Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΟΝΕΣ

Νικηφόρος Λύτρας -  Αναμονή ή Προσμονή

Φώτης Αγγουλές - Μην καρτεράτε 

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ' όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.



Edward Killingworth Johnson (1825-1896), Περιμένοντας την Άνοιξη.

Φώτης Αγγουλές - Περιμένει 

Το πλοίο περιμένει…
Γιατί την τελευταία στιγμή κοντά μου να φανείς
Δε θα μ’ αποχαιρέταγε σαν θα’ φευγα κανείς
και θα’ φευγα αδιάφορος σαν από χώρα ξένη

Μα τώρα με τον τόπο αυτόν κάποια φιλία με δένει
και τα δεσμά μου είν’ όμορφα και να τα σπάσω δεν μπορώ
κι ενώ να μείνω θα’ θελα πολύ, κοντά σας να χαρώ
Το πλοίο περιμένει…



 Βασίλειος Γερμενής -  Αναμονή στο νησί

Ορέστης Αλεξάκης - Στις αίθουσες αναμονής

Όσοι προσμένουν σιωπηλοί στους προθαλάμους
πλήττουν θανάσιμα, παλιά περιοδικά
βαριεστημένα ξεφυλλίζουν, μόνο
φωτογραφίες αδιάφοροι κοιτώντας
Άλλοι θυμούνται περιστατικά
ξεθωριασμένα από τον χρόνο κι άλλοι
σκέπτονται πράγματα που μόνο μέσα
στη νοσηρή τους φαντασία συμβαίνουν
Κάποιο τρελαίνονται στο τέλος κι εφορμούν
βγάζουν τα μπουκαλάκια τής βενζίνας
ραντίζουν πολυθρόνες και κουρτίνες
κι όπως αλλόφρονες γιατροί γονυπετούν
και θρηνωδούν σπαραχτικές σειρήνες
αυτοί γυρνούν σε χρόνια μακρινά
θυμούνται το τραγούδι τής μητέρας
το γέλιο της, τα μαύρα της μαλλιά
μικραίνουν πάλι, γίνονται
παιδιά
κρύβονται στην ποδιά
της νοσοκόμας



Εντγκάρ Ντεγκά - Η αναμονή

Μανόλης Αναγνωστάκης - Ήρθες όταν εγώ .....

Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους

Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση

Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.



 Νίκος Εγγονόπουλος - O Eρμής εν αναμονή

Μ. Αναγνωστάκης - Αναμονή

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!



Violetta Smith Waiting for a train 


Ν. Βρεττάκος - Περιμένοντας τη Μουσική 

Τη μουσική περιμένω να πλύνω τα χέρια μου, απ’ το
μελάνι της μέρας. Να πλύνω αυτούς τους αόρατους
θρόμβους του αίματος που έχω στο μέτωπο.

Το στήθος μου πλήγιασε σ’ αυτό το τραπέζι,
ριζωμένο σχεδόν, μ’ αυτές τις γωνιές του
μπασμένες στα κόκκαλα – Πληρωμή της αγίας
δωρεάς του ψωμιού, πληρωμή του νερού
που έχει στύψει το σύννεφο, πληρωμή του βουνού
και του ήλιου που βλέπω.

Τη μουσική περιμένω. Και τότε μου φαίνεται
Πως όλη τη μέρα που πέρασε ήμουνα
σε μιαν εκκλησία και μοίραζα άνθη.



Peter Seminck -  Waiting for Bonnie



Ν. Βρεττάκος - Η αναμονή και το όνειρο


Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.
Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.



Dominique Amendola  - Waiting the bus


Γιώργος Γεραλής - Αίθουσα αναμονής

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
«Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
«Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».



Daniel F. Gerhartz 1965

Κική Δημουλά - Συμπληγάδες συγκρίσεις

Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
‘Ώσπου v’ αρχίσει η παράσταση
βλέπω τι παίζεται πλαγίως
εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
την αναμονή.

Τετράγωνο περίπου σάν κουτί
παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής.
Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τά κυνηγά.
Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.

Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εύρημα στεριανό.
Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
ολοφυρμό. Για λίγο
καταποντίζεται η ορατότης. ‘Ώσπου
μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.

Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Και μείς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου.



Myron G. Barlow  - Waiting


Ανδρέας Εμπειρίκος - Θα περιμένουμε 

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.
Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.



Waiting John McGhie

Κ. Π. Καβάφης - Περιμένοντας τους βαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.



Carol Marine' - Waiting on the Steps


Ανδρέας Καμπάς  - Περιμέναμε 


Περιμέναμε στο Σύνταγμα το βράδυ
ανάμεσα στις αδειανές καρέκλες και στο σβηστό το φως
περιμέναμε τις αγάπες,
όμως οι αγάπες δεν ήρθανε
γιατί δεν μπορούσαν να μας δώσουνε τ’ αληθινό.

Περιμέναμε μες στο βρομόσπιτο
αγκαλιά με τις γυναίκες μιας βραδιάς
περιμέναμε την ηδονή
η ηδονή όμως δεν ήρθε
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

Περιμέναμε πάνω στις βουνοκορφές
ανάμεσα στα κεραυνωμένα δέντρα
περιμέναμε κάτι απ’ τη φύση
όμως το κάτι αυτό δεν ήρθε
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

Περιμέναμε με τους σοφούς
μέσα στ’ αργαστήρια σκυμμένοι στις μελέτες
περιμέναμε τη γνώση
όμως η γνώση δεν ήρθε
γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

Περιμέναμε με τις παρέες πάνω απ’ τα βουβά ποτήρια
περιμέναμε το μεγάλο το ωραίο το ιδανικό.

Περιμέναμε, μα τίποτα δεν ήρθε
τίποτα δεν θα μπορούσε να’ ρθει…

Και συρθήκαμε αργά στο σπίτι
γι’ άλλη μια βραδιά».



 Waiting for Legal Advice, James Campbell

Μάρθα Κανάρη - Προσμονή


Σαράντα δύο Πασχαλιές κι άλλα τόσα Χριστούγεννα σε περίμενα Κύριε...
Γονάτιζα τη ψυχή μου σε σκέψεις προσευχές κι έβρισκα παρηγοριά στο δάκρυ της μάνας μου και στη σιωπή των αμνών...
Σε περίμενα Κύριε...
Κάθε που βράδυαζε εξαύλωνα την ύπαρξη μου και γινόμουνα ένα με τ" αόρατα ελπίζοντας στη μεταμόρφωση του Θαβώρ που βάραινε μέσα μου...
Άργησες πολύ Κύριε...
κι εγώ μεγάλωνα στην προσμονή...στο γιατί και στο μήπως...
Έτσι περνούσε ο καιρός και μαζί μου μεγάλωσαν γενεές....κι άλλες δεν πρόλαβαν ούτε να ζήσουν...
Το γέλιο πάγωσε στων παιδιών σου τα χείλη κι εγω συνεχίζω ακόμη να κάνω τον παλιάτσο, με την ελπίδα να πάρει το γέλιο μορφή και η ιαχή του να φτάσει κοντά σου...
Άκουσε Κύριε...
Άκουσε τα....
Εγώ...θα συνεχίσω να προσμένω...
Κι Εσύ θα κάνεις πως δεν ακούς...πως δεν βλέπεις...
Ίσως γιατί αυτός είναι τελικά ο μοναδικός τρόπος να γίνω λιγότερο Θεός και περισσότερο Άνθρωπος...
"Μνήσθητι μου Κύριε..όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου..."
μ@ρθ@_Προσμονή
 


Kirsten Dear - Waiting. 


Μιχάλης Κατσαρός - Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.



Henry john Yeend king. Girl Waiting for a Ferry


Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου  - Αναμονή 

Ήταν αλλιώτικες οι μέρες
Που «περιμέναμε» τον πατέρα
Κίτρινα τ’ απογεύματα
Στο μεγάλο δωμάτιο
Με τις πολλές συναντήσεις

Τις χαμηλόφωνες συζητήσεις
Και εκείνα τα μυστικά κοιτάγματα
Που ρωτούσαν
Σαν να περίμεναν τις απαντήσεις
Που ποτέ δεν έρχονταν

Εκείνα τα κίτρινα απογεύματα
Το κοριτσάκι του επάνω πατώματος
Εξασκούνταν επίμονα στο πιάνο



 Γεώργιος Άβλιχος (1842-1909), Κοπέλα στο παράθυρο (1877)

Κλείτος Κύρου - Αίθουσα αναμονής 

Όταν περιμένεις τη σειρά σου
στις διάφορες αίθουσες αναμονής
επικάθεται στη γύρη των χειλιών σου
η διακεκριμένη εκείνη γεύση
της ομίχλης

Σκέφτεσαι
όλος ο κόσμος μια κλειστή
κι απέραντη αίθουσα αναμονής
κι όλοι εκτίουν την ποινή τους
εξορύσσοντας υπόκωφα το χρόνο

Και της μοναξιάς οι εκλείψεις
κυριολεκτικά σπανίζουν



Herbert James Gunn, Pauline Waiting


 
Κλείτος Κύρου - Αναμονή 

Περίμενε πάντα και τα πάντα
Μια ολόκληρη ζωή

Περίμενε το τραμ τον ταχυδρόμο
Τον Άι-Βασίλη περίμενε
Τις γυναίκες περίμενε το καλοκαίρι
Με τ’ αγριοπερίστερα
Αργότερα περίμενε τον εχθρό
Και το φίλο τον εχθρό και

Αποκαμωμένος τώρα περιμένει
Το θάνατο



 I'll be Waiting for You by Vladimir Volegov

Μαρία Λαμπράκη - Προσμονή

Ερχεσαι μερικές στιγμές και ακροβατείς
στα όρια της αντοχής μου.
Ακριβώς στην κόψη του ελάχιστου/τόσο μυστικά
εκθαμβωτικός/που ανθίζουν ''άξαφνα'' οι
παπαρούνες του ανεκπλήρωτου /στο βάζο της
αγάπης.
Η προσμονή φοράει''τότε'' τα καλά της /ανοίγουν
τα παράθυρα στο φως/κι όλα τ' αστέρια
τραγουδάνε της Ανατολής.
Ετσι αναβαπτίζεται ο 'Ερωτας/μες την
μυσταγωγία
μιας γλυκιάς /προσμονής..

Gordon Coutts - Waiting 

Ναπολέων Λαπαθιώτης - Προσμονή 

Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος
Και δεν είναι γύρω μου κανείς
Που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
– περιμένω, Μάνα, να φανείς.

Κι όμως ήξερες  όλες σου τις πράξεις
Πρίν, Σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς
Σχεδόν ξέρω πώς θα με κοιτάξεις
Και τα λόγια ακόμα, που θα πεις…

Ξέρω ακόμα, πώς θα με   χαϊδέψεις
Μ᾿ ένα τρόπο τόσο τρυφερό,
Που θα   σβήσεις ὅλες μου τις σκέψεις
Που με βαραίνουν, τόσο καιρό…

Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
Τί μεγάλος είναι και βαθύς
Φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
– δεν θα φύγεις… θα με  λυπηθείς!



A Shipwrecked Sailor Waiting for a Sail by John Evans Hodgson


Τάσος Λειβαδίτης - Σε περιμένω παντού

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή
να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου,
είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα,
είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο,
θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων
και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν
όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,
θα προτιμούσα
μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου,
φλογερά και μεγάλα,
σα δυο νύχτες έρωτα,
μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω,
πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα,
γιατί σ’ α γ α π ώ.
Κλείσε το σπίτι.
Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται
ένα ψωμί στα οκτώ,
εκεί που κατρακυλάει
ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.
Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,
εκεί που πολεμάνε
και πεθαίνουν οι άνθρωποι
για ένα καινούργιο κόσμο…
εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!



Waiting by Carolyn Henderson


Μενέλαος Λουντέμης - Αναμονή

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει
Και όμως περιμένει.

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

Αβάσταχτο είναι…Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.



 Edward Hopper 


Κώστας Μόντης - 
Είν’ λίγο να προσμένεις τους βαρβάρους 

Είν’ λίγο να προσμένεις τους βαρβάρους του Καβάφη
μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγράφει,
γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου
πως έστω κι αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια τη ζωή σου.

Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένεις,
μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένεις,
ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο
σα φύλλο του φθινοπώρου απ’ τον άνεμο ριγμένο
και να κοιτάς τριγύρω αφαιρεμένα
αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,

να μην αναγνωρίζεις τη φωνή σου,
να ‘χει κοπεί του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου
και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα
να μη βλέπεις τη λύση σου στο χώμα,
τη λύση που εμπιστεύουνται κι αρπούν οι απελπισμένοι,
να μην ξέρεις αν δε σου είναι το ίδιο κι οι τάφοι ξένοι.



Natalya Bronnikova - Waiting.


Μαχμούντ Νταρουίς - Απόσπασμα από το ποίημα " Αναμονή "

Δεν ήρθε …και δεν θα έρθει
Θα ξαναφτιάξω το βράδυ μου
για να ταιριάξει με την απογοήτευση μου
θα σβήσω τα κεριά
και τα φώτα όλα θα ανάψω
Θα αλλάξω μουσική …θα βάλω
τραγούδια από την Περσία
Θα βάλω πάλι τα πράγματα σε τάξη
θα περπατήσω ξυπόλυτος αν θελήσω
Απόψε δεν θα κρύψω τα μυστικά της
Όρθιος θα πιω το ποτό της
Και θα ανοίξω πάλι τα σχολικά μου βιβλία (…)

Waiting, Jean-Francois Millet

Charles Bukowski.

Και τώρα;
οι λέξεις έχουν ειπωθεί,
κάθομαι άρρωστος.
το τηλέφωνο χτυπά,οι γάτες κοιμούνται.
Η Λίζα καθαρίζει.
Περιμένω να ζήσω,
περιμένω να πεθάνω
Μακάρι να μπορούσα να φανώ λίγο γενναίος.
είναι μια άθλια υπόθεση
όμως το δένδρο εκεί έξω δεν το γνωρίζει:
το παρακολουθώ να λυγίζει με τον άνεμο
κάτω απ΄τον απογευματινό ήλιο.
δεν υπάρχει τίποτα να δηλώσουμε τώρα πια,
μόνο μια αναμονή.
ο καθένας την αντιμετωπίζει μόνος του
Ω, ήμουν κάποτε νέος,
Ω, ήμουν κάποτε απίστευτα
νέος!



 Edward Hopper 


Mήτσος Παπανικολάου - Ραντεβού

Πρόσμενα, πρόσμενα να ’ρθείς, κι εσύ δεν ήρθες όμως…
Μα στην απελπισία μου, δε μού ’λειψε η ελπίδα,
περίμενα αναπάντεχα για να σε φέρει ο δρόμος
κι όλους τους είδα νά ’ρχονται και μόνο εσέ δεν είδα.
Κι έμεινα τέλος μόνος μου μες στ’ άδειο καφενείο,
έμεινα, όπως δεν έμεινε ποτέ κανένας, μόνος,
κρατώντας το κεφάλι μου στα χέρια σαν κρανίο
που το σφραγίζει της ζωής και του θανάτου ο πόνος.
Τα μάτια μου είχαν κουραστεί στην προσμονή την τόση
και τά ’κλεισα και σ’ είδα πια στα βλέφαρά μου πίσω
είχες ερθεί στο ραντεβού που δε μου είχες δώσει
για να με κάνεις πιο πολύ μ’ αυτό να σ’ αγαπήσω.
Και την καρδιά μου σ’ άνοιξα, πόρτα που απάνω ως κάτου
τα μαύρα τη στολίζανε τα κρέπια του θανάτου!



 Waiting by Shreeharsha Kulkarni

Τάκης  Παπατσώνης - Μεγάλη αναμονή της επιούσης

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.

Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.

Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
[…]



 Waiting for the Boats - Walter Langley 


Γιάννης Ρίτσος - Παντού μας περίμενε η Ελλάδα

Ποιος άνεμος μετέφερε τούτα τα αγάλματα
κρατώντας τα με δυο πελώρια χέρια κάτω άπ’ τις μασχάλες
αυτά τα πιθάρια με τη στρογγυλή αυτοπεποίθηση
αυτά τα δοχεία του λαδιού και του κρασιού
αύτη την πετρωμένη ευγένεια των αμφορέων
όπου ή ελληνική ομορφιά έχει χαράξει με το μικρό της δάχτυλο
το στέρεο τρίγωνο, την οριζόντια σπείρα, το σοφό τετράγωνο;

Ποιός έφερε, ποιός πήρε, ποιός αντάλλαξε απ’ τα πέρατα
γραμμές και χρώματα και λευκές χειρονομίες,
σταυρούς στα ράμφη των αητών, ένα μακρόσυρτο χαμόγελο,
μια ωχρότητα βυζαντινή πού συνεχίζεται μέσα στη νύχτα
μια ωχρότητα ντυμένη το χρυσάφι, την πορφύρα, το σμαράγδι;

Βήματα των Ελλήνων πλανώμενα στους χώρους και στους αιώνες
σταθερά βήματα, πικρά βήματα, σιωπηλά βήματα
διατηρώντας το σχήμα τους καθάριο,
καθάριο αχνάρι του γυμνού ποδιού σ’ όποιο χώμα της γης
με το μεγάλο δείχτη του ποδιού αποχωρισμένο απ’ το λουρί του αρχαίου σανδάλου.

Και το άσβηστο αχνάρι του σανδάλου ανάλαφρο πάνω στην πέτρα
και το άλλο του βυζαντινού,
τ’ αχνάρια απ’ τα συγκεντρωμένα βήματα της Φιλικής Εταιρίας
κι αυτά τα ελληνικά ιστία διασχίζοντας αθόρυβα
το νύχτιο αγέρα και τα δάση της Ρουμανίας
αυτά τα ιστία φωτίζοντας με τρίγωνες λάμψεις
πρόσωπα, σπίτια, χρόνια και γιγάντιους κορμούς δέντρων.

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού σ’ όλο τον κόσμο
καθώς ταξιδεύαμε με την ‘Ελλάδα σταυρωμένη στην καρδιά μας,
ή ‘Ελλάδα στην «Ιστρια, στο Γαλάτσι, στην Κονστάντσα
μες στις στοές και στις καμπάνες της Αγκάπια
μες στα ψηλά εργαστήρια της ταπητουργίας όπου άνθιζαν
επίπεδα άνθη γαλανά και κόκκινα
μες στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής
όπου ένα σχήμα αφηρημένης γεωμετρίας
αναπολούσε τη συγκεκριμένη σκέψη της Ελλάδας.

(Είναι ένας σπόρος πάντα ελληνικός πού σπάει τη στενότητα της πέτρας
ν’ ανθίσει μες στην απεραντοσύνη όλα τα φύλλα του και τούς καρπούς του —
κι ή πέτρα ή συντριμμένη από το σπόρο γίνεται μια πομπή από αγάλμα¬τα).

Σταθερές σκιές του παρελθόντος μες στην πρωινή κατάνυξη,
όταν ή μοναχή, εγερμένη, μόλις, απ’ το κάδρο μιας εικόνας
με το χρυσόν αχνό του χρόνου στη μορφή της
με τη στάχτη ενός ύπνου απαρνημένου στα ματόκλαδά της
και με το μαύρο πτυχωτό μανδύα της
μόλις ξεκρεμασμένον απ’ τη στοά των αιώνων,
καλούσε στην Αγκάπια τούς αντίλαλους
απ’ το φτερούγισμα των σβησμένων δικέφαλων
χτυπώντας τελετουργικά το ξύλο το εργασμένο απ’ τα δάχτυλα της σιωπής
ενώ ή σκιά της σέρνονταν στις πλάκες του μοναστηρίου σαν φάσμα
αυτοκρατόρισσας
κι ενώ οι καμπάνες σώπαιναν εμβρόντητες
σα φωλιές αντεστραμμένες πού άδειασαν απ’ τα χάλκινα πουλιά τους.

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού μέσα στον κόσμο,
κάτω από τις ολάνθιστες μηλιές μες στα κολχόζ της Ρουμανίας,
μες στα Μουσεία, μες στη σιωπή, μέσα στις ντόινες.
Κι εγώ, διασχίζοντας τον κόσμο και το χρόνο συνεχίζω το δρόμο της Ελλάδας
τραβώντας το σκοινί του στίχου μου και ειδοποιώντας την αγάπη
όπως τραβούσε ως τη στερνή στιγμή του ό Βασίλε Ροάιτα τον κρίκο
του συναγερμού για μια παγκόσμια συνάντηση ειρήνης.



Slaves Waiting for Sale' by Eyre Crowe (1861)


Γιάννης Ρίτσος - Αυτοί που περιμένουν 

Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά τής κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο -περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά –
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία τού ανθρώπου
με τη φαρδειά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ το γκρεμό.

Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Και η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του -τίποτ’ άλλο.



Waiting, 1901 by Pablo Picasso


Τάκης Σινόπουλος - Χώρος αναμονής

Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;

Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;

Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.

Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;

Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;



 Waiting  - Photography by Alicia Savage

Κονσταντίν Σίμονοφ - Περίμενέ με


Περίμενέ με, θα γυρίσω,
θέλω πολύ να περιμένεις,
περίμενε, σαν σε μελαγχολεί
η χρυσή βροχή,
περίμενε, σαν πέφτουνε τα χιόνια,
περίμενε στις ζέστες,
ακόμα κι όταν οι άλλοι
δεν περιμένουν πια.
Περίμενε, κι όταν δε φθάνουν γράμματα
από τόπους μακρινούς,
περίμενε, κι αν όλοι έχουν βαρεθεί
αυτούς που περιμένουν.
Περίμενέ με, θα γυρίσω,
δεν εύχονται όλοι το καλό
όσοι το ξέρουν σίγουρα,
πως πρέπει να ξεχάσεις.
Άσε να το πιστεύουνε η μάνα και ο γιος μου,
πως πια δε θα γυρίσω,
άσε να το πιστεύουνε οι κουρασμένοι φίλοι,
να κάθονται μπρος στη φωτιά,
πικρό κρασί να πίνουν
μνημόσυνο ψυχής…
Περίμενε. Να μη βιαστείς
μαζί τους για να πιεις.

Περίμενέ με, θα γυρίσω
σε πείσμα όλων των θανάτων.
Όποιον δεν περιμένει,
ας τον να λέει: «ήταν τυχερό».
Γιατί δε θα το νοιώσουνε όσοι δεν περιμένουν,
πως μέσα στα πυρά
μ’ έσωσε
η αναμονή σου.
Μονάχα εσύ κι εγώ
θα ξέρουμε πως γύρισα,
επειδή ήξερες όπως κανείς
εσύ να περιμένεις.



 Carl Holsoe Waiting By The Window


Ρώμος Φιλύρας - Καρτέρι 


Πάντα να περιμένω στ’ ακρογιάλι,
σαν άλλοτε, σα χθες, σήμερα – χρόνια!
μες απ’ τη στάχτη να πετιέμαι πάλι,
φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.

Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα,
σ’ ένα γιαλό, προσμονητή του Αγνώστου,
που έρχεται τάχα, σαν σε νάρκη αρρώστου,
μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα…

Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα,
να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο,
δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα,
– όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.



Darren Crowley - Waiting for him

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Όταν σε περιμένω 

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.»






Darren Thompson Waiter Waiting


ΜΟΥΣΙΚΗ 



Στίχοι: Γιώργος Οικονομέας Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας Σε γυρεύω μεσ΄στου ήλιου τις ρωγμές τις χάρτινες σταλαγματιές σε γυρεύω Σε γυρεύω κι ο,τι ωραίο που κοιτάζω είσ΄εσύ ο,τι ωραίο κι εσύ όπως πάντα λέιπεις Σε περιμένω... στη δίψα του καλοκαιριού σε περιμένω Σε γυρεύω στου παραδείσου τις ψευτιές της ήττας μου νεροποντές σε γυρεύω Σε γυρεύω κι ο,τι ωραίο που διαβάζω εισ΄εσύ ο,τι ωραίο κι εσύ όπως πάντα λείπεις





Στίχοι - Μουσική :Σταύρος Σιόλας

Χαράζει κάθε μέρα λίγο πιο θλιμμένα
Νυχτώνει κάθε μέρα λίγο πιο βαθιά
Και έχεις τα μάτια σου μακριά αγκυστρωμένα
Σε κάτι πέλαγα του ονείρου σου κρυφά

Κι’ όλο προσμένεις κάτι που να σε λυτρώνει
Κάτι που θα `ρθει από έναν κόσμο που γελά
Μα είναι βία αυτό που μέσα σου φυτρώνει
Μονάχα βία τώρα μέσα σου μιλά

Μοιάζουν οι λέξεις λάστιχα ξεχειλωμένα
Που τα τραβάει καθένας όπως του φυσά
Όμως κανείς δε σου χρωστά όλα είναι ξένα
Όλα δικά σου αυτού του κόσμου δανεικά

Κι’ όλο ελπίζεις πως μία μέρα θα περάσει
Κι’ όλο ελπίζει πως μία μέρα θα φανεί
Πως θα’ ρθει κάποιος κάποια μέρα να σε πάρει
Να σε κρατήσει μες τα χέρια του σφικτά
Και να σου πει πως όλα τώρα θα τελειώσουν
Κι όλα θα γίνουν όπως ήτανε παλιά

Σήκω τα πόδια σου βάλε τα καλά σου
Όσο μακρινός και αν μοιάζει ο δρόμος από την πόρτα σου περνά

Κι’ όλο ελπίζεις πως μία μέρα θα περάσει
Κι’ όλο ελπίζει πως μία μέρα θα φανεί
Πως θα’ ρθει κάποιος κάποια μέρα να σε πάρει
Να σε κρατήσει μες τα χέρια του σφικτά
Και να σου πει πως όλα τώρα θα τελειώσουν
Κι όλα θα γίνουν όπως ήτανε παλιά

Και να σου πει πως όλα τώρα θα τελειώσουν
Κι όλα θα γίνουν όπως ήτανε παλιά
Σήκω τα πόδια σου βάλε τα καλά σου
Όσο μακρινός και αν μοιάζει ο δρόμος από την πόρτα σου περνά

Σήκω τα πόδια σου βάλε τα καλά σου
Όσο απέραντος και αν μοιάζει ο κόσμος από τα πόδια σου αρχινά


Στίχοι: Σοφία Φίλντιση
Μουσική: Μίμης Πλέσσας

Βάλε μες στο σπίτι
για παιδί σκαμνί
Και σοφρά για ξένους
κάποιος θα φανεί

Κι άνοιξε την πόρτα
Κατά τον νοτιά
Και τα χελιδόνια
Θα `ρθουνε ξανά

Στρώσε τα στρωσίδια
στο σταμνί δροσιά
Στο κατώφλι αγάπη
Πόνος στην καρδιά




Στίχοι:Αντώνης Τσιρμπίνος Μουσική:Κώστας Χατζής Χρόνια περιμένω κάποιο γυρισμό, χρόνια περιμένω κάποιο λυτρωμό, βλέπω την μορφή σου να βρίσκεται παντού, στ' αστέρια, στο φεγγάρι, στο θόλο τ' ουρανού. Πες μου ποια μέρα θε να 'ρθείς, ποια μέρα και ποια ώρα, ήλιο να φέρεις στην βροντή και να περάσει η μπόρα, μέρα να γίνει η νυχτιά κι ο θάνατος ζωή.


Steve Hanks Waiting in the Rain


ΘΕΑΤΡΟ 

Σάμιουελ Μπέκετ - Περιμένοντας τον Γκοντό



Περιμένοντας τον Γκοντό (En attendant Godot) είναι ο τίτλος θεατρικού έργου (1948) του Σάμιουελ Μπέκετ, στο οποίο οι χαρακτήρες περιμένουν έναν άνθρωπο που δεν έρχεται ποτέ. Η απουσία αυτή του Γκοντό έχει αποτελέσει το θέμα για πάμπολλες ερμηνείες του έργου από την πρώτη του θεατρική παρουσίαση. Στην αγγλική του μετάφραση από τον ίδιο το Μπέκετ, το έργο έχει υπότιτλο «τραγικωμωδία σε δυο πράξεις». Το έργο αποτελεί έκφραση του Θεάτρου του παραλόγου.

Υπόθεση του έργου

Δυο άνδρες, ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν, συναντιούνται κοντά σε ένα δένδρο. Συζητάνε για διάφορα θέματα και ανακαλύπτουν ότι περιμένουν έναν άνδρα, που ονομάζεται Γκοντό. Όσο περιμένουν, εμφανίζονται άλλοι δυο, ο Πότζο και ο Λάκι: ο πρώτος πηγαίνει στην αγορά για να πουλήσει το δεύτερο, που είναι δούλος του. Ο Πότζο συζητάει με το Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν όσο ο Λάκι τους διασκεδάζει και στη συνέχεια φεύγουν. Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα αγόρι που λέει στο Βλαντιμίρ ότι είναι αγγελιαφόρος του Γκοντό: ο Γκοντό δε θα 'ρθει σήμερα, αλλά σίγουρα θα έρθει αύριο. Αφού φύγει το αγόρι, οι δυο άνδρες αποφασίζουν να φύγουν, αλλά δεν μετακινούνται καθώς πέφτει η αυλαία.

Το επόμενο βράδυ, ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν συναντιούνται ξανά κοντά στο δέντρο περιμένοντας τον Γκοντό. Εμφανίζονται ξανά ο Λάκι και ο Πότζο, μόνο που αυτή τη φορά ο πρώτος είναι μουγγός κι ο δεύτερος τυφλός. Ο Πότζο δε θυμάται τη συζήτηση με τους δυο άνδρες το προηγούμενο βράδυ, φεύγει μαζί με το Λάκι και οι δυο άνδρες συνεχίζουν να περιμένουν. Το αγόρι ξανάρχεται για να πει ότι ο Γκοντό δε θα 'ρθει, αλλά επιμένει ότι δε μίλησε χτες με το Βλαντιμίρ. Οι δυο άνδρες αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν, προσπαθώντας να κρεμαστούν από το δέντρο, αλλά αποτυγχάνουν, γιατί σαν σχοινί έχουν μόνο τη ζώνη του ενός. Αποφασίζουν να φύγουν, αλλά η αυλαία πέφτει και κανείς από τους δυο δεν έχει φύγει από τη θέση του.

Η ταυτότητα του Γκοντό

Είναι ίσως το πιο γνωστό έργο του Ιρλανδού δραματουργού, το οποίο έχει δεχθεί πολλές ερμηνείες και συζητήσεις για την ταυτότητα του Γκοντό. Μια ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για την αγγλική λέξη God (θεός) και τη συχνή γαλλική κατάληξη -ot, κάτι που θα έδινε μια μεταφυσική διάσταση στο έργο. Οι δυο χαρακτήρες περιμένουν την άφιξη μιας υπερβατικής φιγούρας που θα τους σώσει, αλλά δεν έρχεται ποτέ. Ο ίδιος ο Μπέκετ πάντα αρνιόταν αυτή την ερμηνεία, ενώ σε επιστολή του το 1952 ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος είχε σκεφτεί ή γνώριζε «ποιος είναι ο Γκοντό». https://el.wikipedia.org/


Waiting for the Mail by Grant Wright Christian














2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ πολύ, Γεωργία μου!!
    Μεγάλη τιμή να συμπεριλάβεις κείμενό μου, ανάμεσα σε τόσους σπουδαίους ποιητές!!
    Συγχαρητήρια για τις εξαιρετικές αναρτήσεις σου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή