Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Αλέξανδρος Πάλλης ( 15 Μαρτίου 1851 – 17 Μαρτίου 1935 )

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (Πειραιάς, 15 Μαρτίου 1851 – Λίβερπουλ, 17 Μαρτίου 1935 ) ήταν λογοτέχνης , μεταφραστής, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (δημοτικισμός).
Ο Πάλλης καταγόταν από την Ήπειρο αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστήμιου αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μετακομίσει στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Παράλληλα με το εμπόριο ασχολήθηκε με τα γράμματα. Δημοσίευσε μια κριτική έκδοση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή διορθωμένη από τον ίδιο που εκτιμήθηκε από τους φιλόλογους. Ακολουθώντας τις γλωσσικές αντιλήψεις του Ψυχάρη δημοσίευσε το 1889 τα «Τραγουδάκια για τα παιδιά» με σκοπό « το διαφωτισμό της νεότητας », και μια μετάφραση του «Έμπορου της Βενετίας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην δημοτική. Ακολούθησαν άλλα πρωτότυπα έργα του όπως το διήγημα «Μπρουσός» και η ποιητική συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος». Ποιήματά του και μερικές από τις μεταφράσεις του δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Κούφια καρύδια» τυπωμένο στο Λονδίνο.  

Σημαντικότερο έργο του Πάλλη θεωρείται η μετάφρασή του της «Ιλιάδας» του Ομήρου στη δημοτική και σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σύμφωνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά, « με τη μεταφραστική αυτή πρωτοβουλία [...]ήθελε πρώτα-πρώτα να αποδείξει ότι η δημοτική γλώσσα ήταν επαρκής για να αποδώσει και τα πιο αξιόλογα δημιουργήματα των αιώνων. Ζητούσε ακόμα να κάνει το ομηρικό έπος κτήμα του λαού...»  Άλλη πολύ γνωστή μετάφραση του Πάλλη ήταν αυτή των Ευαγγελίων στη δημοτική, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Αυτή η μετάφραση προκάλεσε σάλο που οδήγησε στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Το ενδιαφέρον του για την ενίσχυση του δημοτικισμού υπήρξε αμείωτο καθώς χάρις στην οικονομική του άνεση ενίσχυσε χρηματικά λόγιους διευκολύνοντας την έκδοση έργων τους: επιχορηγεί το «Νουμά», αγοράζει εκατό αντίτυπα από τον «Αρχαιολόγο» του Καρκαβίτσα, επειδή ήταν έργο με δημοτικιστική θέση. Χρηματοδοτεί την έκδοση σημαντικών βιβλίων του Παλαμά, όπως , η «Ασάλευτη Ζωή», ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» και η «Φλογέρα του Βασιλιά».

Στις 31 Δεκεμβρίου 1880 παντρεύτηκε με την Ιουλία-Ελίζα, κόρη του Θεόδωρου Παντιά Ράλλη. Έκαναν μαζί πέντε παιδιά: τη Μαριέττα, τον Αλέξανδρο-Αναστάσιο, (Βομβάη, 20 Οκτωβρίου 1883-1975), μετέπειτα πολιτικό και συγγραφέα, την Αζίζα (η οποία παντρεύτηκε τον δημοτικιστή ποιητή και συγγραφέα Πέτρο Βλαστό), τον Ανδρέα και τον μετέπειτα συγγραφέα και ορειβάτη Μάρκο. https://el.wikipedia.org/

Ποιήματα 

Καλημερούδια

Με τί καμάρι περπατεί
την κούκλα της κρατώντας
και με ένα σπάγκο το γατί
ξοπίσω της τραβώντας!

Κοντά στην πόρτα σταματά
πριν πάει πιο παραπέρα,
και τα πουλιά της χαιρετά
με μια της καλημέρα.

«Καλημερούδια σας, πουλιά,
»καλημερούδια, χήνα…
»Την κούκλα λεν Τρανταφυλλιά
»και το γατί Ψιψίνα.

»Κι' αν με ρωτάτε και για πού,
»νωρίς τι τάχα βγήκα,
»πάω να προφτάσω τον παππού
»που με φιλέβει σύκα.»
(από τα αγγλικά)
 Σημείωση του Πάλλη, το πρωτότυπο δεν βρίσκεται

✾    ✾    ✾    ✾

Μοίρωμα


(του φίλου Σ. Μ.)

Κόπιασε, μοίρα μας καλή,
το γιο μας να μοιρώσεις,
στο χαϊδεμένο μας πουλί
κάθε αγαθό να δώσεις.

Κάλλη μην πεις, τι με πολλά
μας ήρθε στολισμένος…
Γιά δες τον πώς χαμογελά
σαν κάμπος ανθισμένος!

Μον δώσ' του στήθια σπλαχνικά,
καρδιά χαριτωμένη,
που εφκές ο γιος μας να αγρικά
απ' όθες κι' αν διαβαίνει.

Κι' αχ! δώς' του, μοίρα μας καλή,
χρόνια πολλα να ζήσει,
σαν έχουμε άσπρη κεφαλή
να μας γεροκομήσει.

✾    ✾    ✾    ✾

Εφτυχία

Και μη ζητας την εφτυχία
μες στην αλήθια·
μες στον παρα, στην αγυρτεία,
εκει θα βρεις την εφτυχία,
και βράστ'τα τα άλλα κολοκύθια.

Το σιγανο μας ποταμάκι
την εφτυχία καθρεφτίζει·
το πονηρο το αλεπουδάκι
κι' αφτο, χρουσε μου, λιγουλάκι
μας τη θυμίζει.
✾    ✾    ✾    ✾

Ταζα−μπε−ταζα *

Ερχεται πάντα η άνοιξη κι' ανθίζουν τα λουλούδια,
αχούνε αηδονιού ξανά τα χαρωπά τραγούδια.
Σαν πάντα τα πάντα,
ξανά και ξανά,
μα η νιότη σα φύγει,
ξανά δε γυρνά.

Αν σκεπαστούν με σύγνεφα τα αστέρια ή το φεγγάρι,
πάντα της λάμψης τους ξανά θα χύσουνε τη χάρη.
Τα πάντα σαν πάντα,
ξανά και ξανά,
μονάχα μου η νιότη
ξανά δε γυρνά.

Κεντούσε πριν τη θάλασσα θρακιάς κι' ανεμοζάλη,
μα πάλε κύμα κι' αμμουδιά ρωτιούνται αγάλι αγάλι.
Αχ πάλε και πάλε,
τα πάντα ξανά,
μα η νιότη σα φύγει,
για πάντα περνά.
═ πάλε και πάλε.

✾    ✾    ✾    ✾

Μετάφραση της Ιλιάδας 

Ραψωδία Α ( στίχοι 1-  101 ) 

Μούσα, τραγουδά το θυμό του ξακουστού Αχιλέα,
τον έρμο ! π' όλους πότισε τους Αχαιούς φαρμάκια,
και πλήθος έστειλε ψυχές λεβέντικες στον Άδη
οπλαρχηγώνε, κι' έθρεψε με τα κορμιά τους σκύλους
κι' όλα τα όρνια (του Διός έτσι είχε η γνώμη ορίσει),    5
απ' την αρχή σαν πιάστηκε με το γοργό Αχιλλέα
τ' Ατρέα ο πρωταφέντης γιος και χώρισαν οι διό τους.
Πιός τάχα λες τους έσπρωξε θεός να λογοφέρουν;
Του Δία ο γιος και της Λητός, που με τον Αγαμέμνο
θύμωσε κι' έρηξε κακή μες στο στρατό πανούκλα,    10
και κόσμος πέθαινε, γιατί στο λειτουργό το Χρύσα
δε θέλησε τ' Ατρέα ο γιος λίγη σπλαχνιά να δείξει.
Γιατί ήρθε αφτός στα γλήγορα των Αχαιών καράβια
να λευτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια
είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διό χέρια
πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ' Απόλλου τα στεφάνια,
κι' όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε,    15
μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διό τους γιους τ' Ατρέα
« Τ' Ατρέα οι γιοί κι' οι άλλοι εσείς χαλκοπλισμένοι Αργίτες,
» σ' εσάς να δώσουνε οι θεοί να μπείτε στου Πριάμου
» το κάστρο, και στα σπίτια σας με το καλό να σύρτε·
» όμως κι' εμένα δώστε μου την κόρη μου, και πάρτε    20
» την ξαγορά της, έτσι ο γιος να σας βοηθάει του Δία ! »
Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι
« πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε ! »
μα αφτή η βουλή δεν τ' άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου,
παρά τον έδιωξε άσκημα κι' είπε σφιχτό 'να λόγο    25
« Τήρα εγώ, γέρο, μη σε βρω τριγύρω στα καράβια
» για τώρα ν' αργοστέκεσαι για πίσω να κοπιάσεις,
» μη δε σε σώσει ούτε ραβδί ούτε θεού στεφάνι.
» Την κόρη δεν τη δίνω εγώ !... παρ' όταν πια γεράσει
» απ' την πατρίδα της μακριά, στο σπιτικό μου, στ' Άργος,    30
» τη μέρα με τον αργαλιό, τη νύχτα στο πλεβρό μου...
» Μα σύρε ! μη μ' ανάφτεις πια αν θες γερός να φύγεις ! »
Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε κι' αγρίκησε το λόγο.
Και πήρε με βαριά ψυχή την αμμουδιά άκρη άκρη
του πολυτάραχου γιαλού, κι' έτσι όλο με κατάρες    35
της πυκνοπλέξουδης Λητός το γιο περικαλούσε
« Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις
» την Κίλλα με το τόσο βιός και το νησί της Χρύσας,
» και που φυλάει την Τένεδο τ' ανίκητό σου χέρι.
» Σμιθέα ! αν στόλισα κι' εγώ την όμορφη εκκλησά σου,
» αν σούκαψα καμιά βολά μεριά γιομάτα πάχος    40
» αρνιών και τάβρων, ξάκουσ' τον τώρα μου αφτό τον πόθο·
» με σαϊτιές σου οι Δαναοί τα δάκρια ας μου πλερώσουν ! »
Είπε, και την κατάρα εφτύς συνάκουσε ο Απόλλος.
Και βράζοντας οχ του βουνού κατέβηκε τις ράχες,
με το δοξάρι κρεμαστό και τη σαϊτοθήκη.    45
Βρόντηξαν, όταν με θυμό τινάχτηκε, οι σαίτες
στις πλάτες του. Και πάγαινε θολός σα μάβρη νύχτα,
Έπειτα αλάργα κάθεται απ' το στρατό και ρήχνει,
κι' άχησε ο κρότος σκιαχτερός οχ τ' αργυρό δοξάρι.
Μουλάρια πρώτα θέριζε κι' ασπροτριχάτους σκύλους,    50
μα και τους άντρες έπειτα με τις πικρές σαΐτες
βαρούσε· κι' όλο καίγανε πολλές φωτιές νεκρώνε.
Μέρες εννιά πυκνόπεφταν μες στο στρατό οι σαΐτες,
μα αφτού στις δέκα συντυχιά κηρύχνει ο Αχιλέας,
γιατί τον φώτισε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα,    55
τι θλίβουνταν τους Αχαιούς σα θώραε που πεθαίνουν.
Κι' οι κράχτες σαν τους φώναξαν και μαζωχτήκαν όλοι,
σηκώθηκε ο γοργόποδος γιος του Πηλιά κι' έτσι είπε
« Τ' Ατρέα γιε, τώρα πια εμείς θαρρώ τη στράτα πάλι
» θα πάρουμε και πίσω ομπρός στα σπίτια μας θα πάμε,    60
» πρώτα απ' το θάνατο αν σωθεί κανείς μας, αν είναι έτσι
» να μας θερίζει ο πόλεμος και να μας τρώει η πανούκλα.
» Μον έλα κάνας λειτουργός ας ρωτηθεί ή προφήτης,
» ή κι' ονειράτων ξηγητής —κι' αφτά τα στέλνει ο Δίας—
» που να ξηγήσει τι μαθές μας χόλιασε έτσι ο Φοίβος,
» μην τούλειψε εκατοβοδιά, μην τάμα ξεχασμένο,    65
» αν θέλει μαλλιαρά απ' αρνιά και τάβρους ίσως τσίκνα
» να λάβει, κι' απ' το φοβερό χαμό να μας γλυτώσει. »
Έτσι είπε αφτός και κάθησε. Κι' απάνου τότε ο Κάρχας
σηκώθη, ο πιο βαθύτερος απ' τους προφήτες όλους
που κάτεχε όλα — τωρινά, στερνά, και περασμένα—    70
και με τη μαντοσύνη του, που ο γιος του Δία ο Φοίβος
τον προίκισε, έδειξε της Τριάς το δρόμο στα καράβια.
Αφτός με το σοφό του νου τους μίλησε έτσι κι' είπε
« Γιε του Πηλέα, ας θες εγώ, του Δία αγαπημένε,
» να πω τ' Απόλλου το θυμό, του προφυλάχτη αφέντη,    75
» καλά, στον λέω· όμως και συ ορκίσου μου και τάξε
» να με βοηθήσης πρόθυμα με λόγο και κοντάρι.
» Κάποιος θαρρώ θα πειραχτεί που τους Αργίτες όλους
» τους ξεπερνάει σε δύναμη κι' ο λόγος του αγρικιέται.
» Γιατί νικάει ο άρχοντας μ' αδύναμο αν μαλώσει,    80
» και το θυμό του αν καταπιεί εκείνη εκεί την ώρα,
» όμως φυλάει μες στην καρδιά το πάθος του, ως να πάρει
» στερνά μιά μέρα γδικιωμό. Μόν τήρα αν θα με σώσεις. »
Και τότε ο φτερουγόποδος τ' απάντησε Αχιλέας
« Άφοβα πες και θαρρετά τί προφητιά κατέχεις.    85
» Τι νά ! μα το μυριάκριβο του Δία γιο, που, Κάρχα,
» περικαλιέσαι εσύ και λες της μοίρας τα γραμμένα,
» άντρας κανείς, εγώ όσο ζω κι' έχω ανοιχτά τα μάτια,
» στο τάζω, χέρι φονικό δε σου σηκώνει εσένα
» εδώ στον κάμπο, ουδέ κι' αφτόν αν πεις τον Αγαμέμνο    90
» που απ' όλους πρώτος βασιλιάς παινιέται εδώ πως είναι. »
Τότες πια θάρρεψε ο βαθύς προφήτης και τους είπε
« Δεν τούλειψε εκατοβοδιά, τάμα όχι ξεχασμένο,
» μόνη αφορμή 'ναι ο λειτουργός π' αδίκησε ο αφέντης,
» τι απόρριψε την ξαγορά και του βαστάει την κόρη.    95
» Για τούτο ο Φοίβος συφορές μας έστειλε, κι' ακόμα
» θα στείλει· και τη φονικιά πανούκλα δε θα πάψει
» πριν πάλε του πατέρα της τη μαβρομάτα κόρη
» απλέρωτη αξαγόραστη την ξαναδώκει πίσω,
» πριν στείλουμε εκατοβοδιά και του θεού στη Χρύσα.    100
» Τότ' ίσως μαλακώσει πια και ξανασάνουμ' όλοι. »

✾    ✾    ✾    ✾

Η ΝΕΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΚΑΤΑ ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΧΕΡΟΓΡΑΦΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗ


ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ

Στην αρχή 'ταν ο λόγος κι’ ο λόγος είτανε με το
Θεό και Θεός είταν ο λόγος. Είταν εκείνος στην αρχή
με το Θεό. Όλα τα πάντα μέσο του έγιναν, και χωρίς
του τίποτα δεν έγινε που γίνηκε. Μέσα του είτανε ζωή
κι’ η ζωή 'τανε το φως των ανθρώπων, και το φως
μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν το κυρίεψε.

2. Βγήκε ένας άνθρωπος σταλμένος από το Θεό•
τ' όνομα του Ιωάνης. Αυτός ήρθε για κήρυγμα, για
να κηρύξει το φως, που να κάνει κι’ όλοι να πιστέ-
ψουν. Δεν είταν εκείνος το φως, παρά για να κηρύξει
το φως. Το φως τ' αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο
ερχότανε στον κόσμο• στον κόσμο είταν κι’ ο κόσμος
μέσο του έγινε, κι’ ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα
δικά του ήρθε, κι’ οι δικοί του δεν τον παραδέχτηκαν
όμως όσοι τόνε δέχτηκαν, τους έδωκε εξουσία να γίνουν
του Θεού παιδιά, σ' αυτούς που πίστεψαν τ' όνομά
του, που όχι από αίματα μήτε από θέλημα σάρκας
μήτε από θέλημα αντρός, μόνε από το Θεό γεννή-
θηκαν.

Κι' ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας
— κι’ είδαμε τη δόξα του, δόξα σα μοναχογιού [δο-
σμένη] από πατέρα — γιομάτος χάρη, αλήθια. Ο Ιωά-
νης τον κηρύχνει και φωνάζει λέγοντας «Αυτός είναι
» που είπα Αυτός που φτάνει πίσω μου έγινε προτύ-
» τερά μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Γιατί από το πε-
» ρίσσεμά του λάβαμε όλοι εμείς, και χάρη για χάρη.
» Επειδής ο Νόμος μέσο του Μωυσή δόθηκε• η χάρη
» κι’ η αλήθια ήρθε μέσο του Ιησού Χριστού».

3. Το Θεό κανείς ποτές ακόμα δεν τον είδε• ο μο-
ναχογιός Θεός πούναι στον κόρφο του πατέρα, εκείνος
τον ξήγησε. Κι' αυτό 'ναι το κήρυγμα του Ιωάνη όταν
έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα παπάδες και
Λευείτες ναν τόνε ρωτήσουν «Εσύ πιος είσαι;» Κι'
ομολόγησε και δεν αρνήθηκε• κι’ ομολόγησε πως «Εγώ
» δεν είμαι ο Χριστός». Και τόνε ρώτησαν «Εσύ λοι-
» πόν τι; Ο Ηλίας είσαι;» Και λέει «Δεν είμαι».
« Ο Προφήτης είσαι εσύ;» Κι' αποκρίθηκε «Όχι».
Τούπανε λοιπόν «Πιος είσαι; Για να δώκουμε απάν-
» τηση σ' εκείνους που μας έστειλαν. Τι λες για σένα;»
Είπε « Εγώ φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο
» Ίσιο κάντε το δρόμο του Κυρίου , καθώς είπε ο Η-
» σαΐας ο προφήτης». Κι' είταν οι σταλμένοι Φαρι-
σαίοι, και τόνε ρώτησαν και τούπαν «Τι λοιπόν βα-
» φτίζεις αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ουδ' ο Ηλίας ουδ'
» ο Προφήτης;» Τους αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε
« Εγώ βαφτίζω με νερό• μεταξύ σας στέκει, δίχως ναν
» τον ξέρετε, κι’ έρχεται πίσω μου αυτός που εγώ δεν
» είμαι άξιος να λύσω το λουρί του σανταλιού του».
Αυτά γίνανε στη Βηθανία αντίπερα του Ιορδάνη, όπου
βάφτιζε ο Ιωάνης.

4. Την κατόπι μέρα βλέπει τον Ιησού που πήγαινε
κοντά του και λέει «Νά τ' αρνί του Θεού που βγάζει
» την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι που σας είπα
» Πίσω μου έρχεται άνθρωπος που γίνηκε προτύτερά
» μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Κι' εγώ δεν τον ήξερα,
» παρά για να φανερωθεί στον Ισραήλ για τούτο ήρθα
» εγώ και βαφτίζω με νερό». Και κήρυξε ο Ιωάνης
κι’ είπε πως «Είδα το Πνέμα που κατέβαινε σαν περι-
» στέρι από τον ουρανό και κάθησε απάνου του. Κι'
» εγώ δεν τον ήξερα• μα αυτός που μ' έστειλε να βα-
» φτίζω με νερό, εκείνος μούπε Σ' όπιονε δεις να κατε-
» βεί το Πνέμα και καθήσει απάνου του, αυτός βαφτί-
» ζει με πνέμα άγιο. Κι' εγώ είδα και κήρυξα πως
» αυτός είναι ο γιος του Θεού».............
( Απόσπασμα ) 








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου