Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Βασίλης Διαμαντόπουλος ( 15 Νοεμβρίου 1920 – 5 Μαΐου 1999 )


Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά και σπούδασε στις δραματικές σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης. 
Στο Θέατρο Τέχνης έκανε και την πρώτη του εμφάνιση το 1942 παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του, Κάρολο Κουν, στην ιστορική «Αγριόπαπια» του Ιψεν, με την οποία το «Θέατρο Τέχνης» έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο «Αλίκης» (νυν «Μουσούρη»). 
Ηδη από την πρώτη του εκείνη εμφάνιση κοντά στον Κουν μέχρι και το ’49, που παρέμεινε στο Θέατρο Τέχνης, ερμήνευσε περισσότερους από 30 ρόλους που τον καθιέρωσαν ως πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου. Ανάμεσα στα έργα που ερμήνευσε εκείνη την εποχή και τα «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλο, «Ρόσμερσχολμ» και «Βρικόλακες» του Ιψεν, «Για ένα κομμάτι γης» του Κόλντγουελ, «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, «Εμείς και ο χρόνος» και «Ο ανακριτής έρχεται» του Πρίσλεϊ, «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» και «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, «Ματωμένος γάμος» του Λόρκα, «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’ Νιλ, «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Λεωφορείο ο πόθος» του Ουίλιαμς, «Άννα Λουκάστα» του Τζόρνταν και άλλα. 
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον θίασο της Κατερίνας στη «Νίνα» του Ρουσέν και το 1950 προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο. Εκεί έπαιξε σε παραστάσεις σταθμούς: «Ερρίκος Δ΄» του Πιραντέλο, «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ, «Τρεις αδελφές» και «Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ, «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σο, τα περισσότερα σε σκηνοθεσία Κουν. 
Το 1953-1954 συγκροτεί προσωπικό θίασο και ανεβάζει το «Εκατομμυριούχοι της Νάπολης» του Ντε Φιλίπο πάλι με σκηνοθέτη τον Κουν και το «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» του Πιραντέλο. 
Το καλοκαίρι του ’54 συνεργάζεται με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου και είναι ο πάτερ Λαυρέντιος στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», που ανεβαίνει στο θέατρο «Εθνικού Κήπου». Το ’54-’55 κάνει μια έκτακτη εμφάνιση στο νέο «Θέατρο Τέχνης», που έχει ξεκινήσει την πορεία του στο υπόγειο του «Ορφέα», με τα μονόπρακτα του Τσέχωφ «Αρκούδα», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και του Πιραντέλο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα». 
Επανέρχεται στο Εθνικό Θέατρο: «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Η ηδονή της τιμιότητας» του Πιραντέλο, «Η άμαξα» του Μεριμέ, «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ, Ιάγος στον «Οθέλο» του Σαίξπηρ. 
Το 1958 μια σημαντική στιγμή στην καριέρα του: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ιδρύει το «Νέο Θέατρο», που εγκαινιάζει το σημερινό θέατρο «Αλάμπρα» και λειτουργεί έως το 1966 με πρωταγωνίστρια την τότε σύντροφό του Μαρία Αλκαίου. Ανεβάζει: «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Καμπανέλλη, «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Κασόνα ¬ μια παράσταση που αφήνει εποχή και γίνεται θρύλος ¬ «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Γαλιλαίος» του Μπρεχτ, «Σαββάτο, Κυριακή, Δευτέρα» του Ντε Φιλίπο, «Πέντε στρέμματα παράδεισος» των Σταύρου - Φραγκιά, «Το νησί της Αφροδίτης» του Πάρνη, «Αθάνατη πολυαγαπημένη» του Ρούσσου (όπου ερμήνευσε τον Μπετόβεν, άλλον ένα ρόλο του που πολυσυζητήθηκε), «Η τύχη της Μαρούλας» του Κορομηλά και άλλα. Για την προσφορά του τότε είχε τιμηθεί από την πολιτεία με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α΄. 
Η δικτατορία του ’67 ανακόπτει τη θεατρική του πορεία. Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος αυτοεξορίζεται στο Παρίσι. 
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνεργάστηκε κατ’ αρχήν με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και αργότερα με το «Θέατρο Σάτιρα» του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, θέατρο στην ίδρυση του οποίου συμμετείχε και ο ίδιος. Οι δυο τους το 1972 γράφουν ιστορία με το τηλεοπτικό τους δίδυμο. Λουκάς ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και Σόλων ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, στην εκπληκτική τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι Εκείνος» με τα γεμάτα αντικαθεστωτικούς υπαινιγμούς κείμενα του Κώστα Μουρσελά. 
Ένα χρόνο αργότερα οι δύο ηθοποιοί θα κάνουν μία ακόμα επιτυχία περιοδεύοντας στην Ελλάδα με την πολιτική επιθεώρηση «Ω, τι κόσμος, μπαμπά» του Κώστα Μουρσελά, σε μουσική του Βασίλη Δημητρίου, αλλά και το «Ας παίξουμε τους δολοφόνους» του Φάιφερ, τον «Συνεργό» του Ντίρενματ. 
Τα επόμενα χρόνια εμπλουτίζει το προσωπικό «δραματολόγιο» με πρωταγωνιστικές εμφανίσεις σε μερικά ακόμα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου: «Ασήμαντος πόνος» του Πίντερ, «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου, «Σφήκες» του Αριστοφάνη, «Παραθεριστές» του Γκόρκυ, «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με σκηνοθέτες τον Μίνωα Βολανάκη, τον Ντίνο Γιαννόπουλο, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Λεωνίδα Τριβιζά και άλλους. Θα παίξει τον Καρένιν στην «Άννα Καρένινα» που ανεβάζει η Κάτια Δανδουλάκη, θα ανεβάσει ο ίδιος στη Νίκαια το «Μίστερο μπούφο» του Ντάριο Φο, θα παίξει με την Κατερίνα Βασιλάκου «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, με τον Ανδρέα Μπάρκουλη στο «Σλουθ» του Άντονι Σάφερ και θα είναι ο Αζντάκ στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ και ο Βολπόνε στην ομώνυμη κωμωδία του Μπεν Τζόνσον, που ανεβάζει ο Μίνως Βολανάκης. 
Το 1993 ιδρύει το «Σύγχρονο Θέατρο» και ανεβάζει την «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις. Εκεί έπαιξε και τον τελευταίο του ρόλο στο θέατρο. Είχε γράψει, επίσης, το θεατρικό «Οι καλικαντζαραίοι», που παρουσίασε το 1979 στον Λυκαβηττό.



Κινηματογράφος

«Μαρίνος Κοντάρας» του Τζαβέλλα, «Τελευταία αποστολή» του Τσιφόρου, «Νυχτερινή περιπέτεια» του Τερζάκη, «Η αρπαγή της Περσεφόνης» του Γρηγορίου, «Το αμαξάκι» του Ντίνου Δημόπουλου, «Ερωτικές ιστορίες» του Καψάσκη, «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Μανθούλη, The over coat, Καβάφης, Τα παιδιά της Χελιδόνας, Μάθε παιδί μου γράμματα, Ελευθέριος Βενιζέλος, Το κόκκινο τρένο,Τζακ ο καβαλλάρης, Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας, Μιά 'βδομάδα στον παράδεισο, Νόμος 4000, Το ταξίδι, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, Να πεθερός, να μάλαμα!, Της νύχτας τα καμώματα, κ.α

Η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στην ταινία του Βασίλη Μπουντούρη «Μπίζνες στα Βαλκάνια».

Τηλεόραση

Εκτός από το «Εκείνος κι εκείνος», έπαιξε στις σειρές «Ο συμβολαιογράφος», «Χατζηεμμανουήλ», «Αλέξανδρος Δελμούζος», «Λαυρεωτικά» και άλλες και, το 1977, στην «Κλειδαρότρυπα» (σε δικό του σενάριο και σκηνοθεσία) και στη σειρά του Κώστα Κουτσομύτη «Η αγάπη άργησε μια μέρα».Το γελοίον του πράγματος (1994, Ant1), Εκμέκ παγωτό (1991, Mega), Χαίρε Τάσο Καρατάσο (1985, ΕΡΤ), Άγνωστος Πόλεμος (1971-74, ΥΕΝΕΔ).

Διδασκαλία

Δίδαξε υποκριτική από νέος στις δραματικές σχολές του «Θεάτρου Τέχνης» και του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ίδρυσε και δική του δραματική σχολή, που λειτούργησε παράλληλα με το «Νέο Θέατρο». Το 1983 δημιούργησε το «Θεατρικό Εργαστήρι Βασίλη Διαμαντόπουλου» και μετά την Ανώτερη Δραματική σχολή «Θεατρικά Δρώμενα Ίασμος».

Άλλα στοιχεία

Υπήρξε ενεργό μέλος του ΣΕΗ και είχε αναπτύξει συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα στον χώρο του ΚΚΕ.

Πρώτη σύζυγός του ήταν η ηθοποιός και, κατόπιν, παραγωγός στο ραδιόφωνο Τώνια Καράλη, με την οποία είχε αποκτήσει μία κόρη. Δεύτερη σύζυγο την καταπληκτική ηθοποιό Μαρίνα Γεωργίου (χρόνια συνεργάτιδα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και αγαπημένη του Μίνωα Βολανάκη), με την οποία απόκτησε έναν γιο, τον Γιώργο Διαμαντόπουλο ( ηθοποιό και μουσικό), άξιο συνεχιστή, μιας πορείας αντάξιας του ονόματός του. Επίσης σύντροφος στην ζωή του υπήρξε και η ηθοποιός Μαρία Αλκαίου.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος πέθανε στα 79 του χρόνια από ανακοπή καρδιάς, μετά από ατύχημα που του προκάλεσε κάταγμα του αριστερού μηριαίου. Η κηδεία έγινε στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών, με πλήθος κόσμου, κυρίως με τα αγαπημένα του πρόσωπα, οικογένεια, φίλους, συνεργάτες και μαθητές του, που του απέδωσαν το ύστατο χαιρετισμό. Σημειωτέον δε,παρότι προτάθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, να γίνει η κηδεία δημόσια δαπάνη, η Μαρίνα Γεωργίου (σύζυγος του αείμνηστου) δε δέχτηκε,τονίζοντας ότι "η κηδεία του θα είναι λιτή και απέριττη, όπως ο ίδιος ήθελε".

Προσφάτως, μάθαμε πως και η σύζυγος του Βασίλη Διαμαντόπουλου, Μαρίνα Γεωργίου απεβίωσε (2012). Η τελετή έγινε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών παρουσία λιγοστών καλών φίλων και συγγενών. Πέρα από τον γιο της Γιωργο Διαμαντόπουλο, την τίμησαν η Κάτια Δανδουλάκη, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Μπέτυ Αρβανίτη κ.α. Επίσης η παρουσία του Αλέξανδρο Μούντι αγαπημένου μαθητή της, και συνεργάτη του συν-Ιδρυτή του Βασίλη Διαμαντόπουλου, κου Σταύρου Δελλή, αντιπροσώπευσε τον όμιλο των Δραματικών σχολών ΙΑΣΜΟΣ και ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΜΝΤΟΠΟΥΛΟΣ στην Θεσσαλονίκη.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος για τον ηθοποιό...
«Το όνειρο ενός ηθοποιού, σημαντικού ή ασήμαντου, δεν σταματά ποτέ. Αν ο ηθοποιός θέλει να ’ναι πραγματικά ηθοποιός αλλά και άνθρωπος, τα όνειρά του δεν πρέπει να σταματούν ποτέ. Ευτυχώς η ζωή, η φύση είναι απέραντες, δεν έχουν όρια. Διαφορετικά θα ’μασταν παγωμένοι, νεκροί. Αυτό μας γεμίζει ηδονές, εκπλήξεις. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ανακαλύπτουμε διαρκώς. Στόχος του ηθοποιού δεν πρέπει να είναι η διάκριση. Πρέπει να γίνει καλύτερος από τον εαυτό του. Είμαι εναντίον της σύγκρισης. Να διακριθώ σημαίνει να ξεχωρίσω από τους άλλους. Εάν αυτό γίνει αυτοσκοπός είναι λάθος. Δεν πρέπει να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος από τους άλλους. Θα πρέπει να γίνεις καλύτερος από τον εαυτό σου».

Εκείνος κι εκείνος (σειρά) 

Εκείνος κι εκείνος ήταν ο τίτλος μιας σατιρικής τηλεοπτικής σειράς, που προβλήθηκε στο ΕΙΡΤ από τις 19 Ιουνίου 1972 έως τις 9 Φεβρουαρίου 1974. Το σενάριο ήταν του Κώστα Μουρσελά, ενώ πέρασαν τρεις σκηνοθέτες και δύο τηλεσκηνοθέτες από τη σειρά. Η σειρά ήταν σατυρική, σε μορφή βίντεο, και ολοκληρώθηκε σε δύο κύκλους με 103 δεκαπεντάλεπτα επεισόδια. Ημέρα προβολής ήταν στον πρώτο κύκλο η Δευτέρα και στον δεύτερο το Σάββατο. Πρωταγωνιστές της σειράς ήταν ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος

Υπόθεση

Ο Λουκάς (Βασίλης Διαμαντόπουλος) και ο Σόλων (Γιώργος Μιχαλακόπουλος) είναι δύο απλοί άνθρωποι, που σατιρίζουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και προσπαθούν με σχόλια, απόψεις, συζητήσεις να κατανοήσουν τον παραλογισμό και τον προβληματισμό της σημερινής κοινωνίας. Είναι σαν δύο κλασικοί «Ρωμιοί», που προσπαθούν να καταλάβουν την κοινωνία των τελευταίων χρόνων της Χούντας https://el.wikipedia.org/



Ανταλλαγές απόψεων και «φέτες ζωής» μεταξύ δυο περιθβριακών τύπων, που ζουν στα παγκάκια των πάρκων και φιλοσοφούν ασταμάτητα, επί παντός επιστητού…. Σειρά θρύλος της ελληνικής τηλεόρασης που άφησε εποχή, συζητήθηκε όσο λίγες και παρότι δε σημείωσε μεγάλες θεαματικότητες, ήταν μια χαραμάδα φωτός στη σκοτεινή τηλεοπτική πραγματικότητα της χουντικής εποχής. Οι δυο βασικοί χαρακτήρες της σειράς, ο Σόλων κι ο Λουκάς, είναι οι αιώνιοι απροσάρμοστοι της ζωής, τα κουρέλια των οποίων είναι η ηθική ένδεια του πολιτισμού μας. Παραμένουν μονίμως εκτός των τειχών, δηλαδή εκτός των αγαθών που προσφέρει η καταναλωτική κοινωνία, ο ένας από θέση(Σόλων) κι ο άλλος από ένστικτο(Λουκάς), για να διατηρήσουν την απόλυτη προσωπική τους ελευθερία. Με τις φιλοσοφικές συζητήσεις τους, που θυμίζουν και παραπέμπουν στις αναζητήσεις των κυνικών φιλοσόφων της αρχαιότητας, προσπαθούν να κατανοήσουν το ανθρώπινο άγχος και τον παραλογισμό της εποχής και παρότι έλκουν τη καταγωγή τους από το θέατρο του παραλόγου και τους ήρωες του Μπέκετ, παραμένουν πάνω απ΄ όλα δυο αιώνιοι Ρωμιοί. ΑΠΟ ΤΟΝ «ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998»







Ταινία - Μάθε Παιδί Μου Γράμματα

του Θόδωρου Μαραγκού
με τους Βασίλη Διαμαντόπουλο, Άννα Μαντζουράνη, Νίκο Καλογερόπουλο, Ρένα Καζάκου, Κώστα Τσάκωνα , Δήμο Αβδελιώδη, Χρήστο Καλαβρούζο

Υπόθεση:

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Ο Περικλής (Β. Διαμαντόπουλος), είναι ένας διευθυντής του Γυμνάσιου, συντηρητικός ως δάσκαλος και γονέας. Ζει στο χωριό μαζί με τη σύζυγό του, την υπομονετική και συμπονετική Ελπίδα (Α. Ματζουράνη), και τον έφηβο γιο του Σωκράτη (Ν. Καλογερόπουλος), ενώ έχει μεγάλα σχέδια για τον μεγάλο του γιο Δημοσθένη (Κ. Τσάκωνα), που λείπει χρόνια για σπουδές στο εξωτερικό. Ο Δημοσθένης επιστρέφει αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως τα είχε φανταστεί ο πατέρας… Παράλληλα, η τοπική κοινωνία αναστατώνεται από τα αποκαλυπτήρια ενός μνημείου πεσόντων κατά την Κατοχή, καθώς παραλείπεται το όνομα του Χρήστου Καναβού, ενός κομμουνιστή αντιστασιακού που σκοτώθηκε στην περιοχή. Ο Περικλής έρχεται σε σύγκρουση τόσο με τη γυναίκα του Ελπίδα, όσο και με τους δυο γιους του Σωκράτη και Δημοσθένη, που υπερασπίζονται το δικαίωμα της Χρυσάνθης (Ειρήνη Καζάκου) και της οικογένειάς της να καταθέσουν στεφάνι στη μνήμη του Καναβού… Και προσπαθούν να δικαιώσουν τον πεσόντα υπό το βλέμμα της σεβάσμιας εκκλησίας, του Δημάρχου και των αστυνομικών που καραδοκούν για κάθε ανατρεπτική κίνηση και καταπνίγουν την αλήθεια για τον αριστερό αγωνιστή...

Έξι χρόνια στο δημοτικό. Έξι χρόνια στο γυμνάσιο, δώδεκα. Έξι χρόνια στο πολυτεχνείο, δεκαοχτώ. Έξι χρόνια στο εξωτερικό, εικοσιτέσσερα. Και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα. Μέχρι τα τριανταέξι που είμαι, ακόμα άλλα έξι χρόνια. Πού πήγανε; Τι γίνανε έξι χρόνια;














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου