Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΑΡΙΑΔΝΗ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ - ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΕΛΛΑΜΨΕΙΣ "


ΙΟΥΝΗΣ 2017

Ρήγμα χαντάκι
Ιούνης
Αυτή η χλωμάδα
Αυτά τα χιλιόμετρα
Ασθμαίνω
Το φως δεν με τύφλωσε
Με εξαΰλωσε
Τα κύματα φτάνουν θολά
Δειλά
Αβέβαια
Λευκοί αστράγαλοι
Κρυμμένοι
Αιχμάλωτοί σπασμένων ιμάντων
Είχαν όμως μιαν ελπίδα.
Σε ψηλαφώ
Σαν μισοκρυμμένο τατουάζ
Μακρινό
Σαν ειδυλλιακή παραλία.
Κρίμα….
Αριάδνη Πορφυρίου 3 Ιουλίου 2017


ΓΑΛΑΞΙΕΣ

Διάφανη διάτρητη βραδιά
Όπως εγώ.
Ιόντα απόστασης
Ελλάμψεις
Βαθύ ποτάμι χιλιομέτρων
Όσο απέχουν οι άνθρωποι
Όσο ζυμώνεται η σκέψη.
Στενός ορίζοντας πίσω μας
Μα οι γαλαξίες μπρος μας.
Κόκκινοι γίγαντες
Pulsars
Πανσπερμία αστέρων
Και ψυχών
(Η μήπως είναι όλα αστρική σκόνη
Και μαύρες τρύπες;)
Συμπαντικοί κρότοι του άχρονου.
Ενάδες.
Το χρώμα τυφλώνει.
Θα χαθώ σε ένα νεφέλωμα
Ιριδίζον και άπιαστο.
Εκεί θα τραγουδήσω
Καταλύοντας το χρόνο
Τις αισθήσεις
Το είναι μου.
Αριάδνη Πορφυρίου, 17 Ιουλίου 2017



ΑΠΟΡΙΑ

Βαδίζουν οι μέρες με θόρυβο στιλπνό
Η μετά τη ζωή ζωή μου.
Αποσυνάγωγη.
Αμετανόητη.
Δεν εκπέμπω φως
Γραμμές χαράζω άδειες.
Σχήματα αφής
Δειλά ζητούν τα πάντα.
Με κούρσεψε η σκέψη σου
Μ’ ατσάλωσε ο πόνος μας.
Πώς θα κοιμηθώ απόψε
Μαθημένη, όπως ήμουν,
Στον ψίθυρο της σιωπής σου;
Αριάδνη Πορφυρίου, 31 Ιουλίου 2017


ΞΩΤΙΚΟ

Δεν γίνεται να καταβροχθίσουμε την άσφαλτο
Μόνο το καύμα τυφλώνει.
Η ερημιά της σκέψης.
Σήκωσε αέρα απόψε
Η πυρκαϊά ήδη λυσσομανάει.
Αλλά τι να σου κάνει ο άνεμος;
Εγκλωβίστηκε κι αυτός
Σα να ταν ξωτικό αθόρυβο
Με σφαλιστά τα χείλη.
Μια μαύρη αυλαία κρύβει τις φλόγες, όσο εσύ
Εγκλωβισμένος στη δίνη των πρόσκαιρων
Γεμίζεις απόσταση.
Πόσο ρηχά, αλήθεια….
Ακούω σκιές να περπατούν στις μύτες γελώντας ειρωνικά
Πριν καν στέρξεις να μ’ αγγίξεις
Πριν βρεις το μονοπάτι.
Σφυριά στο κεφάλι μου.
Χωρίς χάρτη, μόνο με μοναξιά κι οργή
Τι θα γράψεις, ξωτικό;
Ποια ιστορία;
Αριαδνη Πορφυρίου 9 Αυγούστου 2017



ΚΟΥΡΟΙ ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ

Χώρα του θανάτου
Μάς φίμωσες
Ακίνητους στη δίνη σου
Φυγόκεντρους
Αμετανόητους.
Εγκλωβιστήκαμε στους στίχους
Τα λιόδεντρα
Τους ανήκοους λυγμούς της ήττας.
Κομμένα μέλη αγαλμάτων
Αυτό μάς εκαναν.
Κούρους στο λατομείο
Ημιτελείς.
Θέλω πίσω
όχι τη ζωή μου
Μα τ’ όνειρο
Που την ομόρφαινε.
Αριάδνη Πορφυρίου 21 Αυγουστου 2017



ΤΡΙΤΩΝ

Μια μωβ αίσθηση
Αλμύρας
Αλύπητα τυφλώνει
Ο Έρωτας λυγίζει
Οσο η Νηρηίδα
Αγκομαχά.
Μην ταράζεις τη θάλασσα, Τρίτων..
Τον βυθό της τον έμαθες.
Η στεριά σού μένει.
Θα εκτιναχθείς στο Σύμπαν
Σαν έλλαμψη.
Με φως και φλόγα.
Με αγάπη.
Αριάδνη Πορφυρίου, 27 Αυγούστου 2017


Φωτογραφίες - Freydoon Rassouli art












ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ " Μάης της αναγέννησης και της εξέγερσης "

Πίνακας -  Φωτεινή Στεφανίδη.




Ψηλά από την πόλη σε μια μεγάλη κολόνα ορθώνεται το άγαλμα του εικοσάχρονου ηλιόλουστου Μάη της Πρωτομαγιάς. Όλο το άγαλμα είναι σκεπασμένο με κίτρινες μαργαρίτες και γύρω του έχει ένα στεφάνι με χλωρά κλαδιά. 

Στη θέση των ματιών του βρίσκονται δυο τριαντάφυλλα που γίνονται ολόχρυσα όταν λάμπεις μέσα κι εσύ. Το άγαλμα όλοι το θαυμάζουν με ανθοστόλιστα κοντάρια και χορούς στην πρώτη επίσημη γιορτή λουλουδιών στην Ελλάδα. 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη με το μαγιάτικο στεφάνι ξέρω πως υπάρχεις σε μια στεφανωτή διαδρομή με άνθη στο στήθος και συνθήματα στο στόμα. Τα πουλιά κελαηδούν και οι άνθρωποι τραγουδούν : « Ηλιόλουστε Μάη μου, με τα λουλούδια και με τα πολλά τραγούδια ». 

Όπου κι αν βρεθείς με ηρωικούς αγώνες και κατακτήσεις, θα είμαι δίπλα σου παλιός ερωτευμένος από τις πλούσιες κεντητές ποικιλίες λουλουδιών με τις δροσοσταλίδες καθισμένες στις κορφές σου, που λάμπουν σαν πολύτιμα πετράδια στ’ αντίκρισμα του ήλιου. 

Σαν αστραπή βλέπεις την αλήθεια στεφανωμένος με λεπτά φύλλα που λάμπουν και αστράφτουν σαν χρυσά γαρύφαλλα στις χαρές της αγάπης. Μιμείσαι ένα πάθος που αισθάνεσαι, αλλά δεν μπορείς να μιμηθείς το πάθος που καίει την Άνοιξη στα όμορφα και σαγηνευτικά μπλόκα της Επανάστασης. 

Γίνεσαι εργάτης μέσα από την πολιτική δράση της αγάπης στα όμορφα λουλούδια, στα χρωματιστά παιχνίδια και στις κρυφές σκέψεις για τα γεγονότα της εξέγερσης του Σικάγου το 1886. 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη έτσι ξαφνικά όπως μπήκες στη ζωή μου, έχεις τη δύναμη να προχωράς, να συνεχίζεις, να κοιτάς μπροστά και να αισθάνεσαι απεριόριστη ελευθερία γιατί ξέρεις ότι μπορείς να είσαι η λάμψη στο εσωτερικό φως με το ανοιξιάτικο λουλούδι και το μαγιάτικο στεφάνι. 

Είσαι ο λουλουδάτος Μάης σαν τρυφερός χρυσομάης των λουλουδιών με το στεφάνι στο μήνα της αγάπης κάτω από τον δικό σου ξεχωριστό γαλάζιο ουρανό. 

Είσαι ο πράσινος Μάης για τις πολλές πρασινάδες που ντύνουν τα πράσινα και χλοερά σου αγριολούλουδα τους κάμπους, τα βουνά και τα λαγκάδια. 

Είσαι ο τριανταφυλλένιος Μάης στη θύμηση και στην ευωδιά γιατί με τον ερχομό σου δεν έμεινε τριανταφυλλιά χωρίς να φαντάζει ανθισμένη. 

Εικοσάχρονος ηλιόλουστος Μάης η ιστορία, το παρελθόν και το βάρος στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, με ανεστραμμένο το φως στην μαύρη συννεφιά έχεις την αίσθηση : 

πως υπάρχουν εργάτες χωρίς αφεντικά 
πως υπάρχουν κόκκινες σημαίες της λαϊκής συμμαχίας 
πως υπάρχουν ματωμένα πουκάμισα εργατών κάτω από τα πολυβόλα και τις ερπύστριες
πως υπάρχουν κρίνα, στραμμένα κι αυτά προς την Εργατική Πρωτομαγιά 
ή πως υπάρχουν μαύροι πάνθηρες σε κάστρα αντίστασης, όπου ακόμη δεν έγιναν μαζικές απολύσεις στην πάλη με το κεφάλαιο. 

Το ελπίζεις εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη της εργατικής τάξης και του λαού από τις κυβερνήσεις και τα κόμματα που σε υπηρετούν. Μ’ ένα στολισμένο κοντάρι, ντύνεσαι με κάτασπρο πουκάμισο και κόκκινο μαντήλι στο λαιμό και βγαίνεις στους δρόμους, τραγουδώντας το Μάη. 

Ο εικοσάχρονος ηλιόλουστος Μάης της λαϊκής εξουσίας και της λαϊκής οικονομίας κερνάει για τη μεγάλη γιορτή των λουλουδιών και πάντα πίνει την ερωτική γλύκα σαν συγκλονιστική αποκάλυψη της ερωτικής ομορφιάς. 

Πίνει με κάτασπρα κύπελλα την ανθισμένη βυσσινιά, πίνει με κούπες πήλινες το ξανθό κρασί, πίνει και δεν ξέρει τι λέει και τι κάνει με τις κρυστάλλινες νερομάνες των δασών, απ’ το άναμμα της σάρκας των παθών και όλα γίνονται τραγούδι θριαμβικό. 

Για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι που στόλισε
Για το αμίλητο νερό που κουβάλησε
Για τα κλαδιά αμυγδαλιάς που φύτρωσε
Για το πήδημα της φωτιάς που δίδαξε
Για το μαγιόξυλο που έπιασε
Για όλα όσα χορεύουν κυκλικούς χορούς γύρω από τη φωτιά και τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια για την Πρωτομαγιά. 

Αυτός ο εικοσάχρονος ηλιόλουστος Μάης με δέντρα ή λουλούδια στο φυτικό βασίλειό του, που όσο υψώνεται τόσο τρελαίνεται και όσο τρελαίνεται τόσο πετά πιο ψηλά και χάνεται στο γαλάζιο, βγαίνει τώρα ανέγγιχτος και όμορφος από τα χέρια του δημιουργού του. 

Αυτός ο εικοσάχρονος ηλιόλουστος Μάης με την αγάπη του, πρωτόπλασε την ποίηση, τη γλώσσα της ομορφιάς και την έβαλε στα πέταλα και στις ευωδιές του, για να υμνεί την ψυχή του ανθρώπου στην πρωτομαγιάτικη αυγή του κόσμου. 

Αυτός ο εικοσάχρονος ηλιόλουστος Μάης, αναζητά τον ήλιο των αιώνιων αισθημάτων που έχει χαθεί στ’ άπειρα γλυκύτατα χρώματά των λουλουδιών για να μεθύσει από το νέκταρ της ανοιξιάτικης δροσιάς ξανά και ξανά πάνω στα πράσινα στάχυα του Απρίλη. 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη με ευγένεια και γενναιοδωρία ψυχής έγινες φοιτητικός για όλους, έγινες και εργατικός για όλους, ανέβηκες επάνω στην εξουσία για όλους, βρήκες καταφύγιο στην τέχνη και στον έρωτα για όλους, στον αντιπολεμικό ουρανό της αγάπης στάθηκες με την φαντασία ως παγκόσμια εξέγερση για όλους μας. 

Όταν περπατάς χαμογελάς στην τελική νίκη του καλού και της αναγέννησης κατά τρόπο απίστευτο. Τα μαλλιά σου είναι γεμάτα δροσιά και τα χείλη σου κόκκινα στην ηρωική σου πορεία ως το τέλος για τη νίκη εκπληρώνοντας την ανοιξιάτικη επιθυμία σου. 

Όταν τραγουδάς η φωνή σου ταξιδεύει σ’ ένα μεγάλο νούφαρο και νανουρίζεις στην αγκαλιά σου την Ατλαντίδα Μαία για την γονιμότητα του αγρού, των ζώων και των ανθρώπων, ως τα μόνα αναντικατάστατα αγαθά του κόσμου. 

Όταν ανασηκώνεσαι ψηλώνεις στα δάχτυλά για να δεις τα πολύχρωμα μεταξωτά λουλούδια της ζωής επί του θανάτου. Εκεί που κρύβεται όλη η ανθρώπινη σοφία : αναμονή κι ελπίδα για την ανάκτηση της χαμένης ζωής και της ελπίδας. 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη με ορμή, πάθος και δύναμη είσαι πιο αισθηματικός απ’ ότι ισχυρίζεσαι. Δεν είσαι σημαιοφόρος που εξουσιάζει τον πολιτισμό μέρα με την μέρα, διαδήλωση με τη διαδήλωση σε κάποιο δρόμο μυστικό. 

Δεν μπορείς να υπάρξεις ηλιόλουστος σε μια ατμόσφαιρα ταραχής ή βίας στην παλιά τάξη των πραγμάτων που σε κυνηγά στη φύση ή στους δρόμους. Δεν γίνεσαι ηλιόλουστος στην εκρηκτική ύλη του Μάη που είναι κρυμμένη στα ζευγαρωμένα πουλιά και στους ανθρώπους. 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη είσαι ένας δρομέας ημιαντοχής στο επαναστατικό μέτωπο, ένας αγώνας εξέγερσης στην εικόνα που δημιούργησες ο ίδιος, ένας διαδηλωτής κατά της καταστολής στην αληθινή φύση της κοινωνικής διαμαρτυρίας. 

Δεν σου αρέσει να εγκρίνεις και να κατακρίνεις τον κόσμο 

Δεν ήρθες στον κόσμο για να διατυμπανίσεις τις ηθικές σου προκαταλήψεις 

Δεν είσαι πλασμένος για να σε απασχολούν τα ηθικά ταμπού της κοινωνίας 

Εικοσάχρονε ηλιόλουστε Μάη με ανοιχτά τα χέρια στα φυλλώματα της καρδιάς θα φροντίσεις το ρόλο που σου όρισε η κοινωνία, θα ξεδιψάσεις από το ποτάμι που το λένε Μάη του ‘68, θα ντύσεις τα παιδιά των λουλουδιών, θα φιλοξενήσεις την πραγματική αγάπη, θα απαλύνεις τον πόνο της άρρωστης υπερδύναμης και θα επισκεφτείς τον επίγειο παράδεισο όλου του πλανήτη. 

Χρήστος Αθανασίου 

Aπόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής. Kάτοχος πτυχίων Υποκριτικής Θεάτρου – Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας και Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και τίτλων Μεταπτυχιακών Σπουδών και Σεμιναρίων Υποκριτικής, Σωματικού Θεάτρου, Δημιουργίας Θεατρικού Λόγου, Κορυφωμένης και Επεισοδιακής Δραματικής Δομής - Γραφής και Σημειολογίας προς την παραστασιολογία, ως επιστήμη που αναλύει σε βάθος φαινόμενα της θεατρικής πράξεως. Ακροατής – Φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών. 

Συγγραφικό έργο: 

«Λογοτεχνικές Αστραπές» 
«Όταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας φωτίζει την ζωή και το όνειρο» 
«Aφιερώματα στους ταξιδευτές της υποκριτικής τέχνης» ( Υπό έκδοση ) 
«Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών» 
«Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού» 
[Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών απ’ τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή] 








ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ " Αγωνιστική κραυγή δικαίωσης "

 Giuseppe Pellizza da Volpedo - The Fourth Estate

Και το δηλώνω ξεκάθαρα... μπροστά στην κόκκινη φωτιά και στον κόκκινο καπνό της επανάστασης. Θέλω να δουλεύω για να ζω και όχι να ζω για να δουλεύω. Θέλω ψωμί να τρώω και όχι να πονώ. Θέλω να ζητάω ό,τι ποθώ χωρίς σε κάποιον να δοθώ. Θέλω να μην αφήνω μονάχη στον πόλεμο την αγάπη μου με βαριά καρδιά. 

Θέλω να μην κυβερνά το χρήμα τη πεζή ζωή μου. Θέλω να μην αφήσω εν ώρα εργασίας το σπαθί από το χέρι μου ούτε μια στιγμή. Θέλω να υπηρετήσω με ψυχή και σώμα τον όρκο που δεν κρατήθηκε από τους απόκληρους της κοινωνίας. 

Κρατημένος στη μέση της αιματηρής και πικρής εργατικής επανάστασης θα σκύψω για ένα ψίχουλο στο χώμα, για να ζήσω σε μια κατάσταση που να με ευνοεί με τρομερή εμμονή. Για να φροντίσω στην παγωνιά του κόσμου γι ‘ αυτό που ήταν πεταμένο στον ρημαγμένο κάμπο της έρημης ψυχής μου, έτρωγα ρίζες από την παραδερμένη καλαμιά, έπινα ζουμί από τα βελανίδια, κοιμόμουνα σε πέτρες στο νερό, για να δείξω λίγη νύχτα στα ψεύτικα και χάρτινα φεγγάρια. 

Μεγαλοκαρχαρίες...! Σκάβετε το λάκκο σας κάτω από τα ξυρισμένα πόδια σας. Βαδίζετε την μαύρη νύχτα επάνω σε μια υπόγεια φωτιά. Θέλετε να την αγνοείτε ; Η παράνοια σας έχει παραλύσει. Δε θα την αποφύγετε. Θέλετε να απαλλαγείτε, άπαξ δια παντός, από όλους τους βιοπαλαιστές και τους προλετάριους ; 

Απαλλαγείτε πρώτα από τους καθεστωτικούς και σκληρόπετσους καπιταλιστές, οι οποίοι δημιούργησαν την ανήθικη αριστοκρατία τους με στομάχι αδειανό, πίσω απ’ τους τοίχους, πάνω απ’ τις στέγες, στα κατώγια των κλειστών αποθηκών από τις πεσμένες γωνίες στις άκρες που σχηματίζουν δυο μισοφέγγαρα. 

Μικρόψυχοι και καιροσκόποι που ξεφουρνίζετε τα στραβά και κούφια παραμύθια σας – πιο επικίνδυνα κι απ’ τη χολέρα, στρογγυλοκάθεστε με το παράσημα τρίτης τάξης, μες στην αχόρταγη ικανοποίηση σας, τυλιγμένοι μες στο χοντρό μανδύα της κίβδηλης ηθική σας για την υλική άνεση που ονομάστηκε μεγάλη υπόθεση. 

Το δέρμα σας το στραβωμένο και παραμορφωμένο, δεν απαλύνει τον πυρετό μου που με φλογίζει κάτω από τα κύματα αυτής της λαίλαπας. Τώρα που καίει το πετσί μου, που με παραμονεύουν οι εχθροί μου, μπορώ πνιγμένος μέσα στο αίμα να διακρίνω την αλήθεια από το ψέμα. Οι φωνές είναι βαθιές μέσα μου από την πρώτη έξοδο αυτού του κουρελιάρικου κόσμου στο τετράγωνο μέτωπο του λαού. 

Αν σκέπτεστε σοβαρά ότι με τον ήχο του τσεκουριού που υψώνεται πάνω στο ικρίωμα των πισώπλατων δεμένων χεριών και των μαδημένων ανοιχτών πληγών, μπορείτε να καρφώσετε τα δικά μας κεφάλια στον τοίχο, ο αφανισμός σας θα είναι δική μας νίκη. Και τότε θα ξύνεται τα ψεύτικα πρόσωπα σας που τώρα είναι στραβωμένα από απέχθεια και αγανάκτηση μ’ ένα ύφος όλο αμφιβολία. 

Αφανείς και φιλότιμοι εργάτες, στα όπλα ! Ήρθε η ώρα της εκδίκησης ! Ζήτω ο Λαός. Ζήτω η Ελευθερία. Για τελευταία φορά ξεσηκωθείτε σε μια μεγάλη Ανταρσία, σε μια μεγάλη Επανάσταση, για να αφανιστούν οι απαίσιοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης που κάθε χρόνο μεγαλώνουν και δυναμώνουν με τους τόκους και τις οικονομίες. 

Σαν ένας φτωχεμένος και ληστεμένος, χωρίς αριστερό πόδι και μ’ ένα τσακισμένο χέρι. δε ζητιανεύω, δεν γονατίζω, αλλά απαιτώ αυτό που μου ανήκει, με φωνή σοβαρή και κοφτή, με μια έκφραση αηδίας γι’ αυτούς που με σακάτεψαν στον ήλιο, στη βρωμιά των δρόμων, στα στενά δρομάκια της πολιτείας. 

Όσο κι’ αν η ανυπόφορη φιγούρα σας κατατρώει την λαϊκή μου ευημερία, δεν θα χάσω το κουράγιο μου για τη ζωή για το παράδειγμα της τιμής και των αρετών. Με την καθαρή φόρμα της εργατιάς, την τραγιάσκα ανεβοκατεβασμένη στο κεφάλι και μ’ ένα φρέσκο γαρύφαλλο στο πέτο, θα πατήσω την νάρκη στην πρώτη μέρα ανακωχής, περπατώντας σ’ ένα ανθόσπαρτο δρόμο της ζωής, που είναι στρωμένος με λουλούδια του Μάη. 


Χρήστος Αθανασίου 

Aπόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής. Kάτοχος πτυχίων Υποκριτικής Θεάτρου – Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας και Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και τίτλων Μεταπτυχιακών Σπουδών και Σεμιναρίων Υποκριτικής, Σωματικού Θεάτρου, Δημιουργίας Θεατρικού Λόγου, Κορυφωμένης και Επεισοδιακής Δραματικής Δομής - Γραφής και Σημειολογίας προς την παραστασιολογία, ως επιστήμη που αναλύει σε βάθος φαινόμενα της θεατρικής πράξεως. Ακροατής – Φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών. 

Συγγραφικό έργο: 

«Λογοτεχνικές Αστραπές» 
«Όταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας φωτίζει την ζωή και το όνειρο» 
«Aφιερώματα στους ταξιδευτές της υποκριτικής τέχνης» ( Υπό έκδοση ) 
«Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών» 
«Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού» 
[Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών απ’ τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή]










ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ « Η ζητιάνα της οδού Ερμού » Διήγημα



Κάθε πρωί εκεί γύρω στις οκτώ περνούσε από τον κεντρικό δρόμο της πόλης. Μαυροφορεμένη με μια μαντήλα να σκεπάζει τα λίγα άσπρα μαλλιά. Χαρακιές ανελέητες στο πρόσωπο μα τα μάτια διατηρούσαν μιαν ευγένεια, μιαν αξιοπρέπεια απαράμιλλη. Ρόζοι στα χέρια που πρόβαλλαν μέσα από τα ξεφτισμένα μανίκια κι ένα ζευγάρι σανδάλια στα γυμνά πόδια χειμώνα καλοκαίρι. Την ίδια ώρα καθόταν στην ίδια γωνιά κατάχαμα έξω από ένα πολυσύχναστο κατάστημα. Δίπλα της μια σακούλα από αυτές που χρησιμοποιούν τα σούπερ μάρκετ διπλωμένη και κλεισμένη σφικτά. Εκεί την έβρισκε το βράδυ λίγο πριν κλείσουν τα φώτα του καταστήματος κι αδειάσουν οι δρόμοι. 

Συχνά κάποιος έσκυβε προς το μέρος της κι άφηνε στο ροζιασμένο χέρι ένα κέρμα. Εκείνη το έκλεινε στη χούφτα της και αναζητούσε τα μάτια του. Ένα ευχαριστώ αληθινό έβγαινε από την ψυχή της και σχήμα έπαιρνε στα χείλη της με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Άλλος της πετούσε το κέρμα, άλλοι οι περισσότεροι της έριχναν μια γρήγορη ματιά και προσπερνούσαν αδιάφοροι. Μερικοί ούτε που την έβλεπαν, σκόνταφταν πάνω της, έβριζαν μέσα από τα δόντια τους για το εμπόδιο που στάθηκε στο δρόμο τους και τους χάλασε το σταθερό βηματισμό τους. Εκείνη δεχόταν κάθε αντίδραση με ηρεμία. Δεν μιλούσε, δεν αντιδρούσε μόνο άλλαζε λίγο θέση χωρίς να σκύψει το κεφάλι. Μέσα στη νύχτα έστριβε στη γωνιά του δρόμου και χανόταν. Κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν, πού έμενε, ποια ήταν. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει. Κανείς !Όλοι την ήξεραν σαν ''η ζητιάνα'' της οδού Ερμού. Ο οίκτος τους είχε βρει στο πρόσωπό της την έκφρασή του. Πάνω της κατέληγαν τα κύματα της δικής τους συναισθηματικής ανεπάρκειας. Οι σκέψεις τους έκαναν κύκλο απέχθειας γύρω από τη μαυροντυμένη φιγούρα. «Μακριά από μας», «τι ωραία που έχουμε το σπιτάκι μας, τη δουλίτσα μας» και σταυροκοπιούνταν, ή γύριζαν με άνεση στη μιζέρια της δικής τους ζωής, στις ανασφάλειες τους και στην ατέλειωτη αδιαφορία τους. Δεν ήξεραν, δεν ήθελαν να μάθουν κλεισμένοι στον εγωκεντρικό μικρόκοσμό τους. 
Η ζητιάνα, η άστεγη, η ακαμάτρα. Άκουγε τη φωνή τους μέσα από τα μάτια τους, μέσα από το σώμα τους που το διαχώριζαν σαν υπαρκτή πραγματικότητα από το δικό της. Το βράδυ στη μικρή καλύβα πλάι στη θάλασσα ο αέρας που περνούσε μέσα από τα καλάμια, η αντάρα των κυμάτων, η νηνεμία, η γαλήνη άλλες φορές, εξιστορούσαν τη δική της ζωή. Τότε μετρούσε τα κέρματα ένα ένα με προσοχή να μην της παραπέσει στην άμμο κανένα. Κι έπειτα τα δίπλωνε σε ένα πολυκαιρνό μαντήλι που ξεφτισμένα πάνω του είχε δυο γράμματα ‘’Ε.Σ’’. Πάνω σε ένα στρώμα που το βρήκε πεταμένο δίπλα σε έναν σκουπιδοτενεκέ και το είχε μεταφέρει με περισσή φροντίδα στο κατάλυμά της ξεκούραζε το λιγνό σώμα. Τα όνειρα ευθύς έρχονταν μέσα από τα σφαλιστά μάτια. 
Μια αυλή με πολλά λουλούδια μέσα σε πήλινες γλάστρες και παιδιά να παίζουν κυνηγητό χαρούμενα. Να μοσχοβολά το καλομαγειρεμένο φαγητό, να ακούγονται από μακριά οι νότες οι τρυφερές μιας λατέρνας. Η μητέρα να βγαίνει στο κατώφλι του σπιτιού με την ολοκάθαρη ποδιά να βάζει το χέρι αντηλιά και να παρατηρεί ένα ένα τα παιδιά. Το κοριτσάκι με την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά τα μαύρα να νιώθει το βλέμμα της και να τρέχει να την αγκαλιάζει. Σαν μικρό χελιδόνι στη φωλιά ένιωθε εκεί. Ξάφνου σύννεφα πολλά μαζεύτηκαν, τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν. Σκοτείνιασε κι ο τρόμος πήρε κάθε χαμόγελο της μικρής αυλής. Τα λουλούδια μαράθηκαν, στέρεψε το νερό κι έμεινε μόνο ένας κρίνος όρθιος στη μεγάλη γλάστρα εκεί που στεκόταν η μητέρα στο κατώφλι με το χέρι της το ένα στο όμορφο πρόσωπο αντηλιά. 
Το όνειρο διαλύθηκε από το φύσημα του ανέμου που δυνάμωνε παρασύροντας στο διάβα του άμμο πολλή. Η μικρή καλαμένια καλύβα έτριξε μα αντιστεκόταν στη θέλησή του να την ισοπεδώσει. Σηκώθηκε και συμμάζεψε τα λίγα υπάρχοντα σε μια σακούλα. Η αυγή ξεκινούσε το ταξίδι της στον ουρανό κι εκείνη τώρα περπατούσε στο δρόμο. Άνοιγε δειλά την πόρτα του πρώτου αρτοποιείου. Πήρε ένα καρβελάκι ψωμί, πλήρωσε με τα κέρματα που είχε στο μαντήλι της και με τα λίγα που έμειναν πήγε στο διπλανό ανθοπωλείο κι αγόρασε ένα λευκό κρίνο. Έπειτα πήρε τη θέση της έξω από το κατάστημα έχοντας δίπλα της τώρα μια πλαστική σακούλα, έναν κρίνο κι ένα καρβέλι ψωμί διπλωμένο με ένα άσπρο χαρτί. Ήταν ήδη οχτώ το πρωί.


Πρώτη δημοσίευση : https://meanoihtavivlia.blogspot.gr/









Σαν σήμερα 30 Απριλίου

1910: Πεθαίνει ο Ζαν Μορεάς (Jean Moréas), φιλολογικό ψευδώνυμο του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου. Ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ο οποίος έκανε σημαντική καριέρα στο Παρίσι μέσα από τα ποιήματα του.


1956: Γεννιέται ο Λαρς Φον Τρίερ (Lars von Trier), Δανός σκηνοθέτης, εισηγητής του "Δόγματος 95".


1993: To CERN ανακοινώνει ότι τα πρωτόκολλα του Παγκόσμιου Ιστού (World Wide Web) θα είναι ελεύθερα.


Σε μουσικό επίπεδο...


1977: Οι Led Zeppelin έσπασαν παγκόσμιο ρεκόρ συμμετοχής σε συναυλία, όταν έπαιξαν μπροστά σε 76.229 άτομα σε μια συναυλία στο Michigan. 








Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ " Ψυχή "

Svetlana Rumak- art 

Μη με ψάχνεις στα ορατά,
αόρατη έγινα.
Με φυγαδεύω μαζί
με τα σύννεφα,
δε θέλω από τα βλέμματα
να πληγιάζομαι,
χρόνια τώρα
με στέγνωσε η γήινη αφαίμαξη,
θέλω πια να εξαχνώνομαι
από το ξέφωτο
του ποιητή ουρανού.
Χτίζω ένα σπίτι
από νέφη στο χρώμα
του Αιγαίου
και θα στοιβάξω
μαζί με τα όνειρα
μικρούς ήρωες
για να συγκατοικώ,
θ αποταμιεύουμε λέξεις
για να γράφουμε στιχάκια
στον ήλιο
και θα τρώμε χαμόγελα
και λευκότητα,
το ασπράδι των παραμυθιών.
Πέταξα όλες τις
προσδοκίες,
παραιτήθηκα από την
γονική κληρονομιά,
χάρισα κάθε μου ρούχο
στον ακόρεστο άνθρωπο,
μοίρασα ως την ύστατη
τις θύμησες μου,
και κίνησα,
ένας χιτώνας
εγώ κι η σκιά μου
για την πρωτόγονη μου αλήθεια,
φτιαγμένη να γίνω
από του κόσμου το παράταιρο :
ένα απαρνημένο Εγώ,
τόσο παράδοξα οικείο
και τόσο ξένο
όπως αυτό :
το αυθεντικό ανάγνωσμα
της γνωστής άγνωστής μας Ψυχής.

ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ.




ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΟΥΣΙΔΟΥ " Απόδραση "

Alla Tsank - art

Δεν έχω χώρο,
δεν έχω χρόνο
μόνο στιγμές...
κι ένα παλτό από δάκρυα να με τυλίγει.
Χάθηκα στα μονοπάτια που δεν πέρασα ποτέ,
αποτεφρώθηκα στις φωτιές που δεν άγγιξα,
τσακίστηκα στους κίτρινους τοίχους,
γκρεμίστηκα από γαλάζια παράθυρα.
Ψαχουλεύω τη σοφίτα της γιαγιάς
και τι κρίμα,
δεν ανακαλύπτω κειμήλια....
Θα βγω στους δρόμους
με τα σταχτιά μαλλιά και τις άσπρες κορδέλλες
να τραγουδήσω ξεχασμένα παλιά νανουρίσματα
στους θαμώνες του φεγγαριού
δεν ζητάω τίποτα...τα ζητάω όλα...
κι αν έσκυψα στις λίμνες με λαχτάρα για νερό
πληρώνω τη λησμονιά για τους καταρράχτες
Κουλουριάζομαι σ ένα πανέρι από σιωπή
Και σκεπάζομαι με πεθαμένες ηλιαχτίδες.
Μην τραβήξεις το σεντόνι..θα τρομάξεις..
Αφησέ με εδώ.
Να ακροβατώ και να ονειρεύομαι τον Άνθρωπο.






Σαν σήμερα 29 Απριλίου

1707: Η Αγγλία και η Σκωτία συνεδριάζουν και αποφασίζουν την ένωση τους, σχηματίζοντας τη Μεγάλη Βρετανία.


1930: Πεθαίνει η Μαρία Πολυδούρη, Ελληνίδα ποιήτρια.


1933: Πεθαίνει ο Κωνσταντίνος Καβάφης, Έλληνας ποιητής.


1943: Στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Πολωνία (Β' Παγκόσμιος Πόλεμος), εξεγείρονται οι Εβραίοι στο γκέτο της Βαρσοβίας.


Σε μουσικό επίπεδο...

1979: Οι Van Halen κυκλοφορούν το "Dance The Night Away".











Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

H καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες - φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες! - Νίκος Καζαντζάκης


Catrin Welz-Stein art 


Κώστας Βάρναλης - Βάστα, καρδιά…

Να με ξεριζώσεις, Χάρε,

σου αντιστέκομαι σα δρυ.
Όση φόρα θέλεις πάρε,
να με πάρεις δεν μπορεί.

Να με ξεριζώσεις, όχι!
δεν το θέλω και βαστώ,
όσον η καρδιά μου το ’χει
το κουράγιο της σωστό.

Στ’ αγιασμένο ετούτο χώμα,
που ήπιεν αίμα ποταμό,
μας κρατάει το χρέος ακόμα
για το μέγα Λυτρωμό.

Δεν το θέλω άλλοι να φτάσουν
δίχως μου στην κορυφή,
στ’ άκρον ύψος να γιορτάσουν
οι γενναίοι μου σύντροφοι.

Θα γιορτάσουμε σαν ένας
τη μεγάλη Ανατολή
κάθε τόπου, κάθε γέννας
κάθε γλώσσας οι καλοί.

Να μας ξεριζώσεις τώρα
μη σε τρώει η αποθυμιά!
όλ’ η Γης είναι μια Χώρα
ένα Δρυ και Ρίζα μια!



-

Mirror of the Sinful (between 1701 and 1768), by Jacques Chiquet – πηγή

Πωλ Βερλαίν - Βρέχει στην καρδιά μου

Βρέχει στην καρδιά μου
Και στην πόλη βρέχει
Ποια είναι εκείνη η λύπη
Που στην ψυχή μου μπαίνει;

Ω γλυκέ ήχε της βροχής
Που στις στέγες πέφτεις και καταγής!
Για μιας καρδιάς τη θλίψη
Ω, τραγούδι της βροχής!

Δίχως λόγο βρέχει
Μες στην καρδιά που δεν αντέχει!
Δεν υπάρχει τάχα προδοσία;
Το πένθος είναι δίχως αιτία;

Είναι ο χειρότερος πόνος
Να μην ξέρω το γιατί
Δίχως αγάπη και δίχως μίσος
Να υπάρχει στην ψυχή μου τόσος πόνος!
Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου




Baude Cordier’s chanson “Belle, bonne, sage,” from The Chantilly Manuscript, ca. 1350-1400 – πηγή


Paul Verlaine - Il pleure dans mon coeur


Il pleure dans mon coeur
Comme il pleut sur la ville ;
Quelle est cette langueur
Qui pénètre mon coeur ?

Ô bruit doux de la pluie
Par terre et sur les toits !
Pour un coeur qui s'ennuie,
Ô le chant de la pluie !

Il pleure sans raison
Dans ce coeur qui s'écoeure.
Quoi ! nulle trahison ?...
Ce deuil est sans raison.

C'est bien la pire peine
De ne savoir pourquoi
Sans amour et sans haine
Mon coeur a tant de peine !





The Heart of Mary (ca.1759) by Juan Patricio Morlete Ruiz -πηγή

Η καρδιά της μάνας, J. Richepin 

Μετάφραση - Άγγελος Βλάχος - Η καρδιά της Μάνας

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
– Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, την μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
– Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!



Μουσική:Γιάννης Νικολάου Στίχοι:Αlice Tori
Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά, που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά. Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά, «ζήτα μου ο,τιδήποτε» τής λέει τρυφερά. «Αν μ' αγαπάς» τού είπε, με νάζι και καημό, «την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ» Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του, ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του. «Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν' αφήσω» «Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω» Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο, μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ' τον πόνο. «Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;» γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει. Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της, «να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της. Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει, «μήπως θα 'ταν καλύτερο να μού τη φέρεις Μάη...»



Detail from a page of George Wither’s A Collection of Emblemes, Ancient and Moderne (1635) - πηγή

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ύμνος


(Στη Λίτσα Τσιτσέρα)
Η καρδιά μου, η καρδιά σου, οι καρδιές – μια μεγάλη
καρδιά μες στο σύμπαν, που ακούγεται: απόψε,
την ακώ
σαν καμπάνα
Μητροπόλεως
που μέσα της
εκκλησιάζονται όλα τ’ αστέρια μ’ επικεφαλής τους ηλίους τους.




Detail from a page in The school of the heart; or, The heart of it self gone away from God brought back again to him, and instructed by him. In 47 emblems (1676), by George Wither - πηγή


Χαλίλ Γκιμπράν - Στο όνομα του Θεού, καρδιά μου

Στ’ όνομα του Θεού, καρδιά μου,
κρύψε το πάθος σου.
Καλύτερα τον καημό σου να κρατάς κρυφό
από κείνους που σε βλέπουν.
Όποιος φανερώνει μυστικά
γίνεται ένα με τον ανόητο.
Σιωπή και μυστικότητα
είναι προτιμότερες για κείνον που αγαπά.
Στ’ όνομα του Θεού, καρδιά μου, αν κάποιος
σε ρωτήσει, κρατά κρυφό αυτό που μου συμβαίνει.
Αν σε ρωτήσουν, καρδιά μου,
“Ποιαν λαχταρά”;
Πες; ”Εκείνη τώρα ξελόγιασε έναν άλλο
κι εκείνος δεν τη συλλογιέται πια”
Στ’ όνομα του Θεού, καρδιά μου, κρύψε τη φλόγα σου.
Ξέρεις πως η αρρώστια τούτη σε εξάντλησε.
Ο έρωτας ανάμεσα στα πνεύματα
είναι σαν το κρασί στην κούπα.
Πώς είναι, δείχνει νερό,
μα στην πραγματικότητα είναι ζωή.
Στ’ όνομα του Θεού, καρδιά μου,
αμπάρωσε τις έγνοιες σου.
Θα είσαι ασφαλής,
ακόμα κι αν αγριέψουν οι θάλασσες,
κι αν πέσουν τα ουράνια.




‘Seattle’s New Retail Business Center’, an idealized map of Seattle’s Belltown, Denny Hill / Denny Regrade, and South Lake Union neighborhoods, accompanying Baist’s Real Estate Maps of Surveys of Seattle (1905) - πηγή


e.e. cummings - κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου

Κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην
καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι
καμώνεται από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)

φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)



 The Holy Heart of Jesus and the Five Wounds of Christ’s Love (1521), a woodcut by Sigmund Grimm – πηγή


Κ. Καβάφης - Έπος καρδίας

Μετά σου το παν, νομίζω, προσηνές με μειδιά,
στον καθρέπτη των ματιών σου την χαράν αντανακλά.
Στάσου, φως μου, και ακόμη δεν σε είπα τα μισά
απ’ εκείνα που πιέζουν την ερώσαν μου καρδιά
και στα χείλη μου ορμούνε με μια μόνη σου ματιά.
Μη με ομιλής αν θέλης, μη με πης γοητευτικά
λόγια αγάπης και λατρείας. Φθάνει να ’σαι εδώ κοντά,
να σε λέγω πως σε θέλω, να σ’ εγγίζω, την δροσιά
του πρωιού που αναπνέεις ν’ αναπνέω• κι αν και αυτά
υπερβολικά τα βρίσκης, να σε βλέπω μοναχά!




Heart shaped map of the world from Paris, 1536 - πηγή


Νίκος Καρούζος - Η χρησιμότητα της απειλής

Έχουν αρχίσει να με κυκλώνουν επικίνδυνα οι ώρες.
Ακούω τα φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ανήσυχα χορικά.
Πρέπει να ζήσω τις αντίστροφες δυνάμεις.
Ω καρδιά μου – τρομαχτικότερη σελήνη!

Νεότερος

[...] Αισθάνομαι μόνος
αφού δεν έχει δεύτερη ζωή ν’ αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.
Σύντροφε ουρανέ
άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια
κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ’ όνειρο
πάει κ’ η αγάπη
χάνεται
σαν το νερό στην πέτρα.
Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ’ ασημένια φύλλα;
Μέσ’ στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι.



Emblem from Devises et Emblemes Anciennes & Modernes (1699) - πηγή


  Κώστας Καρυωτάκης - 
Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί

Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.



Artist Bansky Artwork's Name Balloon Girl 



Τάσος Λειβαδίτης - Μη σημαδέψεις την καρδιά μου


Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ’ ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ’ ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ’ ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην
τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά.
Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά – κοντά
στο κουτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά
παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των
υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου
κ’ ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.
Βασίλεψαν τα πρωϊνά σου μάτια πίσω απο ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ’ οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα
σε συλλογίζομαι
καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλα σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις
ένα σπουργίτι.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα’ θελα να το λαβώσεις.

Pink Mended Broken Heart Painting by Carol Suzanne Niebuhr


Τσάρλς Μπουκόφσκι - Καρδιά στο κλουβί


Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται.
Ο κόσμος κλονίζεται και απαιτεί δημοκρατία.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός δεν αποδίδει.
Ούτε η αθεΐα.
Τίποτα δεν αποδίδει.
Εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
Τίποτα δεν αλλάζει.
Οι αιώνες αλλάζουν
κι ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος.
Η αγάπη λυγίζει και διαλύεται.
Το μίσος είναι η μοναδική πραγματικότητα
στις ηπείρους.
Στις ηπείρους και στα δωμάτια δυο ανθρώπων.
Τίποτα δεν αποδίδει εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
‘Ολα τ’ άλλα είναι θεωρίες.
Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται για να ξαναχτιστούν.
Για να ξανακαούν.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός;
Μόνο το όπλο.
Υπάρχει μόνο το όπλο.
Κι αυτός που το εξουσιάζει.


Vivid Heart painting by Ivan Guaderrama

Τσάρλς Μπουκόφσκι -Η Χαμογελαστή Καρδιά

η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μην την αφήνεις να ενωθεί σε μια υγρή υποταγή.
να παραφυλάς.
υπάρχουν έξοδοι.

υπάρχει ένα φως κάπου.
μπορεί να μην είναι πολύ φωτεινό αλλά
διώχνει το σκοτάδι.

να παραφυλάς.

οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.
να τις μάθεις.
να τις αρπάξεις.

δεν μπορείς να νικήσεις το θάνατο αλλά
μπορείς να νικήσεις το θάνατο στη ζωή, μερικές φορές.

και όσο πιο συχνά μάθεις να το κάνεις,
τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μάθε τήν όσο την έχεις.

είσαι υπέροχος
οι θεοί περιμένουν να πάρουν μεγάλη ευχαρίστηση
από εσένα.

One Love One Destiny Painting by Ivan Guaderrama


Charles Bukowski  -The Laughing Heart

your life is your life
don’t let it be clubbed into dank submission.

be on the watch.
there are ways out.

there is a light somewhere.
it may not be much light but
it beats the darkness.

be on the watch.

the gods will offer you chances.
know them.
take them.

you can’t beat death but
you can beat death in life, sometimes.

and the more often you learn to do it,
the more light there will be.

your life is your life.
know it while you have it.

you are marvelous
the gods wait to delight
in you.








Painting by Waleska Nomura.



Εμιλυ  Ντίκινσον -Η καρδιά αποζητά την ηδονή αρχικά

Η καρδιά αποζητά την Ηδονή – αρχικά –
Και έπειτα – εξαίρεση απ’ τον Πόνο –
Και έπειτα – εκείνα τα μικρά Αναλγητικά
Που νεκρώνουν το βάσανο

Και έπειτα – να πάει να κοιμηθεί –
Και έπειτα – εάν εισακουόταν
Απ’ τον Ανακριτή της
Το προνόμιο να πεθάνει


 Waleska Nomura - A Heart In Love


Αλ Σαντίκ αλ Ράντι ( Σουδάν ) - Λαχτάρα


Η καρδιά μου βροντοχτυπά,
σαν να στέκεται εκεί
μπροστά στην πόρτα σου.
Ή σαν να περιμένει τον ερχομό σου

από στιγμή σε στιγμή.

Όλα τα πουλιά

του μεσημεριάτικου ουρανού
καταφθάνουν με θόρυβο στο παράθυρό σου.

Μια ζωή υπομονή
Ένα δάσος από φτερουγίσματα…



Elizabeth Chapman- art


Llyas Abu Shaaka ( Λίβανος ) -Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.

Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.

Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.

Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.

Μέσα μας κόκκινο κρασί ενώνεται με κόκκινο κρασί,
φτιάχνουν μείγμα μεθυστικό από άρωμα, αύρα και δροσιά του πρωινού.

Η έμπνευση μου κατοικεί μέσα στα μάτια σου,
τα χείλη σου ενώνονται με τα δικά μου και οδηγούν την ποίηση μου.

Σε σένα και σε μένα η φωτιά φουντώνει, χωρίς κανείς να ρίχνει ξύλα.
Μολονότι είμαστε ήρεμοι, η καταιγίδα ξεσπά μέσα μας.

clockwork heart sculpture by richardsymonsart ..

Γ. Σαραντάρης - Ἡ καρδιά μας

Ἡ καρδιά μας εἶναι ἕνα κῦμα που δεν σπάει
στην ἀκρογιαλιά. Ποιος μαντεύει τη θάλασσα,
ἀπ᾿ ὅπου βγαίνει ἡ καρδιά μας; Ἀλλά  εἶναι ἡ
καρδιά μας ἕνα κῦμα μυστικό, χωρίς ἀφρό.
Βουβά πιάνει μία στεριά. Και  ἀθόρυβα σκαλίζει
το ἀνάγλυφο ἑνός πόθου, που δεν  ξέρει
ἀπογοήτευση και ἀγνοεῖ την ἡσυχία.



Raven on Heart Sculpture Wood Sculpture (ID: A7991)
Created by Mark Orr

Γ. Σεφέρης - Όνειρο 

Κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά,
κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι
και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.


Jim Dine Painting

Ναζίμ Χικμέτ - Στηθάγχη

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Κίτρινο ποτάμι

Κι ύστερα, γιατρέ, την πάσα αυγή
την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, στην Ισταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια
όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.






Christian Schloe - art


Ντίνος Χριστιανόπουλος - Καρδιά μου κάνε κι εσύ μια υποχώρηση

«Εν τω μεταξύ, κάθε μέρα έχω μαλώματα με την καρδιά μου..

«Καρδιά μου», της λέω, «κάνε κι εσύ μια υποχώρηση»
υπάρχει τόση ομορφιά σ’ αυτόν τον κόσμο,
υπάρχουν τόσα σαββατόβραδα για γλέντι,
επιτέλους δε χάθηκαν οι ευκαιρίες για προσήλωση»

«Δεν ξέρεις τι ζητάς», μου αποκρίνεται,
«σε χάλασαν οι τόσες διαψεύσεις,
σ’ έκανε εύκολο η απελπισία,
έπαψες να πιστεύεις πια στον έρωτα: σε κλαίω»..
Δεν ξέρω τι της έκανες αυτής της καρδιάς
και ξημεροβραδιάζεται με τ’ όνομά σου
όμως εγώ είμαι αδύνατος άνθρωπος,
η σάρκα μου πονάει, θέλει να φάει,
το αίμα μου κρυώνει, θέλει να ζεσταθεί…
Να φύγεις απ’ τη μνήμη μου και την καρδιά μου…



Abdul Razak Unique African Wood of Man and Woman with Heart Sculpture



Μαξίμ Γκόρκι - Η Φλογερή καρδιά του Ντάνκο


Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.



 Painting of a Heart by Krysta Logan


Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. 
Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθήσαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.

-Δυό δρόμοι ανοίγονται γιά μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη. 

Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιό σφιχτά πλησίαζαν τόνα το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιό πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους. 

Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα.
Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γένησαν την Φρίκη. 
Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.

 Heart Sculpture by The Art
of Alice Terrill
Και είπε ο Ντάνκο: 

-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θάχει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν! 

-Οδήγησέ μας, με μια φωνή είπανε όλοι. 

Και ξεκινήσαν. Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πυκνώναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν γιά τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιό μαύρο και απ’της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιό λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει γιά χίλιους». 
Τσάκισαν και έχασαν το θάρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο.

-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες! 

-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιό πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σα ζώα. 

Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’αυτά η λάμψη του θανάτου. 
 
«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γιαυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν. 
Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γένησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα. 
-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’τη Βροντή πιό δυνατά.
Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων. 
 
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν. 

-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων. 
Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γεναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα. 
 
Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα. 

Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς πούπεσε κάτω. Και μόνο η γεναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε γιά πάντα.»


Mr. Brainwash's Heart Sculpture





Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος


Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω
Με τι καρδιά τραγούδι να σου πω
στον ουρανό με τ’ όνειρο θα ζήσω
στον ουρανό σαν άστρο θα χαθώ

Βάλε φωνή κοντά σου να γυρίσω
βάλε φωνή τη γη να θυμηθώ

Με τι καρδιά τα μάτια σου ν’ αφήσω
Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ
σε σκοτεινό γεφύρι θα καθίσω
σε σκοτεινό ποτάμι θα σταθώ

Δώσ’ μου φωτιά τη νύχτα μου να σβήσω
Δώσ’ μου φωτιά στον ήλιο να βρεθώ




Heart sculpture by Jim Dine


Στίχοι: Θανάσης Τσόγκας
Μουσική: Daniele Pace


Τρικυμία στην καρδιά μου
έχεις φέρει φοβερή
σαν της θάλασσας το κύμα
με χτυπάνε οι καημοί

Τη μία μέρα μου θυμώνεις
και την άλλη μου γελάς
Το πρωί μακριά με διώχνεις
και το βράδυ με φιλάς

Τι θα γίνω πια δεν ξέρω,
μ’έχεις κάνει και υποφέρω
Πιο κοντά μου να σε φέρω
προσπαθώ μα δεν μπορώ

Λαχταρώ τον έρωτά σου
μα τι κρύβεις στη ματιά σου
που να ψάξω να το μάθω,
να το βρω

Τρικυμία στην καρδιά μου
έχεις φέρει φοβερή
σαν της θάλασσας το κύμα
με χτυπάνε οι καημοί

Και οι φίλοι και οι γνωστοί μας
απορούν κι αυτοί μαζί μας
την αγάπη τη δική μας
μεταξύ τους συζητούν

Ότι φταις εσύ μου λένε
και τα λόγια τους με καίνε
μα τα μάτια σου που κλαίνε,
πάντα εμένα θα ζητούν

Πάψε πια να με παιδεύεις,
δείξε πόσο με λατρεύεις
για να πάψουν
και για τους δύο μας να μιλούν

Τρικυμία στην καρδιά μου
έχεις φέρει φοβερή
σαν της θάλασσας το κύμα
με χτυπάνε οι καημοί

Έλα να τους δείξεις
πως στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς
Έλα να τους δείξω
πως για μένανε με πονάς

Μεσ’ την αγωνία
πάψε πια να με κρατάς
Σε λατρεύω
μα φαρμάκια με κερνάς

Τρικυμία στην καρδιά μου
έχεις φέρει φοβερή
Πάψε πια να με παιδεύεις
για να φύγουν οι καημοί

Έλα να τους δείξεις
πως στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς
Έλα να τους δείξω
πως για μένανε με πονάς
Μεσ’ την αγωνία
πάψε πια να με κρατάς

Έλα να τους δείξεις
πως στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς
Έλα να τους δείξω
πως για μένανε με πονάς
Μεσ’ την αγωνία
πάψε πια να με κρατάς

Mosaic Heart By Catherine Van Giap of Freshwater Mosaics



Στίχοι: Νατάσσα Μεσσήνη Μουσική: Ορφέας Περίδης Για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά για ποια πέλαγα ουράνια άστρα μαγικά για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά Για ποια μακρινή πατρίδα έρμη ξενητειά θάλασσα ουρανός μ' αστέρια πουθενά στεριά για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά Ποια αγάπη ποιο λιμάνι ποια παρηγοριά θα χεις αγκαλίά το κύμα χάδι το νοτιά για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά


Στίχοι: Λουκάς Θάνος
Μουσική: Λουκάς Θάνος


Την καρδιά σου σε κύκλο διπλό να την κλείσεις
σε κύκλο από φλόγα, σε κύκλο από πάγο
και στα χείλη ν’ ανθίζει πικρό χαμογέλιο
ακούγοντας τον κρύφιων παθών τον Ιάγο

Ό,τι εζήτησες να `ναι μακριά σου, μακριά σου
κρυφά κι από `σένα, να το’χεις βαθιά σου
στους μεγάλους τους δρόμους να φεύγεις αλήτης
και να `σαι εσύ η σκιά της σκιάς σου.

Τη φλόγα να κρύβεις κι απ’ τον αδερφό σου
ηφαίστειο αναμμένο ώσπου να γένει
και μια νύχτα η θύελλα που κρύβεις εντός σου
να σ’ έβρει σαν φύλλο ξερό που το σέρνει.




Public Art in Times Square / Ice Heart Sculpture 


πηγές
http://www.greek-language.gr/
https://itzikas.wordpress.com/
https://www.translatum.gr/
http://nikiforosvrettakos.gr/
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/
http://www.kavafis.gr/
https://www.sansimera.gr/