Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ (1867- 1 Νοεμβρίου 1911 )




Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του πανεπιστημιακού Αθανάσιου Χρηστομάνου. Εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε σε παιδική ηλικία έπασχε από κύφωση, ασθένεια που επηρέασε καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές του το 1887 και έφυγε για σπουδές Φιλολογίας στη Βιέννη. Το 1891 αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ και διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών και συνοδός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισσάβετ, θέση την οποία διατήρησε ως το 1893 συνεχίζοντας παράλληλα τις μελέτες του. Το καλοκαίρι του 1892 ασπάστηκε το καθολικό δόγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και ακολούθησαν πέντε μήνες μοναστικής ζωής (από το Νοέμβριο του 1892 ως το Μάρτιο του 1893) στο Μόντε Κασσίνο. Από το 1895 ως το 1899 παρέμεινε στη Βιέννη, όπου πραγματοποίησε πανεπιστημιακή καριέρα, αρχικά ως λέκτορας της ελληνικής γλώσσας και στη συνέχεια ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Έφυγε από τη Βιέννη έχοντας αποκτήσει τον τίτλο του Βαρώνου-Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ και δημοσιεύσει δύο έργα στα γερμανικά: την ποιητική συλλογή Orphische Lieder και το δράμα Die graue Frau, και τα δυο έντονα επηρεασμένα από το ρεύμα του συμβολισμού. Λόγος της αναχώρησής του από τη Βιέννη σε μια περίοδο κατά την οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους ήταν η δημοσίευση του έργου του Tagebucher. Ο Χρηστομάνος δημοσίευσε το έργο μετά το φόνο της Ελισσάβετ από έναν Ιταλό αναρχικό στη Γενεύη, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Αυλής και την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο. Ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία και εγκαταστάθηκε το Νοέμβριο του 1901 στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τη Νέα Σκηνή, θίασο που συνέβαλε ουσιαστικά στην ανανέωση της ελληνικής σκηνικής πράξης. Οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από την προσπάθειά του το 1905 και να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Το 1908 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το έργο του για την Ελισσάβετ με τίτλο Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισσάβετ. Σελίδες ημερολογίου με πρόλογο του Μ. Μπαρρές και άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημα Η κερένια κούκλα στην εφημερίδα Πατρίς. Την ίδια χρονιά ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη ανέβασε χωρίς επιτυχία το έργο του Τα τρία φιλιά. Πέθανε στην Αθήνα το 1911. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ένας από τους πρώτους έλληνες αισθητιστές λογοτέχνες· συνδύασε επίσης στο έργο του συμβολιστικά, νεορομαντικά, ποιητικά και ρεαλιστικά στοιχεία, ενώ έντονη είναι η παρουσία του μελαγχολικού τόνου στα γραπτά του. Η σκηνοθετική του δράση στα πλαίσια της Νέας Σκηνής αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Ο Χρηστομάνος ανανέωσε τη θεατρική πράξη ακολουθώντας τα χνάρια των ευρωπαίων σκηνοθετών Αντρέ Αντουάν και Όττο Μπραμ, υπήρξε ένας από τους πρώτους έλληνες σκηνοθέτες με τη σύγχρονη σημασία του όρου και πρόβαλε ένα εντελώς νέο για τα ελληνικά δεδομένα υποκριτικό ύφος και έργα από το σύγχρονο διεθνές και ελληνικό ρεπερτόριο (Ίψεν, Τσέχωφ, Στρίντμπεργκ, Μαίτερλιγκ, Ξενόπουλου, Παλαμά και άλλων). Παρά την πτώση της ποιοτικής στάθμης του ρεπερτορίου του θιάσου υπό την πίεση των οικονομικών αναγκών, η Νέα Σκηνή διατήρησε ως το τέλος της την αξιόλογη αισθητική των παραστάσεών της και υπήρξε μεγάλο σχολείο για ηθοποιούς, σκηνογράφους, ενδυματολόγους οι οποίοι κυριάρχησαν αργότερα στην ελληνική σκηνή.

Εργογραφία

(πρώτες ελληνόφωνες αυτοτελείς εκδόσεις)

I.Πεζογραφία
• Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισσάβετ. Αθήνα, τυπ.Π.Δ. Σακελλαρίου, 1908.
• Η Κερένια κούκλα· Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Αθήνα, Φέξης, 1911.
ΙΙ.Θέατρο 
• Die graue Frau. Βιέννη, 1898.
• Τα τρία φιλιά· Τραγική σονάτα σε τρία μέρη. Αθήνα, εκδ.Πανός, 1909.
• Η Σταχτυά γυναίκα. Αθήνα, χ.χ.
• Ο κοντορεβυθούλης. Αθήνα, 1909.
ΙΙΙ.Ποίηση
• Orphische Lieder. Βιέννη, 1899.
ΙV. Μελέτες
• Γενεαλογικά μελετήματαΑ΄ · Το γένος Λίμποβα. Αθήνα, 1897.



Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ 

Ο Κ Χρηστομάνος βρέθηκε το 1888 στη Βιέννη, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του -το 1891 αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ- και είχε την ευκαιρία να διευρύνει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Εκεί το Μάιο του 1891 ζητήθηκε αρχικά από τον αδελφό του και -κατόπιν της άρνησης του- από τον ίδιο το Χρηστομάνο να διδάξει ελληνικά στην αυτοκράτειρα Ελισσάβετ, περισσότερο γνωστή και ως πριγκίπισσα Σίσσυ. Τα αποσπασματικά τρία χρόνια (1891-1893) που πέρασε κοντά της ο Χρηστομάνος ως δάσκαλος αλλά και συνοδός της (ακόμα και σε σύντομο ταξίδι στο αυτοκρατορικό ανάκτορο της Κέρκυρας), θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα τον ωθήσουν να διαμορφώσει λατρεία στο πρόσωπο της Σίσσυ.
Το 1898, λίγο μετά τη δολοφονία της αυτοκράτειρας, αποφάσισε να δημοσιεύσει ένα βιβλίο αφιερωμένο σ’ αυτήν, το «Tagebucher» («Φύλλα ημερολογίου»), το οποίο όμως προκαλέσε την έντονη δυσαρέσκεια των Ανακτόρων που, χαρακτηρίζοντας τον ως ανεπιθύμητο, τον υποχρεώνουν να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο και να επιστρέψει στην Ελλάδα. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867 - 1911), φύση ευαίσθητη, μελαγχολική, ρομαντική, αποζητούσε τη ρέμβη και τη μοναξιά και τρεφόταν από τους καρπούς των κήπων του αισθητισμού. Η ωραιοπάθεια και η ωραιολατρεία του, η εκλογή της σπάνιας λέξης και το κυνήγι του περίτεχνου ή του ασυνήθιστου στην έκφραση φανερώνουν πολύ καλά τι οφείλει το πνεύμα του και το ύφος του στους συγγραφείς του καλλιτεχνικού αυτού κινήματος, που βρισκόταν στην ακμή του ακριβώς στα χρόνια, κατά τα οποία ο ίδιος διαμορφωνόταν πνευματικά: στα 1891 - 1895 π.χ. ο Wilde και ο D' Annunzio είχαν φτάσει στο απόγειο της λογοτεχνικής τους δόξας. Έτσι, η ωραιολογία και η απαισιοδοξία αποτέλεσαν τα κύρια γνωρίσματα που σφράγισαν "Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ" και την "Κερένια Κούκλα" - τα δυό βασικά δηλαδή βιβλία του. Γεννήθηκε αρτιμελής, αλλά ένα τραγικό ατύχημα στην παιδική του ηλικία στάθηκε η οδυνηρή αιτία του ραχητισμού του· στη δυσμορφία αυτή του σώματός του οφείλεται ο εγωκεντρικός και εσωστρεφής χαρακτήρας του. Ο πατέρας του, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διάσημος χημικός, τον έστειλε μαζί με τον αδελφό του Αντώνη στη Βιέννη γι' ανώτερες σπουδές. Εκεί σπούδασε φιλοσοφία, έμαθε ξένες γλώσσες, απέκτησε ευρύτατη μόρφωση. Εκεί έζησε την πιο σημαντική και την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του: η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ τον κάλεσε και τον διόρισε προσωπικό της συνοδό, για να έχει την ευκαιρία να μιλά ελληνικά. Όπως γράφει ο ίδιος: "Εκείνη μ' έμαθε να ξανοίγω μέσα μου την εικόνα του εγώ μου και να αφηγκράζωμαι τη μουσική των σκέψεών μου... Με τα δικά της μάτια ανακάλυψα την ωριοσύνη που κοίτεται κρυμμένη μέσα στη ζωή... Σ' Εκείνη χρωστώ ό,τι είμαι... Είναι αρκετή ευτυχία που έζησα για να αποκτήσω αυτό που για μένα ήτον Εκείνη... Φυσικά, ο ερχομός μου, η παρουσία μου, η αναχώρησίς μου δεν είναι για Εκείνην παρά ένα επεισόδιο... Αλλά για μένα αυτό το επεισόδιο έγινε η ίδια μου η ζωή". [...] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ  - ΣΤΗΝ ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ

Empress Elizabeth of Austria,
 Benczúr Gyula, 1899
Τὸ θαλαμηγὸ τῆς Αὐτοκράτειρας εἶναι κομψὸ καὶ λουσσᾶτο. Οἱ καμπίνες ποὖναι προορισμένες γιὰ τὴ Μεγαλειότητά Της, πολὺ βαθιὰ στὴν καρίνα το πλοίου, ἔχουν τὰ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τῆς κατοικίας ἑνὸς ναυτικοῦ. Εἶναι ἁπλούστατες καὶ πρακτικὰ βαλμένες, κι ὅμως μαντεύει κανεὶς ἀμέσως τὴ διαμονὴ μιᾶς ὑπέροχης προσωπικότητος. Κ' ἐδῶ ὅλα τὰ ἔπιπλα σκεπασμένα μὲ ἄσπρα λινὰ ντύματα ποὺ κάτω τους δὲ βάζει ὁ νοῦς τὸ μετάξι· καὶ παντοῦ λουλούδια. Ἡ καμπίνα τοῦ λουτροῦ εἶναι στἀλήθεια τὸ κυριώτερο διαμέρισμα καὶ μὲ περισσότερη εὐμάρεια ἀπὸ τἄλλα ταχτοποιημένο. Στὰ ταξίδια της ἡ Αὐτοκράτειρα κάνει μόνο θαλάσσια λουτρά: μιὰ βαρκοῦλα, ἐνόσῳ περπατεῖ τὸ πλοῖο, τραβᾷ ἀλάργα στὸ πέλαγος καὶ τῆς φέρνει τὸ νερὸ τἀμάλαγο ἀπ' τὰ βαθιὰ κι ἀπ' τἀμάλαγα. Στὸ κατάστρωμα ἐπάνω εἶναι στημένο ἕνα κιόσκι στρογγυλὸ ὅλο κρύσταλλα, ποὺ βλέπει ἀπ' ὅλες τὶς μεριὲς τὴ θάλασσα: εἶνε ντυμένο ἀπομέσα μὲ γαλάζιο μετάξι capitonné κ' ἔχει στόρια ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν κ' ἕνα ντιβάνι ἡμικυκλικό, κι αὐτὰ ἀπὸ μετάξι ὁμοιόχρωμο. Ἐδῶ μέσα ἡ Αὐτοκράτειρα κάθεται καὶ τὴ χτενίζουν τὸ πρωῒ καὶ συνάμα διαβάζει ἢ γράφει μαζί μου: ἐνόσῳ βρίσκεται σ' αὐτὸ τὸ κιόσκι, ὅλα τὰ παραπετάσματα εἶναι κατεβασμένα. Ἐκτὸς ἀπ' αὐτὲς τὶς ὧρες, μόνον ὅταν βρέχῃ ἢ σὰν ἔρθῃ καμμιὰ φουρτοῦνα, ἀποτραβιέται ἐκεῖ μέσα, ἀλλὰ τότε ἡ θέα πρὸς τὴ θάλασσα μένει πάλιν ἀνοιχτὴ κ' ἐλευθερωμένη. Μόνη της μοῦ ἔδειξε καὶ μοῦ ἐξήγησε ὅλ' αὐτά.
− Ὅταν κάνῃ μεγάλη τρικυμία καὶ βρισκόμαστε στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος, βάζω συνήθως καὶ μὲ δένουνε μὲ σχοινιὰ σ' αὐτὴν ἐδῶ τὴν πολυθρόνα. Λαβαίνω, βλέπετε, τὶς ἴδιες προφυλάξεις μὲ τὸν Ὀδυσσέα, ἐπειδὴ τὰ κύματα μὲ τραβοῦν κ' ἐμένα τὸ ἴδιο.
Μὰ ἡ ξέχωρή της περιοχή, τὸ λημέρι της, ὅπως ἡ ἴδια μοὔλεγε, εἶναι ἡ πρύμη τοῦ πλοίου καὶ μὶα ἀπὸ τὶς γέφυρες τῆς βάρδιας· κι αὐτὲς ἔβαλε καὶ τὶς κλείσανε μὲ καραβόπαννα ἀπ' ὅλες τὶς μεριὲς μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴ φαίνεται πιὰ τίποτ' ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ μονάχα ἡ θάλασσα νὰ ξανοίγεται ἀπεριόριστη. Αὐτὴν τὴν τέντα τὴν περίφραχτη τὴ βάφτισα ἐγὼ «Τσαντήρι τῆς Ἰζόλδης», − ἐπειδὴ ἔτσι, σὲ τέτοιο μέσα πορφυρόφαντο τσαντήρι, ἀθώρητην ἀπ' τοὺς ναῦτες κι ἀπ' τὴν καρδιά του ἀκόμα, τὴν πήγαινε ὁ πιστὸς Τριστὰν τὴ γλυκειὰν ἀγάπη τῆς ψυχῆς του νύφη τοῦ βασιλιᾶ του. Αὐτὴ ἡ ὀνομασία πολὺ τῆς ἄρεσε τῆς Αὐτοκράτειρας. Κ' ἔχει μερικὲς ὧρες ποὺ προτιμᾷ τὴ γέφυρα τῆς βάρδιας, ἄλλες πάλι τὴν πρύμη: τὸ πρωῒ τὴ γέφυρα, τὸ μεσημέρι τὴν πρύμη, καὶ τὸ βράδυ πάλι τὴ γέφυρα. Ἀλλὰ πρὸς τὸ βράδυ ὅλες οἱ λινάτσες κατεβάζονται καὶ τότες οἱ ναῦτες καθὼς κι ὅσοι εἶναι στὸ καράβι χάνονται μπρὸς ἀπ' τὰ μάτια της καὶ προσπαθοῦν ὅσο μποροῦνε νὰ μένουν ἀόρατοι − − Ἀργὰ τὴ νύχτα μόνον, ὅταν τἄστρα τρεμοφέγγουν ἀμίλητα πάνω ἀπ' τὸ μαῦρο καραβι ποὺ πλέει σιγαλά, ἔρχεται ἀπ' τὴν πλώρη τὸ τραγούδι τῶν ναυτῶν ὣς μέσα στὸ ἔρημικὸ τσαντήρι τῆς ὀνειρεμένης Βασίλισσας, τῆς παραμυθένιας…
Σήμερα μόλις τελείωσαμε τὸ μάθημα μὲς τὸ κιόσκι, μὲ φώναξεν ἐπάνω στὴ γέφυρα. Στὸ τσαντήρι τῆς Ἰζόλδης μόνο ἕνα ἄνοιγμα ἦτον ἀφημένο ποὺ κι αὐτὸ ἔκλεινε μ' ἕνα κρεμαστὸ χαλί.
Μπροστὰ μας δὲν εἴχαμε παρὰ τὴ θάλασσα τὴν ἀτέρμονη, ἔρημη καὶ βουρκωμένη, βαθιόμαβια μολυβένια ποὺ τὸ χρῶμα της αὐτὸ ἔκανε σχεδὸν αἰσθητὸ τὸ βάρος τῶν νερένιων ὄγκων της· κι ἄσπρα γαϊτάνια ἀπὸ ἀφροὺς ρήγωναν καὶ πλούμιζαν αὐτὸ τὸ κρασᾶτο μαβὺ τὸ πένθιμο καὶ ἀπέραντο. Γλάροι μὲ σιγαλερὲς φτεροῦγες σὰν τόξα τανυσμένα πετοῦσαν πίσω μας· καὶ κάθε λίγο βγάζανε κάτι στριγγὲς κραυγές.
− Στὸ κάθε ταξίδι μου, οἱ γλάροι ἀκολουθοῦν τὸ πλοῖο μου, εἶπεν Ἐκείνη, καὶ πάντα βρίσκεται ἀνάμεσά τους κ' ἕνας βαθύχρωμος, σχεδὸν μαῦρος, σὰν κ' ἐκεῖνον ἐκεῖ.
Καὶ μοὔδειξε μὲ τὸ δάχτυλό της ἕνα γλάρο μαυρειδερὸ ποὺ πετοῦσε πιὸ μπρὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔπειτα πρόσθεσε:
− Νὰ δῆτε ποὺ αὐτὸς θἄρθῃ μαζί μας σχεδὸν ἴσα μὲ κοντὰ στὴν Κέρκυρα. Πολλὲς φορὲς ὁ μαῦρος γλάρος μ' ἔχει ἀκολουθήσει ὁλόκληρη ἑβδομάδα ἀπὸ μιὰν ἤπειρο ὣς τὴν ἄλλη. Μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι ἡ Μοῖρα μου ποὺ μὲ παραφυλάει.
Τὸ «Μιραμάρε» ἔκαμε σταθμὸ στὴν Πόλα, ἐπειδὴ ἡ Αὐτοκράτειρα σκόπευε νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ παλιὸ καταδρομικὸ «Πελεκάνος», ποὺ μετασκευαζότανε τώρα στὸ Ναύσταθμο σ' αὐτοκρατορικὸ θαλαμηγό. Τὸ πλοῖο ποὺ τὴν περίμενε αὐτὴ τὴν ἐπίσκεψη ἤτονε σημαιοστόλιστο. Καὶ πῆγε νὰ τὸ ἰδῇ μαζὶ μὲ τὴν Κυρία τῆς Τιμῆς της μέσα σὲ μιὰ δωδεκάκουπη βάρκα τοῦ «Μιραμάρε» καὶ στὰ μισὰ τοῦ δρόμου ἦρθε νὰ τὴν ὑποδεχθῇ μιὰν ἄλλη λέμβος τοῦ πολεμικοῦ, γεμάτη ναυάρχους καὶ διαφόρους βαθμοφόρους τοῦ λιμένος. Ἀπ' τὶς ἐρημιὲς τοῦ πνεύματος ὅπου πλανιότανε ξανάμπαινε τώρα μὲς τὴν ἀτμοσφαῖρα τῆς αὐτοκρατορικῆς περιωπῆς της μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ κ' ἐδῶ ἔφερνε μαζί της τὸ ἀλάλητο ὕψος, τὴν ἄφθαστη χάρη τῆς ξέχωρα δικιᾶς της φύσεως: σ' ὅλων αὐτῶν ποὺ γύρω της στέκονταν τὴν ὄψη ἔβλεπα περίχυτο τὸ μαγεμένο θάμπωμα ἀπ' τὴν ποίηση τῆς παρουσίας της, ἀλλὰ συνάμα ἔνοιωθα πὼς δὲν καταλάβαιναν τὴν αἰτία τὴ μοναδική, παρὰ ἐξηγούσανε σφαλερὰ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνονταν τότε μὲ τὴν ἀψηλή της θέση.
Σήμερα εἶπε:
− Ἡ ζωὴ στὴ θάλασσα εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ ταξίδι: εἶναι μιὰ ζωὴ καλυτερεμένη, πιὸ βαθειὰ καὶ προπάντων πιὸ ἀληθινή· γι' αὐτὸ προσπαθῶ νὰ τὴν ἀπολαβαίνω ὅσο μπορῶ πιὸ τέλεια καὶ πιὸ πολὺν καιρό. Ἐδῶ στὸ ἀφρόζωστο καράβι βρίσκεται κανεὶς σὰν ἐπάνω σ' ἕνα νησὶ ἀπ' ὅπου ὅλες οἱ δυσαρέσκειες καὶ οἱ σχέσεις οἱ ἀνθρώπινες ἔχουν ἐξορισθῆ. Εἶναι μιὰ ζωὴ ἡδονική, λαγαρὴ καὶ κρυσταλλωμένη, χωρὶς πόθο καὶ χωρὶς συναίσθηση τοῦ χρόνου: − τὸ αἴσθημα τοῦ καιροῦ ποὺ περνᾷ εἶναι πάντα ὀδυνηρό, γιατὶ μᾶς κάνει νὰ αἰσθανόμαστε τὴ ζωή μας.
Στὴ γέφυρα ἐπάνω μοῦ εἶπε, δείχνοντάς μου παλι τὸ μαῦρο γλάρο ποὺ ὄλο καὶ σάλευε ἀθόρυβες μεγάλες φτεροῦγες, διάφεγγες στὸν ἥλιο, καὶ πότε δεξιά, πότε ἀριστερὰ τοῦ καραβιοῦ ἔλαμνε ἀπάνωθέ μας στὸν αἰθέρα:
− Μοῦ προφητεύει πὼς θὰ τελειώσω στὴ θάλασσα. Ὅταν ἄκουσα γιὰ πρώτη φορὰ πὼς πέθανε ὁ Σέλλεϋ, ἀμέσως μοὖρθε κ' ἐμένα αὐτὴ ἡ σκέψη ἢ .. αὐτὴ ἡ λαχτάρα!
Περνούσαμε μπρὸς ἀπ' τὰ νησιὰ τῆς Δαλματίας. Ἡ θάλασσα ἦτον τώρα ἡσυχώτερη. Πέρα οἱ ἀκρογιαλιὲς πρασίνιζαν. Τὴν ἀρώτησα, ἂν δὲν αἰσθανότανε τὴν ἐπιθυμία νὰ πατήσῃ πάλι τὸ πόδι της στὴ γῆς. Κ' ἐκείνη εἶπε:
− Ἡ ζωὴ στὸ πλοῖο ἔχει πολὺ μεγαλύτερη ὀμορφιὰ ἀπ' τὸ κάθε ἀκρογιάλι. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ἐπιθυμῇ κανεὶς νὰ πάῃ πούποτα παρὰ μόνο ἐπειδὴ ἀνάμεσά μας καὶ τοῦ πόθου μας βρίσκεται τὸ ταξίδι. Ἂν πήγαινα σ' ἕναν τόπο ποὺ νἄξερα πὼς δὲ θὰ μποροῦσα πιὰ νὰ ξαναφύγω, καὶ Παράδεισος νὰ ἤτονε, θὰ μοῦ φαινότανε Κόλασις ἡ διαμονὴ σ' αὐτόν. Ἡ ἰδέα πὼς σὲ λιγάκι θἀφήσω πάλι κάποιο μέρος μὲ συγκινεῖ καὶ μὲ κάνει νὰ τἀγαπῶ. Κ' ἔτσι θάβω κάθε φορὰ ἕνα ὄνειρο ποὺ σβήνει πρόωρα γιὰ νἀρχίσω νὰ στενάζω γιὰ κάποιο ἄλλο ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχει γεννηθῆ.
Στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα τῆς φέρνουνε νὰ πιῇ γάλα ἀπὸ μιὰ γίδα Μαλτέζικη ποὺ τὴν ἔχουν πάρει μαζὶ ἀπ' τὴ Βιέννη.
− Κάνει τὸ ταξίδι χωρὶς κανέναν ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸ ὡραῖο, μοὖπε ἡ Αὐτοκράτειρα, καθὼς πήγαμε νὰ ἐπισκεφθοῦμε τὴ βασιλικὴ κατσίκα στὸ ξύλινό της ἀνάχτορο. Ἀλλὰ ἔχει πολὺ ἀνεπτυγμένο τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος, γιατὶ εἶναι Ἀγγλίδα: αὐτὸ ἔχει πιὸ μεγάλη ἀξία ἀπὸ κάθε αἰσθητική. Γι' αὐτὸ κι' ἐγὼ τὴν πῆρα μαζί μου. Δὲν ὑπάρχουν καλύτερες «nurses» ἀπὸ τὶς Ἀγγλίδες.
Ὑστερώτερα μοῦ εἶπε:
− Οἱ ἄνθρωποι νομίζουν πὼς ἔχουν ὑποδουλώσει τὴ φύση καὶ τὰ στοιχεῖα μὲ τἀτμόπλοια καὶ τὰ ἐξπρὲς τραῖνα τους. Ἀπεναντίας ὅμως ἡ φύσις τώρα ἔχει βάλει τοὺς ἀνθρώπους στὸ ζυγό. Ἄλλοτε αἰσθανόταν κανεὶς τὸν ἑαυτό του θεὸ σὲ καμμιὰ βαθιὰ κρυμμένη λαγκαδιὰ ποὺ δὲν ἔβγαινε ποτέ του νὰ κάνῃ ἕνα βῆμα παραέξω ἀπὸ τὰ φρύδια της − σὰν τὸν ποντικό στὴν τρύπα του. Τώρα ποὺ γινήκαμε globertotters καὶ πήραμε σβάρνα τὴν ὑδρόγειο, κυλοῦμε σὰν τὶς σταγόνες μὲς τὴ θάλασσα καὶ στὰ τελευταία θὰ τὸ καταλάβωμε πὼς δὲν εἴμαστε τίποτα περισσότερο.
− Στὴ θάλασσα μέσα ἡ ἀναπνοή μου πλαταίνει, μοῦ εἶπε ἀκόμη ἐπάνω στὴ γέφυρα· ρυθμίζεται σύμφωνα μὲ τὸ σάλεμα τῆς θάλασσας: ὅσο πιὸ πλατιὰ ἁπλώνονται καὶ φουσκώνουν τὰ κύματα, τόσο βαθύτερα ἀνασαίνω ἐγώ.
− Ναί, Μεγαλειοτάτη, ἀνάμεσά μας, τῶν φτωχῶν θνητῶν ποὔμαστε, καὶ τῶν πραγμάτων ποὺ δὲν πεθαίνουν ὑπάρχουν κάποιες βαθειὲς σχέσεις ποὺ οἱ νόμοι τους μένουν κρυμμένοι σ' αἰώνια μυστήρια.
− Ἐγὼ φαντάζομαι, μοῦ εἶπε, πὼς ἡ θάλασσα μᾶς παίρνει ὅ,τι ἔχομε ἀνθρώπινο, πὼς δὲν ἀνέχεται μέσα μας τίποτα ἀπ'τὴν ἐπίγειο ζωοσύνη. Μέσα στὴν τρικυμία πολλὲς φορὲς θαρρῶ πὼς κ' ἐγὼ ἡ ἴδια ἔχω γίνει ἕνα κῦμα ποὺ ἀφρίζει.
Κ' ἐγὼ τὴν κύτταζα σὰ θαμπωμένος − −
Σήμερα πάλιν ἡ θάλασσα εἶναι κυματοῦσα κι ἀγριεμένη. Μοῦ ζήτησε νὰ τῆς διαβάσω μερικὲς σελίδες ἀπὸ τὸν «Κύκλο τῆς θάλασσας τοῦ Βοριᾶ» τοῦ Χάϊνε. Ἡ δεύτερη στροφὴ τῆς «Τρικυμίας» μ' ἔκαμε νἀνατριχιάσω καθὼς τὴ διάβαζα, τόσο μοῦ φάνηκε παρμένη ἀπὸ ἐπάνω της:
− O Meer! 
Mutter der Schönheit, der schaumentstieg' nen! 
Schon flattert, leichenwitternd, 
Die weisse, gespenstische Möwe 
Und wetzt an dem Mastbaum den Schnabel… [1]
Καὶ παρακάτω:
− Fern an schottischer Felsenküste..
Steht eine schöne kranke Frau, 
Zartdurchsichtig und marmorblass.. 
Und den Wind durchwühlt ihre langem Locken 
Und trägt ihr dunkles Lied 
Űber daw weite, stürmende Meer…[2]
Περίφοβα σήκωσα τὰ ματια μου πρὸς τὰ δικά της καὶ εἶδα τὰ βλέμματά της νὰ σέρνωνται μαζὶ μὲ τὸν ἀγέρα πάνω στὸ ἄραχνο καὶ μανιασμένο πέλαγος…
Κ. Χρηστομάνος, Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ, Αθήνα, τυπ, Σακελλαρίου, 1908, σσ. 136−145

1 Ὦ θάλασσα!
Μάννα τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἀφρογεννημένης!
Νὰ τὸν ποὺ μύρισε κιόλας τὸ Χάρο
Ὁ ἄσπρος γλάρος − τὸ βρυκολακιασμένο
Πουλί − καὶ στὸ κατάρτι ἀκονίζει τὸ ράμφος…

2 Μακριὰ στῆς Σκωτίας τοὺς θαλασσοδαρμένους βράχους 
Στέκεται μιὰν ὥρια κι ἄρρωστη γυναῖκα 
Χλωμὴ καὶ διάφανη σὰ μαρμαρένια.. 
Κι ὁ ἀγέρας ἀναδεύει τὰ μακριὰ μαλλιά της 
Καὶ παίρνει ἀπὸ τὸ στόμα της τὸ σκοτεινὸ τραγούδι 
Καὶ σέρνει τὸ πάνω στἄραχνο καὶ μανιασμένο πέλαγος…

http://www.greek-language.gr/


Η  Κερένια κούκλα 

Το 1911, μετά το θάνατό του, εκδίδεται η «Κερένια κούκλα», αυτό το «αθηναϊκό μυθιστόρημα», όπως ο ίδιος το ονόμαζε, μια «ιστορία απλή και λυπητερή - γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή». Είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες σε εφημερίδες, το 1908, και οξυδερκείς κριτικοί, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, είχαν ήδη εντοπίσει τις αρετές - όσο και κάποια αδύνατα σημεία του. Η μεγάλη επίδραση που άσκησε ο Χρηστομάνος στην μετέπειτα πεζογραφία, με το περιορισμένο πεζογραφικό του έργο, την «Κερένια κούκλα» και το «Βιβλίο» επί της ουσίας, είναι αδιαμφισβήτητη και έχει υπογραμμιστεί από μια σειρά κριτικούς και νεοελληνιστές, από τον Τέλλο Αγρα ώς τον Μάριο Βίττι. Ο Χρηστομάνος ήταν περιβεβλημένος με την αχλύ του μύθου, ο οποίος, όπως φαίνεται, δεν άφησε το μυθιστόρημά του να περιπέσει στη λησμονιά, και συνέχισε να επανεκδίδεται, αν όχι αδιαλείπτως, πάντως, αρκετά συστηματικά. Προφανώς, επειδή το ίδιο το βιβλίο εξακολουθεί να μιλάει στον αναγνώστη, ασχέτως εποχής, και παρά τη λυρική υπερβολή που υπονομεύει σε ορισμένα σημεία τη διάρθρωση και την ανέλιξή του.
Η «Κερένια κούκλα» αφηγείται την ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου, με ολέθρια κατάληξη. Ενα όμορφο παλικάρι, ο ξυλογλύπτης Νίκος, παντρεύεται μια μεγαλύτερή του γυναίκα, τη Βεργινία, η οποία αρρωσταίνει βαριά όταν αποβάλει. Μια όμορφη μικρούλα, η Λιόλια, έρχεται να βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, ο Νίκος την ερωτεύεται, η Βεργινία το αντιλαμβάνεται και καθώς είναι παράφορα ερωτευμένη με το Νίκο, πηγαίνει μια ώρα αρχύτερα στον τάφο. Ο Νίκος παντρεύεται τελικά τη Λιόλια, η οποία γεννά ένα παιδί ίδιο με τη Βεργινία, που γρήγορα πεθαίνει. Η συνέχεια της ιστορίας είναι ακόμα πιο σκοτεινή.
Διαβάζοντας σήμερα την «Κερένια κούκλα», η οποία αποτελεί την καλύτερη απάντηση στην κακής ποιότητας ηθογραφία που κυριαρχεί στην εποχή του Χρηστομάνου, στέκεται στο πολύ ωραίο στήσιμο της ιστορίας, που σαν σιδερένιο στεφάνι εγκλωβίζει το ζευγάρι σε μια αμείλικτη μοίρα· στην εικαστική σχεδόν αναπαράσταση όχι μόνο των σκηνών του πλήθους, όπως το καρναβάλι, ο χορός, ούτε του πάθους, όπως στην υπέροχη σκηνή με τους εραστές κάτω από τις μυγδαλιές, αλλά και των μεμονωμένων προσώπων, των διαδρομών τους, της πόλης, κάθε κίνησης, κάθε ήχου, κάθε προοπτικής. Ο Βάσος Βαρίκας, το 1970, κάνει λόγο για «σελίδες αξιανάγνωστες, ακόμη και σήμερα, από τις καλύτερες της πεζογραφίας μας». Και όντως, ώς σήμερα, το έργο του Χρηστομάνου, με τον μεταφυσικό του συμβολισμό, με την ωραιολογία του, με την ποιητική του διάθεση και τον λυρισμό του, με την απαισιοδοξία του που καθόλου δεν εμποδίζει τη χαρά της ζωής να διεκδικήσει το μερίδιό της, με την ενσωμάτωση του άστεως στη ραχοκοκαλιά της ιστορίας, αποτελεί ένα θαυμάσιο ανάγνωσμα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή — γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή — —
. . Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι! . . .
Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα — και τα χείλη των νέων που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης: γιατί και χαρά δεν είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή — είναι ο άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . .
Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως με περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη θλίψη της ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώση η ανθρωπινή μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του βίου, πάντα το θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις κλωνόγερτες ημέρες μας τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, προς τη μεγάλη θάλασσα τη σκοτεινή που είναι η ευτυχία η αληθινή — γιατί είναι η αιώνια αλήθεια . . .

✤✤✤✤

Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή της τύχη, κ’ η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο περέχημα — η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα: αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την πήγε στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την παραστάθηκε. . .
Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε.
Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα χειλάκια του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και των χεριών του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Το χτύπησε η Κερά Γιώργαινα πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, του πέταξε νερό στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν ανάσαινε μ’ όλ' αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον και μονομιάς φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις — όσο ροδίζει εν’ άσπρο τριαντάφυλλο — κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη αχνά, καθώς μπήκε στη ζωή. . .
Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και λίγη φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . .
— Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ εξ αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα ζεστά και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . .
Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε από το πλυσταρειό, κ’ έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που το τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και τις ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε με τα παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από καιρό, και της τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι. . .
Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη, χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της, γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι γερή και δυνατή που ήτον. . .
Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι της να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: κάτι βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα γλυκάνισο να βράση του παιδιού, που τάχε απ’ τις δικές της γέννες, πλάκωσαν κι άλλες γειτόνισσες — γιατί άλλο δεν είναι να τις τραβήξη, όπως το κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από λείψανο και γεννητούρια κι όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν το λοιπόν αυτές όλες — που δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους στο σπίτι της Λιόλιας κ’ ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι αυτές σε μιαν περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός καμμιά φορά και σου χρειάζεται κ’ εσένα η βοήθεια ταλλουνού! — και πέσανε μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το ξεφασκιώση, να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι πούχε φέρει απ' το σπίτι — κ’ έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της και το κοντό της:
— Χριστέ μου! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο;!
— Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου! δεν είναι για ζωή! Μπά — μπα — μπα — μπά — μπα!
— Αμή λίγο τόχεις; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι καρδιοχτύπια σπάρθηκε. Για στάσου! πότε πέθανε η Βεργινία;
— Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα της): δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες.
— Καταλαβαίνεις τώρα;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα, ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε! . . . Πώς τα βαστάς, Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα — ά;. .
— Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια κούκλα!
— Για να δω κ’ εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ’ έσπρωχνε τις άλλες που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη.
— Κερένια κούκλα! καλά λες! Μωρ' τ’ είναι τούτο; Μπααά!
Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’ η καλύτερη μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την είχε στείλει εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με μεγάλη μυστικότη, να μην ακούση η Λιόλια:
— Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας;!
— Κάλε — κάλε — κάλε! ίδια! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα γραΐδιο με φακιόλι.
— Μπώ — μπώ — μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία!!
— Για δες κατάρα!
— Εκ Θεού! Εκ Θεού!
— Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα!
— Αμ το μάτι! τί σου λέει το μάτι
— Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια! . . .
Η Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα πράματα — αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν πνοές παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. . κι ανατρίχιαζε σύσσωμη. . — κι η καρδιά της είχε γίνει κρούσταλλο. . .
Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της ζήτησε το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη τώρα κι αυτή απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι έλεγαν οι γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, βούλιαζε τη ματιά της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε να βγάλη απομέσα κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, ψηλαφούσε με τη ματιά της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να μαζέψη αποπάνω του τα λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το λέρωναν. . κ’ έξαφνα εκεί που κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε του παιδιού το πρόσωπο. . και τότε είδε. . και κατάλαβε κ’ έβγαλε μια φωνή — και λιγοθύμησε. . .
Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. . .
Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: του τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού του και πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και καλύτερα, γιατί και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ’ η Λιόλια επειδής που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι αυτά, γιατ’ είν' ο ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το σπίτι. . εμ πάντα, όσο δεν έχει κλείσει χρόνος. . .
Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν πήγε να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, με τα δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν ψεύτικα, τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη Βεργινία. . . Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε μόνο λόγια των γυναικών απ’ την κακία τους — κ’ έσκυψε το κεφάλι σαν κάτω από μιαν κατάρα του Θεού. . .
Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια.
Το μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν φωνή, σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι τούδιναν πια με το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το περισσότερο, το ξερνούσε: — θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον κούκλα γεμάτη πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν πια. . .
Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε απελπισμένα το κεφάλι της.
Έτσι του βγήκε σ’ όλην τη γειτονιά τόνομα: «η κερένια κούκλα».
Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη, ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον παιδίατρο κ’ είπε πως είναι ατροφικό.
Κ’ η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια σαν κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον ακόμα κ’ έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ’ έκανε τη μητέρα. . .
Και την έσφιγγε η Λιόλια — που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες — την κερένια της την κούκλα μ’ όλο το πάθος που αισθάνονται τα κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το σπλάχνο, το παιδί της — την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα, υπερφυσικά: Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι της, ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο! . . κ’ έκλεινε τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε η άλλη απάνω σ’ αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι τάνοιγε και το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί έβλεπε πως το'χε κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά σημειωμένο με το νεκρό της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και τόσφιγγε στο στήθος της μην της το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα μιαν άχνα σα να της έλεγε κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της άφωνης. 







Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΑΣ " 5+1 συμβουλές προς υποψήφιους αυτόχειρες "





Διαιτήτευσε σθεναρά και αμερόληπτα τον εσωτερικό σου αγώνα. Στην αρχή τιμώρησε με πέναλτι τη φιλαυτία σου, γιατί ανέτρεψε τον Πλησίον μέσα στη μικρή ζωή σου. Κατόπιν αποδεκάτισε τις αυταπάτες σου με την κίτρινη κάρτα, γιατί σε ξεγελούνε διαρκώς κάνοντας θέατρο. Εντέλει, χωρίς καθυστερήσεις, τράβηξε τη σκανδάλη της κόκκινης – πλέον κάθε αγώνας στερείται νοήματος, εξάλλου οι θνητοί είναι από κούνια χαμένοι. Οι χούλιγκανς της Φιλοσοφίας θα σε αποθεώσουν! 

Αμφιταλαντεύσου μεταξύ ζωής και θανάτου τρώγοντας αχλάδια. Οι οικείοι σου γονυπετείς θα σε εκλιπαρούν να κατεβείς, επικαλούμενοι ακριβώς τους λόγους που σε οδήγησαν στην κόψη της στέγης («τι θ’ απογίνουν τα τέσσερα παιδιά σου;», «σκέψου την τετραπληγική γυναίκα σου», «έχεις τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μπροστά σου»). Ωστόσο εσύ, ανένδοτος, ατάραχος, ακροβατώντας στο μεταίχμιο, θα γεύεσαι αφ’ υψηλού τη σάρκα πράσινων κώλων. 

Μετά την εμπρόθετη κατάποση του λευκαντικού για τα ρούχα, ψυχορραγώντας, τραγούδησε έναν ύστατο, υπερηχητικό αναστεναγμό. Ίσως προλάβεις να δεις τα πρόσωπα των θλιβερών κληρονόμων που σε περιβάλλουν να θρυμματίζονται σαν τζάμια. Είχες σωρεύσει πολύ καημό, λευκέ μου κύκνε, καθώς υπήρξες ισόβιο θύμα των προθέσεων: πολλοί σε υπο-τίμησαν, άλλοι σε δια-τίμησαν, κάποιοι σε επι-τίμησαν κιόλας, και ουδέποτε σε τίμησαν άνευ προθέσεως. Ασφαλώς εξαιρούσαν το «εκ-» και το «προ-». 

Κατασκήνωσε δίπλα σε τέλμα και προτού πνιγείς, ανιστόρησε τη ζωή σου στα γερμανικά. Μην παραλείψεις τίποτα, ξεκίνα από τα κλάματα στο μαιευτήριο και φτάσε ίσαμε τη χρεοκοπία της ελληνικής Αριστεράς. Βατράχια, νερόφιδα και λιβελούλες θ’ ακούνε βουρκωμένα το ακατανόητο δράμα σου. Κι αν είσαι τυχερός, η Νύμφη Νίτσα, εκλαμβάνοντας τη γλώσσα του Νίτσε ως παραλήρημα σαλού, θ’ αναδυθεί από τα βάθη του έλους και θα σε ελεήσει – ή θα σε παντρευτεί. 

Εάν σου λείπει η τόλμη, όπλισέ τους εκ νέου για να σε αφανίσουν αυτοί: ξαναψήφισέ τους! Επιστρέφοντας από την κάλπη, φόρεσε το σάβανό σου, άναψε τον δέκτη σου και μπες σε οιονδήποτε τηλεοπτικό ναό. Θα έχεις το προνόμιο να απολαύσεις σε ολοζώντανη μετάδοση τη νεκρώσιμη ακολουθία σου – τα εκλογικά αποτελέσματα. Το εν αποσυνθέσει λείψανό σου κάποτε θα γίνει αντιληπτό από τη δυσωδία. Και τότε οι Τεύτονες γειτόνοι σου, δήθεν σοκαρισμένοι, θα σε πετάξουν στον ομαδικό λάκκο που μας σκάβουνε. Όπως τον Μότσαρτ. 

[Εφόσον το Επέκεινα υπάρχει, είμαι σχεδόν πεπεισμένος ότι πάμπολλοι αυτόχειρες, υποτροπιάζοντας, θέλουν ν’ αυτοκτονήσουν που αυτοκτόνησαν, αλλά πλέον αδυνατούν λόγω αθανασίας – και αυτό ονομάζεται Κόλαση. Θεωρώ σκόπιμο λοιπόν να προσθέσω και ορισμένες εναλλακτικές λιγότερο καταδικαστικές από τις προηγούμενες.] 

Προμηθεύσου ένα αποκριάτικο σφυράκι και, τις ώρες του απελπισμού ή της αυτομομφής, τότε που τα γραφεία τελετών μοιάζουν με ταξιδιωτικά, σφυροκόπησε μετά μανίας το κρανίο σου. Και εσύ θα ξεθυμάνεις και η κούτρα σου θα παραμείνει ακέραιη, ικανή να κατεβάσει μιαν επίσκεψη στo Travel Plan. Θα μπορούσες, πάλι, να τουφεκίσεις ή να κανονιοβολήσεις εν θερμώ το είδωλό σου στον καθρέφτη. Παρά τη γρουσουζιά, θα έχεις καταφέρει να θανατώσεις τον αενάως γκαντέμη εαυτό σου όντας ζωντανός, και τώρα σίγουρα θα κερδίσεις τον πρώτο λαχνό. Αλλά έπειτα από επτά χρόνια. Στην τελική, άρπαξε ένα Μπλακ-εντ-Ντέκερ και τρυπάνισε τους αυτουργούς των δεινών σου. Θυματοποίησε τους θύτες αντί να διπλασιάσεις τη χασούρα. Οι ρηξικέλευθες θεολογικές πραγματείες που θα συγγράψεις στο κελί σου, θα σου αποφέρουν άφεση, τιμές και χρυσάφι. 

Φίλιππος Φίλιας 











ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΗΓΑΣ " Πώς μπόρεσες; "


Στη φρίκη της οδύνης
στη μέση, η λύπη στέκει
Αχ και νάσουνα φυγάς !
Θα ήξερα πως λόγος θα υπήρχε
και αιτία, πως σε κάποιους χρωστάς
πως από κάποιους προσπαθείς
να ξεφύγεις, πως της ψυχής σου
τα αβάσταχτα μαρτύρια απωθείς
Τώρα, η παρουσία σου ακόμα πιο βαριά
Κρατάς στα χέρια σου τη μεγάλη
ξύλινη βαλίτσα και πας, μετρημένα
βήματα, άδακρυς, χωρίς ίχνος
εκδίκησης, με την απορία τη δική μου
-Πώς μπόρεσες να κρύψεις
τόσα χρόνια, τόση λύπη!-

Ευαγ. Ρήγας






ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ - Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΣΟΥ

Γερανιώτης Δημήτριος-Κοπέλα σε Αγρό, 1905
Στα χωράφια με τις παπαρούνες σε περίμενα, κοιτώντας τους ζεστούς δρόμους. Πανοπλίες άλλαζα παλεύοντας με τις αστραπές κι ύστερα έτρεχα στα σκιερά ποτάμια, μακριά από ελπίδες κι ευχολόγια. Στους λόφους με τ’ αγκάθια, φωτιές ξερίζωνα να μην νικήσουν την αγάπη. Τις νύχτες αδάκρυτες σκιές είχα συντροφιά. Και σαν έφτανε η αυγή με χαρά σαρκώνονταν κι έφευγαν για τις θάλασσες. Αλλά ατρόμητη γυναίκα ήρθες ένα δειλινό. Τους φράχτες παραμέρισα και τα τριαντάφυλλα του κορμιού σου αγκάλιασα. Και να, άρχισαν τα θαύματα. Βοές απ’ τις βελανιδιές έντυσαν τον δρόμο μας. Τα δάκρυά σου πότισαν βαθιά το αίμα μου. Τα αεράκι απ’ τους λειμώνες χάιδεψε τα πρόσωπά μας, στάζοντας λίγη αθανασία στις καρδιές μας. Ω , οι υμνωδίες του ουρανού ξαστέρωσαν τις λέξεις μας και τραγούδι έγιναν. Κι ένα παιδί απ’ τους μελισσώνες, ζωγράφισε τον κόσμο μας. Δώρο του Θεού, Αγαπημένη.








ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Β. " Ημέρες... "


Τίτλος: hug me til the end of dock

Ημέρες που φεύγουν γοργά,
πριν τις κοιτάξω τρέχουν
σε σοκάκια διπλανά.
Δεν αγάπησα τη βουή σου πόλη μου, παρά μόνο εσένα.
Τις κλεφτές ματιές που ανταλλάξαμε σε μια βιτρίνα
το λιμάνι σου με τα ζευγαράκια
Την αποβάθρα σου ερωτεύτηκα,
εκεί που κάποτε τη φίλησα.
Τι τα θέλεις πόλη μου,
φεύγουν οι μέρες σου γοργά.
Πριν τις κοιτάξω, έχουν τρέξει σε σοκάκια διπλανά...
Αλέξανδρος Β. (κείμενο και φωτογραφία)










ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ '' Eίμαστε ένα! ''

Πίνακας  - Ιουλία Βεντίκου


Ποιος περπατά στην ομίχλη σκυφτός;
ποιος ονειρεύεται τη ζωή μοναχός;
Ποιος στην καμαρή του κλαίει σιγανά;
ποιος μέσα στη νύχτα ξαγρυπνά;
Ποιος αναζητά με αγωνία ένα χάδι;
ποιος παρηγοριά δε βρίσκει το βράδυ;
Ποιος δεν κοιτά της ζωής του το δρόμο;
ποιος ακουμπά ένα γονατισμένο στον ώμο;
Ποιος αγαπά και το δάκρυ του αφήνει;
ποιος δε μιλά μα η πράξη του δίνει;
Ποιος σταματά να περάσει ο άλλος
ποιος υποχωρεί γιατί είναι μεγάλος;
Δεν απαντάς και τα μάτια σου κλείνεις
ξέρεις, μετράς, δε νογάς μα αφήνεις
να περάσουν οι μέρες, οι νύχτες, ο χρόνος
ταξιδεύει η ζωή και δεν είσαι ο μόνος
άκουσε, σκέψου πολλοί σαν εσένα
σου λέω είμαι εγώ, είμαστε εμείς ,είμαστε ένα!
*
από τα ''εφηβικά έμμετρα''



Παρουσίαση του βιβλίου της Γιώτας Αργυροπούλου «Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό».


Οι Εκδόσεις Gutenberg σας προσκαλούν 

την Τετάρτη 8 Νοεμβρίου, 
ώρα 6μ.μ., 
στο Βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24), 
στην παρουσίαση του βιβλίου της Γιώτας Αργυροπούλου 

«Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό».

Θα μιλήσουν:
Μαρία Μαρκαντωνάτου, φιλόλογος-ποιήτρια
Joshua Barley, ελληνιστής-μεταφραστής

Θα απαγγείλει η Άσπα Κυρίμη, ηθοποιός-σκηνοθέτις

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν με παραδοσιακή μουσική:
Μαρουσώ Κυδωνιέως, βιολί
Βασιλική Βουτέλη, τραγούδι








Έζρα Πάουντ - Ezra Weston Loomis Pound ( 30 Οκτωβρίου 1885 – 1 Νοεμβρίου 1972 )



Ο Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ (Ezra Weston Loomis Pound, 30 Οκτωβρίου 1885 – 1 Νοεμβρίου 1972) ήταν Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος. Μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού.
Ο Έζρα Πάουντ γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Χάλεϊ του Αϊντάχο των Η.Π.Α.. Υπήρξε παιδί παλιάς αποικιακής οικογένειας: οι πρόγονοί του από την πλευρά του πατέρα του και της μητέρας του έφθασαν εκεί προερχόμενοι από την Αγγλία του 17ου αιώνα. Ήταν μοναχογιός του Χόμερ Λούμις από το Ουισκόνσιν, ομοσπονδιακού υπαλλήλου και της Ιζαμπέλας Γουέστον από τη Νέα Υόρκη. Στα δεκαπέντε του χρόνια γράφτηκε στην Στρατιωτική Ακαδημία του Τσέτελχαμ για να την εγκαταλείψει γρήγορα.
Το 1900-05 σπούδασε συγκριτική λογοτεχνία και ξένες γλώσσες στο πανεπιστήμιο της Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και στο Χάμιλτον Κόλετζ της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Αυτό το διάστημα συνδέθηκε φιλικά με τον Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς και την Χ.Ντ. (Χίλντα Ντούλιτλ).
Κατόπιν, διδάσκει στο Γουάμπας Κόλετζ του Κρόφορντσβιλ της Ιντιάνα για λιγότερο από ένα χρόνο, από το οποίο και φεύγει εξαιτίας ενός μικρού σκανδάλου. Το 1908 ταξιδεύει στην Ευρώπη και αρχικά μένει στη Βενετία. Από το 1909 μέχρι το 1920 ζει με διακοπές στο Λονδίνο, όπου και συγχρωτίζεται με τους σημαντικότερους ανθρώπους των αγγλικών γραμμάτων της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Τζαίημς Τζόυς, Φόρντ Μάντοξ Φόρντ και Ουίνταμ Λιούις.
Από τη συνάντησή του με τον γλύπτη Χένρι Γκωντιέ-Μπρτζέσκα γεννήθηκε ο βορτισισμός*  (από τον αγγλικό όρο vortex).
Τα πρώτα ποιήματα του Πάουντ ήταν εμπνευσμένα απ' τους Προραφαηλίτες και άλλους ποιητές του 19ου αιώνα και τη μεσαιωνική λογοτεχνία, όπως και από τις αποκρυφιστικές/μυστικιστικές φιλοσοφίες. Όταν μετακόμισε στο Λονδίνο, υπό την επιρροή του Φ.Μ. Φόρντ και του Τ.Ε. Χιούλμ, άρχισε να απορρίπτει τα υπερβολικά αρχαϊκά στοιχεία της ποιητικής του γλώσσας σε μια προσπάθεια να μεταλλάξει τον ποιητικό του εαυτό. Πίστευε πως ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή ποιητής, και έκανε παρέα μαζί του όταν έμενε στην Αγγλία. Μαζί, βοήθησε ο ένας τον άλλο να εκμοντερνίσει την ποίησή του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου έζησαν μαζί στο Στόουν Κότατζ στο Σάσεξ, μελετώντας ιαπωνικά, κυρίως θεατρικά έργα Νο. Έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην εργασία του Έρνεστ Φενολλόζα, ενός αμερικανού καθηγητή στην Ιαπωνία, του οποίου την εργασία για τους κινέζικους χαρακτήρες ο Πάουντ ανέπτυξε σ' αυτό που ονόμασε Ιδεογραμμική μέθοδο. Το 1914, παντρεύεται την Ντόροθι Σαίξπηρ, καλλιτέχνη και κόρη της Ολίβια Σαίξπηρ, μυθιστοριογράφο και ερωμένη του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς.
Ο Πάουντ διόρθωσε την Έρημη Χώρα του φίλου του Τ.Σ. Έλιοτ, το ποίημα που ώθησε την καινούργια ποιητική ευαισθησία στην προσοχή του κοινού.

Εντούτοις, ο πόλεμος κατέστρεψε την πίστη του Πάουντ στο σύγχρονο δυτικό πολιτισμό και σύντομα εγκατέλειψε το Λονδίνο, αλλά όχι προτού δημοσιεύσει το Homage to Sextus Propertius (1919) και το Hugh Selwyn Mauberley (1920). Αν αυτά τα ποιήματα δίνουν σχήμα σ' ένα αποχαιρετισμό στα χρόνια του Πάουντ στο Λονδίνο, τα Κάντος, που αρχίζουν το 1915, δείχνουν το δρόμο μπροστά.
Το 1920, ο Πάουντ μετακόμισε στο Παρίσι όπου κινήθηκε μεταξύ ενός κύκλου καλλιτεχνών, μουσικών και συγγραφέων που ξεσήκωσαν ολόκληρο τον κόσμο της μοντέρνας τέχνης. Ήταν φίλος με ανθρώπους όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο Τριστάν Τζαρά, ο Φερνάν Λεζέ και άλλους ντανταϊστές και σουρεαλιστές. Συνέχισε να δουλεύει τα Κάντος, γράφοντας τον όγκο της ακολουθίας Μαλατέστα η οποία εισήγαγε μια από τις σημαντικότερες περσόνες του ποιήματος. Επίσης, το ποίημα έδειχνε όλο και περισσότερο τις ανησυχίες του με την πολιτική και τα οικονομικά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγραψε επίσης κριτικά κείμενα, μεταφράσεις και συνέθεσε δύο πλήρεις όπερες (με τη βοήθεια του George Antheil) και διάφορα κομμάτια για σόλο βιολί. Το 1922 συναντήθηκε και συνδέθηκε με την Όλγα Ράντζ, μια βιολίστρια. Μαζί με την Ντόροθι Σαίξπηρ, διαμόρφωσαν ένα ταραγμένο ερωτικό τρίγωνο που επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι το τέλος της ζωής του ποιητή.
Στις 10 Οκτωβρίου 1924, ο Πάουντ αφήνει για πάντα το Παρίσι και μετακομίζει στο Ραπάλλο της Ιταλίας. Εκεί, αυτός και η Ντόροθι, μένουν για λίγο, μετά ταξιδεύουν στη Σικελία και τον Ιανουάριο του 1925 επιστρέφουν για να εγκατασταθούν στο Ραπάλλο. Στην Ιταλία συνέχισε να είναι ένας δημιουργικός καταλύτης. Ο νεαρός γλύπτης Χάινζ Χέντζις τον είδε να φτάνει αδέκαρος. Του δόθηκε κατάλυμα και μάρμαρο να σκαλίσει, και γρήγορα έμαθε να δουλεύει την πέτρα. Τον ίδιο καιρό, ο ποιητής Τζέιμς Λόφλιν ξεκίνησε τον εκδοτικό οίκο Νέοι Ορίζοντες που θα γινόταν όχημα για πολλούς νέους συγγραφείς.
Εκείνο τον καιρό, ο Πάουντ οργάνωσε επίσης μια ετήσια σειρά συναυλιών όπου εκτελούνταν ένα ευρύ φάσμα της κλασσικής και σύγχρονης μουσικής. Ειδικότερα αυτή η μουσική δραστηριότητα συνέβαλε στην αναβίωση στον 20ό αιώνα του ενδιαφέροντος για τον Αντόνιο Βιβάλντι, ο οποίος ήταν ξεχασμένος από τον καιρό του θανάτου του.
Στην Ιταλία ο Πάουντ έγινε ενθουσιώδης υποστηρικτής του Μουσολίνι και αντισημιτικά συναισθήματα αρχίζουν να εμφανίζονται στα γραπτά του. Έκανε το πρώτο ταξίδι στις ΗΠΑ μετά από πολλά χρόνια το 1939, την παραμονή του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, και σκέφτηκε να μείνει εκεί μόνιμα, αλλά στο τέλος επέλεξε να επιστρέψει στην Ιταλία.
Ο Πάουντ παρέμεινε στην Ιταλία μετά το ξέσπασμα του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Έγινε κορυφαίος προπαγανδιστής του Αξονα. Συνέχισε επίσης να συμμετέχει σε φιλολογικές εκδόσεις, και έγραψε πολλά άρθρα στις εφημερίδες. Αποδοκίμασε την αμερικανική συμμετοχή στον πόλεμο και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις πολιτικές επαφές του στην Ουάσιγκτον για να την αποτρέψει. Μίλησε στο ιταλικό ραδιόφωνο και έδωσε μια σειρά συζητήσεων πάνω σε πολιτιστικά θέματα. Αναπόφευκτα, άγγιξε και πολιτικά θέματα, η αντίθεσή του στον πόλεμο και ο αντισημιτισμός του ήταν προφανή. Δεν είναι σαφές αν κάποιος στις Ηνωμένες Πολιτείες άκουσε τις ραδιοφωνικές εκπομπές του, δεδομένου ότι οι συσκευές αποστολής ραδιοφωνικού σήματος του ιταλικού ραδιοφώνου ήταν αδύνατες και αναξιόπιστες. Είναι σαφές, εντούτοις, ότι τα άρθρα του στις ιταλικές εφημερίδες (καθώς επίσης και διάφορα βιβλία και μπροσούρες) είχαν κάποια επιρροή στην Ιταλία.
Τον Ιούλιο του 1943 οι Συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλαν στο νότιο μισό της Ιταλίας. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ ΙΙΙ απομάκρυνε, ύστερα από συνεδρίαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου τον Μουσολίνι από πρωθυπουργό του βασιλείου της Ιταλίας. Ο Μουσολίνι δραπέτευσε στο Βορρά, όπου αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της νέας Δημοκρατίας του Σαλό. Ο Πάουντ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτιστικές και προπαγανδιστικές δραστηριότητες στη νέα αυτή δημοκρατία, η οποία διήρκεσε μέχρι την άνοιξη του 1945.
Στις 2 Μαΐου 1945, συνελήφθη από τους Ιταλούς παρτιζάνους, και οδηγήθηκε (σύμφωνα με το Hugh Kenner) στη βάση τους στο Τσιάβαρι, όπου σύντομα απελευθερώθηκε μην παρουσιάζοντας κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Την επόμενη ημέρα, παραδόθηκε οικειοθελώς στις αμερικανικές δυνάμεις. Φυλακίστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως του αμερικανικού στρατού έξω από την Πίζα, κλεισμένος για 25 μέρες σε ένα ανοικτό κλουβί πριν του δοθεί μια σκηνή. Εδώ υφίσταται νευρικό κλονισμό. Κατά τη διάρκεια της φυλακισής του συνέταξε τα Κάντος της Πίζας (The Pisan Cantos). Αυτό το τμήμα της ποίησης υπό εξέλιξη (work in progress) χαρακτηρίζει μια μετατόπιση στην ποίηση του Πάουντ· μια περισυλλογή στην καταστροφή τη δική του και της Ευρώπης, και στη θέση του στο φυσικό κόσμο. Τα Κάντος της Πίζας κέρδισαν το πρώτο βραβείο Bollingen από τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το 1948.
Στην πατρίδα του θα δικαστεί, αλλά με το ελαφρυντικό της ψυχικής διαταραχής του δεν θα του καταλογισθεί καμία ποινική ευθύνη. Όμως θα παραμείνει έγκλειστος έως το 1958 στο Ψυχιατρείο των ποινικών κρατουμένων στο Σαιντ Ελίζαμπεθ χόσπιταλ της Ουάσινγκτον. Εκεί θα συνεχίσει να γράφει τα Κάντος του, ενώ μετέφρασε αρχαία κινέζικη ποίηση και την τραγωδία του Σοφοκλή Τραχίνιαι.
Το 1958 θα αποφυλακιστεί με το αιτιολογικό της φρενοβλάβειας και θα επιστρέψει στην Ιταλία. Θα πεθάνει στη Βενετία την 1η Νοεμβρίου του 1972.



Έργα του Έζρα Πάουντ στα ελληνικά

Ποιητική τέχνη Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Ποιήματα. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Χρίστος Γούδης. Αθήνα: Νέα Θέσις, 2013.
32 ποιήματα. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Γιάννης Λειβαδάς. Αθήνα: Κουκούτσι, 2013. ISBN 978-618-80069-3-5.
Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ. Μετάφραση και επιμέλεια: Χάρης Βλαβιανός. Αθήνα: Πατάκης, 2010. ISBN 978-960-16-3633-7.
Τα 'Ασματα της Πίζας. Πρόλογος, μετάφραση και ερμηνευτικές σημειώσεις: Αντώνης Ζέρβας. Αθήνα: Ίνδικτος, 2003. Νέα αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση (α' έκδ. Καστανιώτης, 1984). ISBN 960-518-216-5.
Κατάη. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος. Αθήνα: Αρμός, 2001. ISBN 960-527-185-0.
Κάντο xvii. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Άκρον 2000 (Σειρά φυλλαδίων ποίησης).
Σπουδή των Κάντο Ι-XXX. Μετάφραση: Γιώργος Βάρσος. Αθήνα: Πατάκης, 1999. ISBN 960-600-231-4.
Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX (Τα τελευταία Κάντος). Πρόλογος: Mary de Rachewiltz. Εισαγωγή και μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός. Αθήνα: Νεφέλη, 1991. ISBN 960-211-107-0.
Personae, Τα Κάντο της Πίζας. Εκλογή απ' τα Κάντο. Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος. Αθήνα: Δωδώνη, 1984. ISBN 960-248-155-2.
Ποιήματα. Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος. Αθήνα: Τυπ. Π. Μπόλαρη, 1966.
https://el.wikipedia.org/



*Ο Βορτισισμός ή Βορτικισμός (Vorticism) αποτέλεσε καλλιτεχνικό κίνημα στις αρχές του 20ου αιώνα. Αν και διήρκεσε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου την τριετία 1912-1915, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα οργανωμένα ρεύματα αφηρημένης τέχνης που αναπτύχθηκαν στην Αγγλία και συγγενεύει με τα κινήματα του κυβισμού και του φουτουρισμού.
Ο όρος βορτισισμός αποδίδεται στον ποιητή Έζρα Πάουντ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε το 1913.Κυρίαρχη φυσιογνωμία του κινήματος αποτέλεσε ο ζωγράφος και λογοτέχνηςWyndham Lewis. Ανάμεσα στους υπόλοιπους εκπροσώπους του ανήκουν οι ζωγράφοι William Roberts, Edward Wadsworth, David Bomberg, Jessica Dismorr, Frederick Etchells, Cuthbert Hamilton, Lawrence Atkinson, CRW Nevinson, οι γλύπτες Jacob Epstein και Henri Gaudier-Brzeska καθώς και οι συγγραφείς Έζρα Πάουντ και T. E. Hume.
Το 1914, τα μέλη του βορτισισμού δημοσίευσαν το πρώτο τεύχος του περιοδικού BLAST, στο οποίο αποτυπώνονται δείγματα της αισθητικής του βορτισισμού ενώ ακολούθησε και μια τελευταία δεύτερη κυκλοφορία το 1915.
Το κίνημα αναπτύχθηκε κατά κύριο λόγο στο χώρο της ζωγραφικής και της γλυπτικής -- με έντονες επιρροές και δάνεια από τα κινήματα του κυβισμού και του φουτουρισμού -- καθώς επίσης και στη λογοτεχνία κυρίως λόγω της σημαντικής παρουσίας τoυ Έζρα Πάουντ. Αξιοσημείωτη είναι και η επίδρασή του στη φωτογραφία, καθώς ο βορτισιστής Alvin Langdon Coburn επινόησε την πρώτη αμιγώς αφηρημένη φωτογραφία το 1917, η οποία και ονομάστηκε Vortograph. Οι φωτογραφίες αυτού του είδους απεικόνιζαν έναν αντικείμενο με τη βοήθεια καθρεφτών -- τριγωνικής συνήθως διάταξης -- και είχαν την μορφή ενός καλειδοσκοπίου.
Στην ιστορία του κινήματος καταγράφεται μόνο μία έκθεση, το 1915 στην Γκαλερί Doré. Το επόμενο διάστημα, κυρίως λόγω της έναρξης του Α' Παγκοσμίου πολέμου το κίνημα του βορτισισμού διαλύθηκε. Την περίοδο του 1920 προσπάθειες για την αναβίωσή του μέσω της καλλιτεχνικής ομάδας Group X απέτυχαν. Το 1956, η Tate Gallery φιλοξένησε επίσης έκθεση για τον βορτισισμό.
Αν και ως καλλιτεχνικό ρεύμα δεν κατατάσσεται στις κυρίαρχες τάσεις της μοντέρνας τέχνης, θεωρείται πως συνέβαλε γενικά στην διαμόρφωση των μεταγενέστερων κινημάτων της αφηρημένης τέχνης.

Εzra Pound -  Olga Rudge

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Με την Τοκογλυφία

Με την τοκογλυφία κανείς δεν έχει σπίτι πέτρινο
με κάθε πέτρα να σμιλεύεται σωστά και τέλεια να δένει
έτσι ώστε ένα σχέδιο να είναι δυνατό να περαστεί πάνω στην πρόσοψή του,

με την τοκογλυφία
κανείς δεν έχει έναν παράδεισο ζωγραφιστό
στους τοίχους του ναού του
άρπες και φλάουτα
ή την παρθένο εκεί που δέχεται το μήνυμα κι
η άλως να προβάλλεται απ΄ τη χαραγματιά,

με την τοκογλυφία
κανείς δεν βλέπει τον Γκοντσάγκα
με τους διαδόχους και τις παλλακίδες του
καμιά ζωγραφική δεν γίνεται να διαρκέσει ή να ζήσει,
γίνεται μόνο για να πουληθεί,
και μάλιστα στο άψε-σβήσε,

με την τοκογλυφία, αμάρτημα κατά της φύσης,
είν΄ το ψωμί σου ακόμα πιο μπαγιάτικο
ειν' το ψωμί ξερό σαν να ΄ταν χάρτινο,
χωρίς πληθώρα από σιτάρι, χωρίς αλεύρι δυνατό

με την τοκογλυφία γίνεται η γραμμή τραχιά
με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο
κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει.
Ο λιθοξόος κρατιέται μακριά απ΄ την πέτρα του
κι ο υφαντής μακριά από τον αργαλειό του.

ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν έρχεται μαλλί στην αγορά
τα πρόβατα δεν φέρνουν κέρδος.
Είναι πανούκλα η τοκογλυφία,
αμβλύνει τη βελόνα στης κοπελιάς το χέρι
βάζει φραγμό στού υφαντή την τέχνη.
Ένας Πιέτρο Λομπάρδο δεν μας προέκυψε ποτέ από τοκογλυφία
και ένας Ντούτσιο δεν έγινε ποτέ από τοκογλυφία
ούτε Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα,
ούτε Μπελλίνι γίνανε ποτέ απ΄ την τοκογλυφία
ούτε και ζωγραφίστηκε ποτέ "Η Συκοφαντία".
Ένας Αντζέλικο δεν μας προέκυψε από τοκογλυφία,
ουτ' ο Αμπρότζιο ντε Πρέντις.
Ουτ΄ εκκλησιά με λαξευμένο λίθο
με χαραγμένο το "Αδάμ εποίει".
Ούτε ο Σαιντ Τροφίμ από τοκογλυφία.
Ούτε ο Σαιντ Ιλαίρ από τοκογλυφία.
Διάβρωσε την σμίλη η τοκογλυφία.
Διάβρωσε και τέχνη και τεχνίτη.
Ροκάνισε το νήμα τ΄αργαλειού
Καμιά δεν έμαθε να πλέκει το χρυσόνημα
με το πατρόν της
Το γαλανό πιάνει μελίγκρα απ΄ την τοκογλυφία,
και η πορφύρα μένει ακέντητη.
Και το σμαράγδι δεν συναντά κανέναν Μέμλινκ
Σκοτώνει το παιδί στη μήτρα η τοκογλυφία
Του νέου το φλερτάρισμα το σταματά
Έφερε την παραλυσία στο κρεβάτι, ξαπλώνει
ανάμεσα στη νεαρή τη νύφη και τον άντρα της
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Φέρανε πόρνες για την Ελευσίνα
Πτώματα στήθηκαν στο δείπνο
κατ΄ εντολήν της τοκογλυφίας.
μτφρ: Χρίστου Γούδη



✤  ✤  ✤  ✤
Η Εντολή

Πηγαίνετε τραγούδια μου
στους μοναχικούς και τους ανικανοποίητους

Πηγαίνετε σε αυτούς με τα σπασμένα νεύρα,
στους δούλους της συμβατικότητας
Χαρίστε τους την περιφρόνησή μου για τους δυνάστες τους.
Πηγαίνετε σαν μεγάλο κύμα από κρύο νερό
Κουβαλώντας την περιφρόνησή μου για τους δυνάστες.

Μιλήστε κατά της ασυνείδητης καταπίεσης

Μιλήστε κατά της τυραννίας των πεζών ανθρώπων
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.

Πηγαίνετε στην αστή που πεθαίνει από πλήξη
Πηγαίνετε στις γυναίκες των προαστίων
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους

Πηγαίνετε σε αυτούς που η αποτυχία τους μένει κρυμμένη
Πηγαίνετε σε αυτούς που ζευγάρωσαν κακότυχα
Πηγαίνετε στην αγορασμένη σύζυγο
Πηγαίνετε στην γυναίκα με την προίκα

Πηγαίνετε σε αυτούς που έχουν λεπτούς τρόπους
Πηγαίνετε σε αυτούς που
οι λεπτές επιθυμίες τους δεν πραγματοποιούνται

Πηγαίνετε σαν σαράκι στην απραξία του κόσμου
Βαδίστε με την κόψη εναντίον της και δυναμώστε τις λεπτές χορδές
Γεμίζοντας εμπιστοσύνη τα φύκια και τις κεραίες της ψυχής.

Πηγαίνετε με φιλικό τρόπο
Πηγαίνετε με ανοιχτό λόγο
Ερευνήστε για καινά δαιμόνια και για καινά αγαθά
Σταθείτε αντίθετα σε κάθε μορφή καταπίεσης
Πηγαίνετε στους μεσήλικες που χόντρυναν
Και σε όσους έχασαν το ενδιαφέρον τους

Πηγαίνετε στους έφηβους που ασφυκτιούν μέσα στην οικογένεια
Ω πόσο απαίσιο είναι
Να βλέπεις τρεις γενιές κάτω από την ίδια στέγη
Είναι σαν δένδρο με νέα βλαστούς
Και με κλαδιά που πέφτουν σαπισμένα.

Πηγαίνετε να ταρακουνήσετε την κοινή γνώμη
Σταθείτε αντίθετα στη δουλεία του αίματος
Σταθείτε αντίθετα σε κάθε είδους χειραφέτηση.
Πηγαίνετε τραγούδια μου, αναζητήστε τον έπαινό σας από τους νέους
Και από τους αδιάλλακτους
Βαδίστε μόνο ανάμεσα στους εραστές της τελειότητας.
Επιδιώξτε ακόμα να στέκεστε κάτω από το σκληρό Σοφόκλειο φως
Και αποδεχθείτε με ευχαρίστηση τα τραύματά σας από αυτό.



✤  ✤  ✤  ✤

Ώ λαμπρέ Απόλλωνα  τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,

Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς
εσείς ή τους τρελλαίνετε
ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν
ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους
και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία

Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω
δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο
Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος
θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα
να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά
ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα
και φοβούνται να πουν πως σας μισούν
η γεύση της αρβύλας μου;
Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
χαϊδέψτε την
βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»
μτφρ: Χρίστου Γούδη



✤  ✤  ✤  ✤

Ελπήνωρ

Αλλά ήλθε πρώτος ο Ελπήνωρ, ο φίλος μας Ελπήνωρ,
Άθαφτος, απορριγμένος πάνω στη μεγάλη γης,
Κουφάρι που τ' αφήσαμε στο σπίτι της Κίρκης,
Άκλαυτο κι ασαβάνωτο, τα βάσανα μας κέντριζαν γι' αλλού.
Αξιολύπητο πνεύμα. Και φώναξα μιλώντας βιαστικά:
"Ελπήνωρ, πώς έφτασες στο σκοτεινό τούτο ακρογιάλι;
Πεζοδρόμος ήρθες ξεπερνώντας τους θαλασσινούς;"
Και αυτός βαριά μιλώντας:
"Τύχη κακιά και το πολύ κρασί.
Γλίστρησα στο μέγαρο της Κίρκης.
Κατεβαίνοντας την αψηλή σκάλα αφύλαχτος
Έπεσα πάνω στον τοίχο,
Τσάκισα το κόκαλο του αυχένα, κ' η ψυχή γύρεψε τον Άδη.
Μα εσύ, Βασιλιά, παρακαλώ θυμήσου με,
άκλαυτον, άθαφτο,
Σώριασε τ' άρματά μου,
φτιάξε μου τάφο στην ακρογιαλιά, και γράψε:

"Ένας άμοιρος άνθρωπος και μ' όνομα μελλούμενο.
Και στήσε το κουπί μου που έλαμνα μαζί με τους συντρόφους".
μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης από "Αντιγραφές"


✤  ✤  ✤  ✤

Εικόνα χορού

Μαυρομάτα
Ω γυναίκα των ονείρων μου

Με τα σανδάλια σου από φίλντισι
Καμιά δεν είναι σαν και σε ανάμεσα στους χορευτές
Καμιά με πόδια τόσο γρήγορα
Δεν σε βρήκα στις σκηνές
Στο ραγισμένο σκοτάδιΟύτε στο φιλιατρό του πηγαδιού
Ανάμεσα στις γυναίκες με τις στάμνες.
Τα χέρια σου όπως το νεαρό δένδρο κάτω από τον φλοιό,
Το πρόσωπό σου ' καθώς ποτάμι στο φως

Λευκοί όπως το αμύγδαλο οι ώμοι σου
Όπως φρέσκα αμύγδαλα χωρίς το κάλυμμα
Δεν σε φυλάνε με ευνούχους
Ούτε με κάγκελα χαλκού
Ασήμι και χρυσωμένη ταρταρούγα εκεί, όπου αναπαύεσαι
Και γύρω σου φόρεμα καστανό

Πλεγμένο με κλωστές χρυσού έχεις τυλίξει
Ω Νάθατ-Ικαναίη ' πλάι-στο-ποτάμι-δένδρο'
Τα χέρια σου είναι πάνω μου σαν το ρυάκι ανάμεσα στα βρύα
Τα δάκτυλά σου ρεύμα παγωμένοΟι υπηρέτριες λευκές όπως τα βότσαλα,
Ή μουσική τους γύρω σου!Καμιά δεν είναι σαν και σε ανάμεσα στους χορευτές
Καμιά με πόδια τόσο γρήγορα.



✤  ✤  ✤  ✤

Ένα κορίτσι

Το δέντρο μπήκε μέσα στα χέρια μου,
Ο χυμός ανέβηκε στα μπράτσα μου,
Το δέντρο μεγάλωσε μέσα στο στήθος μου-
Κάτω,
Τα κλαδιά βλαστάνουν από πάνω μου, σαν μπράτσα.

Δέντρο είσαι,
Βρύο είσαι,
Είσαι βιολέτες, κι από πάνω τους ο άνεμος.
Ένα παιδί – τόσο ψηλό – είσαι,
Κι όλα αυτά είναι μια τρέλα για τον κόσμο!

Μετάφραση Νεοκλής Κυριάκου

*
A Girl


The tree has entered my hands,
The sap has ascended my arms,
The tree has grown in my breast -
Downward,
The branches grow out of me, like arms.

Tree you are,
Moss you are,
You are violets with wind above them.
A child - so high - you are,
And all this is folly to the world.

✤  ✤  ✤  ✤

Αλάβαστρο

Αυτή η κυρία με τη ρόμπα του μπάνιου που
την λέει πενιουάρ,
είναι για την ώρα η φιλενάδα του φίλου μου,
και τα ντελικάτα λευκά πόδια του μικρού λευκού
πεκινουά της
Δεν είναι τόσο ντελικάτα όσο εκείνη,
Κι ούτε ο Γκωτιέ θα περιφρονούσε το κοντράστο
των λευκών
Όπως κάθεται στη μεγάλη πολυθρόνα
Ανάμεσα στα δυο νωθρά κεριά

Μετάφραση Νεοκλής Κυριάκου

*
Albatre

This lady in the white bath-robe which she calls a
peignoir,
Is, for the time being, the mistress of my friend,
And the delicate white feet of her little white dog
Are not more delicate than she is,
Nor would Gautier himself have despised their contrasts
in whiteness
As she sits in the great chair
Between the two indolent candles.

http://www.poiein.gr/



✤  ✤  ✤  ✤

Κάντο LΧXXΙ, Λιμπρέττο

Ωστόσο
πριν πεθάνει από το κρύο η εποχή
που κουβάλησε ένας ζέφυρος στους ώμους
στον χρυσαφένιο υψώθηκα ουρανό
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,

Αυτός λείανε το ξύλο
της βιόλας για να δυναμώσει την χαμηλή και την ψηλή;

Αυτός στρογγύλεψε την σκάφη του λαγούτου;
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,
Επλασες κόσμο ευάερο να φέρεις
το φύλλο από την ρίζα;
Σύγνεφο βρήκες διάφανο, που ομίχλη
και ίσκιος δεν του έμοιασαν ποτέ;
Ε, τότε λύτρωσέ με, πες μου -αλήθεια-
αν τραγούδησε ο Ουώλερ κι αν έπαιξε ο Ντάουλαντ.

Τα δυο σου μάτια θα γενούν μαχαίρια να με σφάξουν
αφού πλέον δεν δύναμαι ν' αντέξω την μπωτέ τους
Κι επί 180 χρόνια τίποτε σχεδόν.
Εντ ασκολντάντο ιλεγκιέρ μορμόριo
μπήκε στην σκηνή μου μια καινούργια λεπτή ισορροπία ματιών, 
κι αν ήταν πνεύμα, 
υπόσταση κι αν ήταν- δεμένα μάτια τίποτε,
κρυμμένα μάτια, 
μάτια σε καρναβάλι πάντως
θυμό δεν είχανε ζευγάρι
κι εγώ δεν είδα παρά μάτια, κι ανάμεσα στα μάτια χρώμα
διάστημα,
αμέριμνο ή ανύποπτο πάντως δεν είχε
όλο τον χώρο της σκηνής
μήτε ήταν τόπος για πλήρη Ειδώς
διείσδυση, διάτρηση
μονάχα μια σκιά πέρα 
στα πέρα φώτα
γαλάζιο τ' ουρανού
θάλασσα μες στην νύχτα
πράσινη λίμνη απάνω στα βουνά
λάμψη από μάτια ακάλυπτα στην επικράτεια μιας μάσκας τόσης δα.

Ο,τι πολύ αγάπησες σου μένει,
τα υπόλοιπα σαβούρα

Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
κληρονομιά ενός κόσμου, δικού μου και δικού τους
ή μήπως κανενός;

Πρώτα ήρθαν τα ορατά, κι ακολούθησαν τ' απτά
Ηλύσια, έστω και στις αίθουσες του Αδη,
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
κένταυρος είναι το μυρμήγκι για τους δικούς του δράκοντές του.

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, δεν έπλασε ο άνθρωπος
την τόλμη και την δύναμη, δεν έπλασε την τάξη ο άνθρωπος την χάρη,

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, τέλειωνε λέω.
Μάθε απ' το πράσινο του κόσμου την θέση σου στην κλίμακα
της δημιουργίας ή της γνήσιας καλλιτεχνίας,

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε Πακίν!
Ο πράσινος ο σκούφος ξέκανε την κομψότητά σου.
κυβέρνησε τον εαυτό σου κι οι άλλοι θα σε αντέξουν

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
ένα σκυλί δαρμένο είσαι και πέφτει το χαλάζι,
μια κουρούνα που κορδώνεται και πάνω πότε βγαίνει πότε κρύβεται ο ήλιος,
Ασπρόμαυρη, μισή μισή,
δεν ξεχωρίζεις καν την φτερούγα απ' την ουρά σου

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
Βρώμα φρικτή το μίσος σου
και τρέφεται με ψέμα,

Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
Αμε, ταχιά και τέλειωνε, τσιγκούνης στην αγάπη, ναι
μα τέλειωνε μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε λέω.

Να πράξεις, άπρακτος μην μείνεις
αυτό δεν είναι δα ματαιοδοξία
Να χτυπήσεις μ' ευγένεια την πόρτα
που θ' ανοίξει ένας Μπλαντ να μυρίσεις στον αέρα
μια ζωντανή παράδοση ν' αδράξεις
σε μια ματιά σοφή γριά ματιά την φλόγα την αιώνια
όχι αυτό δεν είναι δα και ματαιοδοξία.
Το λάθος βρίσκεται σ' εκείνο,
που δεν πραγματοποίησες, 
το λάθος όλο σε μιαν απόφαση που δεν την πήρες
και τρέκλισε η απόφαση...
μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας


 Ο Γιώργος Σεφέρης με τον  Εζρα Πάουντ, σε φωτογραφία της δεκαετίας του ‘60

Canto τῶν Ἑφτά Λιμνῶν» ή Canto XLIX


Γιά τίς ἑφτά λίμνες, κι’ ὄχι ἀπό χέρι ἀνθρώπου τοῦτοι οἱ στίχοι:
Βροχή· ἄδειο ποτάμι· ἕνα ταξίδι,
φωτιά ἀπό μαργωμένο σύννεφο· χοντρή βροχή στό μούχρωμα
κάτω ἀπό τῆς καλύβας τήν σκεπή εἴταν ἕνα φανάρι.
Εἶναι βαρειά τά καλάμια· λυγισμένα·
καί τά μπαμπού μιλοῦν θἄλεγες κλαῖνε.

Φεγγάρι φθινοπωρινό· λόφοι γύρω σέ λίμνες
πάνω στό λιόγερμα
Τό βράδι μοιάζει μιά κουρτίνα σύννεφα,
θάμπωμα πάνω σέ σπηλιάδες· καί διακρίνεις
ἀψηλούς τούς μυτερούς μίσχους τῆς κανέλας,
ἕνας κρύος σκοπός μές στά καλάμια.
Πίσω ἀπ’ τό λόφο τοῦ καλόγερου ἡ καμπάνα
πού παίρνει ὁ ἄνεμος.
Πανιά πέρασαν δῶθε τόν Ἀπρίλη· μπορεῖ νά ξαναρθοῦνε τόν Ὀχτώβρη
Ἡ βάρκα χάνεται στ’ ἀσήμι· ἀργά·
Ὁ ἥλιος καίει μονάχος στό ποτάμι.

Ἐκεῖ πού τό κρασάτο φλάμπουρο σμίγει τό λιόγερμα
Σπάνιες καμινάδες καπνίζουν στό παράλληλο φῶς.


Ezra Pound – Canto XLIX [ ἀπόσπασμα ], 

ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Canto XLIX: Μιά ματιά στόν Παράδεισο

Τό «Canto τῶν Ἑφτά Λιμνῶν», ὅπως εἶναι γνωστό τό Canto XLIX, ἀναπνέει σχεδόν στό κέντρο τῆς γραφῆς ἑνός Παραδείσου, ὅπως θέλησε τά Cantos του ὁ Πάουντ, καί ἀποτελεῖ καί τό ἴδιο, μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ, μιά ὄψη ἤ ματιά στόν Παράδεισο. 
Ἐκδίδεται τό 1937 καί εἶναι ἡ ἠχώ τοῦ Canto XIII, μέ τό ὁποῖο συνδέεται μέσω τῆς ἔννοιας τῆς ὀργανικῆς ἁρμονίας καί τάξης ὅπως διατυπώνεται στή διδασκαλία τοῦ Κομφούκιου, καί μιά προοικονομία τῶν Cantos κινεζικῆς ἱστορίας (LII-LXI). 
Ἦταν, σύμφωνα μέ τήν κόρη τοῦ Μαίρυ ντέ Ράχεβιλτς (Mary de Rachewiltz), ἕνα ἀπό τά ἀγαπημένα Cantos τοῦ ἴδιου τοῦ Πάουντ καί ὁ Χιού Κέννερ (Hugh Kenner) τό ἀποκαλεῖ ἄξονα γύρω ἀπό τόν ὁποῖο περιστρέφονται τά Cantos, συμπυκνώνοντας ἔτσι τήν ἰδιαίτερη σημασία του. διαβάστε περισσότερα εδώ