Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Η Φωτογραφία στη Λογοτεχνία και στη Μουσική - Φωτογραφίες του Φρεντερίκ Μπουασονά ( 1858- 1946 ) από τα ταξίδια του στην Ελλάδα

Mία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, 
συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, 
όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι
(Ανδρ. Εμπειρίκος)


Self picture of Swiss photographer Frédéric Boissonnas, 1900


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ –ΡΟΥΚ - ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Στόν Σ.Π.


Γιατί ψυχή μου δέν τόν ἐρωτεύεσαι;

Θά περνᾶς ὡραῖα μέσα σου
κανείς δέν θά σέ σκουντάει
τή θέση νά σοῦ πάρει στήν οὐρά τῆς χαρᾶς.

Κι ὄταν μέ τό δικό του φῶς
θά ᾿ναι περιχυμένος αὐτός, ἐσύ θά λούζεσαι ἀπό μακριά
μακρι᾿ ἀπ᾿ τή φυσικότητα τοῦ ἥλιου καταρράχτη.

Δέν θά τρέμεις: Ποῦ πάει; Ποῦ κοιμᾶται;
Ἤ ἄν θά σέ ξανακαλέσει ἡ φύση σέ γάμους
σέ γιορτές ἐαρινές.

Τή φωτογραφία μόνο θά κοιτᾶς
καί θά πετᾶς.

Ὅμως ποτέ δέν βλάστησε ἀληθινά τό ψέμα
στ᾿ ἀγροτεμάχιο τῆς ζωῆς
οὔτε ἡ φτιαχτή ἀνειροπόληση
βοήθησε κανέναν
τή δύσκολη ἐκείνει στιγμή
ὅταν ἀπότομα διακόπτεται
ἡ κυοφορία τοῦ μέλλοντος.




 Φωτογραφία της Αθήνας 1910 

Μανόλης Αναγνωστάκης 

II
Σε  τούτη τη  φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22
χρονώ.
εδώ  είναι η γυναίκα π᾿ αγαπούσα: η
γυναίκα μου
Τη  λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με  λαχτάρα
στην αγκαλιά της
Δε μου ῾πε: «χαίρομαι που πας να   πολεμήσεις».
Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ  κάποιο σπίτι παλιό μ᾿ έναν κήπο στη μέση
και μ᾿ άνθη…
…Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλι-
νο άλογο και μία γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρ-
χαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των
φημισμένων πολεμιστών
Ὕστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά  γε-
λώντας για τα  παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μου χαράξει το μέ-
τωπο
Ὢ μία τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των αν-
θρώπων
Ποιος είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα
μου εδώ  μπροστά στο στήθος
Ἴσως θα βρείτε ακόμα τ᾿ όνομά μου σκαλισμένο.
Ποιος το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος
22 μόλις χρονώ
Κι εδῶ μια  γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα
παιδί στην αγκαλιά της.
(Ἔκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κο-
ριτσάκι).

Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Οtto V..



 Ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο

Νικηφόρος Βρεττάκος -  Σπουδή πάνω σε μία φωτογραφία


Κάθονται οι δυό τους στο γύρο του πηγαδιού.
Πρώτη φορά δεν είναι που ο ήλιος
φωτίζει απ’ αντίκρυ, δυό πρόσωπα, δυό
διαβάτες του κόσμου.

Ωστόσο,
δεν ξέρω γιατί,
αυτό το αμοιβαίο χαμόγελο ίσως,
αυτές οι ροδιές και το πράσινο, ίσως η ώρα,
θαρρείς πως αυτό ποτέ δεν ξανάγινε πως
το ίδιο πράγμα, τόσο χαρούμενο
δεν ζωγραφίστηκε άλλη φορά
σε τούτο τον κόσμο-

Αυτή η σιωπή,
αυτή η γαλήνη, αυτή προπαντός
η αγάπη.

Γελούν
τα χείλη στις άκρες τους.
Κυλούν οι πτυχές του ρούχου τους μέρα.
Νομίζει κανείς πως είναι μια εικόνα
μέσα σε πλαίσιο. Τι φως από μέσα τους
βγαίνοντας πλέκει γύρω τους κάτι
σαν ηλιοστέφανο.



Ακράτα ( περ. 1903)

Μιχάλης Γκανάς - Γελαστή  φωτογραφία  

...Κι αν σου μιλώ με μια φωνή
που δεν ακούν οι ουρανοί
είναι που 'χεις γίνει 
γελαστή φωτογραφία
έχρωμη απουσία, όλο νερά.
Είναι που χαϊδεύω 
το σακάκι σου τα βράδια
και φορώ τα χάδια, μαύρα κουμπιά.






Ακρόπολη , 1903

Άρης Δαβαράκης - Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας

Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας
σε κάποιο τοίχο που `χει γκρεμιστεί
ψάχνω να βρω το σώμα μιας αγίας
που από τα πάθη της είχε κολαστεί.

Σώματα που πεθάναν ένα βράδυ
κι ακολουθούν αρχαία διαδρομή,
είναι γυμνά και γέρνουν στο σκοτάδι
κι αφήνουν σπίθες που λάμπουν στο κορμί.

Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας ζω τους αιώνες
σε μια μικρή στιγμή. Ο χρόνος έχει τώρα σταματήσει
δεν έχει δώρα να μας αρνηθεί, δεν έχει θάματα
να μας ζητήσει, δεν έχει σώμα να τ’ απαρνηθεί.




 Φιλιάτες, εξοχή, 1913

Νίκος Δήμου - Σκοτεινός Θάλαμος

Κανείς δεν φωτογραφίζει τις κηδείες
μόνο γάμους και βαφτίσια.
Κανείς δεν θέλει να θυμάται τις κηδείες.

Κι όμως, σαν θέμα φωτογραφικό υπερτερούν.
Οι σκιές από τα κυπαρίσσια, οι σκιές
από θάνατο στα πρόσωπα.

Μόνο στις κηδείες βλέπεις αληθινούς ανθρώπους
τρομαγμένους, κλαμένους, αγριεμένους
που αντικρίζουν (για λίγο) το μηδέν.

Κανείς δεν φωτογραφίζει τις κηδείες
κανείς δεν θέλει αναμνηστικά από το μηδέν. 







Λυκαβηττός 1920

Κική Δημουλά - Passe-partout

Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας
ν’ αεριστεί.
Έμεινε καιρό κλεισμένη
όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα.
Είσαι στο μπαλκόνι. Με την καλή παλιά σου
στάση. Όρθιος. Φοράς την έγχρωμη επίγεια
εφαρμοστή στολή των επιπέδων: μια κεραμιδένια
στέγη το φουσκωτό μπουφάν του πεύκου,
μπαλωμένο μ’ ενδιάμεση θάλασσα
στα μέρη που σκιστήκαν τα κλαδιά
παίζοντας με δυνατούς ανέμους.
Είναι σε παλίρροια τα περιβόλια
έχουν ανέβει ως τα τηλεγραφόξυλα
και κρέμονται λεμόνια στα καλώδια
άγουρα εορταστικά γλομπάκια.
Κάνεις υποστολή ηλίου.
Ανεβάζεις την τέντα συνθλίβοντας
πάνινα λουλούδια. Ανυπόμονος περιστρέφεις
την κίνηση σα να’ ναι ο ίσκιος το δυσεύρετο.
Ως εδώ λογικά συμπεριφέρεται η φωτογραφία.
Ώσπου εμφανίζομαι εγώ, παρανοϊκά νεόφερτη
στην εικόνα. Σαν με πλαστικήν αφαίρεση.
Ενώ ήμουν μαζί σου εξ αρχής
κοινοκτήμων της παλίρροιας και των περιβολιών
λίγο πιο πίσω από σένα καθισμένη
σ’ ένα πολύ αναπαυτικό pliant μειδίαμά μου
μοιάζει τώρα
σαν μόλις να προστέθηκα στη φωτογραφία.
Με σημερινό το πρόσωπό μου, μαύρο βλέμμα
μακρύ σέρνεται η ουρά του χάμω στο μπαλκόνι
λες πως κάλεσε εμένα το επίσημο σκοτάδι.
Τείνομαι άπνους σα να θέλω
να σε απομακρύνω από την τέντα
μη σου πέσει κι άλλο
νταμάρι ίσκιου απάνω σου. Αρκετά ανήλιος έγινες.
Πως ενημερώθηκε η φωτογραφία.
Χρόνος αληθινός σε χρόνο χάρτινο πως μπήκε.
Με ποιάν οικειότητα η οδύνη
μίλησε στην απάθεια των αψύχων.
Άραγε τι βαθύτερο να είναι αυτά τα άψυχα.
Μήπως τίποτα ζωές προηγούμενες εμψύχων
που με την πρώτη επώδυνη ευκαιρία
υποτροπιάζουν;»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)



Κέρκυρα 1903


Κική Δημουλά - Φωτογραφία 1948


Κρατώ λουλούδι μάλλον.

Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ό,τι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ άπ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.
Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ‘χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως οπού να ‘ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)


 Εδεσσα 1908

Μάνος Ελευθερίου - Κάτω απ΄τη μαρκίζα  


"Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ' εκείνο το τοπίο της βροχής.

Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ' όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς."




Παρθενώνας, 1908


Ο. Ελύτης  - ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΚΑΛΛΟΥΣ

Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του ωραίου
ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ΄ απίθανες χειρονομίες δρα:
το Ασύλληπτο!…»
Μαρία Νεφέλη



 Το γεφύρι της Άρτας, 1913

Ανδρέας Εμπειρίκος - Ο Φωτοφράκτης

Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες. Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.
Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα? από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης ευθυμίας.
(Από τη συλλογή Οκτάνα, Ίκαρος)


Παραμυθιά, 1913 

Α. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

"...Μόσχα, Σάββατο, 22/12/1962 Το πρωί επισκεφθήκαμε την Ερυθρά Πλατεία, την εκκλησία των Αρχαγγέλων, και το Μαυσωλείον του Λένιν, του οποίου το κεφάλι και το σώμα διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση και φωτίζονται με τέτοιον τρόπο πού θαρρεί κανείς ότι είναι το σώμα του ή τουλάχιστον ή κεφαλή του από χρυσαφορόδινο κερί.
Προηγουμένως επισκεφθήκαμε το Ινστιτούτο Gorki, oπου συζητήσαμε με τον καθηγητή των  φιλολογικών ερευνών Σαμάριν. Επισκεφθήκαμε επίσης το Μουσείο Gorki.
Έβγαλα σήμερα επιτέλους πολλές φωτογραφίες και ένα κινηματογραφικό film.
Όλη μέρα είχα κατάθλιψη και ενίοτε και άγχος. Μόνο όταν έβγαζα τις φωτογραφίες υπεχώρησαν τα δυσάρεστα αυτά φαινόμενα. Τώρα πού γράφω έχω πάλι κατάθλιψη.
Το απόγευμα συνήντησα την Άννα Συνοδινού με τον άνδρα της κον Μαρινάκη καθώς τρώγανε δίπλα μας μαζί με τον εμπορικό ακόλουθο της Σοβιετικής Πρεσβείας των Αθηνών. Κουβεντιάσαμε μαζί.
Το βράδυ πήγα στο Μάλεκ Τεάτρ, oπου είδα το Πόρτ Άρθουρ, μία διασκευή από ένα μυθιστόρημα του σοβιετικού συγγραφέως Στεπάνωβ. Είναι ένα πολύ κακό έργο παιγμένο πολύ καλά...

Μακεδονία, λίχνισμα, 1911 

Κωνσταντίνος Καβάφης  - Έτσι

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.»

Άποψη της Ακρόπολης από το Θησείο,1920

Κωνσταντίνος Καβάφης  -ΑΠ’ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Εσκόπευα στης καμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.
Αλλά την έβλαψε η υγρασία του συρταριού.
Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.
Έπρεπε πιο προσεχτικά να την φυλάξω.
Αυτά τα χείλη , αυτό το πρόσωπο –
α για μια μέρα μόνο , για μια ώρα
μόνο , να επέστρεφε το παρελθόν τους.
Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.
Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμένη.
Άλλωστε , και βλαμένη αν δεν ήταν ,
θα μ’ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις , κανένας τόνος της φωνής προδόσει –
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’αυτήν.»
(Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

Ανδρίτσαινα, εσωτερικό σπιτιού, 1903 

Νίκος Καρούζος -  Φωτογραφία

Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις
ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη
που δείχνει τα δόντια της.

Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική
πέταξα τα μανταλάκια απ’ το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα
ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος
απορρυθμίζει
σχηματίζει μέσα του
το αμάρτημα:
τη φοβερή διαιρετότητα.

Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους
αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών
αλητεύουμε στη μιλιά μας
αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.

Ιωάννινα, η λίμνη με το κάστρο, 1913

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου    - Ο μοτοσικλετιστής


Τι ν' απόγινε άραγε
εκείνος ο θορυβοποιός
της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
με τις φρένες μας
εδώ μέσα
στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
που κοίταζα απ' το παράθυρό μου
το νέο φεγγάρι
άκουσα θόρυβο παράξενο
να 'ρχεται από ψηλά
και μου φάνηκε πως τον είδα
ένας άγγελος πάνω στη μοτοσικλέτα
να διασχίζει τους δρόμους τ' ουρανού
κι απ' το σπασμένο καθρεφτάκι του
να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
μια ωραία φωτογραφία
να τη στείλω στο κορίτσι μου
έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
το καινούριο μου πέτσινο
το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
κι εκείνο του θανάτου
το αναπόφευκτο



 Κρήτη, εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Λάκκοι, 1911 

Χλόη Κουτσουμπέλη - Η φωτογραφία


Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούνε βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι,
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,
από τη φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που προσδίδει στην φωτογραφία
την αναντικατάστατη αξία
του οριστικά χαμένου.
Από τη συλλογή Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς (2012)

Κρήτη, προαύλιο σπιτιού, 1919

Κλείτος Κύρου - Παραινέσεις

Τώρα πια δεν ενδείκνυται
Η προσφυγή στις παλιές φωτογραφίες

Η ζωή έχει τόσες μεταπτώσεις
Μην εισχωρείτε στην εποχή των ερώτων
Στα βίαια καλοκαίρια μην υποκύπτετε
Στη σαγήνη των παλαιών φωνών

Η κυτταρίνη διατηρεί χαμόγελα και στάσεις
Στο λυκαυγές του βίου μορφές ασάλευτες
Που σας κοιτούν νοσταλγικά στιγμές
Αυτάρκειας που έχουν πια λησμονηθεί
Πρόσωπα που φτερούγισαν από κοντά σας

Η κυτταρίνη αποκαλύπτει την απάτη
Του χρόνου μεγεθύνοντας τον άλλο χρόνο
Που παραμένει ακέραιος χωρίς τα ελάχιστα
Σημεία χαλασμού γι’ αυτό μην ξεσκαλίζετε

Παλιές φωτογραφίες μην αποτολμάτε
Καμία σύγκριση που θ’ αποβεί σε βάρος σας
Μη διαβάζετε αφιερώσεις αιωνίας φιλίας ή αγάπης
Μην βλέπετε γνωστούς σας καλοβαλμένους κι αρυτίδωτους
Λες και θα ξεκινήσουνε για το μεγάλο γλέντι

Αποφεύγετε κάθε σας περιπλάνηση σε φωτογραφίες παλιές
Μην ταράζετε τη μακάρια γαλήνη τους
Είναι σοφές και ξέρουν να εκδικούνται

 Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)


 Μετέωρα, το μαγκάνι, 1908 

Κλείτος Κύρου - Οπτική απάτη

Κατατρύχονταν από μια μορφή γυναίκας
Την έβλεπε στον ύπνο του μ’ υψωμένα
Χέρια να παραληρεί με θέρμη
Την έβλεπε κάθε πρωί να γνέφει
Στο απέναντι παράθυρο να χαμογελά
Μ’ αστραπές στα μάτια και στα δόντια
Μες στο μισοσκότεινο δωμάτιο
Σύμβολο της άυλης παντοτινά γυναίκας

Έτσι νόμιζε τουλάχιστο δεν είχε διδαχθεί
Τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης.
Όταν πια κατάλαβε είχε ξημερώσει
Σα να κύλησε μια ατελείωτη νύχτα
Κι ήταν μόνος πάλι και ξεφύλλιζε
Παλιές πολύ παλιές φωτογραφίες

Θέα από το Αργοστόλι

Wendy Cope - ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Γιάλντινγκ, 1912. Ὁ πατέρας μου
Στόν μηλεώνα, ἡλιοφάνεια,
Συγυρίζει τίς παλιές του τσάντες.

Τρεῖς γυναῖκες, ντυμένες μέ μαλακές,
Λευκές μπλοῦζες, φουστάνια πού ἀγγίζουν τό χορτάρι.
Ἕνα παιδί μέ κατσαρά μαλλιά.

Θά μέ ἠρεμοῦσε ἄν ἤξερα πώς
ἦταν ἄγνωστοι – μισοτραβηγμένη ἀπ’ τήν ἀτμόσφαιρα
– ἀλλά ἔχει κι ἄλλα ἡ ἱστορία–
Διευκολύνει ἕνα βάρος
Φτιαγμένο ἀπό τή λύπη του
Γιά τά πράγματα πού δέν τοῦ ἔδωσα ποτέ.

Νά τος ἐδῶ, χαρούμενος, κι ἐγώ ἀκόμη ἀγέννητη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ



Δελβινάκι Ιωαννίνων, πρόκριτοι, 1913

Χρίστος Λάσκαρης - Η φωτογραφία


Περισσότερο κι απ’ τα γραφτά του
-ακόμη και τα πολύ προσωπικά-
φαίνεται να μιλάει γι’ αυτόν,
τούτη η παλιά,
ασπρόμαυρη φωτογραφία.
π’ αδύνατος,
με κοντό παντελονάκι,
κοιτάζει φοβισμένα το φακό,
κολλημένος πάνω στον πατέρα του.

Πλάκα 

Χρίστος Λάσκαρης - ΟΜΑΔΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Τι θέλεις εσύ στη   φωτογραφία–
τα  πρόσωπα εκεί
είναι όλα φωτεινά,
παίζει τ’ ακορντεόν
κι η φύση ψάλλει·

μόνο εσύ είσαι   σκοτεινός,
αγέλαστος και σκοτεινός,
τόσο αγέλαστος και σκοτεινός

π’ αρχίζει στη φωτογραφία να βραδιάζει.

 Ίος  στον τάφο του Ομήρου 1918

Κώστας Λειβαδάς - Παλιά φωτογραφία 

"Βγάλαμε και μια φωτογραφία 
Ετσι όπως σ'είχα αγκαλιά 
Επεφτε ο ήλιος σαν ποτάμι 
Πάνω στα σγουρά σου τα μαλλιά 
Ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία 
Στης πλατείας τ'άσπρα τα σκαλιά

...Υστερα σε πήρε ο χειμώνας 
Σ'έκλεψε του κόσμου ο καημός 
Μονάχα η παλιά φωτογραφία 
Θυμάται της αγάπης μας το φως 
Μονάχα η παλιά φωτογραφία 
Που μοιάζει γελαστή και λίγο αστεία"



Ερμού 1921 

Τάσος Λειβαδίτης - Ο Φωτογράφος 

Συνήθως πάνω στο τραπέζι μου εχω ανοιγμένη μια βαριά δερματόδετη Βίβλο. Σκέφτομαι πως εκεί μέσα υπάρχει κάποιος υπαινιγμός για το μεγάλο μυστικό που ο Θεός, εν τη μεγαλοψυχία του, μάς το απέκρυψε για να μη μάς προσθέσει κι άλλες θλίψεις. Όμως κάποτε θα τελειώσουν οι ιστορίες της γης και θα πρέπει να πω κι εγώ το δικό μου λόγο. Έτσι όταν ήρθε ο φωτογράφος "προς τι;" του λέω. Και καθώς ύστερα τον παρακολούθησα απ'το τζάμι τον είδα που πήγε και κάθησε λυπημένος στην ακρογιαλιά κι άρχισε να πετάει μικρές πέτρες στην απέραντη θάλασσα.
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

Μύλος στην Μαρώνεια, 1911 

Μάνος Λοΐζος - Τσε 

"Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ' τα ξένα.

Απ' αυτές που κρατάν οι φοιτητές
Απ' αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Αp' αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
Στην καρδία τους
Τσε Γκεβάρα"


Λιμάνι της Πάργας 1913

Πρόδρομος Μάρκογλου - Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Αν υπάρχεις είναι γιατί έχεις λησμονηθεί.
Κι ο ουρανός το καλοκαίρι κι η ξαφνική βροχή
η σχεδόν τυχαία επίπλωση στο δωμάτιο
συμμετέχουν στη μετάθεση του χρόνου
μαζί με τη φωτογραφία της μορφής σου
και το χαμόγελό σου τώρα ένα αίνιγμα
από το βυθό της παντοτινής θάλασσας

Αν υπάρχεις είναι γιατί έχεις λησμονηθεί.

Με τη βροχή γίνομαι εσωστρεφής
και μόλις προσέχω
το σκουλήκι που ανεβαίνει
με μικρούς κυματισμούς στον τοίχο
και το χαμόγελό σου αίνιγμα φωτός
μόλις προσέχω κι υποπτεύομαι
τις απώλειες
που ήδη σωρεύονται σε συμπαγή γρανίτη
ενώ το σκουλήκι τυφλά
ευσυνείδητα
αναζητά την είσοδο του επερχόμενου χρόνου
που κάπου υπάρχει
να τελειώσει το έργο του



Μακεδονία, φρουρός σε φυλάκιο, 1913 


Γεράσιμος Μαρκοράς - Φωτογραφία

Ὄχι· ἀνθρώπινο κοντύλι
δε σε ιστόρησε, Θεά!
Πνέουν, ταράζονται τα χείλη,
κυματίζουν τα μαλλιά.

Λέει καθένας οπού βλέπει
τέτοιο πλάσμα του φωτός:
για ζωγράφος δεν της πρέπει
παρ' ο Ήλιος μοναχός.

Τον εμάγεψες, και  τόση
φλόγα αισθάνθη ερωτική,
οπού εδώ να σε   τυπώσῃ
μία δεν ἔκαμε στιγμή.

Τα ματάκια σου, Θεά μου,
σαν τον ήλιο θαυμαστά!
Ὅμοια εικόνα στην καρδιά μου
ξάφνου εχάραξαν και αυτά.


Αμοργός, γυναίκες, 1911 

Τόμας Μπέρνχαρντ  - [Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος]

Περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν τον συνειδητοποιούν.

Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ’ αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι.

Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο.
Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα.
Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά.
Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

Κηφισιά  1920

Χρίστος Μπράβος - Α. Μάνθος

Όπου, στα 1923 ο επικυρηγμένος Θωμάς Γκαντάρας
ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί…’
Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος

έπαιρνε νύχτα τα στενά γυρνώντας σπίτι του
τους γάμους θα σκεφτότανε αλλά και τους θανάτους
που εκράτησε παντοτινά στο ακριβό χαρτί
Μα πιο πολύ θυμότανε το βράδυ του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε για του δικαίου τον ύπνο
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε όπως κάθε φορά
Μήτε που άκουσε σκυλί, θυρόφυλο να τρίζει
και απ’ το φεγγίτη της σκεπής τον είδε να γλυστρά
από την άκρη Άγγελος, στα δόντια το μαχαίρι
Άγγελος, Εξάγγελος, μας ήρθε από μακριά
(Από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (διασκευή-μελοποίηση), “Βραχνός προφήτης’, Lyra, 2000)


Το τραγούδι περιγράφει μία πραγματική ιστορία. Πράγματι, ένα βράδυ του 1923 ο επικυρηγμένος ληστής Θωμάς Γκαντάρας, αφού φόρεσε τη φουστανέλα και τα ασημένια τσαπράζια του, πήγε κρυφά στο σπίτι του περίφημου τρικαλινού φωτογράφου Αθανάσιου Μάνθου. Μπήκε απ'τη στέγη και τον ξύπνησε προκειμένου να τον φωτογραφίσει με τη συμμορία του, πιθανώς επειδή πίστευαν ότι το τέλος πλησιάζει. Και πραγματικά, λίγο καιρό μετά την δίπλα φωτογραφία, ο Γκαντάρας σκοτώθηκε...



Μέτσοβο, στη βρύση, 1913

Γιάννης Ξανθούλης - Φωτογραφία  

"Μια ευτυχισμένη Κυριακή του '33
κάναμε το αίσθημα σεμνή φωτογραφία
κι ύστερα κάτσαμε να φάμε
στο τραπέζι μας ψητό
σαλάτα, φρούτα και βανίλια παγωτό.

Ο Νίκος είχε άδεια απ' τη μονάδα
υπηρετούσε κάπου στην Ορεστιάδα
κι ο φωτογράφος μας εφώναζε σε λίγο το πουλί
απ' το φακό μου θα σας στείλει ένα φιλί.

Κι ύστερα γίναμε ωραία φωτογραφία
και κρεμαστήκαμε μεσ'την τραπεζαρία
και παν πενήντα τόσα χρόνια
απ’ αυτή τη Κυριακή
και τώρα όλοι είμαστε κάτω απ'τη γη"







 Μετέωρα , 1908, 

Παυλίνα Παμπούδη - Φωτογραφία εν κινήσει. Με πολύ μαύρο. Σε καμιά ημερομηνία γνωστή. Σαν ν΄αφουγκράζομαι κάτι αδιανόητο.

Προχωρώ. 
Μετατοπίζεται με κόπο ο βαρύς αέρας. 
Ακατάπαυστα. 
Λαβαίνουν οι σκιές σχήματα ιδεών.
Άγνωστα είδη, σαρκοφάγα - 
Πρέπει να βιαστώ. 

Κρύο Σαββάτου, ξημερώνοντας Τετάρτη,
Οσμή Παρασκευής, κακό σημάδι.
Νύχτες σε κύκλο, συνεχόμενες
Και ανοιχτές στον κάτω κόσμο.
Τέλος του χρόνου. Πρέπει να βιαστώ
Να παραδώσω το γραφτό μου.

Πρέπει να βιαστώ. Όλο πιο δυνατά
Ακούγεται, 
Όλο πιο δυνατά,
Να κλαίει με λυγμούς ένα παιδί
Πεσμένο μπρούμυτα στο παρελθόν.
από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ, 1999


 Μέτσοβο,1913

Τίτος Πατρίκιος  - Φωτογραφίες και βιογραφίες

Τα ερωτικά μας όνειρα συντηρήθηκαν
από τις αμετάβλητες φωτογραφίες
των γυναικών που είχαμε αγαπήσει.
Τα πολιτικά μας όνειρα νικήθηκαν
απ’ τις μεταβαλλόμενες βιογραφίες
των ηγετών που κάποτε μας είχαν πείσει.



Ζεμενό Κορινθίας, οικογένεια ιερωμένου 1903 


Γιάννης Ρίτσος - Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

(απόσπασμα)

ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον
κάμπο.

Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και
τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το
στρογγυλό τζαμάκι που ‘μιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.
Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά
λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος…




Όλυμπος  1914


Γ. Σεφέρης - 
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ

Παράξενος κόσμος που λέει πώς βρίσκεται στην Αττική
καί δεν βρίσκεται πουθενά
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν <
σωσίτριχα> φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σε ένα φόντο με
πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει
τις ρυτίδες

που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ούρανού.



Κρήτη , Ομαλός  1911, 


 ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ  - Η ΜΝΗΜΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ

Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες
ψεύτικος είναι ο πακτωλός των χρωμάτων σήμερα
που επί χάρτου υποδύονται μοιραίες διαφορές
και τονικότητες
για τους ευπίστους.

To oυσιώδες το συνέλαβε η πρωτόγονα σοφή
τεχνολογία της αθανάτισης:
Μαύρο λευκό και γκρι αρκούν
με ακρίβεια
να μεταφράσουν όσα πάει να ψελλίσει μια στιγμή.
Όσα υποτίθεται.

Μαύρο πυκνό (δεν υπαινίσσεται απλώς-
μπορεί μονότονα
μα καθαρά το λέει το μάθημά του)
γκρι αρκετό (σε όλα πάντα περισσεύει
ο δισταγμός, το ξέρουμε)
και μόνο λίγες αστραπές του άσπρου
ως να φωτίζεται
μέσα σε δάση νοσταλγίας η ατραπός
που αργά ή αργότερα
κι εσύ
θα περπατήσεις.

Τεχνολογία πρωτόγονα σοφή
του Επέκεινα. Που αυτόματα
λιχνίζει κάθε περιττό των οφθαλμών
και ακέραιη
φωτογραφίζει πριν ακόμα γεννηθεί
τη μνήμη.




 Βοσκοί στον Παρνασσό  1903, 


Κυριάκος Χαραλαμπίδης  - Παιδί με μια φωτογραφία

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.




Άθως, μονή Βατοπαιδίου, 1929

Ντίνος Χριστιανόπουλος -  Ὁ Φωτογράφος

(Αφιερωμένο στο φίλο Dato…) Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά, σ’ αυτά εδώ τα μέρη, ο φωτογράφος θα ’πρεπε να ήτανε ξεφτέρι, να ’ταν τεχνίτης, μερακλής, κι απ’ ομορφιά να ξέρει. Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά ας ήμουν φωτογράφος, να υπηρετώ την ομορφιά με τέχνη και με πάθος. Να ’ρχοντ’ ομορφοκόριτσα και λαϊκές παρέες, να παίρνουν πόζες όμορφες, καμαρωτές κι ωραίες, για εικοσιτετράωρες και εβδομαδιαίες. Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά ας ήμουν φωτογράφος, να υπηρετώ την ομορφιά με τέχνη και με πάθος.

Στίχοι: Ντίνος Χριστιανόπουλος Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής Ερμηνεία : Γιάννης Μπογδάνος


Γιορτή στο Γαστούρι Κέρκυρας, 1903


Ιωάννα Καρατζαφέρη - Η φωτογραφία , Διήγημα 

Αποφασισμένες να σπάσουμε τα ταμπού, φορέσαμε πιο ζεστά ρούχα και υποδήματα και οι τέσσερις φιλενάδες συναντηθήκαμε, όπως και με την καλοκαιρία, ένα πρωί αργά το φθινόπωρο στο ίδιο καφενείο, δίπλα στον πέτρινο σταθμό του τρένου, που δεν περνάει πια κανένα.
Αν αγριέψει ο καιρός, θα φέρνουμε μαζί μας και την κουβέρτα μας, είπε κάποια από εμάς. Γελάσαμε.
Αυτή τη φορά είχε πάρει το λόγο η Τούλα. Ένας χαρούμενος και αισιόδοξος τύπος, με κοντά πυκνά γκριζόξανθα μαλλιά, ταξιδεμένη εντός και εκτός της Ελληνικής Επικράτειας, που οι διηγήσεις της είχαν ένα ευχάριστο, ανεπιτήδευτο χιούμορ.
Όταν ήμασταν παιδιά…
Πόσα; την διέκοψα
Εννιά.
Τι ηλικίες;
Το πρώτο γεννήθηκε το 1932 και το τελευταίο το 1948.
Έχεις φωτογραφίες;
Ποτέ δεν αφήνεις κανένα να πει τη δική του ιστορία, με κατηγόρησαν.
Είχαν κάνει λάθος, γι’ αυτό δεν απολογήθηκα.
Θα έρθεις αύριο; την ρώτησα.
Γιατί τι είναι αύριο, για να μην έρθω;
Τότε θα φέρεις μαζί σου και όσες φωτογραφίες έχεις από τα παιδικά χρόνια.
Καλά, πώς δεν ήξεραν οι άλλες, ούτε η αδελφή μου, ότι τα βιβλία γράφονται όχι μόνο με τη μνήμη του συγγραφέα, αλλά και από τις διηγήσεις των άλλων;
Την άλλη μέρα ήρθε η φωτογραφία.
Εννιά παιδιά, τέσσερα αγόρια και πέντε κορίτσια, το μεγαλύτερο αγόρι κρατάει στην αγκαλιά του το μικρότερο, όλα ξυπόλυτα, κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο σ’ ένα πάγκο, κοιτάζουν τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, που τους φωτογράφισε τον Οκτώβρη του 1946, εξήντα πέντε χρόνια πριν.
Δεν είμαστε όλοι στη φωτογραφία, τα δυο τελευταία αγόρια γεννήθηκαν το 1948 ο δέκατος και το 1951 ο τελευταίος..
Μου εντείνεις έναν προβληματισμό ή μια απορία ή κάτι που δεν μπορώ να του δώσω όνομα που επωάζεται στο μυαλό μου δεκαετίες και δεν έχω τη δυνατότητα να το σχηματοποιήσω, να το εξηγήσω, να το διερευνήσω, να το εκφράσω.
Με κοίταξαν ερωτηματικά.
Χρόνια αναρωτιέμαι πώς γεννιόνταν παιδιά στην Ελλάδα την δεκαετία του 1940, εννοώ μετά την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβρη, δηλαδή άνθρωποι που γεννήθηκαν το 1942, 43, τα χρόνια της Κατοχής, όπως και σήμερα που οι γυναίκες της Σομαλίας είναι ετοιμόγεννες ή θα γεννήσουν τον άλλο ή τον παράλλο μήνα, δηλαδή έμειναν έγκυος τον καιρό του λιμού και της εξαθλίωσης. Μήπως νόμιζαν ότι μέχρι να γεννήσουν η οικονομία της χώρας τους και η κοινωνία τους θα ευημερούσε.
Είσαι και βλάκας, είπε η αδελφή μου.
Ο γιος σου είπε ότι πρέπει να μορφώσουμε το ανδρικό φύλο, της απάντησα.
Η διένεξή μας δεν εξελίχθηκε. Όλες ξέραμε ότι τέτοιες φιλοφρονήσεις λέγονται ανάμεσα στα αδέλφια.
Την διέκοψε η Τούλα, ένα από τα εννιά ξυπόλυτα αδελφάκια, συνταξιούχος του υγειονομικού κλάδου.
Όλα τα αδέλφια μου έγιναν επιστήμονες και διέπρεψαν, εκτός από τον τελευταίο μικρό της φωτογραφίας, που τον έλεγαν Άινστάιν, για το μυαλό του, αλλά όταν ήταν φοιτητής στο Πολυτεχνείο έπαθε ένα ατύχημα και η ζωή του πήρε άλλο δρόμο.
Της είχε δοθεί η ευκαιρία να μιλήσει για τα έντεκα παιδιά και τους γονείς της που συναπάρτιζαν την οικογένεια.
Χανόμουν μέσα στην πολυδιάστατη ζωή τους στις τέσσερις δεκαετίες, του 40, 50, 60 και μέρους του ’70, ιστορίες με διακυμάνσεις. συνολικές ή απομονωμένες, εκπατρισμένες ή με δημιουργία οικογένειας ή σταδιοδρομίας.
Τα λόγια της με τύλιγαν, ενίοτε με μακριές προτάσεις και άλλοτε κοφτές και σύντομες με χτυπούσαν σαν ραβδιά στους ώμους και τα πλευρά.
Όλοι έχομε ακούσει ιστορίες, είπα. Αλλά εσύ έχεις υποχρέωση να καθίσεις και να γράψεις την ιστορία της οικογένειάς σου με τα έντεκα παιδιά.
Τώρα, συμπλήρωσε η αδελφή μου, που οι οικογένειες με τρία παιδιά περνάνε μεγάλη κρίση, και γίνονται θέμα στη Βουλή και στη νομοθεσία.
Μα, δεν είμαι συγγραφέας διαμαρτυρήθηκε η Τούλα, που δεν είναι ξυπόλυτη και αντιθέτως έρχεται στο καφενείο του Μπάμπη, όπου συναντιόμαστε, με το αυτοκίνητό της.
Όλοι είμαστε συγγραφείς, είπα.
Σήμερα, είναι η σειρά μου να πληρώσω είπε η ίδια και φώναξε την Τατιάνα, τη νεαρή σερβιτόρα που όταν μας έβλεπε να πλησιάζουμε το καφενείο, χωρίς να μας ρωτήσει, ετοίμαζε τους καφέδες μας και το δικό μου ούζο με μεζέ.

Π. Νιρβάνας  - Η φωτογράφιση του Α.Παπαδιαμάντη



Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τονΑλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

[...Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.
Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να "ποζάρει" είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η "περιέργεια" του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του "Οδοιπορικού Συνδέσμου" , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής "ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια" που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως "ερεθίση την περιέργεια των". Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου "αναπαύεται εν Χριστώ" ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:
" Nous excitons la curiosite du public". ]
Παύλος Νιρβάνας



Φρεντερίκ Μπουασονά  -  Frédéric Boissonnas


Ο Φρεντερίκ Μπουασονά (δεξιό άκρο) πίνοντας με κατοίκους του Ζεμενού Κορινθίας, 1903


Ο Φρεντερίκ (Φρεντ) Μπουασονά (γαλλικά: Frédéric Boissonnas‎• Γενεύη, 18 Ιουνίου 1858 – Γενεύη, 17 Οκτωβρίου 1946) ήταν Γαλλοελβετός φωτογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για τη φωτογραφική τεχνική του, αλλά και την εκτεταμένη φωτογράφιση του ελληνικού χώρου επί τριάντα περίπου έτη, μαζί με τον συνοδοιπόρο φίλο του Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης. Το έργο του, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την Ελλάδα, θεωρείται εν γένει «πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα».
Γόνος «φωτογραφικής δυναστείας», ως περιγράφεται, o νεαρός Μπουασονά φέρεται ως πολύπλευρο ταλέντο που συνδύαζε τα σπορ (αλπινισμός), τη μουσική και τις καλές τέχνες. Επηρεασμένος από τον δάσκαλό του Ούγγρο Κόλερ, ανέπτυξε τη δική του τεχνική στη φωτογραφία, η οποία, μαζί με τη χρήση νέων υλικών, τού απέφερε πολλές διεθνείς διακρίσεις, μεταξύ άλλων το πρώτο βραβείο της παγκόσμιας έκθεσης του Παρισιού. Το εργαστήριο που κληρονόμησε από τον πατέρα του το διαχειρίστηκε μαζί με τον χημικό αδελφό του Εντμόν-Βικτόρ. Η ορθοχρωματική πλάκα, δική τους επινόηση έδινε βελτιωμένο φωτογραφικό αποτέλεσμα. Φωτογραφίζοντας το Mont-Blanc, με τηλεφακό κατασκευασμένο στην Αγγλία, κατόρθωσε να διακρίνει το μπλε του ουρανού από το λευκό του χιονιού στη φωτογράφισή του, διαμορφώνοντας μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου
Περιηγήσεις στην Ελλάδα 

Την περίδο 1900 - 1930 επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα αποτυπώνοντας με τη φωτογραφική του μηχανή όψεις της ελληνικής κοινωνίας. Το 1903 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα μαζί με τον Ντανιέλ Μπο - Μποβί, πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης. Μαζί με τον Ντανιέ και τον κυνηγό Χρήστο Κάκαλο κατέκτησε για πρώτη φορά την κορυφή του Ολύμπου, τον Μύτικα, τον Αύγουστο του 1913. Το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα το πραγματοποίησε το 1930 οπότε και επισκέφθηκε το Άγιο Όρος. Μεταξύ άλλων επισκέφθηκε την Πελοπόννησο, την Ανδρίτσαινα, την Αθήνα, την Ιθάκη, την Κρήτη κ.α. Συνοδοιπόρος σε πολλά ταξίδια του στην Ελλάδα υπήρξε ο ελληνιστής Βικτόρ Μπεράρ. Το αρχείο του με τις ελληνικού περιεχομένου φωτογραφίες του φυλάσσεται στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης. O γιος του Ανρί-Πολ βρέθηκε σε αποστολή στο μέτωπο της Μικράς Ασίας το 1921 και αποτύπωσε με το φακό του πολύτιμα τεκμήρια από τα μετόπισθεν. Το αρχείο του Ανρί-Πολ δωρήθηκε από την οικογένεια Μπουασονά στο Μουσείο Μπενάκη.

Καστρί Πρεβέζης, Ιερέας στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο εκκλησιά, 1913 



https://vrysoulesgnosis.wordpress.com/
http://www.fotoart.gr/
https://el.wikipedia.org/
https://commons.wikimedia.org/

http://dreaming-in-the-mist.blogspot.gr/http://www.poetics.patakis.gr/
 www.lifo.gr
http://www.poiein.gr/

http://tragoudistan.blogspot.gr/







2 σχόλια: