Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν - Ludwig van Beethoven

 
Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, Βόννη, βαπτίστηκε 17 Δεκεμβρίου 1770 — Βιέννη, 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός συνθέτης και πιανίστας.
Αποτέλεσε μία από τις κεντρικότερες μορφές της κλασικής μουσικής και συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στους ευρύτερα αποδεκτούς συνθέτες όλων των μουσικών περιόδων και τους πλέον γνωστούς όλων των εποχών. Ο Μπετόβεν αν και ανήκει περισσότερο στην κλασική περίοδο, συνδέθηκε με το κίνημα του ρομαντισμού που ακολούθησε και τα τελευταία του έργα διακρίνονται από έντονα ρομαντικά στοιχεία. Οι συμφωνίες και τα κοντσέρτα για πιάνο που συνέθεσε αποτελούν τα πιο δημοφιλή έργα του. Από πολλούς αναγνωρίζεται ως μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης για όλους τους μεταγενέστερους συνθέτες.
Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή, βαφτίστηκε όμως στις 17 Δεκεμβρίου. Καταγόταν από μουσική οικογένεια, αν και κανένας από τους προγόνους του δεν διακρίθηκε στη σύνθεση. Ο παππούς του ήταν φλαμανδικής καταγωγής και διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Ο πατέρας του, Γιόχαν βαν Μπετόβεν, εργάστηκε ως επαγγελματίας τενόρος στην ίδια χορωδία ενώ παρέδιδε και μαθήματα πιάνου και τραγουδιού. Παράλληλα αποτέλεσε τον πρώτο δάσκαλο μουσικής του Λούντβιχ, ωστόσο η σχέση τους ήταν μάλλον κακή, καθώς ο πατέρας του τον καταπίεζε διαρκώς και προσπαθούσε να τον εκμεταλλευτεί παρουσιάζοντας τον ως παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ. Αργότερα, ο Κρίστιαν Νέεφε (Christian Neefe) ανέλαβε το έργο της μουσικής του εκπαίδευσης.

Πορτραίτο του Μπετόβεν 
σε πίνακα του Waldmüller (1804).

Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για τον νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ. Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Γιόζεφ Χάυντν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να αναλάβει τη διδασκαλία του. Η εκπαίδευσή του στο πλευρό του Χάυντν διήρκεσε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Γιόχαν Γκέοργκ Άλμπρεχτσμπέργκερ και φωνητική σύνθεση με τον Αντόνιο Σαλιέρι (Antonio Salieri). Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστας αλλά αργότερα και ως συνθέτης. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, ο Μπετόβεν δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας και έργα κατά παραγγελία. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωσή του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο.
Στην κηδεία του Μπετόβεν που έγινε στις 29 Μαρτίου ο Φραντς Σούμπερτ ήταν ένας από τους 36 λαμπαδηφόρους.

Μουσικό έργο



Χειρόγραφη παρτιτούρα του Μπετόβεν (Σονάτα op. 109)

Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη αρχίζει από τις πρώτες δημιουργίες του μέχρι το 1802 που δημιουργεί τελικά ένα προσωπικό ύφος. Η δεύτερη περίοδος διαρκεί περίπου μέχρι το 1816 και ο Μπετόβεν είναι ήδη ένας αναγνωρισμένος συνθέτης. Η τελευταία περίοδος διακρίνεται από την παρουσία του ρομαντικού στοιχείου στις συνθέσεις του.

Πρώτη περίοδος

Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε, ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάυντν, που αποτέλεσε και τον σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται και από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάυντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η "Παθητική" (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Μούτσιο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800 ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα την 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από περισσότερες καινοτομίες, κυρίως ως προς τη δομή της. Τα πρώτα έργα του Μπετόβεν διακρίνονται γενικά από συχνές εναλλαγές στη δυναμική και έντονες αντιθέσεις ή εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.



Δεύτερη περίοδος

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημιουργικής περιόδου του, ο Μπετόβεν έχει αναγνωριστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη ως συνθέτης και πιανίστας. Παράλληλα αναπτύσσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται συχνά ως "ηρωικό". Η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η Συμφωνία (ή Ηρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στην Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια περίοδο ο Μπετόβεν συνθέτει και την μοναδική του όπερα Φιντέλιο. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή. Η όπερα παραπέμπει επίσης στην Γαλλική Επανάσταση, με την Λεονόρα να ενσαρκώνει τα ιδανικά της. Η πρώτη παράσταση της όπερας δόθηκε το 1805 αλλά ακολούθησαν άλλες δύο εκδοχές της, το 1806 και το 1814.
Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την 4η, την 5η και την 6η Συμφωνία (ή Ποιμενική), ενώ το 1812 γράφτηκε η 7η και η 8η Συμφωνία. Στην δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appasionata.



Τρίτη περίοδος

Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν, αναγκάζει τον συνθέτη να αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην ένατη συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής αν και, σε ορισμένα σημεία, ο συνθέτης έχει (πιθανόν λόγω της κώφωσής του) γράψει για ορισμένα όργανα (όπως το κόρνο) νότες που δεν τις διαθέτουν. Άλλα έργα που ανήκουν στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής.


Φιντέλιο

Ο Φιντέλιο (Fidelio) είναι όπερα σε δύο πράξεις του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Γράφτηκε πάνω στο λιμπρέτο μιας παλαιότερης γαλλικής όπερας, της Léonore ou L’amour conjugal του Ζαν-Νικολά Μπουϊγί, όπως διασκευάστηκε στα γερμανικά, πρώτα από τον Γιόζεφ Ζονλάιτνερ και στη συνέχεια από τον Γκέορκ Τράιτσκε.
Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε (υπό τον τίτλο Λεονόρα) ως τρίπρακτο το 1805 στη Βιέννη, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία: το κοινό είχε σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί, αφού η πόλη είχε μόλις καταληφθεί από τον Ναπολέοντα, ενώ και από καλλιτεχνική σκοπιά είχε εμφανείς αδυναμίες. Το Μάρτιο του 1806 παρουσιάστηκε ξανά ως δίπρακτο και με σημαντικές διορθώσεις (η εκδοχή αυτή ονομάζεται σήμερα Λεονόρα 3), αλλά και πάλι δεν ευτύχησε - ο Μπετόβεν τσακώθηκε με τον ιμπρεσάριο και μετά τη δεύτερη παράσταση το έργο κατέβηκε.
Για τα επόμενα χρόνια η Λεονόρα έμεινε στα συρτάρια του Γερμανού συνθέτη. Κάποια στιγμή αποφάσισε να επανεπεξεργαστεί τη σύνθεση, ενώ προσέλαβε τον Τράιτσκε για να κάνει κάποιες αλλαγές στο λιμπρέτο του Ζονλάιτνερ. Αυτή η τρίτη εκδοχή έκανε πρεμιέρα ως Φιντέλιο το 1814, γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία και έμελλε να είναι η οριστική. Ανακουφισμένος μετά από μια δεκαετία προσπαθειών, ο Μπετόβεν έγραψε τότε στο συνεργάτη του: «Σας διαβεβαιώνω, αγαπητέ Τράιτσκε, ότι αυτή η όπερα θα μου χαρίσει το φωτοστέφανο του μάρτυρα».
Μολονότι ο Φιντέλιο είναι η μοναδική όπερα του Μπετόβεν, αποτελεί έργο - σταθμό στην ιστορία του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Θεωρείται ως μία από τις πλέον πολύπλοκες και δύσκολες όπερες, απαιτώντας εξαιρετική δεξιοτεχνία τόσο από την ορχήστρα όσο και από τους ερμηνευτές. Μάλιστα ο ανδρικός πρωταγωνιστικός ρόλος, ο Φλόρεσταν, αποτελεί μέχρι σήμερα «ρόλο αναφοράς» για την κατηγορία των ηρωικών τενόρων (Heldentenor).
Το έργο ξεχωρίζει επίσης για το φιλελεύθερο πολιτικό χαρακτήρα του, με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι να παραπέμπει ευθέως στις αξίες του Διαφωτισμού. Ο λιμπρετίστας Μπουϊγί είχε συμμετάσχει ενεργά στη Γαλλική Επανάσταση και μάλιστα κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας ήταν επικεφαλής του στρατού στην πόλη Τουρ.
Η ορχήστρα του Φιντέλιο αποτελείται από τα εξής μουσικά όργανα:
Πνευστά: 1 πίκολο, 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 1 κόντρα-φαγκότο, 4 κόρνα, 3 τρομπέτες, 2 τρομπόνια. Η τρίτη τρομπέτα παίζει, κατόπιν οδηγίας του συνθέτη, εκτός σκηνής.
Κρουστά: τυμπάνια
Έγχορδα: πλήρες σύνολο
Αφίσα από την παράσταση
στο Kärntnertortheater της Βιέννης,
 23 Μαΐου 1814

Σύνοψη

Τόπος: Μια ισπανική φυλακή κοντά στη Σεβίλλη.
Χρόνος: Τέλη του 19ου αιώνα.

Πράξη Α

Ο δεσμοφύλακας Τζακίνο αγαπά την κόρη του προϊσταμένου του, τη Μαρτσελίνα. Αυτή όμως παραπέμπει το γάμο στο απώτερο μέλλον επειδή είναι ερωτευμένη με το νεοφερμένο τεχνίτη Φιντέλιο, τον οποίο επιπλέον ονειρεύεται για γαμπρό και ο πατέρας Ρόκκο.

Κανείς τους δεν έχει καταλάβει ότι στην πραγματικότητα ο Φιντέλιο είναι μια μεταμφιεσμένη γυναίκα, η Λεονόρα, η οποία αναζητά το χαμένο σύζυγό της Φλόρεσταν. Εκμεταλλευόμενος τη συμπάθεια πατέρα και κόρης, ο Φιντέλιο προσπαθεί να εκμαιεύσει στοιχεία για τα μπουντρούμια του υπογείου, όπου πρόσβαση έχουν μόνο τα υψηλόβαθμα στελέχη. Μαθαίνει λοιπόν από τον Ρόκκο ότι εκεί βρίσκεται ένας πολιτικός κρατούμενος με «μεγάλους εχθρούς».

Διοικητής της φυλακής είναι ο Δον Πιζάρο, για τον οποίο κυκλοφορεί η φήμη ότι φέρεται τυραννικά - για το λόγο αυτό επίκειται επιθεώρηση από το βασιλικό επίτροπο. Φοβούμενος ότι έτσι θα ανακαλυφθεί ο μυστικός κρατούμενος του υπογείου (δηλ. ο Φλόρεσταν που επισήμως θεωρείται τα τελευταία δύο χρόνια αγνοούμενος), ο Πιζάρο αποφασίζει να τον σκοτώσει. Διατάζει λοιπόν μυστικά τον Ρόκκο να ανοίξει έναν τάφο στο υπόγειο.
Αν και δεν ακούει τα λόγια τους, ο Φιντέλιο διαισθάνεται απ' το συνωμοτικό ύφος τους ότι κάτι κακό θα συμβεί. Επιθυμώντας να εντοπίσει το Φλόρεσταν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, πείθει τον κατά βάθος καλόψυχο Ρόκκο να βγάλει για λίγο τους κρατουμένους στο προαύλιο, δήθεν να χαρούν τον καλό καιρό. Ενώ αυτό υλοποιείται, ο Ρόκκο αναλαμβάνει να κρατά απασχολημένο τον Πιζάρο. Τελικά το σχέδιο αποτυγχάνει: ο Πιζάρο το παίρνει είδηση και οργισμένος διατάζει τους κρατουμένους να επιστρέψουν στα κελιά τους, ενώ καλεί τον Ρόκκο να επισπεύσει το άνοιγμα του τάφου. Ο τελευταίος παίρνει το δρόμο για το υπόγειο συνοδευόμενος απ' τον Φιντέλιο, ο οποίος έχει λάβει άδεια πρόσβασης στα μυστικά κελιά ως μέλλων γαμπρός του δεσμοφύλακα.

Εικονογράφηση της Γ΄ πράξης (πρώτη εκδοχή), από παράσταση του 1860 στο Λυρικό Θέατρο των Παρισίων.


Πράξη Β

Η δράση μεταφέρεται στο κελί του Φλόρεσταν, ο οποίος έχει καταρρεύσει μετά από ένα όραμα, ότι η αγαπημένη του Λεονόρα έρχεται στο μπουντρούμι και τον σώζει. Καθώς οι Ρόκκο και Φιντέλιο σκάβουν τον τάφο, ο Φλόρεσταν συνέρχεται. Πληροφορείται απ' τους δύο άνδρες τη μοίρα που τον περιμένει και τους παρακαλεί να μεταβιβάσουν ένα μήνυμα στη γυναίκα του. Ο Ρόκκο αρνείται, δίνει όμως άδεια στο Φιντέλιο να του δώσει κάτι να πιει και λίγο ψωμί.
Όταν οι δύο τελειώνουν το σκάψιμο, ο διοικητής κατεβαίνει για να σκοτώσει τον Φλόρεσταν και διώχνει τον Φιντέλιο απ' το κελί. Όμως τη στιγμή που ο Πιζάρο τραβά το μαχαίρι, ο Φιντέλιο (που ήταν κρυμμένος δίπλα) μπαίνει στη μέση, αποκαλύπτει την αληθινή ταυτότητά του και βγάζει ένα πιστόλι για να αποτρέψει τη δολοφονία. Η σκηνή διακόπτεται από τον ανύποπτο Τζακίνο, ο οποίος εμφανίζεται μαζί με στρατιώτες και ενημερώνει ότι ο επίτροπος (Δον Φερνάντο) περιμένει στην πύλη. Ανακουφισμένος, ο καλόκαρδος Ρόκκο ζητά απ' τους στρατιώτες να συνοδεύσουν τον Πιζάρο επάνω, ενώ ο Φλόρεσταν και η Λεονόρα γιορτάζουν τη νίκη τους.
Οι υπόλοιποι φυλακισμένοι αρχίζουν να τραγουδούν για τη στιγμή της δικαιοσύνης που επιτέλους έφτασε, καθώς ο Φερνάντο ανακοινώνει σε μια πλατεία έξω απ' τις φυλακές πως η τυραννική διοίκηση του Πιζάρο τελείωσε. Ο Ρόκκο τον πλησιάζει και τον ενημερώνει αναλυτικά για τα συμβάντα, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τη θέση του διοικητή. Έτσι ο Πιζάρο οδηγείται στο κελί, ενώ η Μαρτσελίνα λιποθυμά καταλαβαίνοντας ότι είχε ερωτευθεί μια μεταμφιεσμένη γυναίκα.
Στην τελική σκηνή, η Λεονόρα απελευθερώνει με τα ίδια της τα χέρια τον Φλόρεσταν απ' τις αλυσίδες του, ενώ οι συγκεντρωμένοι εξυμνούν τις αρετές της ως πιστής και τολμηρής γυναίκας.https://el.wikipedia.org/








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου