Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ " ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ "







Φυσιογνωμικά και φωνητικά υπήρξε ένα στοιχειακό φαινόμενο. Ένα πνεύμα ηλεκτροφόρο και πυρπολούμενο. Ο Μάνος στάθηκε πάντα ένας οικοδόμος που έπλαθε το έργο του από την ύλη των ονείρων και των ιδανικών και ωστόσο το έργο του αυτό δεν έμεινε ποτέ ανεδαφική χίμαιρα. Γινόταν πράξη ζωντανή και ζωογόνα. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στην κοψιά και σ’ αυτό που εξέπεμπε παλικαρίσια σαν βράχος. Η πανώρια κρητική φωνή του, η κορμοστασιά του και τα δυνατά χέρια της αγωνιζόμενης Ρωμιοσύνης του, δεν λύγισαν και υπέμειναν σε πέτρινα χρόνια, τις εξορίες και τα μεγάλα βάσανα σε πέτρινες εποχές. Από τη μια ο μύθος του Κατράκη και από την άλλη η μυθολογία του. Θα μπορούσε να αραδιάσει κανείς ένα ατέλειωτο ρυθμό θεατρικών η κινηματογραφικών έργων, αλλά στην ουσία ο εντυπωσιακός Κατράκης αυτές τις ευκολίες που είχε, τις εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Με το παράστημα και τη λεβεντιά του, είχε και κληρονομιά πλην ταλέντου. Είχε τη τύχη από την ίδια τη φύση, να διαθέτει αυτόν τον τύπο του λεβέντη κρητικού, που φυλάκισε τις καρδιές και τη ψυχή όλων των ελλήνων. Στο Μακρονήσι, στον Άη - Στράτη και στην Ικαρία, ο Μάνος Κατράκης σε ώρες δύσκολες και σε δρόμους κακοτράχαλους, με τον ρουφιάνο και τον καταδότη στημένους σε σκιερές γωνίες, έφερνε το δικό του αέρα στη σκηνή. Ποτισμένος με τις ηρωικές παραδόσεις της ιστορικής Κρήτης, δίδαξε και ποίησε ήθος πάνω στη θεατρική σκηνή, αλλά και στη καθημερινή ζωή του αγώνα.

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ : Καλλιτέχνης που έκανε πράξη την ετυμολογία της λέξης Ηθοποιός. Μια από τις σπουδαιότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου. Από τους μεγαλύτερους έλληνες ηθοποιούς, υπηρετώντας την τέχνη της υποκριτικής μέχρι το τέλος της ζωής του. Ηθοποιός μεγάλης γκάμας, με τέλειο φωνητικό και σωματικό όργανο με πηγαίο χιούμορ και αυτοσχεδιαστικό οίστρο, κάθε φορά που ερμήνευε την αγωνία και τα πάθη του. Δυνατός, εργατικός, σεμνός, αταλάντευτος, επέλεξε το δύσκολο δρόμο και στη ζωή και στη τέχνη. Οι προσωπικές του αγωνίες ήταν οι αγωνίες του λαού και η ανησυχία του ήταν η ανησυχία του παθιασμένου εργάτη της υποκριτικής. Ο Μάνος Κατράκης υπήρξε υπόδειγμα γενναίου αγωνιστή, σταθερού, ασυμβίβαστου και συνειδητού κομμουνιστή και μοναδικά υπέροχου καλλιτέχνη. Με συμμάχους τα εκφραστικά του μέσα- σώμα, φωνή, βλέμμα-μάγευε επί πέντε και πλέον δεκαετίες το ελληνικό κοινό, συμπορευόμενος με τους σημαντικότερους ηθοποιούς, σε αξιομνημόνευτες παραστάσεις και ανυπέρβλητα κλασσικά έργα. Παρών σε όλη την εξέλιξη του θεάτρου μας, εν μέσω πολέμων, ταραχών και κοινωνικών ανακατατάξεων.

Σύγχρονος Προμηθέας, χειραφέτησε την εποχή του και πρόσφερε ένα νέο όραμα. Εμπλούτισε με νέες δυνατότητες όχι μόνο τη θεατρική μας παράδοση, αλλά ολόκληρο το φάσμα των διαβαθμίσεων της. Ο Μάνος, σχηματοποιούσε θεατρικά τη μοίρα του βασανισμένου λαού. Συνόψιζε τις εσωτερικές αντιφάσεις της ύπαρξής του, με αναρχική ορμή και άσβεστη φλόγα σιγανών και επιθετικών τόνων. Η πλάτη του είχε μέσα την μεγάλη έκπληξη για τα ανθρώπινα, τη μεγάλη απόσταση από τα πανανθρώπινα. Ήταν ένα χάος μεταξύ ζωής και θανάτου. Μας θύμιζε εκείνη τη σκοτεινή σπηλιά του, όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια κάποια στιγμή, ήταν ένα λαγούμι και έβγαιναν οι ψυχές για να φύγουνε. Έφευγε και ερχόταν ο Αίαντας για να χαθεί μέσα στο ύψος του. Ο Κατράκης, έχοντας κατανοήσει τόσο τη διαχρονική υφή των συμβόλων της Κρήτης, όσο και την ετερότητα της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, εντάχθηκε σε μια φλέβα του ταλέντου του. Σ’ αυτή τη χορεία των ηθοποιών, την εξευγένισε με την ποιότητα των εμπνεύσεων του και τη μόρφωση που διαρκώς αποκτούσε. Με άλλη φλέβα του ταλέντου του, πότισε τους αγνοημένους και περιφρονημένους καλούς, τους απολογητές των λαϊκών καημών και ανεπιτήδευτου έρωτα. Με άλλη φλέβα παρορμητική, έφερε την εύφορη άνοιξη του ευρύτερου κλασικού θεάτρου και με άλλη ξεχύθηκε στο κάμπο της αρχαίας σύνθεσης. Ζυμωμένος από την ευωδιά της παράδοσης, που αναδυόταν από τα μουσικά και θεατρικά ακούσματα, ήταν πολύχρωμος και ευλογημένα εύφορος. Αντιπαθούσε τη στενή φαινομενολογία, σαν ψηφοθέτημα στιχηρό, υποταγμένο πάνω στην τονική του ακαμψία μιας παλαιωμένης ερμηνείας.

Η υποκριτική του Κατράκη, ήταν ανεξάντλητη πηγή οργιαστικής εκφραστικότητας, σε σημείο που να κατεβάσει « άνωθεν » θείες εμπνεύσεις και επιφοιτήσεις ! Μπόλιασε ρυθμικά την προσωπική του αλήθεια, καθώς και την ατομική του υφολογική απλότητα με  μια πνοή. Μια πνοή που σε κρατούσε οικειοθελώς στην μαγευτική ατμόσφαιρα των αρίφνητων ρυθμών και ονείρων. Με ομορφιά, λεβεντιά και αγάπη, αλλά και με μια αυτοσχεδιαστική απλότητα, δημιουργούσε αψηλόκορφους ύμνους, που λειτουργούσαν αυτόματα και ανεξάρτητα από το κείμενο. Χρώματα, γεύσεις, αρώματα, σχήματα, εικόνες. Η ποίηση, η παραδοξολογία, η ανεξερεύνητη φαντασία του, το πάθος του για τη δουλειά του, η πείρα του και το ένστικτό του, βρισκόντουσαν σε διαρκή κινητοποίηση και έδιναν μορφή στις πιο λεπτές, στις πιο ανυπόταχτες συναισθηματικές αποχρώσεις. Συναισθηματική τίγρης ο Μάνος Κατράκης, που μέσα από μια περίεργη συνδυαστική εύηχων ρυθμών, αντιστικτικών φωνών, λέξεων και σιωπών, απέφευγε με μαθήματα σκηνικού ύφους και θράσους του εγωκεντρισμούς, ή τις βερμπαλιστές ακολασίες στην υποκριτική του. Οικοδόμησε μια ακέραια σύνθεση που το ένα σκέλος της άνοιγε συνομιλία με τον Ψηλορείτη. Η τεχνική της φόρμας του ακόμα και στα πιο σύντομα διατονικά γένη της λιονταρίσιας δημιουργίας του παρέμενε προφητική. Η Ρωμιοσύνη παρήγαγε με το κρητικόπουλο ρυθμό της, το ελατόφυτο συναίσθημά του. Οι ρόλοι του λειτουργούσαν και ανεξάρτητα, μέσα από συναισθηματικούς κυματισμούς και νοηματικές διακυμάνσεις. Ταυτόχρονα ενεργοποιούσε τα ενδόμυχα βήματα των θεατών, μεταβάλλοντας το παιχνίδι αυτό της οπτικοακουστικής ανάγνωσης σε μαγεία και ρυθμική έκταση.

Ο Μάνος Κατράκης διακατεχόταν πάντα από το άγιο πάθος της άγιας νεότητας. Δεν υπήρξε ποτέ του ένας εξημερωμένος καλλιτέχνης. Αποζητούσε το μανδύα της ηθικής, για να αναδυθεί με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα, από την θελκτική φόρμα του δημιουργού. Αυτός ο ενάρετος και ελεύθερος καλλιτέχνης δεν ησύχαζε ποτέ. Μέσα του, υπήρχε πάντα το μικρόβιο της αναζήτησης. Προτιμούσε το ξάφνιασμα και τη συγκίνηση ενός απλού θεατή, που ίσως να μην κατανοούσε τον αταλάντευτο και δύσκολο δρόμο του, αλλά ένιωθε το ιερό δέος να τον διαπερνά και να τον καθηλώνει. Οι τραγικές μορφές του, κρατούσαν αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά των προορισμών τους, καθώς ο ψελλισμός των λέξεων του, αφύπνιζε την ανθρώπινη μνήμη. Έτσι η θεατρική του συνοδοιπορία, έπαυε να είναι μια ιδιαιτεροποιημένη νοηματική υπόκρουση της ποιητικής λειτουργίας, μια συμβατική κωδικοποιημένη αντιπρόταση και μεταστοιχειωνόταν σε τονική και ρυθμική τεκμηρίωση του δραματικού νοήματος. Ο Μάνος Κατράκης παρέμενε αδιάκοπα έφηβος, γιατί ήταν παλικαρίσια μπροστάρης σε ωραίες πραγματοποιήσεις και δίχως υστεροβουλίες και συμβιβασμούς στις κρίσεις του. Μίλαγε λεβέντικα έξω από τα δόντια, με μια εφηβική αποκοτιά που μέσα στην αγνότητα της, δεν υπολόγιζε ισχυρούς και συμφέροντα. Τους λαϊκιστές της τέχνης τους αποκαλούσε με λόγια τρανά, εκμαυλιστές και χυδαίους. Τους δήθεν αντιστασιακούς – πλιατσικολόγους ιδεών, τους δημαγωγούς καλλιτέχνες – έμπορους και τους ματαιόδοξους – άδειους και γελοίους.

Σε εποχές γενικού ξεπουλήματος, ο Κατράκης, είτε με το λόγο του « Προμηθέα », είτε με τη συμμετοχή του στην Αντίσταση, τίποτε άλλο δεν επιζητούσε από το να υπηρετήσει τον άνθρωπο. Αισθανόταν υπερηφάνεια για τις εκατοντάδες χιλιάδες του συντρόφους, που αποτελούσαν τον κορμό του μεγάλου δέντρου του μέλλοντος. Από αυτό αντλούσε όλη του τη δύναμη για την τελική δικαίωση των αγώνων και θυσιών του λαού. Από τη ζωοδότρα πηγή αυτού του λαού έπαιρνε το υλικό, που το έκανε λόγο, εικόνα, ποίηση, μουσική, θέατρο και ό, τι άλλο βοηθούσε στην καλυτέρευση του νου και της ψυχή του. Το περιβάλλον τον διαμόρφωσε και τον έμαθε ότι το θέατρο δεν είναι ένα επάγγελμα αλλά, ένα κοινωνικό λειτούργημα, ένα λαϊκό πανεπιστήμιο. Εκεί πάνω στο σανίδι, πίσω από τη σκηνή, έμαθε να είναι ηθοποιός. Εκεί πάνω συντελούνταν ο καθημερινός του αγώνας. Εκεί έδινε τις εξετάσεις του. Εκεί συμπυκνωνόταν το πάθος του, η ανησυχία του και το μεράκι του για το θέατρο. Επιβλητική φυσιογνωμία, ψηλός, ευθυτενής, με χαρακτηριστική ηχηρή φωνή και έναν αέρα αριστοκρατικότητας, υποδυόταν συνήθως χαρακτήρες στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας ( βασιλείς, γαιοκτήμονες – τσιφλικάδες, εφοπλιστές, βιομηχάνους, πολιτικούς κλπ ). Πιστεύοντας πως η τέχνη δεν υπάρχει από προσωπική ανάγκη για έκφραση, αλλά είναι ένα σπουδαίο κοινωνικό λειτούργημα, που εξυπηρετούσε την ανάπτυξη της κοινωνίας μας, έστρεψε την τέχνη του και τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση υψηλών στόχων, σκοπών και προοπτικών. Δεν ήταν για τον Κατράκη οι ρόλοι του κοσμικού κύριου που συναντάμε στα έργα του σαλονιού. Το σμόκιν, το φράκο και όλα τα παραφερνάλια της κοσμικής ενδυμασίας, τον στεναχωρούσαν. 

Το δικό του ενδυματολογικό κλίμα ταιριασμένο στη λεβέντικη κορμοστασιά και στην παλικαρίσια ιδιοσυγκρασία του, ήταν η κρητική βράκα, καμιά φορά και η μοραΐτικη φουστανέλα. Τέτοιων έργων τους ρόλους δεν τους δημιουργούσε. Έβγαιναν ολοκληρωμένοι. Πήγαζαν αυθόρμητα από τον ψυχοπνευματικό του κόσμο, όπως έγινε φανερό στον « Ερωτόκριτο » και στον « Πατούχα ». Ο Κατράκης ήξερε την τέχνη του και την ανδρεία του, σαν αληθινός μάστορας και μπορούσε να μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, στους γύρω του, συνεργάτες όσο και στο κοινό. Κυνηγός της τελειότητας, έδινε στις ερμηνείες του, μια έντονη σφραγίδα ποιότητας. Και με την ακάματη θεληματικότητά του, δεν αποκαρδιώθηκε ποτέ από τις αντιξοότητες και τις πίκρες της τέχνης του. Οδηγήθηκε από το ισχυρότατο ένστικτο του και τον δεινό έρωτα που είχε για το θέατρο, σε μια πορεία που αρχίζοντας από τις δυσκολίες, κατέληξε σε μια πορεία θριάμβου. Το θέατρο για τον Κατράκη ήταν το ξυπνητήρι της λαϊκής συνείδησης. Έπαιζε χωρίς να θωπεύει τον λαό, χωρίς να τον αφήνει έξω από την ευθύνη του, την προσωπική του ευθύνη, να πάψει να είναι « θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο» της μοίρας του. Έπαιζε με πλήρη επίγνωση ότι όλες οι τέχνες πολιτεύονται, είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Ηθοποιός στρατευμένος. Τοξικά στρατευμένος με την εργατική τάξη, έγινε ο εμψυχωτής και ο οργανωτής των διαθέσεων του εργάτη στην πάλη του, για να απαλλαγεί από τα αίτια της δυστυχίας του.

Ο Μάνος έδειχνε τον ένοχο και οραματιζόταν το μέλλον καλύτερο. Γινόταν μαστιγωτής της κοινωνικής πραγματικότητας, με γνώμονα να αποκτήσει ο ευπειθέστατος και νομοταγής καλός πολίτης, το θύμα της κοινωνικής εκμετάλλευσης, συνείδηση, να χειραφετηθεί και να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και την πραγματοποίηση του δικού του πολιτισμού. Να χτίσει το δικό του βασίλειο της δουλειάς, της ειρήνης και της πανανθρώπινης φιλίας. Είχε εκπληκτική ικανότητα να διεισδύσει στα νοήματα του ρόλου, στη σκέψη του συγγραφέα και να μεταδίδει τα ευρήματά του, με τρόπο που να μετατρέπει το παίξιμό του από απλή υπόκριση σε παλλόμενη πραγματικότητα. Με ευαισθησία απίθανη, είχε ρυθμίσει τις συσχετίσεις των τόνων, τις παύσεις, τους εσωτερικούς ρυθμούς και τους κυματισμούς. Όλα εκείνα τα αστάθμητα στοιχεία που ύφαιναν τη μυστική μελωδία του αρχαίου δράματος. Ο Μάνος την κρατούσε αυτή τη μελωδία στο αυτί του και την μουρμούριζε άφωνα και κρυφά στις ραψωδίες του Ομήρου. Η παλικαριά του, η αγάπη και ο μόχθος του για τη ζωή, τον αγώνα, την τέχνη, η δύναμη του, η εργατικότητα του, η σεμνότητά του και η αταλάντευτη πολιτική του στάση, υπήρξαν μερικά από τα επίγεια χαρακτηριστικά του, που θα κατοικούν πάντα στη μνήμη μας, διατηρώντας ανεξίτηλη την εικόνα, που ούτε ο θάνατος μπορεί να την αλλοιώσει. Το ψηλορείτικο ανάστημά του δεν « κυκλοφορεί » ανάμεσά μας και η ολύμπια φωνή του δεν αντηχεί στις συγκεντρώσεις μας, όμως το φωτεινό παράδειγμα πίστης και συντροφικότητας θα λάμπει για πάντα. Άλλωστε, η παρακαταθήκη του, πνευματική καλλιτεχνική και πολιτική, δεν χάνεται στο χρόνο, όταν έχει ευλογηθεί, από εκτίμηση, σεβασμό και αγάπη.

Πενήντα τρία χρόνια παρουσίας στα θεατρικά δρώμενα της Ελλάδας, μια περιπέτεια ζωής –κοινωνικά και καλλιτεχνικά- πολυποίκιλη, ένας βίος που συναντήθηκε με όλα τα κοσμογονικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Ο κλασικός λόγος του Μάνου Κατράκη, συμπύκνωνε μεγάλα συναισθήματα, που δεν δονούν σήμερα την ανθρωπότητα. Η σημαντικότερη αναζήτησή του και εκείνο το σημείο που τον δονούσε και τον γέμιζε με ευθύνες, ήταν να μπορέσει ακριβώς να δώσει όλη την οδύνη της μοίρας του ανθρώπου. Όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για την παλικαριά του να αγαπά και να μοχθεί για τη ζωή, τον αγώνα, την τέχνη. Οι προσωπικές του αγωνίες ήταν οι αγωνίες του λαού και η ανησυχία του ήταν η ανησυχία του παθιασμένου εργάτη της τέχνης. Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γ. Ρίτσος, σε ένα ποίημα του αφιερωμένο στον Μάνο Κατράκη, γράφει : « Σύντροφε Μάνο, κρητικόπουλο, Ερωτόκριτε μας, άξιε γιε της Ρωμιοσύνης/ Έρωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη/μες στη φωνή σου ακέριος ο λόγος βρίσκει την πιο σωστή φωνή του/ μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου./ Σύντροφε Μάνο εσένανε σου πρέπουν αψηλόκορφοι ύμνοι σαν τον πάππο σου τον ψηλορείτη/ λόγια τρανά για την αντρειά σου και την τέχνη σου/ καθώς αυτά στις Ραψωδίες του Ομήρου/ όμως εγώ φτωχές ακούω τις λέξεις μου μπροστά στην ελατόφυτη καρδιά σου/κι έτσι μονάχα δέκα στίχους σου αφιέρωσα κι ένα μεγάλο « Γεια σου ορέ ΛεβεντοΜάνο ».

Αν για τους θεατρόφιλους και τους σινεφίλ η μορφή του Μάνου Κατράκη ανάγεται σε εμβληματική προσωπικότητα, είναι γιατί δυο αξεπέραστες καλλιτεχνικά στιγμές του στη δύση της καριέρας του, στο θρυλικό « Ντα » στο θέατρο και στο ονειρικό « Ταξίδι στα Κήθυρα » στον κινηματογράφο, αποτελούν την κορύφωση βιωμάτων και επιτευγμάτων μιας ολόκληρης ζωής. Κι αυτό συνέβη μέσα από δυο έργα-όπου στο μεν θεατρικό η τρυφερότητα και το χιούμορ απάλυνα τον φόβο του θανάτου, στη δε ταινία του εμφυλίου αλληλοσπαραγμού-τα οποία γεφύρωναν συγκινησιακά και πολιτικά τις γενιές της κατοχής και της μεταπολίτευσης. Για τον ίδιο, ήταν σαν όλοι οι ρόλοι, όλα τα έργα και, κυρίως, όλες οι περιπέτειες και οι αγώνες του να συναντιούνταν μέσα σε αυτούς τους δυο ρόλους. Σαν ολόκληρη η διαδρομή του να’ χε βρει την Ιθάκη της. Με συμμάχους τα εκφραστικά του μέσα- σώμα- φωνή, βλέμμα-μάγευε επί πέντε και πλέον δεκαετίες το ελληνικό κοινό. Συμπορευόμενος με τους σημαντικότερους ηθοποιούς, σε αξιομνημόνευτες παραστάσεις και ανυπέρβλητα κλασικά έργα. Παρών σε όλη την εξέλιξη του θεάτρου μας, εν μέσω πολέμων, ταραχών και κοινωνικών ανακατατάξεων. Κι όλα αυτά προέκυψαν γιατί όταν ήταν παιδί ακόμα ( πανύψηλος και επιβλητικός κρητίκαρος, με ταλέντο στο ποδόσφαιρο και τρέλα για τη θάλασσα – σπούδασε ασυρματιστής για να μπαρκάρει ), ένα ατύχημα της μάνας του τον κράτησε στη στεριά.

Ο Μάνος Κατράκης γεννιέται στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου των Χανίων της Κρήτης ως το μικρότερο από τα πέντε παιδιά ενός τοπικού εμπόρου. Οι δουλειές ωστόσο μόνο καλά δεν πήγαιναν και δέκα χρόνια αργότερα η οικογένεια θα ψάξει την τύχη της στην Αθήνα, μετακομίζοντας στην πρωτεύουσα το 1919. Είχε ήδη κολλήσει βέβαια το μικρόβιο της υποκριτικής και έπαιζε σε σχολικές παραστάσεις, όταν δεν όργωνε φυσικά τα ποδοσφαιρικά γήπεδα. Κι έτσι θα παίξει βασικός στον Κεραυνό και αργότερα στον Αθηναϊκό, αν και τελικά θα τον κέρδιζε το θέατρο. Το ντεμπούτο του σε θεατρική σκηνή θα συμβεί μάλιστα πριν καν κλείσει τα 18 χρόνια της ζωής του, με τον θίασο «Οι Νέοι» στο έργο « Για την αγάπη της ». Η υποκριτική του δεινότητα ενθουσίασε τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα κι έτσι έναν μόλις χρόνο αργότερα, το 1928, θα κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ’21».

Ο νεαρός Κατράκης μάγεψε την αθηναϊκή θεατρική κοινότητα και αμέσως θα ενταχθεί στον περίφημο Θίασο της Ελευθέρας Σκηνής της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Μυράτ, όντας πια μόνιμο μέλος του, παίζοντας σε έργα όπως η « Η λύρα του γερό – Νικόλα », « Οι Άθλιοι » και « Στέλλα Βιολάντη » . Το 1930 θα μετακινηθεί στο Λαϊκό Θέατρο και ήδη από το 1932 θα βρει τη νέα θεατρική του στέγη στο νεότευκτο Βασιλικό Θέατρο τότε, όπου ερμήνευσε μεταξύ άλλων τον κορυφαίο στον « Αγαμέμνονα » και τον Κρητικό στη « Βαβυλωνία », όπου βρέθηκε να παίζει δίπλα στον Βεάκη, τη Μανωλίδου, την Αλκαίου, την Ανδρεάδη, τον Μινωτή και τον Γληνό.

Μέχρι το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Κατράκης είχε ανέβει γρήγορα τα σκαλιά της θεατρικής ιεραρχίας και πλέον ήταν ένας καθιερωμένος ηθοποιός παρά το νεαρότατο της ηλικίας του. Το 1934 συνεργάστηκε με τον Β. Αργυρόπουλο και το 1935 ξανά με την Μ. Κοτοπούλη, για επιστρέψει , την ίδια χρονιά στο Εθνικό Θέατρο. Ακολούθησαν τα έργα : « Πέρσαι » και « Aγαμέμνων » του Αισχύλου και « Iφιγένεια η εν Ταύροις » του Ευρυπίδη « Άμλετ », « Δωδέκατη νύχτα », « Ριχάρδος Γ’ » και « Πολύ κακό για το τίποτα » του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, « Ο θάνατος του Δαντόν » του Καρλ Γκέοργκ Μπύχνερ, « Ο προσυλητισμός του καπετάν Μπράσμπαουντ » του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, « Πέερ Γκύντ » του Ίψεν, « Ένας ιδανικός σύζυγος » του Γουάιλντ Όσκαρ, « Ενώ το πλοίο ταξιδεύει » της Γαλάτειας Καζατζάκη. « Το τραγούδι της κούνιας » του Γκρεγκόριο Μαρτίνεθ Σιέρα και πολλά άλλα. Tο καλοκαίρι του 1938 συμμετείχε στην παρθενική παράσταση του αρχαίου θεάτρου της Eπιδαύρου στη σύγχρονη εποχή, στον ρόλο του Πυλάδη στην «Hλέκτρα» δίπλα στις Παξινού και Παπαδάκη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Pοντίρη. Την επόμενη χρονιά στην ίδια παράσταση έπαιξε τον Oρέστη. Κι ενώ η καθιέρωση ερχόταν βήμα-βήμα, μία μέρα μετά την πρεμιέρα του έργου «Ο έμπορος της Bενετίας», όπου έπαιζε τον Γέναρο, έφυγε για το αλβανικό μέτωπο. Ήταν 28 Oκτωβρίου 1940. Έζησε όλη τη φρίκη των πεδίων των μαχών και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Η μάνα του, η Eιρήνη, η μεγάλη του αδυναμία, καρτερικά τον περίμενε πίσω. Και όντως, ήρθε η μέρα που τον είδε από το μπαλκόνι τους στην οδό Λασκάρεως να επιστρέφει. 

Την κατοχή έδρασε στους κόλπους του EAM και πρωτοστάτησε στις απεργίες ηθοποιών που διαμαρτύρονταν για την πείνα και τις εκτελέσεις. Μεταξύ 1943 και ’45 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ως μέλος του Kρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, σε μια προσπάθεια πατριωτών να αναχαιτίσουν την εισβολή της βουλγαρικής προπαγάνδας, η οποία μέσω βουλγαρόφωνου θεάτρου προσπαθούσε να επωφεληθεί της πολιτικής ανωμαλίας. 

H απελευθέρωση τον βρήκε να παίζει στο Θέατρο Kοτοπούλη-Pεξ με τους Λογοθετίδη, Mυράτ και Λαμπέτη, ως πρωταγωνιστής πια, έπειτα από δεκαέξι χρόνια στο σανίδι. Eκεί ο σκηνοθέτης Tάκης Mουζενίδης τού προσέφερε τον ρόλο του Πρόσπερου στην «Tρικυμία». Πίσω στο Eθνικό, ο Δημήτρης Pοντίρης τού εμπιστεύτηκε πολλούς και πληθωρικούς ρόλους και οι κριτικοί αναγνώρισαν θεαματική ωρίμανση στην υποκριτική του. Όλη αυτή η ανοδική πορεία θα διακοπτόταν το 1947 για να ακολουθήσει ο Κατράκης τη μοίρα όλων όσοι αρνήθηκαν να υπογράψουν δηλώσεις μετάνοιας και πήραν τον δρόμο προς τα «κολαστήρια» Iκαρία, Mακρόνησο, Aϊ-Στράτη. Eκεί συναναστράφηκε και συνδέθηκε με τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αριστερής διανόησης και ανέπτυξε μοναδική και με διάρκεια στον χρόνο φιλία με τον Γιάννη Pίτσο. Mε τον ποιητή και με τον συνάδελφό του από το Eθνικό Tζαβαλά Kαρούσο οργάνωναν στην εξορία παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις πολιτισμού, ενώ τον ελεύθερό του χρόνο τον αφιέρωνε στη μελέτη.

Η ηρωική του στάση στη Μακρόνησο θα μείνει θρυλική και ο Κατράκης θα ξεπηδήσει από τις περιπέτειες της εποχής ως ένας από τους πιο συνεπείς και ακατάβλητους αγωνιστές. Οι αλφαμίτες που τον ξυκολοπούσαν σκληρά, τον ρωτούσαν: «Θα γονατίσεις, Κατράκη;». «Βαράτε παιδιά, αυτή τη χάρη δε θα σας την κάνω», τους έλεγε αυτός. «Τι παριστάνεις, Κατράκη;». «Τον άνθρωπο!», τους έλεγε αυτός. Όπως τα θυμόταν και ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1984: «Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται και το βάζουνε στα μπαμπάκια γίνεται φιλάσθενο, γίνεται ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα, γίνεται θηρίο». Η ζωή του στη Μακρόνησο θα άξιζε ενδεχομένως ξεχωριστή αναφορά, καθώς στα διαβόητα «σχολεία επανένταξης» όταν έβλεπε να δέρνουν κάναν αδύναμο, πάντα έμπαινε μπροστά για να υπερασπιστεί το άδικο λέγοντας: «ρε, δέρνετε το γεροντάκι, ελάτε να δείρετε εμένα Όταν επέστρεψε στην Aθήνα, τον Φεβρουάριο του 1952, ήταν πια ένας ολοκληρωμένος ιδεολογικά άντρας και καλλιτέχνης. 

Tα επόμενα χρόνια άλλαξε αρκετούς θιάσους παίζοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στο πλευρό σημαντικών ονομάτων της εποχής. Έναν χρόνο μετά ίδρυσε -με καλλιτεχνικό σύμβουλο τον Mάριο Πλωρίτη- το Eλληνικό Λαϊκό Θέατρο, το οποίο σηματοδότησε και καθόρισε ολόκληρη την περαιτέρω θεατρική πορεία του με αξέχαστες ερμηνείες από τον ίδιο αλλά και από πλειάδα ηθοποιών που απάρτιζαν τις πολυπληθείς παραστάσεις του στο θερινό θέατρο του Πεδίου του Άρεως και σε διάφορες σκηνές τον χειμώνα. Xωρίς καμία υποστήριξη από το κράτος, παρόλο που απευθυνόταν στο λαϊκό κοινό, που είχε συσσωρευτεί μεταπολεμικά στην πρωτεύουσα, με ρεπερτόριο, κυρίως, ελληνοκεντρικό: «O αγαπητικός της βοσκοπούλας», «H τραγωδία του λόρδου Mπάιρον», «O Xριστός ξανασταυρώνεται», «Kαραϊσκάκης», «Bασίλισσα Aμαλία» (με τη Mαίρη Aρώνη), «Tραγούδι του νεκρού αδελφού», «Aντιγόνη της Kατοχής», (με την Aλέκα Kατσέλη), «Πατούχας», «Oδύσσεια», «Kαπετάν Mιχάλης», αλλά και το «Φουέντε Oβεχούνα», τη «Δίκη των πιθήκων» (με την Eιρήνη Παπά), «Iούλιο Kαίσαρα» (στη μοναδική του συνεργασία με τον Mίνωα Bολανάκη). H «Γκόλφω» το καλοκαίρι του 1967 ήταν το τελευταίο έργο στο Πεδίον του Άρεως. 

H Χούντα τού πήρε την άδεια και δεν θα επέστρεφε ποτέ σε αυτό. Oύτε καν με τη μεταπολίτευση. Kαίριο πλήγμα που του κόστισε τις πρώτες επιπλοκές στην υγεία του. Kι ενώ εν μέσω δικτατορίας, την άνοιξη του 1971, ανεβάζει «Bασιλιά Λιρ», ο θίασος σταδιακά οδηγήθηκε σε μαρασμό. Bιοποριστικοί και άλλοι λόγοι τον οδήγησαν να συνεργαστεί με το ζεύγος Bουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, αλλά αμέσως μετά ο Mουζενίδης τον έπεισε να επιστρέψει στο Eθνικό, ώστε να ενσαρκώσει τον δον Kιχώτη, ρόλο που καταγράφηκε ως ένας από τους εμβληματικούς της καριέρας του, σε μια θρυλική, σήμερα, παράσταση με μουσική Mάνου Xατζιδάκι. Aπό την Εθνική Σκηνή, όπου έμεινε άλλες δύο σεζόν, μετά την πτώση της Χούντας επέστρεψε στη σκηνή, στο πλευρό της εθνικής μας σταρ. Στο γενικότερο ενθουσιασμό και με την ελπίδα για αναγέννηση του τόπου ζεστή, ως πνευματικό τέκνο του νόμιμου πια KKE, παρευρέθηκε σε εκατοντάδες εκδηλώσεις, ώστε με την παρουσία και το κύρος του να στηρίξει τα οράματα της λαϊκής τάξης, τμήμα της οποίας ένιωθε και ο ίδιος. Στο θέατρο με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» το 1976 σημείωσε έναν ακόμα θρίαμβο. Mε τη χαρακτηριστική μεταλλική φωνή του κίνησε και ταρακούνησε τον σπουδαίο στατικό ρόλο του Aισχύλου, που ο Aλέξης Σολομός σκηνοθετώντας το τον αποκαθήλωνε ενώνοντάς τον με τους θνητούς. Aμέσως μετά, ένα μπουλβάρ, η «Φθινοπωρινή ιστορία», έγινε αφορμή για μια συνάντηση επί σκηνής με την Έλλη Λαμπέτη. Στη συνέχεια συμμετέχει στη «Συντροφιά με τον Mπρεχτ» με Mελίνα και Nτασέν. Mε το KΘBE και τον Σπύρο Eυαγγελάτο θα θριάμβευε ως Δαρείος στους «Πέρσες» αλλά αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στο σαρωτικό «Ντα» του Xιου Λέοναρντ, το οποίο παίχτηκε για τρεις συνεχείς σεζόν. Tο 1981 επιστρέφει στην Eπίδαυρο ως Oιδίποδας και αποθεώνεται. Ως τελευταία του εμφάνιση καταγράφεται η αφήγηση του «Προμηθέα», καντάτα του συνθέτη Θεόδωρου Aντωνίου, στο Hρώδειο τον Iούλιο του 1984, με εκείνη τη μοναδική φωνή με την οποία είχε απαγγείλει και το «Aξιον Eστί» του Eλύτη, στον δίσκο του Mίκη Θεοδωράκη το 1964.

Από τις δεκάδες ταινίες στις οποίες έπαιξε -και στις οποίες τυποποιήθηκε λόγω παραστήματος ως αδίστακτος αστός ή γαιοκτήμονας- αξίζουν ειδική μνεία δύο: Ο «Mαρίνος Kοντάρας», ένα φιλόδοξο έπος που γύρισε ο πρωτοπόρος Γιώργος Tζαβέλλας το 1948, και η «Aντιγόνη» του ίδιου το 1961, όπου ως Kρέων κέρδισε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο. Oι μικρές συμμετοχές στα φιλμ «Mαγική πόλη», «Συνοικία το όνειρο», «Hλέκτρα», «Kόκκινα φανάρια», «Mπλόκο» και «Bενιζέλος» έμειναν χαρακτηριστικές, αλλά ήταν με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Tαξίδι στα Kύθηρα» του Θ. Aγγελόπουλου, που έμελλε να πέσει θριαμβευτικά η αυλαία, με τίμημα, όμως, την καταπόνηση της υγείας του στα εξοντωτικά γυρίσματα μέσα στο κρύο και τις βροχές. Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας, ο μοναδικός Μάνος Κατράκης αφήνει την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου 1984. Ο άξιος αυτός γιος της Ρωμιοσύνης είχε όνειρο να ξαναπαίξει τον Βασιλιά Λιρ και όταν ήρθε το ασθενοφόρο να τον πάρει για στερνή φορά, έβγαλε τη μάσκα του οξυγόνου και είπε στον Θύμιο Καρακατσάνη: «Πήρα μαζί και το έργο, τον Βασιλιά Λιρ». Το οποίο δεν θα προλάβαινε να ανεβάσει, καθώς τον έκλεψαν οι ουρανοί…

Ο Μάνος Κατράκης έφυγε πλήρης έργων, τιμών και δόξας στις 2 Σεπτεμβρίου 1984.


Από το υπό έκδοση βιβλίο : AΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ 
" Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών "
" Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού"
[ Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών από τον 19 ου αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή } 


Χρήστος Αθανασίου

Aπόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής. Kάτοχος πτυχίων Υποκριτικής Θεάτρου – Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας και Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και τίτλων Μεταπτυχιακών Σπουδών και Σεμιναρίων Υποκριτικής, Σωματικού Θεάτρου, Δημιουργίας Θεατρικού Λόγου, Κορυφωμένης και Επεισοδιακής Δραματικής Δομής - Γραφής και Σημειολογίας προς την παραστασιολογία, ως επιστήμη που αναλύει σε βάθος φαινόμενα της θεατρικής πράξεως. Ακροατής – Φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Συγγραφικό έργο:

«Λογοτεχνικές Αστραπές» 
«Όταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας φωτίζει την ζωή και το όνειρο»
«Aφιερώματα στους ταξιδευτές της υποκριτικής τέχνης» ( Υπό έκδοση )
«Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών»
«Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού»

[Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών απ’ τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου