριο Περικλή; ρώτησε η Εύα τον Χάρη.

- Όχι, κυρία Εύα, αποκρίθηκε ο αμαξάς. Δεν πέρασε από δω καθόλου.

- Περικλήηη!... φώναξε ο Λουκάς. Κανένας δεν αποκρίθηκε.

- Μα πού είναι; έκανε στενοχωρημένος ο Μήτσος. Δε θέλω να φύγω χωρίς να τον αποχαιρετήσω.

Και, ξαναμπαίνοντας στο σπίτι, φώναξε πάλι:

- Περικλήηη...

- Δεν είναι στην κάμαρα του, είπε επιστρέφοντας. Η Μαριγώ πήγε να τον γυρέψει, μα δεν τον βρίσκει πουθενά.

- Πρέπει όμως να φύγομε, είπε ο αφέντης κοιτάζοντας τ' ωρολόγι του. Το πλοίο δεν περιμένει.

Ο Μήτσος γύρισε στη Μαριγώ που έστεκε στην πόρτα κλαμένη.

- Αν έλθει, πες του να πάρει ένα αμάξι και να κατέβει γρήγορα στο λιμένα, της είπε.

- Άιντε, μην κλαις, Μαριγώ, της είπε ζωηρά. Γρήγορα θα ξαναγυρίσω με τον Βασίλη και το παιδί του, πρώτα ο Θεός. Να το βρούμε μόνο, πρόσθεσε πιο σιγά.

Έναν - έναν αποχαιρέτησε όλους τους υπηρέτες, που είχαν μαζευθεί στη σκάλα της βεράντας, και τελευταία έσφιξε το χέρι του Σωτήρη.

- Έβρε γρήγορα τον κύριο Περικλή, και στείλε μας τον στο πλοίο, του είπε πάλι. Δεν θέλω να φύγω χωρίς να τον αποχαιρετήσω.

Μπήκε στο αμάξι με τους γονείς του, και τ' άλογα ξεκίνησαν. Πήδηξα μέσα κι εγώ, και με πήρε στα γόνατα του και με χάιδεψε.

- Έρχεται και ο Μάγκας να με ξεπροβοδίσει, είπε γελαστός.

Πίσω ακολουθούσε το δεύτερο αμάξι, με την Εύα, τη Γιαγιά και τα παιδιά. Στην αποβάθρα βρήκαμε τον Χρήστο που περίμενε.

- Μήπως είδες τον Περικλή; ρώτησε ο Μήτσος. Μα όχι, δεν τον είχε δει.

- Θα τον περιμένομε εδώ - κάτω, μήπως φθάσει ακόμα, είπε ο Μήτσος.

- Πήγαινε μέσα στο πλοίο μαζί με τ' αφεντικά, μου ψιθύρισε ο Μπόμπης. Μα κοίταξε μη σε πάρουν σαν ξανακατέβουν...

- Έννοια σου... του αποκρίθηκα.

Και κρυφά τον αποχαιρέτησα, με μια γλειψιά στα ρουθούνια του. Περνούσε η ώρα. Ένας - ένας έφθαναν οι ταξιδιώτες, και ανέβαιναν στο πλοίο. Πολλά αμάξια κατάφθαναν με φίλους και συγγενείς, που έρχουνταν να ξεπροβοδίσουν τους ταξιδιώτες. Μόνον ο Περικλής δεν έφθανε.

Ώσπου ήλθε η ώρα να σαλπάρει το πλοίο, και όλοι ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Έφυγα κρυφά από κοντά από τ' αφεντικά μου, και πήγα και κρύφθηκα κάτω από ένα βελουδένιο σοφά με κρόσια, που κρέμουνταν ως κάτω και με σκέπαζαν όλον. Από κει έβλεπα τον Μήτσο, που στέκουνταν στο κατάστρωμα απέξω, και είδα τη μητέρα του που τον φιλούσε, βαστώντας τα δάκρυα της, κι εκείνον που την αγκάλιαζε σφιχτά. Ύστερα πήγαν παρακάτω και δεν τους είδα πια. Άκουσα τη φωνή του Λουκά, που με φώναζε, και τρόμαξα μην έλθει και με βρει. Εκεί κοντά, ήταν μια σκάλα. Βγήκα στα κλεφτά, είδα πως δε φαίνουνταν κανείς και κατέβηκα βιαστικά.

- Περίεργο! σκέφθηκα. Εδώ μυρίζει Περικλή!

Τόσο περίεργο μου φάνηκε, που ξέχασα τον Λουκά. Και ακολουθώντας τη μυρωδιά, κατέβηκα δυό πατώματα, πέρασα από μακρύ στενό διάδρομο και σταμάτησα εμπρός σε μια πόρτα. Μύριζε δυνατά Περικλή, και άρχισα να σιγοκλαίγω ξύνοντας την πόρτα. Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε, ένα χέρι με άρπαξε από το γιακά και με τράβηξε μέσα. Κι έκλεισε πάλι η πόρτα. Ήταν ο Περικλής, κατακόκκινος, συγκινημένος, λιγάκι φοβισμένος.

- Κάτσε δω, Μάγκα, ήσυχα... είπε χαμηλόφωνα. Κρότοι περίεργοι ακούουνταν από πάνω μας, τρεξίματα, περπατήματα, σφυρίγματα, κι ένα ντουκ, ντουκουντάκ - ντουκ, ντουκουντάκ - ντουκ, βουβό και τακτικό.

Ο Περικλής, μ' ένα γόνατο στο χαμηλό κρεβάτι μπροστά του, με βαστούσε από τον κολάρο μου και κοίταζε τα κατάρτια των γειτονικών πλοίων και καραβιών, που περνούσαν κι έφευγαν μπροστά στο στρογγυλό παραθυράκι της καμπίνας. Κι έξαφνα, με άρπαξε στην αγκαλιά του, και, ξεσπάζοντας, φώναξε με χαρά:

- Τελείωσε! Φύγαμε! Πάμε να τους δούμε, Μάγκα! Τρεχάτοι περάσαμε στο στενό διάδρομο, ανεβήκαμε τη σκάλα και βγήκαμε στο κατάστρωμα.

Σκυμμένος στην κουπαστή, ο Μήτσος, πλάγι στη Γιαγιά, αποχαιρετούσε με το χέρι τους γονείς του και τ' αδέλφια του, που στέκουνταν στην αποβάθρα με τον Χρήστο.

- Καλά το μάντεψα πως κρύβεσαι εδώ μέσα, κύριε Περικλή, ακούστηκε μια φωνή.

Γύρισε ο Περικλής και είδε τον Βασίλη.

- Θα με συγχωρήσουν; έκανε χαμηλόφωνα εκείνος. Έτρεξε στην κουπαστή και άπλωσε το χέρι του.

- Εύα! Θεία! Θείε! φώναξε, και η φωνή του έτρεμε.

Μια στιγμή όλοι έμειναν άφωνοι. Γύρισε η Γιαγιά, τον είδε, και απλώνοντας το χέρι της το ακούμπησε στο κεφάλι του.

- Γιώργο, φώναξε του αφέντη, δώσ' του την ευχή σου. Ο αφέντης σήκωσε το καπέλο του.

- Ο Θεός μαζί σου, Περικλή! του φώναξε. Με την ευχή μας όλων, πήγαινε, κάνε το καθήκον σου...

Η φωνή του ακούστηκε βραχνή, σαν πνιγμένη.

- Στο καλό, Περικλή, φώναξε η Εύα, και καλήν αντάμωση πάλι...

- Εύα! Εύα! Πες να με συγχωρήσουν! φώναξε ο Περικλής, κάνοντας χωνί με τα χέρια του γύρω στο στόμα του.

Και πρώτη φορά είδα τον Περικλή να κλαίγει.

- Στο καλό! Στο καλό, παιδί μου, και η ευχή μας μαζί σου... αποκρίθηκε η κυρά μου, που έκλαιγε κι εκείνη.

Και τότε συγκινήθηκα κι εγώ. Ο Μήτσος είχε σιμώσει τον Περικλή, και ρίχνοντας το χέρι του γύρω στους ώμους του μικρού του εξαδέλφου, τον τράβηξε κοντά του.

- Καλό ταξίδι! φώναξαν όλοι από την ξηρά.

Κι έξαφνα μια φωνή, του Λουκά, μου έσχισε την καρδιά.

- Μάγκα! φώναξε απλώνοντας τα χέρια του.

Του αποκρίθηκα με γαβγίσματα γεμάτα δάκρυα, και τον κοίταζα κι εκείνον και τις Άννα - Λίζα, που απομακρύνουνταν και μίκραιναν στην απόσταση. Και φάρδαινε η θάλασσα, μεταξύ μας, όλο και περισσότερο. Και μίκραιναν εκείνοι στην αποβάθρα. Και ανακατώνουνταν λίγο - λίγο οι γραμμές τους με άλλους ανθρώπους που στέκουνταν εκεί και αποχαιρετούσαν και αυτοί τους δικούς τους. Και τότε έστρεψε το πλοίο, γύρισε πίσω από μιαν αποθήκη, που προεξείχε στο λιμένα, και τους σκέπασε. Και τους χάσαμε από μπροστά μας.

- Καλήν αντάμωση πάλι, είπε σιγά η Γιαγιά, με το γλυκό συγκινημένο της χαμόγελο.

- Αμήν... μουρμούρισε ο Βασίλης. Κι έκανε το σταυρό του. https://el.wikisource.org/

Δέλτα και ο Βενιζέλος.  

Στα μυστικά του βάλτου

Υπόθεση 

Στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα (Οκτώβριος 1906 - Ιούνιος 1907), παρακολουθούμε τη ζωή και τις περιπέτειες των ανταρτών μέσα και γύρω από τον βάλτο της λίμνης των Γιαννιτσών. Εκεί, Έλληνες και Βούλγαροι πολεμούν ανελέητα για το ποιος από τους δύο θα επικρατήσει στην περιοχή, κάτω από τη μύτη των οθωμανικών στρατευμάτων που κάνουν τα στραβά μάτια. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι ο Αποστόλης και ο μικρός του φίλος Γιοβάν, δυο ορφανά παιδιά που υπηρετούν ως οδηγοί στο πλευρό του καπετάν Άγρα και των συντρόφων του, μυώντας μας στα σκοτεινά μυστικά του Βάλτου.


ΛΒ'. Στα νερά του Βάλτου

Νύχτα βαθιά ακόμα έφθασε ο Βασίλης με τον Περικλή και τον Αποστόλη στου Βαγγέλη την καλύβα, αφού είχαν αφήσει τον Μήτσο με την κυρία Ηλέκτρα στο Σταυρό. Μια πιστολιά είχε φέρει δυο πλάβες στην ακρολιμνιά, και, πεθαμένοι από την κούραση, είχαν πλαγιάσει και οι τρεις στο ραγάζι που τους είχαν στρώσει οι αντάρτες, και κοιμήθηκαν ως το πρωί.

Ξημερώματα έκαναν συμβούλιο με τον άλλοτε υπαρχηγό του Άγρα, τον καπετάν Νίκο, που φύλαγε τις Κάτω Καλύβες, του Βαγγέλη και της Αγια - Μαρίνας. Για τον Ζλατάν δεν ήξερε αυτός, δεν είχε ακούσει, λέει, τίποτα. Μα να πήγαιναν στην Κούγκα. Ίσως εκεί θα μάθαιναν. Ο καπετάν Τυλιγάδης, που φύλαγε τη θρυλική καλύβα, θα είχε ρίξει στα ίχνη του Βουλγάρου όλα του τα λαγωνικά... Κι έφυγαν.

Ξαναθυμήθηκε ο Αποστόλης τις πρώτες μέρες, όταν με το πλατσί στο χέρι, όπως τώρα, οδηγούσε τον καπετάν Άγρα σε αναζήτηση της Κούγκας. Ήταν τότε φθινόπωρο, τα καλάμια άρχιζαν να κιτρινίζουν και να ξεραίνονται. Και με το αγορίστικό του γέλιο και τ' αστραφτερά του μάτια, με κανένα χωρατό ή κανένα εγκαρδιωτικό λόγο, ρίχνουνταν ο Άγρας στο νερό, και αδέξια, μα με ζήλο, έκοβε αγκαλιές τα μισοξεραμένα καλάμια, για να δώσει, πρώτος αυτός, το παράδειγμα στους χωρικούς, και ν' ανοίξουν καινούρια μονοπάτια. Τώρα ήταν καλοκαίρι. Η πυκνή, χυμούς γεμάτη βλάστηση, δάσωνε το Βάλτο, φούσκωνε ολόγυρα, και στον πάτο του νερού, απ' όπου τα πράσινα βλαστάρια ξεπετάγουνταν σφριγερά, γυρεύοντας το φως και τη ζέστη της επιφάνειας.

Μελαγχολικά μα γοργά, δούλευε ο Αποστόλης το πλατσί του, έκοβε δρόμο από τα κρυφά του μονοπάτια. Και τρέμοντας από πυρετό, με το Μάγκα στην αγκαλιά, που καιροφυλακτούσε έτοιμος να δώσει το σύνθημα του κινδύνου, κοίταζε ο Περικλής τον πράσινο πλούτο γύρω του, ενώ καθισμένος στην πλώρη, με το τουφέκι στο χέρι, το κοντάκι στον ώμο, και το δάχτυλο στη σκανδάλη, έψαχνε ο Βασίλης με το βλέμμα καλαμιώνες και βάτους, μην κρύβουν εχθρό πίσω απ' όλη τους αυτή την ομορφιά. Κανένας δε μιλούσε. Μα η Λίμνη όλη ηχούσε από κρότους, από κελαηδίσματα, κακαρίσματα, πιπίσματα, φωνές και τσιρίγματα όλων των ειδών των ζώων που μερμήγκιαζαν στην πυκνή φυτεία.

Άνθρωπος όμως δε φάνηκε. Κι έφθασαν στην Κούγκα το προμεσήμερο, χωρίς αργοπορία και χωρίς επεισόδιο. Βουτημένος στο πένθος τους δέχθηκε ο καπετάν Τυλιγάδης. Ο φόνος του Αρχηγού του τον είχε τσακίσει. Δε συγχωρούσε τον εαυτό του, που τον είχε υπακούσει και τον άφησε να φύγει μόνος.

- Αν ήμουν μαζί του, δε θα πήγαινε έτσι, σαν το αρνί στο μακελειό. Δε θ' άκουα κανένα, δε θ' άφηνα τα παιδιά ν' απομακρυνθούν, ούτε τους κυρίους προύχοντες να τον αφήσουν στην τύχη του. Θα γίνουνταν ματοκύλισμα - μα δε θα 'παιρναν τον Αρχηγό, να τον σέρνουν ξιπόλητο στα βρωμόχωρά τους, και να τον εξευτελίζουν... τον Αρχηγό μου... τον καπετάν Άγρα!... έλεγε και ξανάλεγε θλιμμένα.

Είχαν καθίσει χάμω, μες στην καλύβα, ο Τυλιγάδης, ο Βασίλης, ο Αποστόλης και ο Περικλής. Και είπε ο Βασίλης με ποιο σκοπό ήλθαν, πως είχε κατορθώσει να μάθει ο Αποστόλης άτι βρίσκουνταν ο Ζλατάν στο Ζερβοχώρι, και πως ήλθαν να μάθουν μήπως ήξερε ο Τυλιγάδης σε τίνος σπίτι κρύβουνταν...

- Καλά κάνατε και ήλθατε σε μένα, είπε ο καπετάν Τυλιγάδης. Γιατί και ξέρω και ετοιμάζω την εκδίκηση!

Τα μάτια του Βασίλη άστραψαν.

- Τι ετοιμάζεις; ρώτησε.

- Τι ετοιμάζω λέει;... Αμέ τι! Μόνο αυτός είναι πονηρός; Θα βρει το μάστορη του! αποκρίθηκε σφίγγοντας τα δόντια του ο Τυλιγάδης.

- Δεν τον ξεπερνά κανένας στην πονηριά και στην κακουργία, είπε ο Βασίλης. Μη γυρεύεις να τον συναγωνιστείς σ' αυτά. Θα σε παίξει!

- Και οι πονηριές ήταν αντίθετες με τις αρχές του Αρχηγού... Δεν πρέπει με πονηριά να τον πιάσομε, αλλά με παλικαριά, είπε ο Περικλής, τρίβοντας νευρικά τα δάχτυλα του ανάμεσα στ' αυτιά του Μάγκα.

Ο Τυλιγάδης άναψε.

- Στήθος, με στήθος, ε;... έκανε κοροϊδευτικά. Αυτά έλεγε και ο Αρχηγός. Μα αυτά, φίλε μου, γίνονται με τα παλικάρια - όχι με φονιάδες! Αυτός είναι φονιάς! Και είναι και αλεπού, και είναι αιμοβόρος, και είναι δειλός!.. Ποτέ δε θα βγει να μετρηθεί με σένα ή με μένα. Η μαχαιριά στη ράχη, από τα κρυφά, είναι τ' όπλο του. Μόνο με το ίδιο όπλο θα τον πιάσομε!

- Δεν πρέπει... Δε θα το ήθελε ο Αρχηγός, είπε πάλι ο Περικλής.

Ο Αποστόλης δε μιλούσε. Τα ξυπνά του μάτια πήγαιναν από τον ένα στον άλλο, άκουε του καθενός τη γνώμη, και μέσα του οι αντίθετες τους απόψεις μαλλιοκουβαριάζουνταν.

- Για ν' ακούσομε το σχέδιο σου, καπετάν Τυλιγάδη, είπε ο Βασίλης.

Και τους είπε ο Τυλιγάδης:

- Θυμάστε ένα Βούλγαρο, Χρήστοφ Μπόζαν, που τον έπιασε ο καπετάν Ματαπάς μια νύχτα, και του χάρισε τη ζωή, και από την καλύβα της Τερχοβίστας τον έφεραν εδώ; Αυτόν τον έστειλα λοιπόν στο Ζερβοχώρι όπου κρύβεται ο Ζλατάν, να τον βρει και να του πει πως θέλω να του μιλήσω, να παύσουν οι καβγάδες μας εδώ, και να ειρηνεύσομε το Βάλτο...

- Και θα το πιστέψει; διέκοψε ο Βασίλης.

- Σαν του το πει ο Βούλγαρος;

- Κι έχεις εμπιστοσύνη στο Βούλγαρο;

- Τι λες! Μας χρεωστά τη ζωή του!... Κάθε άλλος από τον Ματαπά και σας όλους, θα τον είχε σφάξει!

- Και καλά θα 'κανε! Εμείς ζεστάναμε φίδι στον κόρφο μας!

Και γυρνώντας στον Αποστόλη, που άκουε σιωπηλός, πίνοντας λαίμαργα κάθε γνώμη, είπε ο Βασίλης:

- Πες του εσύ τι ξέρεις!

Και είπε ο Αποστόλης, με φωνή κομμένη από συγκίνηση:

- Είχα ένα μικρό φίλο... - τον ξέρεις, καπετάν Τυλιγάδη;

- Τον παραγιό σου τον Γιωβάν; Βέβαια τον ξέρω! αποκρίθηκε ο Τυλιγάδης.

- Πέθανε τώρα... Τον σκότωσαν αυτοί...

- Τον Γιωβανάκο;... Το καημένο! αναφώνησε ο Τυλιγάδης.

- Τον είχα στείλει να παραφυλάγει τον Αρχηγό, σαν ήλθε δω ο Ζλατάν να του μιλήσει, εξακολούθησε όλο και πιο ταραγμένος ο Αποστόλης. Και σα χωρίστηκαν, και γύρισε ο καπετάν Άγρας στην Κούγκα και ο Ζλατάν στο Ζερβοχώρι, ακολούθησε τον δεύτερο ο Γιωβάν, και στη συνοδεία του είδε τον Χρήστοφ Μπόζαν. Ήταν κατάσκοπος και προδότης.

Ο Τυλιγάδης έμεινε. Σαστισμένος κοίταζε τον Αποστόλη. Ο Βασίλης γέλασε πικρά.

- Και θέλεις, τσολιά, να παραβγείς στην πονηριά με το Βούλγαρο Ζλατάν! του είπε. Ίσιασε τους ώμους του και τη ράχη του, και πρόσθεσε:

- Θες να εκδικήσεις τον Αρχηγό; Έλα μαζί μου! Έχω κι εγώ λογαριασμούς να ξεδιαλύνω μαζί του. Σκότωσε το παιδί μου... το μικρό τον Γιωβάν που ξέρεις, και που τον νομίζαμε όλοι Βουλγαράκι... Αδιάφορο. Εγώ όμως θα πάρω πίσω το αίμα του. Έρχεσαι μαζί μου Τυλιγάδη;

- Έρχομαι! Μα πού;

Ο Βασίλης κοίταξε τον Αποστόλη.

- Βρες τον εσύ, πρόσταξε. Και σαν τον βρεις, δώσε το σημείο. Θα τον σφάξω εγώ!

Και κατάστρωσε το σχέδιο, που όλη νύχτα και όλη μέρα το είχε ωριμάσει στο κεφάλι του: Θα πήγαινε ο Αποστόλης στο Ζερβοχώρι, στο σπίτι όπου κρύβουνταν ο Ζλατάν.

- Να που το ξέρεις εσύ, Τυλιγάδη. Θ' αρμηνέψεις το παιδί.

Και σαν τον έβλεπε ο Αποστόλης, και βεβαιώνουνταν πως είναι εκεί, θα επέστρεφε ολοταχώς, και θα έφευγε ευθύς ο Βασίλης, θα πήγαινε στο σπίτι, και, όπως το έκανε ο καπετάν Γαρέφης για τους Βουλγάρους Λούκα και Καρατάσο, θα τον πιστόλιζε ή θα τον μαχαίρωνε μες στο σπίτι του.

- Καλά... είπε συλλογισμένος ο Τυλιγάδης. Μα να ξέρεις πως εσύ δε γλιτώνεις! Θα σε σφάξουν!...

Ο Βασίλης σήκωσε τους ώμους.

- Και ύστερα; έκανε. Τι έχω πια να χάσω;... Ούτε γυναίκα, ούτε παιδί, ούτε άλλο τίποτα δε μου άφησαν. Σαν τον σκοτώσω, θα 'χω ξοφλήσει!... Και πρόσθεσε: Θα φύγεις αμέσως, Αποστόλη. Και σαν επιστρέφεις, αν είναι βία, δυο πιστολιές απανωτές, και ξεκινούμε ευθύς για το Ζερβοχώρι, και σ' απαντούμε στο δρόμο!

Έφυγε ο Αποστόλης και κάθισαν οι άλλοι και περίμεναν. Πόση ώρα ήθελε να πάγει; Πόση να γυρίσει; Αν τον έβρισκε αμέσως, μπορούσε πριν νυχτώσει να είναι πίσω, λογάριαζε ο καπετάν Τυλιγάδης. Διηγούνταν ο Τυλιγάδης τη ζωή του Βάλτου. Μονότονη, βαρετή, απελπιστικά ανούσια, ξετυλίγουνταν η μέρα, από τα ξημερώματα ώ'ς το ηλιοβασίλεμα. Σαν έφυγε ο Άγρας από το Βάλτο και τραβήχτηκε ο Νικηφόρος στο Τσέκρι, νέκρωσε ο Αγώνας, έσβησε η ζωή. Τώρα έφυγε και ο Νικηφόρος, σκότωσαν τον Άγρα, καταστράφηκε το σώμα του Νικηφόρου Β'.

- Μόνο τ' αγρίμια πια ακούμε, είπε ο καπετάν Τυλιγάδης. Ακόμα και οι Βούλγαροι σώπασαν.

Κάπου κάπου, λέει, έβγαινε μ' ένα δυο άντρες του, σίμωνε τις παράπλευρες βουλγάρικες καλύβες... Γιατί, έτσι να κάνεις, αν δεν ήταν καλοκαίρι και φουντωμένα τα φύλλα, θα την έβλεπες τη μια, εκεί δίπλα μας!... Και τραβούσε κανένα δυο τουφεκιές, έτσι για το χάζι, να ξυπνήσει λίγο ο Βάλτος. Απαντούσαν και αυτοί, ψόφια, χωρίς καρδιά, και ξαναγύριζε ο αντάρτης στην Κούγκα, βαρεμένος, αηδιασμένος από την ανεργία. Σπάνια ν' απαντήσει μια ή δυο μαζί εχθρικές πλάβες στις περιπολίες του, και ν' ανταλλάξει ένα δυο βόλια. Οι Βούλγαροι είχαν περιοριστεί στο απόρθητο σύμπλεγμα από οχυρωμένες καλύβες τους, προς το Ζερβοχώρι, το Γκολοσέλο και την Πλάσνα, και δεν επιχειρούσαν ποτέ πια καινούριες κατακτήσεις. Ψόφησαν και αυτοί θα 'λεγες, σαν έλειψε η ψυχή του Βάλτου. Και πρόσθεσε θλιμμένα:

- Κάτι ήξεραν αυτοί, που τον έλεγαν Γενικό Αρχηγό των Ελλήνων...

Είχε βραδιάσει. Ο Τυλιγάδης άναψε τη λάμπα, έκλεισε το μουσαμά της εισόδου, μη φαίνεται το φως σαν κράχτης, και οι τρεις βγήκαν στο πάτωμα και ξαπλώθηκαν στη δροσιά. Ο καθένας βαστούσε από ένα φυλλωμένο κλαρί κι έδιωχνε τα κουνούπια, που, σμήνος, βούιζαν γύρω τους. Ο Περικλής είχε ρίξει το χέρι του γύρω στο σκύλο του, και κάτι σιγομουρμούριζε.

- Τι λες, κύριε Περικλή; ρώτησε ο Βασίλης.

Μα ο Περικλής δεν του αποκρίθηκε. Αντιλήφθηκε πως παραμιλούσε και δεν ήθελε να προδοθεί. Έκλεισε τα μάτια του, τάχα πως κοιμάται.

- Αργεί ο Αποστόλης... είπε ο Βασίλης.

- Μπορεί να μη βρήκε αμέσως το σπίτι, αποκρίθηκε ο Τυλιγάδης.

Άναψαν και οι δυο από ένα τσιγάρο, για ν' απομακρύνουν τα κουνούπια, και περίμεναν σιγοκουβεντιάζοντας. Μα νύχτωσε ολότελα, οι βίγλες άλλαξαν και ξανάλλαξαν, και ο Αποστόλης δε γύρισε. Μπήκαν όλοι στην καλύβα, αφού πρώτα έκαψαν χλωρά κλαριά, που να βγάλουν πολύ καπνό και να διώξουν τα κουνούπια, κι έπεσαν να κοιμηθούν. Σε μια γωνιά είχε πέσει και ο Περικλής με τον Μάγκα, που ανήσυχος τον παραφύλαγε και του έγλειφε κάθε λίγο τα καυτά του χέρια, σα να ήθελε να του τα δροσίσει.

Κατά το πρωί, ενώ άντρες και αρχηγοί κοιμούνταν ακόμα, παρουσιάστηκε ο Αποστόλης. Ήταν κατάκοπος και ζήτησε ένα κουπάκι δυνατό καφέ.

- Δεν πρέπει να κοιμηθώ, είπε, και πέφτω από τον ύπνο!

- Τον βρήκες; ρώτησε ο Βασίλης, που τον βοηθούσε να ξεκουμπώσει το αντερί του, να ξεπλύνει τις σκόνες του προσώπου και του λαιμού του, και να δροσιστεί.

Ο Αποστόλης σήκωσε τα φρύδια του αρνητικά.

- Είχε φύγει, αποκρίθηκε. Μπήκε στο Βάλτο. Φοβάται. Θέλει να τραβήξει για τη Βουλγαρία. Μα τον πήρα καταπόδι. Όπου πήγε, πήγα κι εγώ, τάχα πως με στέλνει ο Κασάπτσε να του μιλήσω. Μα στο μεταξύ είχα μάθει πως σκοτώθηκε ο Κασάπτσε...

- Σκοτώθηκε; Πού; αναφώνησε τρέμοντας από συγκίνηση ο Τυλιγάδης.

- Στο Ξηροβούνι, κοντά στη Δόλιανη. Τον σκότωσε ο καπετάν Σεραφείμ. - Έδωσε μάχη;

- Ναι! Έφευγε και αυτός σαν τον Κάιν, που λέγει η κυρία Ηλέκτρα, και τον πρόφθασε ο καπετάν Σεραφείμ, κι έγινε μακελειό. Με το χέρι του τον σκότωσε ο καπετάνιος!

- Και τον είδες τον Ζλατάν; ρώτησε σκοτεινός ο Βασίλης.

- Όχι. Δε μ' άφησαν να μπω στην καλύβα όπου κοιμούνταν. Φοβάται και φυλάγεται. Μα ξέρω πού είναι. Πάγω, σα θες, κυρ Βασίλη. Να πάμε όμως αμέσως, μη μας φύγει, γιατί από τη μια καλύβα περνά στην άλλη. Τέτοιο φόβο έχει να μην τον πιάσομε!...

Ο Περικλής είχε σηκωθεί και πλησίασε τρικλίζοντας.

- Θα 'ρθω κι εγώ μαζί σου, Βασίλη!... είπε. Μα ο Βασίλης τρόμαξε σαν τον αντίκρυσε.

- Εσύ είσαι άρρωστος, κύριε Περικλή! Πρέπει να φύγεις για τις Κάτω Καλύβες! αναφώνησε.

- Δεν έχω τίποτα, αποκρίθηκε ο Περικλής. Θα έλθω μαζί σου!

Μα ήταν σταχτής - το πρόσωπο σα συσπασμένο, τα μάτια βουλιαγμένα.

- Δε σε παίρνω! είπε συγχισμένος ο Βασίλης. Να μείνεις και ν' αναπαυθείς! Εσύ θα πέσεις στο δρόμο!

- Δώσ' μου και μένα έναν καφέ, κακοκοιμήθηκα τη νύχτα... μουρμούρισε ο Περικλής.

Μα ο Αποστόλης τραβούσε τον Βασίλη από το μανίκι.

- Αν είναι να πάμε, να πάμε αμέσως!... του ψιθύρισε. Σε μια ώρα θα είναι αργά, θα έχει πετάξει το πουλί!

- Να φύγομε ευθύς, είπε ο Βασίλης. Καπετάν Τυλιγάδη, δώσ' μου ένα σου παιδί...

- Εγώ! αναφώνησε ο Περικλής, που τον ακολούθησε έξω στο πάτωμα.

Ο Βασίλης γύρισε, τον είδε πάλι, και αποφασιστικά είπε:

- Είσαι πατριώτης και παλικάρι, κύριε Περικλή! Μη μας εμποδίζεις στη δουλειά μας! Σήμερα παίζομε κορόνα γράμματα. Είσαι άρρωστος. Εμείς θα παλέψομε με τα δόντια μας!...

Ο Περικλής δεν επέμεινε πια. Ταπεινωμένος, αναστατωμένος, μα νικημένος, τους κοίταζε που κατέβαιναν σε μια πλάβα, τον Βασίλη, τον Αποστόλη και το γίγα Βαγγέλη, το «Μακεδόνα», όπως τον έλεγε άλλοτε χαϊδευτικά ο καπετάν Άγρας, και γύριζαν δεξιά και χάνουνταν πίσω από τα καλάμια.

- Δυο πιστολιές απανωτές θα είναι το σύνθημα αν θέλομε βοήθεια, είχε πει ο Βασίλης του Τυλιγάδη φεύγοντας.

Κάθησε ο Περικλής στην άκρη του πατώματος και ακούμπησε στο χωματένιο οχύρωμα. Το κεφάλι του πονούσε, τα κόκαλα του επίσης, τα πόδια του έτρεμαν... Αλήθεια, δεν ήταν για μάχη.

- Μα τι ντροπή... τι ντροπή!... μουρμούρισε. Αν μ' έβλεπε ο παππούς μου!...

Όρθιος μπροστά του, με τ' αυτιά ορτσωμένα, τα ξυπνά του μάτια συμπονετικά στυλωμένα στα δικά του, τον κοίταζε ο Μάγκας. Και σα να ήθελε να τον χαϊδέψει, να τον παρηγορήσει, σήκωσε το ένα του πόδι και το ακούμπησε στο μανίκι του αφέντη του. Τον πήρε στην αγκαλιά του ο Περικλής, κι έχωσε το πρόσωπο του στη γούνα του σκύλου.

- Μάγκα!... Μάγκα!... Πώς πονεί η ψυχή μου!... μουρμούρισε έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα.

Μα ξαφνικά, μ' έναν πήδο του ξέφυγε ο Μάγκας κι έτρεξε στην άλλη γωνιά του πατώματος. Η τρίχα του είχε σηκωθεί αγριεμένη, και σιγογρύλιζε, ξεσκεπάζοντας τα σκυλόδοντα του, πνίγοντας θυμωμένα γαβγίσματα, το κεφάλι τεντωμένο, άγριος, κακός. Ο Περικλής πετάχθηκε στα πόδια του και τον ακολούθησε. Σκυμμένος κατά τη διεύθυνση που έδειχνε ο σκύλος, γύρευε να δει μες στα καλάμια.

- Τι είναι, Μάγκα; ρώτησε προστακτικά.

Ο σκύλος γύρισε γοργά, τον κοίταξε, ξανάστρεψε κατά τα καλάμια, και, γρυλίζοντας αδιάκοπα, έκανε να πηδήξει σε μια πλάβα δεμένη στον πάσσαλο του πατώματος. Εχθρός, Μάγκα; Εχθρός;... ξαναρώτησε ο Περικλής. Σα να κατάλαβε ο σκύλος, γύρισε, τον ξανακοίταξε, και πήδηξε στην πλάβα. Χωρίς δισταγμό δρασκέλισε το πάτωμα και ο Περικλής κι έλυσε το μονόξυλο. Ένας αντάρτης το είδε κι έσκυψε πάνω από τ' οχύρωμα.

- Πού πας; ρώτησε.

- Κάτι μυρίζει ο σκύλος μου· πάγω να δω! αποκρίθηκε ο Περικλής.

Και βουτώντας το πλατσί, κατεύθυνε την πλάβα του κατά τα καλάμια, στο αντίθετο μέρος, απ' όπου είχε γυρίσει ο Βασίλης με τους συντρόφους του. Μπροστά, στην πλώρη, ο Μάγκας, όλο και πιο αγριεμένος, γρύλιζε, γρύλιζε, έκανε να ριχθεί στο νερό, παρέσερνε τον αφέντη του και τον οδηγούσε συνάμα. Ακολουθώντας τις κινήσεις του σκύλου, γύρισε ο Περικλής το μονόξυλο σ' ένα μονοπάτι πίσω από την Κούγκα. Ο Μάγκας, ερεθισμένος φρικτά, έκανε πάλι να πηδήξει στο νερό, και πέταξε ένα θυμωμένο γάβγισμα, με τη μύτη γυρισμένη κατά τη μάνα που έκοβε το μονοπάτι. Ο Περικλής, όρθιος, είχε πιάσει το περίστροφο του με το ένα χέρι, και με το άλλο, μπήγοντας το πλατσί του, έσπρωχνε το μονόξυλο κατά το Γρουνάντερο, βγήκε από το μονοπάτι. Μια πλάβα έφευγε μπροστά του γοργά, κατά το ανατολικό μέρος της Λίμνης. Μέσα ήταν δυο άντρες, ένας πλαβαδόρος, ο Χρήστοφ Μπόζαν, κι ένας κοκκινότριχος, που σκυφτός, φοβισμένος, ερευνούσε ολόγυρα. «... Ο Ζλατάν;...» Δυο κάνες αντίκρυ του πλάγιασαν, με τη μπούκα πάνω του. Πρόφθασε ο Περικλής να τραβήξει δυο σφαίρες κατά τον κοκκινότριχο, και να δει δυο φωτιές μπροστά του, και συνάμα αντιλήφθηκε ένα ούρλιασμα γοερό. Πρόφθασε ακόμα να συλλογιστεί:

- Ο Μάγκας φωνάζει... Ο παππούς μου όμως μ' εγκρίνει...

Κλονίστηκε στα πόδια του, έγειρε, και παράσυρε το μονόξυλο που αναποδογύρισε. Και τα νερά της Λίμνης έκλεισαν από πάνω του. Η βουλγάρικη πλάβα είχε σταματήσει, διστακτική. Ο Χρήστοφ Μπόζαν, με το πλατσί στο χέρι, έστεκε στην πρύμη τρομαγμένος.

- Εμπρός να τραβήξω, ή πίσω στις καλύβες μας; ρώτησε.

- Εμπρός! Να προφθάσομε να βγούμε στη σκάλα μας!

- Δες, δες, Ζλατάν, το σκύλο! διέκοψε χαμηλόφωνα ο Μπόζαν. Βουτά, ξαναβουτά... λες και θέλει να τον βγάλει!

Άλλο ούρλιασμα του Μάγκα ξέσχισε τον αέρα. Ο Ζλατάν έριξε μια ματιά στο σκύλο.

- Τράβα, κάλλιο, πίσω στις καλύβες, πριν να μας προκάνουν εδώ! πρόσταξε. Βιάσου! Θ' άκουσαν τις τουφεκιές στην Κούγκα... Και οι φωνές του σκύλου θα τους οδηγήσουν... Θα μας κόψουν το δρόμο!

Βιαστικά έκανε πίσω τώρα η βουλγάρικη πλάβα, έφευγε, διωγμένη θα 'λεγες, από τα σπαραχτικά ουρλιάσματα του Μάγκα, που ανέβαινε ν' αναπνεύσει στην επιφάνεια, και ξαναβουτούσε στα βαθιά νερά.

- Τυχερός ήσουν και γλίτωσες πάλι, βοεβόδα μου! είπε ο πλαβαδόρος, που έμπηγε βιαστικά και με ορμή το κοντάρι του στον πάτο.

Ο Ζλατάν έδενε το ματωμένο μπράτσο του με το σχισμένο μανίκι του.

- Τι τυχερός, που με πήραν και οι δυο σφαίρες; έκανε. Μωρέ μάτι όμως!... Αν ήμουν γυρισμένος καταπρόσωπο, μ' έπαιρνε στην καρδιά!

- Γι' αυτό σου λέγω πως είσαι τυχερός. Σε πήραν οι σφαίρες στο ψαχνό, δεν έσπασαν κόκαλο, αφού κουνάς το χέρι...

Μια βλαστήμια του έκοψε το λόγο. Τρομαγμένος γύρισε ο πλαβαδόρος και αντίκρυσε μιαν άλλη πλάβα, που έρχουνταν από τις βουλγάρικες καλύβες και ξεπρόβαλε από ένα μονοπάτι μπροστά τους. Άρπαξε το τουφέκι του. Μα ήταν πια αργά. Δυο τουφεκιές ακούστηκαν, και ο Χρήστοφ Μπόζαν σωριάστηκε στο βάθος της βάρκας. Ο Ζλατάν έκανε να πιάσει το πλατσί. Με μια ματιά μέτρησε την απόσταση που τον χώριζε από την άλλη πλάβα - κατάλαβε πως είναι χαμένος. Έσπρωξε το μονόξυλο και πήδηξε στα ρηχά νερά.

Μα από την άλλη πλάβα τον είχε προλάβει ο Βασίλης. Πήδηξε κι εκείνος στο νερό, και βουτώντας ως τη μέση, του έκοψε το δρόμο. Οι δυο άντρες πιάστηκαν χέρια με χέρια. Το μίσος δεκαπλασίαζε τη δύναμη του Βασίλη, που έσφιγγε τον άλλο από το λαιμό. Ο Ζλατάν έβγαλε το μαχαίρι του και χτύπησε. Μα ο πόνος της πληγής του τον παραλούσε, το μαχαίρι του αστόχησε, πήρε τον Βασίλη ξώδερμα στον ώμο. Με όλο το βάρος τον γονάτισε ο Βασίλης μες στα νερά, του πήρε το μαχαίρι από τα τρεμάμενα δάχτυλα του, και πιάνοντας τον από τα μαλλιά, του έγειρε με ορμή πίσω το κεφάλι.

- Με ξέρεις, Ζλατάν, κακούργε; Με αναγνωρίζεις, χασάπη;... του είπε σφυριχτά από μέσα από τα σφιγμένα του δόντια.

Τινάχτηκε απελπισμένα ο Ζλατάν, γυρεύοντας να βγει από τα τσιγκέλια των χεριών του. Μια μαχαιριά του άνοιξε το λαιμό, μια δεύτερη ξεχώρισε σχεδόν το κεφάλι από τον κορμό. Έπεσε μες στα νερά, που κοκκίνισαν ολόγυρα...

Ο Βαγγέλης και ο Αποστόλης είχαν δει από μέσα από την πλάβα τους όλη την άγρια σκηνή, χωρίς να προφθάσουν να βοηθήσουν. Σαν άραξαν την πλάβα τους στις λαπατιές όπου κείτουνταν ο πεθαμένος Ζλατάν, σήκωσε τα μάτια του ο Βασίλης, τους είδε, κοίταξε τα ματωμένα χέρια του και τα βούτηξε στο νερό. Κάτι έκανε να πει. Μα τα χείλια του ήταν ξερά. Καμιά λέξη δε βγήκε. Από μακριά, ένα ούρλιασμα έσχισε τον αέρα, σκέπασε το βούισμα της Λίμνης. Ο Βασίλης ανατρίχιασε.

- Δεν είναι τίποτα, είπε ο Βαγγέλης καθησυχαστικά. Σκύλος ουρλιάζει.

- Είναι η φωνή του Μάγκα! είπε ανήσυχα ο Αποστόλης. Και ουρλιάζει στο θάνατο!...

- Μυρίστηκε τι γίνεται δω, είπε πάλι ο Βαγγέλης.

Άλλο ούρλιασμα ακούστηκε, και τρίτο, πιο σιγανό, πιο θλιμμένο. Ο Βασίλης ανορθώθηκε.

- Πού ήταν ο Μάγκας; ρώτησε.

- Τον αφήσαμε στην Κούγκα, αποκρίθηκε ο Βαγγέλης.

- Η φωνή δεν έρχεται από την Κούγκα!... Έρχεται από το Γρουνάντερο!... είπε ο Αποστόλης.

Έσκυψε απότομα ο Βασίλης, σήκωσε τον πεθαμένο Ζλατάν και τον πέταξε σα σακί στο βάθος της βουλγάρικης πλάβας, όπου κείτουνταν ο Χρήστοφ Μπόζαν. Ύστερα, με τις ίδιες απότομες κινήσεις, μπήκε στην άλλη πλάβα, πλάγι στον Βαγγέλη, και στον Αποστόλη.

- Τράβα εσύ τα κουφάρια, είπε του Βαγγέλη. Ο Αποστόλης κι εγώ κωπηλατούμε. Και πάμε να δούμε. Μα τα ουρλιάσματα είχαν σωπάσει.

Ο Αποστόλης ήξερε όλα τα μονοπάτια, από τον καιρό που είχε μείνει στην Κούγκα με τον Άγρα· και χωρίς δισταγμό και πασπατέματα οδήγησε την πλάβα τους στο Γρουνάντερο. Μα καθώς ξεμπαρκάρησε στη μάνα, βρέθηκε ανάμεσα σε στολίσκο από μονόξυλα. Παραπέρα, σε μια πλάβα, είδε τον καπετάν Τυλιγάδη, που κάτι γύρευε στο βάθος του νερού. Τον είδε και ο Βασίλης και φώναξε:

- Τυλιγάδη! Τι τρέχει;

Ανασηκώθηκε ο Τυλιγάδης, σκοτισμένος, αγέλαστος.

- Ένα δυστύχημα, είπε βαρύθυμα.

Ο Βαγγέλης έσπρωξε τη βάρκα του, παρατώντας το μονόξυλο με τους νεκρούς. Ο Βασίλης στέκουνταν όρθιος. Πρώτος είδε την άσπρη γούνα του Μάγκα, στο βάθος της άλλης πλάβας. Ο σκύλος ήταν πλαγιασμένος στο πλευρό, τα τέσσερα πόδια του τεντωμένα σαν ξύλα.

- Τι έπαθε ο Μάγκας; ρώτησε ο Βασίλης. Πώς βρίσκεται δω;

Ο Τυλιγάδης δεν αποκρίθηκε. Έβγαλε τα πόδια του από την πλάβα, και πήδηξε στο Βάλτο. Τα νερά ήταν χαμηλά, καλοκαιριάτικα, του ανέβαιναν μόνο ως απάνω από τη μέση. Βούτηξε και ανέβασε ένα σώμα. Ο Βασίλης βρέθηκε κοντά του, επίσης και ο Βαγγέλης, και μαζί σήκωσαν το σώμα και το ξάπλωσαν στην πλάβα.

Με φρίκη αναγνώρισε ο Αποστόλης τον Περικλή. Ήταν ορθάνοιχτα τα μάτια του, και λίγο αίμα ανάβρυζε ακόμα από μια πληγή στο στήθος. Κανένας δε μιλούσε. Γοργά ξεκούμπωσε ο Βασίλης τη ζιάκα και το αντερί του. Κάτι βαρύ κύλησε στην καρένα με κρότο. Κανένας δεν το παρατήρησε. Ο Βασίλης άνοιξε το ποκάμισό και ξεσκέπασε την πληγή. Η σφαίρα τον είχε βρει στην καρδιά, και η καρδιά δε χτυπούσε πια. Οι άλλες πλάβες είχαν πλησιάσει με τους αντάρτες. Όλοι γύρω σώπαιναν, σα μουδιασμένοι. Ο Βασίλης κάθισε βαριά στην πλώρη της πλάβας του.

- Ποιος έδωσε το σύνθημα που μας έκραξε; ρώτησε.

Οι άντρες κοιτάχθηκαν σιωπηλά. Κανένας δεν αποκρίθηκε.

- Ποιος τράβηξε δυο πιστολιές απανωτές; ξαναρώτησε ο Βασίλης.

- Εσύ δεν τις τράβηξες; ρώτησε ο Τυλιγάδης.

- Όχι. Τις ακούσαμε κοντά στη βουλγάρικη καλύβα, και γυρίσαμε ολοταχώς.

- Κανένας από μας δεν τράβηξε, είπε ο Τυλιγάδης. Ήμασταν όλοι στην Κούγκα, και τις ακούσαμε και ήλθαμε. Βρήκαμε μόνο τό σκυλάκι, πνιγμένο το κακόμοιρο. Είχαμε ακούσει τις πιστολιές και τα ουρλιάσματα και τρέξαμε. Ένα από τα παιδιά είχε δει τον Περικλή που έφευγε με το σκύλο του.

- Ώστε τις πιστολιές τις τράβηξε εκείνος; Πού είναι το πιστόλι του;

- Κάτι έπεσε πριν... έκανε ο Βαγγέλης.

Ο Αποστόλης έψαξε και βρήκε το όπλο. Ήταν ένα μαχαίρι τρίγωνο. Στο χάλκινο χερούλι ήταν χαραγμένο βουλγάρικα ένα όνομα: Μήτρη Τάνε. Το αναγνώρισε ο Αποστόλης.

- Το τράβηξε ο Μήτσος από την πληγή του καπετάν Ακρίτα... δηλαδή του Γρέγου... και το μάζεψε φαίνεται ο Περικλής, είπε πνιχτά.

Το πήρε ο Βασίλης και το εξέτασε. Το αίμα του Γρέγου είχε φύγει σχεδόν όλο από το λεπίδι, που είχε ξεπλυθεί στα νερά. Μόνο στο αυλάκι, χαραγμένο μες στο ατσάλι, έμεινε λίγο, στεγνωμένο, σα σκουριά.

- Δε θα πυροβόλησε κείνος, αφού δεν είχε πιστόλι, είπε χαμηλόφωνα ο Τυλιγάδης.

- Είχε! Το ξέρω, το είδα! αποκρίθηκε ο Αποστόλης. Θα 'χει πέσει και θα 'μείνε στο βυθό!

Και, με μια κίνηση γοργή, βρέθηκε στο νερό. Κοντά του έψαχνε και ο Τυλιγάδης. Δεν άργησε ο Αποστόλης να βρει το περίστροφο. Το πήρε ο Τυλιγάδης, πάτησε τη σούστα και το άνοιξε. Έλειπαν δυο σφαίρες. Σιωπηλά το έδειξε του Βασίλη.

- Τον πήραν τον Ζλατάν και οι δυο, είπε ο Βαγγέλης. Έχει δυο σφαίρες στο χέρι.

Τα λόγια του ξύπνησαν τον Βασίλη που, υπνωτισμένος, μελετούσε τα δυο όπλα. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τους άντρες γύρω του. Ανορθώθηκε.

- Φέρε το σκυλάκι, Τυλιγάδη, είπε. Πλάγιασε το δίπλα στον Περικλή. Το αγαπούσε. Και πάμε πίσω στην Κούγκα.

Μια μια οι πλάβες μπήκαν στη γραμμή. Εμπρός πήγαινε ο Βασίλης με τον Αποστόλη και τον πεθαμένο Περικλή, και, πίσω, σιωπηλά, ακολουθούσε νεκρική συνοδεία, σειρά από μονόξυλα, στα ήσυχα νερά του Βάλτου. Τον κατέβασαν στις Κάτω Καλύβες, τον πεθαμένο Περικλή, και τον έβγαλαν στην ακρολιμνιά, όπου ήλθε ένας παπάς από ένα παρεκκλήσι και του έψαλε τη νεκρική ευχή.

Τον έθαψαν τα παλικάρια, μαζί και ο Βασίλης, αμίλητος, σκυφτός, γερασμένος δέκα χρόνια. Πλάγι του ξάπλωσαν και τον πιστό του Μάγκα, σκέπασαν τον τάφο με ό,τι πέτρες βρήκαν, κι έστησαν έναν ξύλινο σταυρό στο κεφάλι, με τ' όνομα του, σκαμμένο με το μαχαίρι: Περικλής Βασιωτάκης. Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Και τη χρονολογία «1907». Τίποτα άλλο. Κι έφυγαν τα παλικάρια για την Κούγκα, κι έφυγε και ο Βασίλης με τον Αποστόλη, και τράβηξαν για το Σταυρό,

- Από τα πιο αγνά θύματα του Αγώνα... είπε ο Βασίλης. Και δε μίλησε πια.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου