Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Η ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ , ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
κι ας μας λεν αεροβάτες
φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!»
(Ο. Ελύτης, απόσπασμα από το « Ήλιος ο πρώτος»)

The Fire Within by Jacky Gerritsen




Ιωάννης Βηλαράς - Σαν πεταλούδα στη φωτιά

Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ’ εσένα γύρες φέρω
κι οχ τη φωτιά που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.
Και μόλο που φλογίζομαι, πετώ ολόγυρα σου,
να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιγμήν από σιμά σου.

Τα μάγια δεν τα πίστευα και μάγια είσαι ατή σου•
τα μάγια είν’ τα θέλγητρα οπόχει το κορμί σου.
Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση
της νιότης τ’ άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει.

Και ποιος είν’ ο αναίσθητος που να σ’ αλησμονήσει,
αφού σε δει για μια φορά, μαζί σου σα μιλήσει;
Τ’ αηδόνι σόδωκε λαλιά, φωνή το καναρίνι,
τη χλωρασιά σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.

Οι χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου,
της άνοιξης τριαντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.

Λεν το κοράλλι κόκκινο, μόν’ δίχως νοστιμάδα•
δεν έχει σαν τ’ αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα.
Δοξάρια είναι τα φρύδια σου και με πιτηδειοσύνη
βαρούν, πληγώνουν τις καρδιές, χωρίς ελεημοσύνη.

Στα δυο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει
κι οχ ταύτα τις σαγίτες του στους νιους απάνω αδειάζει.
Το κοίτασμά σου το γλυκό είν’ των καρδιών ο κλέφτης•
αν δεν πιστεύεις, ρώτησε να σου το είπει ο καθρέφτης…



Fire Painting - Deep by Mario Sanchez Nevado



Ιωάννης Γρυπάρης - Εστιάδες

Βαθιά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν' απ' την πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή - κι όλοι πετιούνται αλαλιασμένοι.

«Έσβησε η άσβηστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ' ελπίδα πως μπορεί να 'ν ψεύτρα η συμφορά,
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

Θαρρείς νεκροί κι απάριασαν τα μνήματ' αραχνά,
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κι ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά,
μην τύχει τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήσει.

Μ' ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφιλητό σκυφτοί
προς της Εστίας το Ναό τραβούνε,
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

Και βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ' ανωφέλευτο ντυμένες,
στον προδομένο το Βωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Εστιάδες, τις σεμνές, μα κολασμένες.

Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά -σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

Κι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ούδ' έλπιση δεν έχει μείνει.

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ' άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Κι αν είν' και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε. 


..............................................................................
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ' το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται - με το σκοπό της!



 Lake Of Fire by Arthur Robins




Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ  -  Γ΄ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε• τα στερνά
δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή.
Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος.
Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες,
χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά,
αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι
νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των
διευθυντών του Σίτυ•
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα…
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω
ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια
παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο
γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.

Η έρημη χώρα, απόσπασμα


The Burning of the Chicago - Currier & Ives , 1871







PAUL ELUARD - Η ΕΚΣΤΑΣΗ

«Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.»

(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)



The Burning of the Chicago River -Currier & Ives , 1871


Ο. Ελύτης -  
[Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα...]

«Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.


Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει, κακό, τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε
Είμαστε από καλή γενιά.»
Απόσπασμα (Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)



The Burning of the Chicago River -Currier & Ives , 1871



Γιώργος Θέμελης, Χειμωνιάτικη φωτιά

[Από την ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών, II]

Με είχε προφτάσει καταμεσής στο δρόμο
Απ’ τ’ αδειανό μου πίσω σπίτι στ’ άλλο σπίτι,
Η Νύχτα,
Με είχε σκεπάσει το σύθαμπο.

Το ετοιμόρροπο σώμα σαν ένας επερχόμενος σκελετός,
Δέντρο ρικνό απ’ τον άνεμο.

Έπεφτε το αίμα του ήλιου
Έπεφτε, λίμναζε μέσα στη Δύση.

Τα μάτια μάθαιναν τη θάμπωση,
Τα δάχτυλα την παγωμένη αφή.

Και φάνηκε η Αγάπη,
Πρόφτασε πάνω στο σύνορο,
Πρόφτασε, στάθηκε, σταλμένη από μακριά.

Μάζεψε φλόγα κι άναψε μια χειμωνιάτικη φωτιά.



 Jennifer Walton — Paintings of Forest Fires


Μενέλαος Λουντέμης - Ερωτικό Κάλεσμα

«Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια

τις πνίγουν οι νεροποντές
τις κυνηγούν οι βοριάδες

Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης
ένας αποσταμένος κατακτητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί







 Jennifer Walton — Paintings of Forest Fires

Στράτης Μυριβήλης - Τροία

Κάψαμε την Τροία με τον   πυρσό της Αγάπης!
Πάνω στα τείχη χόρεψαν οι φλόγες της Ελένης.

Φώτισαν τριανταφυλλιά τα νερά στο   καραβοστάσι,
έλαμψε κόκκινα ο χαλκός στις περικεφαλαίες!

Τώρα τα πλοία θαλασσοδέρνουνται ξυλάρμενα
aνάμεσ᾿ από τρόμους καi λαχτάρες.
Μe  θείαν οργή του πόντου ο Κύριος μας παιδεύει
κ᾿ η θάλασσα μ᾿ όλα τα θεριακά της.

Γυρίζει ο κύκλος των καιρών.
Οἱ Ανέμοι κυνηγούν τα κύματα,
κ᾿ εμείς γυρεύουμε στα πέλαα την Ιθάκη
καὶ μίαν άσπρη κλωνιά καπνό απ᾿ το παραγώνι.

Θα βρούμε, δε θα   βρούμε την Ιθάκη;
Θεός βοηθός! Όμως γιὰ πάντα
στα ταραγμένα πέλαα θα μας  φέγγουν,
χορεύοντας πάνω από τις φουρτούνες,
και μες στα   νεκρά μάτια των συντρόφων,
οι φλόγες οι μεγάλες από την Τροία,
οι ρόδινες οι φλόγες της Ελένης.

 Catching Fire by Donna Blackhall

Κωστής Παλαμάς - Κακή φωτιά

«Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ’ αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.»



 Jennifer Walton — Paintings of Forest Fires

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου - [Φωτιά στο δάσος]

Φωτιά στο δάσος φώναξε πριν γίνει δέντρο
.........................................................................
Τα έπιπλα είναι υπάκουα ζώα στην αρχή

από τη θέση τους ακίνητα σε παρακολουθούν

σε αποστηθίζουν μες στη στιλπνή ή θαμπή

γυαλάδα τους

τραβούν κινήσεις μέλη εικόνες απ' το σώμα σου

ταΐζουν μ' αυτές τα ξύλινά τους σπλάχνα

τα έπιπλα αγριεύουν με τον καιρό

ξυπνούν τη νύχτα τρίζουν ή γαυγίζουν σα σκυλιά

με δόλο από την κλειδαρότρυπά τους σε κοιτούν

ή ουρλιάζοντας γυρεύουν τη φωτιά

θέλουν να ξαναγίνουν δέντρα η μνήμη τους

κοιμάται πράσινη παντού

— ξυπνάει

όταν τινάζει τα μαλλιά του ο ξυλοκόπος

Fire in the Forest by William McCullagh



Μανόλης Πρατικάκης - Φλεγόμενο Φλάουτο

«Σπασμέ των λέξεων. Ερωτικό
σώμα του λόγου. Φωτοβόλο
πλάσμα τριαντάφυλλο
ανάγλυφης γυναίκας.

Έρχεσαι πάντα
μέσα απ’ τις γλώσσες
της φωτιάς.»



 Jennifer Walton — Paintings of Forest Fires




ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - Φωτιές του Ἅϊ-Γιάννη

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θα-
λασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

(Λονδίνο, Ιούλιος 1932)



Joseph Mallord William Turner, English - The Burning of the Houses of Lords


Τάκης Σινόπουλος - Ο καιόμενος


«Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.»



 J.M.W Turner - The Burning of the Houses of Parliament.



Tristan Tzara - Η Απηγορευμένη Φωτιά


ΙΧ

Η νύχτα φώτιζε τη νύχτα
τη νύχτα μες στις πυγολαμπίδες της
τα κύματα ζητούν ελεημοσύνη στα πουλιά
και το νερό σβήνει μόνο του

κι έκτοτες ήταν σιωπή
που κατεβρόχθιζε τις πόλεις μακριά απ’ τους νεκρούς
σιωπηλή φύλαξ της λάμπας
ροκάνιζε τους σκόρους του φωτός
δίχως άλλη πίκρα δίχως άλλη σιωπή πάρεξ φως
κι ένα μακρύ κρεβάτι γυναικείων μαλλιών

τα μαλλιά πλανώνται κιόλας η φωνή του μωρού
ούτε χαρά ούτε δάκρυ – τα νανουρισμένα νερά
κι οι αρκούδες ακόμη έχουν πόνο στη γη
κι είμαι πάντα εδώ και δεν κούνησα ποτές
απ’ τις πλούσιες σε θηράματα αργίες μας

ουτ’ ελπίς ούτε ψέμα
ανακάλυψαν μάγια
νέα σαν τον κόσμο
δεν είναι δυνατό ν’ αντιλεχθεί

μετάφραση: Ν. Εγγονόπουλος



The Burning of the Houses of Parliament J.M.W Turner


Μαρίνα Τσβετάγιεβα  - Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη


Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος”
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!



Colorado Wild Fire by Lenora De Lude


 Robert Frost- Φωτιά και Πάγος

Κάποιοι λένε ο κόσμος θα τελειώσει στη φωτιά,
Κάποιοι λένε στον πάγο.
Απ’ όση στη ζωή ένιωσα πεθυμιά
Τάσσομαι εγώ μ’ αυτούς που θέλουν τη φωτιά.
Μα αν ήταν να χαθεί δύο φορές,
Νομίζω μίσος γνώρισα αρκετό
Ώστε να πω ότι ο πάγος για καταστροφές
Σπουδαίος είναι και αυτός
Και τη δουλειά θα κάνει επαρκώς.
[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]



 Fire Storm - Arnold Lowrey


Robert Frost - Fire And Ice 

Some say the world will end in fire,
Some say in ice.
From what I've tasted of desire
I hold with those who favor fire.
But if it had to perish twice,
I think I know enough of hate
To say that for destruction ice
Is also great
And would suffice.



Fire On The Moon by Marina Petro


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ - Όπως ο Κερέμ

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ’ τον έρωτά του


Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη






Fire And Passion - Heres To New Beginnings by Eloise Schneider
Αργύρης Χιόνης 

" Γιατί έκαψες τη στέγη μου ;" ρώτησα τη
φωτιά.
"Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα" μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα
Όντως ανεμπόδιστα, αλλ’ ήταν τόσο άδειος,
Που έφτιαξα καινούρια στέγη αμέσως.

Ειν’ αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι άλλο
Πάνω απ’ το κεφάλι μου.

 Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (απόσπασμα)



Egbert van der Poel - Fire in a Village


Γιώργος Σουρής - ΧΡΙΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΡΣΙ ΜΑΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Παν του Ρωμιού τα σύνορα, μα παν κι οι τορναδόροι!
Εκάηκε το μαγαζί του ξυλουργού Δημώρη.
Τώρα θα συνορεύουμε μ΄ Αγίους Θεοδώρους,
κι αντίκρυ μας θα έχουμε καμένους τορναδόρους.
Αλλ΄ όμως ας αφήσουμε αυτά τα κολοκύθια…
πρέπει σ' αυτόν τον δυστυχή να γίνει μια βοήθεια.
Εις τα καλά καθούμενα ο άνθρωπος εχάθη,
και δεν φοβάται συμφορά χειρότερη να πάθει.
Όλα του τάφαγ’ η φωτιά, δεν τ' άφησε σανίδα,
και τώρα κλαίει ο πτωχός χωρίς καμμιά ελπίδα.
Κι όταν κανένας χάνεται, προ πάντων φαμελίτης,
πρέπει καθείς να βοηθεί αληθινός πολίτης.
Εμπρός, στην τόση συμφορά απλώσετε το χέρι,
και ο Ρωμιός ο φουκαράς ό,τι μπορεί προσφέρει. 



Saatchi Art Artist Viktor Sheleg, Painting, “Fireplace ”

Γιώργος Σουρής - 
ΑΣ ΡΙΞΩΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ - ΣΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΑΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

Κοντά στη μια καταστροφή καινούργια μας προφθάνει,
κοντά στις τόσες συμφορές και στις πολλές θυσίες,
δεν ξέρω τίνος βάλθηκε παντού φωτιές να βάνει
και κάθε βράδι νάχουμε φρικτές φωτοχυσίες.
Και δος του νέα πυρκαγιά και κάτω στο παζάρι,
και μέσα στη σαρακοστή εκάη το χαβιάρι.

Εκάηκαν τα βούτυρα, τα μήλα και τ' αχλάδια,
οι μπάμιες τα πετρέλαια, τα ραζακιά σταφύλια,
οι λεμονάδες, οι ελιές το γιάτσο και τα λάδια,
η ζάχαρη και ο καφές, λουμίνια και φυτίλια.
Γιατ' ήλθαν χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια,
να ψήνονται στην αγορά και τ' άγουρα πεπόνια

Ήτο σχεδόν μεσάνυχτα και λίγο περασμένα,
ο Ταβουλάρης έπαιζε στο θέατρο ακόμα,
όταν μπάμ μπούμ ακούσθηκαν στα ύψη σκορπισμένα,
κι όλος ο κόσμος φώναξε αμέσως μ' ένα στόμα:
Συναθροισθήτε, σκαπανείς, ορμήσετε φαντάροι,
απ' άκρη σ' άκρη χαλασμός… φωτιά και στο παζάρι.

Κι ιδού με σκούφους ναυτικούς, με νυχτικά φουστάνια,
γυναίκες κι άνδρες ώρμησαν μέσα στους δρόμους όλοι,
με στάμνες, με πλατύσταμνα, και με τα γιαταγάνια,
κι έβλεπες σαν στρατόπεδο των Αθηνών την πόλη.
Εν τούτοις μες στην ταραχή πολύ παρετηρείτο,
πως μόνον ο πρωθυπουργός στην πυρκαγιά δεν ήτο.

Ως τα επτά ουράνια ανέβαιναν οι φλόγες,
κι εφώτιζαν τα τέσσερα της πόλεως σημεία,
σαν σκάγια εσκορπίζονταν των σταφυλιών οι ρόγες,
και πέριξ διεχέετο μεγάλη ευθυμία.
Κοκκίνζ' η Ακρόπολις απ' την πολλή χαρά της,
που έβλεπε να καίεται το δώρον του Ελγίνου,
γιατί αυτή δεν ξέχασε ακόμη τα παλιά της,
πως θαύμα έγιν' άλλοτε του κλέφτη της εκείνου.
Αν το ξεχνούνε οι Ρωμιοί, οι πέτρες δεν ξεχνούνε
με ποιους εζούσαν άλλοτε και τώρα με ποιους ζούνε.

Ω τόσων αναμνήσεων καημένο μου παζάρι,
με τ' ακριβά σου κρέατα, τα βρώμια σου τα ψάρια,
τις ξύλινες παράγκες σου, τον κάθε μακελάρη,
τις ζυγαριές τις ξύγκικες, τά ξύγκικα καντάρια,
αιώνια στη μνήμη του κανείς θα σε φυλάττει
και γαίαν έχεις ελαφράν, ω Αγορά φιλτάτη.
Αύγουστος 1884.





 Philippe-Jacques de Loutherbourg - The Great Fire of London 





Μαξίμ Γκόρκι - Η Φλογερή καρδιά του Ντάνκο , Διήγημα 

Τον πιό παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Γιά πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιό νέοι, πιό βάρβαροι, πιό δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.
Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. 
Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθήσαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν. 

-Δυό δρόμοι ανοίγονται γιά μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη. 

Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιό σφιχτά πλησίαζαν τόνα το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιό πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους. 

Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα. 
Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γένησαν την Φρίκη. 
Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους. 
Και είπε ο Ντάνκο: 
 
-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θάχει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν! 

-Οδήγησέ μας, με μια φωνή είπανε όλοι. 
 
Και ξεκινήσαν. Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πυκνώναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν γιά τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιό μαύρο και απ’της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιό λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει γιά χίλιους». 
Τσάκισαν και έχασαν το θάρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο. 

-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες! 

-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιό πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σα ζώα. 

Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’αυτά η λάμψη του θανάτου. 
 
«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γιαυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν. 
Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γένησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα. 
-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’τη Βροντή πιό δυνατά. 
Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων. 
 
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν. 

-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων. 
Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γεναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα. 
 
Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα. 
 
Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς πούπεσε κάτω. Και μόνο η γεναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε γιά πάντα.»

A River Of Fire by Adolfo hector Penas alvarado


  
ΜΟΥΣΙΚΗ 




Μουσική: Μίλτος Πασχαλίδης
Στίχοι: Μίλτος Πασχαλίδης

Με χάδια τρομαγμένα,
με διψασμένα χάδια,
στου νου μου τα σκοτάδια
απόψε ντύνομαι.

Λευκό πανί υψώνω
και πάω όπου με πάει,
αυτό που με σκορπάει,
σου παραδίνομαι.

Φωτιά μου εσύ κι αέρας
στο σύνορο τούτης της μέρας,
τη φλόγα σου δώσ' μου
και γίνε μου φως μου
χρυσόμαλλο δέρας.

Φωτιά μου εσύ κι αέρας
στο σύνορο τούτης της μέρας,
το γέλιο σου δώσ' μου
και γίνε του κόσμου
το πέρας.

Μονάχη μες στους ξένους
και μες στους φίλους μόνη,
να 'ξερα, τι σε σώνει
στον πόνο, στη χαρά.

Γυαλί που δε ραγίζει,
θα 'βρισκα να σου τάξω,
πες μου, πως να πετάξω
με δανεικά φτερά.

Φωτιά μου εσύ κι αέρας
στο σύνορο τούτης της μέρας,
τη φλόγα σου δώσ' μου
και γίνε μου φως μου
χρυσόμαλλο δέρας.

Φωτιά μου εσύ κι αέρας
στο σύνορο τούτης της μέρας,
το γέλιο σου δώσ' μου
και γίνε του κόσμου
το πέρας.

Της φυλακής μου πόρτα
εσύ και αντικλείδι
κι εγώ μικρό στολίδι
στον άσπρο σου λαιμό.

Θα πω ένα τραγούδι,
σήκω να το χορέψεις,
τα μάτια να μου κλέψεις,
για πάντα πριν χαθώ.


Κοίτα κοίτα ( Μη φοβηθείς τη φωτιά ) - 1994

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Κοίτα, κοίτα
Τι είναι η στάχτη κοίτα
Κοίτα, κοίτα, κοίτα
Μη φοβηθείς τη φωτιά
Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη
Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει
Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη
Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά

Νομίζει η καρδιά πως μισεί
Ότι αγαπάει και ότι φοβάται να βρει
Κι είναι δειλός του Σαββάτου ο πηλός
άγγελος απατηλός
ψάχνεις και `συ σαν καδένα μισή
τ’ άλλο μισό και αν είμαι εγώ
Δεν το `θέλε η μοίρα μαζί

Κοίτα, κοίτα
Τι είναι η στάχτη κοίτα
Κοίτα, κοίτα, κοίτα
Μη φοβηθείς τη φωτιά
Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη
Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει
Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη
Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά

Κοίτα, κοίτα...

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος


Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα 'χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου 'δωκες
να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να 'σαι

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά



Im driving in my car, I turn on the radio
Im pulling you close, you just say no
You say you dont like it, but girl I know youre a liar
`cause when we kiss, fire

Late at night Im takin you home
I say I wanna stay, you say you wanna be alone
You say you dont love me, girl you cant hide your desire
`cause when we kiss, fire

You had a hold on me, right from the start
A grip so tight I couldnt tear it apart
My nerves all jumpin actin like a fool
Well your kisses they burn but your heart stays cool

Romeo and juliet, samson and delilah
Baby you can bet their love they didnt deny
Your words say split but your words they lie
`cause when we kiss, fire





πηγές 





https://itzikas.wordpress.com/
https://www.sansimera.gr/
http://redlineagrinio.gr/
http://latistor.blogspot.gr/

https://www.translatum.gr/


Fire In The Sky by Carl Rolfe








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου