Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ( 16 Αυγούστου 1919 – 8 Αυγούστου 2003 )



Ο Αντώνης Σαμαράκης του Ευριπίδη και της Ανδριανής γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945. Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά. Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών Παιδικός κόσμος και Διάπλασις των Παίδων. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της Νέας Εστίας και άλλων περιοδικών, όπως το Ξεκίνημα, και τα Νεοελληνικά Γράμματα. Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό Ακτίνες μετά τον πόλεμο του 1940. Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το Αρνούμαι), το Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για το Λάθος), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για το Λάθος). Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995). Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης Το λάθος από τον Peter Fleischmann. Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.).

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Διηγήματα
• Ζητείται ελπίς· Διηγήματα. Αθήνα, 1954.
• Αρνούμαι. Αθήνα, Φέξης, 1961.
• Το διαβατήριο. 1973.
• Η κόντρα· Διηγήματα. Αθήνα, 1992.
ΙΙ.Μυθιστορήματα
• Σήμα κινδύνου· Μυθιστόρημα. Αθήνα, 1959.
• Το λάθος· Μυθιστόρημα· Εξώφυλλο του χαράκτη Α.Τάσσου. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1965.
ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Το Καθεστώς είναι ο τέλειος μηχανισμός εξόντωσης του ανθρώπου. Όπλο του οι πράκτορες της Ασφάλειας, και η αμείλικτα τετράγωνη λογική τους. Όπλο του, επίσης, η επίμονη διάκριση μόνο ανάμεσα σε οπαδούς και εχθρούς.
Ο πολίτης που είναι ύποπτος για συνωμοσία ενάντια στο Καθεστώς πρέπει να βγει από τη μέση. Κι αφού ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας (ή υπεράσπισης) είναι δολοφονημένος από τους ίδιους τους πράκτορες, τίθεται σε εφαρμογή το Σχέδιο: ο πολίτης θα αντιμετωπιστεί με μια δήθεν φιλική ανθρώπινη συμπεριφορά για να σπάσει ή να αποδράσει κατά τη μεταφορά του για ανάκριση προκειμένου να αποδειχθεί η ενοχή του και να εξοντωθεί δικαιολογημένα από την Ασφάλεια.
Στη διάρκεια του ταξιδιού, όμως, ο απάνθρωπος ορθολογισμός και η μαθηματική αντίληψη του Καθεστώτος και της Ασφάλειας θα βρεθούν απέναντι σε ένα απρόοπτο· σε ένα λάθος. Ο πολίτης και ο ένας από τους πράκτορες προλαβαίνουν ακούσια να μοιραστούν στιγμές απροσποίητα ανθρώπινες· μια βόλτα, η πλαζ, μια μπάλα, το λούνα παρκ.
Αρκεί ένας κόκκος ανθρωπιάς για να βραχυκυκλώσει την αμείλικτη τελειότητα του καθεστωτικού Σχεδίου και του μηχανισμού της εξόντωσης;
Το αριστούργημα του Αντώνη Σαμαράκη, με καταβολές καφκικές και οργουελικές, μεταφράστηκε σε 33 γλώσσες, σε 114 ξένες εκδόσεις, αγαπήθηκε εξίσου από κριτική και αναγνωστικό κοινό, τιμήθηκε με το Βραβείο των "12" στην Ελλάδα και το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία, όπου και γυρίστηκε ταινία με τίτλο La Faille. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)https://www.politeianet.gr/

ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ 

Στο "Σήμα κινδύνου", υπαρξιακό θρίλερ που προοιωνίζεται "Το λάθος", βρίσκεται ολόκληρος ο Σαμαράκης, με την αγωνία της εξέγερσης, με την αδιαπραγμάτευτη διαμαρτυρία του, με την άρνηση κάθε συμβιβασμού, με την εναντίωση στην ψευδή ευτυχία των μαζών που έρχεται πάντα μαζί με τον μεγάλο φόβο και ακυρώνει την ελπίδα, αυτή που μας βαφτίζει ανθρώπους.
Ο Δράκος, ο πιο ιδιαίτερος ίσως ήρωας και αφηγητής του Σαμαράκη, είναι πάντα ο ταπεινός άνθρωπος της κάθε μέρας, με τη διαφορά ότι έχει αναλάβει μια υψηλή ή ιλιγγιώδη αποστολή. Σε αυτή την τρελή κούρσα της ανθρωπότητας που οδηγεί στον αφανισμό, είτε ως πυρηνικό ολοκαύτωμα, είτε ως πείνα, είτε ως οτιδήποτε άλλο, ο Δράκος ξέρει ότι κάποιος πρέπει να τραβήξει το σήμα κινδύνου. Κανένας δε θα το κάνει στη θέση σου.
Με τον τρόπο των ηρώων του Κάφκα, ο Δράκος θα γίνει ο Ξένος, και ο Αποσυνάγωγος, αυτός που διακρίνεται από τη μάζα επειδή, μόνο αυτός, αρνείται να πνίξει μέσα στους φόβους και στα ψεύδη την έσχατη αγιότητα: την Ανησυχία του.
"...Ο κίνδυνος υπ' αριθμόν 1 είναι να σβήσει στις καρδιές των ανθρώπων η ανησυχία, να σβήσει η Αγία Ανησυχία, όχι να σβήσει, όχι να σβήσει, αυτός ο κίνδυνος, ο κίνδυνος, ο κίνδυνος..."
Μισό αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, ο Αντώνης Σαμαράκης τραβά ξανά το σήμα κινδύνου, και μας προσκαλεί ν' ανησυχήσουμε. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΑΡΝΟΥΜΑΙ

"Όχι, δεν μπορώ να συμβιβαστώ!... Δεν μπορώ να εξακολουθώ να 'μαι μέσα σ' αυτόν τον κόσμο σα να μην έχει συμβεί τίποτα, σα να μη συμβαίνει τίποτα!..."
Η αλήθεια είναι ότι, όταν αρθρώνεται η ασυμβίβαστη άρνηση του Σαμαράκη, έχουν ήδη συμβεί πάρα πολλά, και τραγικά, σ' αυτόν τον κόσμο· έχει συμβεί ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Κι όμως, η ελπίδα για έναν κόσμο καινούργιο που έφτανε κατέρρευσε μέσα στις νέες καταιγίδες της Ιστορίας.
Ο Σαμαράκης αρνείται να συμβιβαστεί. Και αρνείται να απελπιστεί.
Οι σύντομες και βαθύτατα ανθρώπινες ιστορίες αυτής της συλλογής αποτελούν στιγμιότυπα ολοζώντανα από τον ελληνικό μεταπολεμικό κόσμο και συνθέτουν ένα συνταρακτικό χρονικό της ήττας, της προδομένης ελπίδας και της προσδοκίας που τσακίστηκε, συλλαμβάνοντας, έτσι, στοιχεία του εθνικού μας βίου ολοζώντανα έως σήμερα.
Τα διηγήματα συνομιλούν με τον αναγνώστη, απευθύνονται σε συνειδήσεις που γρηγορούν, και αποκαλύπτουν την αβέβαιη συνθήκη ενός ολόκληρου κόσμου. Το ασυμβίβαστο "Όχι" των διηγημάτων είναι και το αδιαπραγμάτευτο "Ναι" του Σαμαράκη στην ανθρωπιά, την εμπιστοσύνη, την ελπίδα και, τελικά, την ίδια τη ζωή.
Σε μια από τις πιο ώριμες και γόνιμες στιγμές της πεζογραφίας του, ο Σαμαράκης συνθέτει μια συλλογή διηγημάτων υψηλής αισθητικής, ακρίβειας και έντασης, κερδίζει τον έπαινο της επίσημης κριτικής και την αγάπη των πολυπληθών αναγνωστών του. Και τιμάται με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ 

Αυλές, ράγες, έρημοι δρόμοι, γειτονιές, καφενεία, γραφεία, στρατόπεδα, λεωφορεία σκοτεινά, παλιό τετράδια, περιοδικά, εφημερίδες, λαχεία, σκισμένα χαρτιά· μ' αυτά και άλλα ταπεινά υλικά δείχνει να συναρμολογεί τις ιστορίες του ο Σαμαράκης σ' αυτό το πιο τρυφερό και ίσως πιο σπαρακτικό απ' όλα τα βιβλία του.
Οι ιστορίες στο "Ζητείται Ελπίς" είναι παραπάνω από συγκινητικές. Έτσι ίσως εξηγείται που απ' το σύνολο του έργου του αυτές εδώ οι ιστορίες έχουν διαβαστεί από όλους όσοι υπήρξαν παιδιά και επιμένουν να διασώζουν μέσα τους την παιδικότητα του φρονήματος, του δέους και της αγάπης για τον κόσμο και τα πράγματα.
Αλλά είναι και απεγνωσμένες αυτές οι ιστορίες με τα χιόνια και τα τρένα και τις ομίχλες, και γι' αυτό έχουν την εντιμότητα, αλλά και το δικαίωμα και τη γενναιότητα να ζητούν ελπίδα αυθεντική και ακέραιη, αυτή που ο άνθρωπος τη ζητά μόνο όταν απελπιστεί, μόνο όταν κοιτάξει κατάματα το ζόφο της απόγνωσης.
Στο ομότιτλο διήγημα, ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας εκλεκτός της απόγνωσης, μπαίνει στο καφενείο και σ' ένα σκισμένο χαρτί τολμά και γράφει: "Ζητείται ελπίς".
Μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ήδη ο Αντώνης Σαμαράκης; Μήπως δε συνοψίζεται όλο το έργο του σε αυτό το βαθιά ανθρώπινο, αποφασιστικό και αδιαπραγμάτευτο αίτημα για ελπίδα και πίστη και αγάπη για τον άνθρωπο όλων των εποχών και όλων των τόπων; (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ "ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ"  ΕΔΩ 

Σ' ένα συνοριακό σταθμό - Μια ταινία της Νάνσυ Σπετσιώτη βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη



ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ

Η εφηβεία δεν είναι βιολογική ηλικία, αλλά κατάσταση πνευματική, και τρόπος ζωής, και γι' αυτό, ίσως, χρειάζονται οι εξεγερμένοι της υπάρξεως για να μας το θυμίζουν. Θα τους ονομάσουμε συγγραφείς, και το έργο τους, με αυτούς τους όρους, θα το διαβάσουμε σαν να ήταν επαναστατική προκήρυξη. 
Το Εν ονόματι, το τελευταίο μυθιστόρημα που μας χάρισε ο Αντώνης Σαμαράκης, θα μπορούσε να τοιχοκολληθεί στις γειτονιές της μεγαλούπολης, ή να βρεθεί στις λεωφόρους, ριγμένο από ένα παιδί που μέτρησε δεκάξι χρόνια στο βρόγχο ασυνάρτητων εν ονόματι και αποφάσισε ότι είναι καιρός να ελευθερωθεί. 
Αιώνιος κατήγορος της αλλοτρίωσης και της καταδυνάστευσης του ανθρώπου από κάθε είδους εξουσιαστική αρχή, ο Σαμαράκης καταγγέλλει, σε αυτό το σφριγηλό, και όλο νιάτα μυθιστόρημα, εκείνες τις αφηρημένες ιδέες, και ιδεοληψίες, εν ονόματι των οποίων εξατμίζεται από την ίδια τη ζωή μας κάθε αυθεντικό νόημα. 
Το θρόισμα των προκηρύξεων που ρίχνει ο ήρωας μέσα στη νύχτα, όπως το θρόισμα των σελίδων που διαβάζουμε, και όπως το θρόισμα των φύλλων που συνθέτουν την ελεγεία τους, δυναμώνει από έναν αέρα ελευθερίας, τον ίδιο που ενεργοποιεί τη σαμαρακική αφήγηση, και τον ίδιο που καλείται να ακολουθήσει ο αναγνώστης. 
Εδώ, ο προορισμός ταυτίζεται με την περιπέτεια της εξέγερσης, και η ύψιστη διακύβευση είναι, ακριβώς, η μόνη που έχει σημασία για τον άνθρωπο: η ελευθερία να ζει αληθινά. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Η ΚΟΝΤΡΑ

Έχουν πολλές μορφές τα οδοφράγματα, δεν είναι μόνο μπάζα, κάδοι καμένοι, σπασμένα μάρμαρα, ή αναποδογυρισμένα τροχοφόρα. Τα πιο ωραία οδοφράγματα, τα πιο ισχυρά, και τα πιο ανθεκτικά, θα τα βρούμε φτιαγμένα από βιβλία. 
Ένα τέτοιο οδόφραγμα είναι η Κόντρα του Σαμαράκη, ένα χάρτινο ανάχωμα, ή ένα αντάρτικο ερωτικό, ικανό να εγγράψει στις σελίδες του εκείνη την ανήκουστη φωνή όλων όσοι δεν είχαν, ή δε βρήκαν ποτέ τη φωνή τους, των μικρών, και των απλών, και, τελικά, των ανθρώπινων ανθρώπων. 
Κόντρα στον όλεθρο, κόντρα στην εξόντωση του ανθρώπινου γένους, κόντρα στην καταπίεση της εξουσίας, κόντρα στον ολοκληρωτισμό και στα καθεστώτα και τα όργανά του, κόντρα στο κουρέλιασμα της ευαισθησίας, και κόντρα, βεβαίως, στον έσχατο εχθρό μας, κόντρα στον θάνατο. 
Με αυτές τις αριστουργηματικές, βαθιά ανθρώπινες, και απέριττα συναρπαστικές ιστορίες, ο Αντώνης Σαμαράκης προσθέτει άλλο ένα βέλος στη φαρέτρα, άλλο ένα εξάρτημα στον αμήχανο μηχανισμό της επανάστασης, και άλλο ένα ανθεκτικό υλικό στο οδόφραγμα που συνιστά ολόκληρο το έργο του. 
Η Κόντρα αποτελεί ένα υπαρξιακό οδόφραγμα ενάντια της εξαθλίωσης και της μιζέριας, και, εφόσον είναι έτσι, χρειάζεται να το διαβάσουμε μαχητικά, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που θέλει την ανάγνωση να είναι ήδη μια πράξη δημιουργίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ

Το Σύστημα είναι ο πιο τρομερός εχθρός, ο μηχανισμός της εξόντωσης, ο σταυρωτής του ανθρώπου. Το Σύστημα είναι ο ύπουλος τρόπος που βρήκε το Κακό να κυριαρχήσει στον κόσμο, μια κρεατομηχανή που αφανίζει τον άνθρωπο, που τον κάνει όμοιο με νευρόσπαστο, καταπιεσμένο, χωρίς ελευθερία, περηφάνια, χωρίς πρόσωπο.
Αυτό τον εχθρό δεν έπαψε ποτέ να πολεμά ο Σαμαράκης, σε αυτόν δε σταμάτησε ούτε στιγμή να αντιστέκεται, με το δικό του τρόπο, δηλαδή με το λόγο του. Είτε είναι ψίθυρος, είτε ουρλιαχτό, είτε ένα δάχτυλο που γράφει στον αέρα, η καταγγελία είναι σαφής, ξεκάθαρη, ωμή. Η καταγγελία είναι τρυφερή και αμείλικτη, όπως ο συγγραφέας που την αρθρώνει. Ενάντια στο Σύστημα. Ενάντια στον Ολοκληρωτισμό. Ενάντια στον πνευματικό και ηθικό θάνατο του ανθρώπου.
Με τα διηγήματα στο Διαβατήριο, ο Σαμαράκης μετουσιώνει τη σκληρή πρώτη ύλη της Χούντας καθώς και των δικών του βιωμάτων από τη δικτατορική περίοδο, και συνθέτει ένα μύθο κοινό, αληθινό και χειροπιαστό.
Το διαβατήριο διαβάζεται ως κάλεσμα άκρως επείγον, και πάντοτε καίριο. Μας καλεί σε υπαρξιακή εγρήγορση, και σε δράση που αποκαθιστά τη συνέπεια ανάμεσα σε λόγια και έργα. Έτσι μόνο γίνονται οι γνήσιες επαναστάσεις, και έτσι διεκδικεί ο άνθρωπος το κορυφαίο που του δόθηκε και που κανένας δεν μπορεί να του στερήσει: την ίδια την ελευθερία του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΠΟ https://www.politeianet.gr/


Διήγημα - Το ποτάμι

Από τη Συλλογή διηγημάτων Ζητείται ελπίς (1954).

Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
— Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)
Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει...

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα. http://ebooks.edu.gr/

❀  ❀  ❀  ❀
Διήγημα  - Η ΣΑΡΞ 

Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».
Από τη διπλανή κάμαρα ακουγότανε η βαριά ανάσα της γυναίκας του. Η πόρτα ήτανε μισάνοιχτη.
Δύο βδομάδες μονάχα είχε σ’ αυτήν τη συνοικία, όμως είχε κιόλας την ευκαιρία να διαπιστώσει πως οι ενορίτες του, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε μακριά από το δρόμο του Θεού. Ιδίως από την άποψη ηθών, η κατάσταση απελπιστική. Ωστόσο ο ίδιος δεν απελπιζότανε. Την περασμένη Κυριακή είχε μιλήσει στη μικρή Εκκλησία πάνω στο θέμα των ηθών. Πύρινος ο λόγος του. Έκανε μεγάλη εντύπωση. Και κατάστρωνε το σχέδιό του, που θα το έβαζε σ’ εφαρμογή το συντομότερο. Είχε έρθει κιόλας σ’ επαφή με μερικούς ευσεβείς ενορίτες, μέλη μιας χριστιανικής οργάνωσης, που ήτανε κι αυτοί σύμφωνοι πως η διαφθορά είχε προχωρήσει πολύ στη συνοικία τους.
- Οι εγκόσμιοι πειρασμοί κυριαρχούν εις την συνοικίαν μας, είπε, σε μια συγκέντρωση που κάνανε, ο μεγαλύτερος μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης. (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον…)
- Η σάρξ! Πετάχτηκε ένας άλλος, έμπορος ψιλικών. Προπαντός, η σάρξ!
Η φωνή του είχε τόνο υστερικό.
- Επιμένω επί της σαρκός! συνέχισε, και το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε.
- Και εγώ επιμένω επί του αλκοολισμού! είπε κάποιος άλλος.
Ο καθένας είχε κάτι και σ’ αυτό επέμενε. Ο εφημέριος τους τούς ησύχασε, και καταλήξανε όλοι στο συμπέρασμα πως πρέπει να προχωρήσουν με σχέδιο μελετημένο καλά, για να κατατροπώσουν τη διαφθορά.
Διάβαζε τώρα τον ψαλμό Ος΄. Ρεύτηκε την ψαρόσουπα που είχε φάει πριν από λίγο. Η γυναίκα του την πετύχαινε πολύ.
Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.
Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
- Ανοίχτε! μια φωνή που του φάνηκε παιδική.
Έριξε το παλτό του, γιατί ήτανε με τα νυχτικά του, άνοιξε. Μπήκε ένα αγόρι, ίσαμε δώδεκα χρονώ, μούσκεμα από τη βροχή.
- Τι συμβαίνει; το ρώτησε.
- Με έστειλε η μάνα μου, είναι ένας πεθαμένος, λέει, και να κάνεις γρήγορα να τον μεταλάβεις, λέει, γιατί όπου νάναι πεθαίνει.
Του έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί.
- Δε βαριέσαι, έκανε το παιδί και την άφησε.
Ήθελε να ντυθεί. Στην κρεβατοκάμαρα κοιμόταν η γυναίκα του, φοβότανε μη την ξυπνήσει.
- Γύρισε το κεφάλι σου στον τοίχο, είπε του παιδιού για να περάσει το παντελόνι του.
Το είδε που κρυφοκοίταζε.
- Φοβερή εξαχρείωσις! συλλογίστηκε
Βγήκανε, τέλος, οι δυό τους. Θα πέρναγε από την Εκκλησία να πάρει το δισκοπότηρο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, δύο λόγια στη γυναίκα του, μην ξυπνήσει και δεν τον δει και τρομάξει.
Η βροχή έπεφτε πάντα δυνατή. Μπροστά πήγαινε το παιδί.
- Που μένει; το ρώτησε.
- Παρακάτω.
Το παιδί δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Βάδιζε μπροστά και η βροχή το χτυπούσε. Ακολουθούσε αυτός, βαστώντας το δισκοπότηρο σφιχτά στο στήθος του.
Βαδίζοντας, η σκέψη του δούλευε. Ήταν η πρώτη φορά που θα κοινωνούσε ετοιμοθάνατο. Ήτανε φυσικό νάναι συγκινημένος. Και μάλιστα, που τύχαινε η πρώτη αυτή φορά νάναι σε μια περιοχή οπού οι άνθρωποι είχανε ξεχάσει το Θεό και ζούσανε στην αμαρτία.
Προσευχήθηκε, περπατώντας, και ζήτησε από το Θεό να του δώσει δύναμη, κείνη τη νύχτα, να φέρει κοντά του ένα «απολωλός πρόβατον».
Το παιδί βούλιαξε σε μια λακκούβα γεμάτη νερό.
- Τα κέρατά σου, δήμαρχε! βλαστήμησε.
Συλλογίστηκε πως έπρεπε να του κάνει την παρατήρηση για τις βλαστήμιες που έλεγε κάθε τόσο. Θα του μιλούσε αργότερα.
- Εδώ ‘μαστε, είπε το παιδί.
Το δωμάτιο, 3 Χ 3 περίπου, ήτανε στο βάθος της αυλής. Κι ο άνθρωπος ήτανε μόνος εκεί, στο σιδερένιο κρεβάτι, το κεφάλι του και το ένα χέρι, το αριστερό, έξω από την κουβέρτα.
Από ένα άλλο δωμάτιο ακουγότανε γραμμόφωνο.
- Έχει γούστο να πέθανε κιόλας, είπε το παιδί.
Δεν προχώρησε όμως. Στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε.
Μια λάμπα πετρελαίου, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι, έριχνε λιγοστό φώς. Στο γυαλί της μια φουρκέτα.
Έκλεισε την ομπρέλα του. Άφησε το δισκοπότηρο στο τραπέζι κι έσκυψε πάνω στον άνθρωπο. Ήταν ακίνητος, με κλειστά μάτια. Ίσαμε εξήντα χρονώ. Όμως, δεν είχε πεθάνει. Ανάσαινε.
Η βροχή εξακολουθούσε, πιο δυνατή. Κείνη τη στιγμή, τον είδε και άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Ο άνθρωπος ξανάκλεισε τα μάτια κι έπεσε στο λήθαργο του.
- Δεν πέθανε, είπε το παιδί από τη γωνιά.
- Όχι, είπε αυτός.
Γίνηκε σιωπή. Σε λίγο ρώτησε:
- Μόνος του είναι;
- Ναι.
- Είναι καιρός που αρρώστησε;
- Είναι.
- Τι έχει;
Το παιδί ήθελε να πει «πείνα», δεν είπε τίποτα. Του φάνηκε παράξενο που ο παπάς δεν είχε καταλάβει ακόμα τι έτρεχε κει μέσα, που δεν είχε καταλάβει τι αρρώστια είχε ο άνθρωπος. Δεν ήταν βέβαια παρών ο παπάς τις προάλλες που ήρθε ο γιατρός και είπε: «Δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύ εξαντλημένος. Είναι πολύ αργά.»
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο είχε μερικά έπιπλα, το σιδερένιο κρεβάτι, το τραπέζι, μια καρέκλα και ένα ντουλάπι.
Ήταν κι ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Έδειχνε Πέμπτη, 10 Ιουλίου, ενώ ήτανε Νοέμβρης.
Ήτανε ακόμα ένα κάδρο που παρίστανε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Κι ένα δίπλωμα απονομής πολεμικού μεταλλίου, σε κάδρο, μαζί με το μετάλλιο.
Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του.
-Ήρθες; είπε.
Η φωνή του έβγαινε με πολύν κόπο από μέσα του.
- Ναι, είπε. Ήρθα.
- Γιατί φοράς μαύρα; ρώτησε ο άνθρωπος.
Κοίταξε το παιδί. Η ανάσα του ανθρώπου γινόταν ολοένα και πιο βαριά.
- Ήθελα να σου μιλήσω, είπε, κι έσκυψε πάνω στο κατακίτρινο πρόσωπο.
Να, τώρα θα του έλεγε για το Θεό, για την αιωνιότητα. Όμως ο άνθρωπος έκλεισε ξανά τα μάτια του.
Το γραμμόφωνο στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε πάντα. Το παιδί στεκότανε σαν απολιθωμένο στο βάθος.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ανθρώπου. Ήτανε ιδρωμένο. Ένας ιδρώτας παγωμένος.
Πήρε το δισκοπότηρο από το τραπέζι. Έγνεψε του παιδιού, που ήρθε κοντά και τον ανασήκωσε λίγο. Άνοιξε τα μάτια του.
Έβαλε μετάληψη στη λαβίδα.
- Έλα, είπε.
Μισάνοιξε το στόμα του.
Πήγε να πει αυτός:
- Εις το όνομα του Πατρός…
Δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Δώσ’ μου! είπε ο άνθρωπος, προτού καταπιεί καλά καλά.
Τον κοίταξε.
- Δώσ’ μου!
Το στόμα του, μισάνοιχτο, περίμενε. Κι αυτός που ήταν έτοιμος να πει για την αιωνιότητα! Μια σύγχυση ήτανε μέσα του.
- Δώσ’ μου!
Κάτι ξέσπασε μες στο στήθος του, μια στοργή, μια τρυφερότητα, σαν πατέρας ένοιωθε που ταΐζει το παιδί του που πεινάει. Άρχισε να δίνει τη μία κουταλιά ύστερ’ από την άλλη.
Τα μάτια του ανθρώπου ήταν αλλιώτικα τώρα. Τα μάτια του παιδιού ήταν αλλιώτικα τώρα.
Η βροχή έπεφτε πάντα. Το γραμμόφωνο έπαιζε πάντα.
- Θεέ μου! είπε ο άνθρωπος.
Δεν είπε τίποτα αυτόςhttp://www.aganargyroi.gr/





Ποίημα - ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ

καί τό παιχνίδι σταματᾶ,

γύρω –τριγύρω τό σκοτάδι

βλέπω παράθυρα κλειστά.

…………………………………………..

Εἶναι σέ πολυκατοικίες

καί σέ σπιτάκια φτωχικά.

Ποιός ξέρει πόσες δυστυχίες

νά κλείνουν, Θέ μου, μυστικά.

…………………………………………

Καί μές ἀπό τά ξώφυλλά τους,

-πράσινα καί καφέ καί γκρί-,

πόσοι νά ζοῦν στή μοναξιά τους,

νά νοιώσει τάχα, ποιός μπορεῖ;

……………………………………………

Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ

καί τό παιχνίδι σταματᾶ,

κοίταξε, Θέ μου, στό σκοτάδι,

πόσα πάράθυρα κλειστά,

………………………………………….

Προσμένουν μές ἀπό τίς γρίλιες,

ἄχ, τή δική Σου τή χαρά,

καί πόσες – μιά καί δυό καί χίλιες;-

καρδιές ζητᾶνε δυό φτερά,

……………………………………………

γιά νά τ᾽ ἀνοίξουν μές στό βράδυ,

Θέ μου, στή χάρη Σου μπροστά

κι ἄς εἶναι γύρω τους σκοτάδι

καί τά παράθυρα κλειστά.

Ἀντώνη Σαμαράκη, Ποιήματα, σελ. 108, Ἐκδόσεις Καστανιώτη

Ἀθήνα 2008


❀  ❀  ❀  ❀

Ποίημα - ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ

Μην πεις ποτέ σου: «είναι αργά»
κι αν χαμηλά έχεις πέσει
κι αν λύπη τώρα σε τρυγά
κι έχεις βαθιά πονέσει.

 Μην ποτέ σου αυτές τις δυό
απελπισμένες λέξεις.
Κι άς έμπλεξες με το κακό,
καί πάλι θα ξεμπλέξεις!

 Ποτέ, ποτέ δεν είναι αργά!
Πρέπει να το πιστέψεις
καί την Πίστη στην καρδιά
Εκείνον να γυρέψεις.

 «Είναι αργά!» λοιπόν μην πεις
ότι κι αν σού συμβαίνει.
Φτάνει να Του προσευχηθείς
κι άμέσως σ’  ανασταίνει!
                                                                         ❀  ❀  ❀  ❀

Ποίημα - Ο Χριστός αναστήθηκε στη Δραπετσώνα 

γραμμένο το 1951 σε ελεύθερο στίχο:

Στα δρομάκια του συνοικισμού μας
Αναστήθηκε χτες ο Χριστός
Άξαφνα, τον είδαμε να περπατάει δίπλα μας
Παρά τρίχα να μην τον πάρουμε είδηση,
τόσο πολύ που σου έμοιαζε αδερφέ μου,
τόσο πολύ που του έμοιαζες αδερφέ μου.
Αυτός δεν συλλογίστηκε την μπόχα
Αυτός δεν συλλογίστηκε τις λάσπες, το σκουπιδαριό
Αυτός δεν συλλογίστηκε τους φαρισαίους
που θα κουτσομπολέψουν αύριο
πως βρήκε δα τόπο για ν’ αναστηθεί
μονάχα συλλογίστηκε
πως είναι καρδιές κι εδώ,
στη Δραπετσώνα μας,
πως είναι μια καρδιά η Δραπετσώνα μας ολάκερη,
μια καρδιά βασανισμένη
σαν τη δικιά του.

Για τα εφηβικά του ποιήματα διαβάστε περισσότερα εδώ 
Τα ποιήματα του έφηβου Αντώνη Σαμαράκη

Στιγμιότυπο μετά από συνέντευξη τύπου για τη διοργάνωση τηλεμαραθωνίου της UNICEF, αγκαλιά με προσκαλεσμένα παιδιά από την Κολομβία.


ΚΡΙΤΙΚΗ 

[…] Ο άνθρωπος του Σαμαράκη αγωνίζεται για την ελευθερία του, προσπαθώντας με κάθε τρόπο (με τη φιλία, τον έρωτα, την αγάπη, την πίστη) να διατηρήσει τη διανοητική ισορροπία κα την ηθική ακεραιότητά του. Παράλληλα, πίσω από το κατακερματισμένο κοινωνικό σκηνικό, οι χαρακτήρες του διατηρούν μιαν εσωτερική πληρότητα, μιαν αίσθηση εσωτερικής αυτάρκειας, που αγωνίζεται μόνη —και για τούτο αδέσμευτη— εναντίον των κοινωνικών συμβάσεων και γενικότερα εναντίον του ανθρώπινου παραλογισμού.
Εδώ ήταν το επίκεντρο της ανησυχίας μου: η ανησυχία για την ελευθερία. Γιατί οι λογής λογής φόβοι που κυριαρχούν στον κόσμο μας, και προ παντός οι δυο βασικοί φόβοι, ο φόβος του πολέμου και ο φόβος της πείνας, τελικό αποτέλεσμα έχουν να προδίνουμε την ελευθερία, την ανάγκη για ελευθερία που μας είναι έμφυτη. Και σιγά σιγά, θά ’ρθουν οι κατοπινές γενιές που δε θα αισθάνονται τίποτα στη λέξη «ελευθερία». Γιατί θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με την διαρκή υποταγή στο φόβο του πολέμου και στο φόβο της πείνας. […] Στηριγμένος στη θεμελιώδη αυτή ανησυχία ως βασική βιοθεωρητική προϋπόθεση του έργου του, ο Σαμαράκης οδηγεί τον αναγνώστη του στον χώρο μιας αποφασιστικά απελευθερωμένης σκέψης, μιας επίμονα ελεύθερης ατομικότητας, όπου κυριαρχούν οι αξίες ενός διαχρονικού ανθρωπισμού και η βαθειά πίστη στη μελλοντική εξέλιξη του ανθρώπου. […]

Π.Δ. Μαστροδημήτρης, «Η ανθρωπιστική δράση του Αντώνη Σαμαράκη ως πολίτη και ως λογοτέχνη». Από τη λογοτεχνία στη φιλολογία. Θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και της σπουδής της, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2010, 244-245.
❀  ❀  ❀  ❀

[…] είναι δύσκολο να περάσεις χωρίς να δυσανασχετήσεις στην ακατάστατη γραφή του Αντώνη Σαμαράκη, που κατέχει τον τίτλο του πιο πολυδιαβασμένου πεζογράφου της γενιάς του. Ένας μικροσκοπικός τόμος διηγημάτων, Ζητείται Ελπίς (1954), του χάρισε αμέσως την επιτυχία που απλώθηκε στο πλατύτερο κοινό ιδίως από τα 1959, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, Σήμα Κινδύνου. Η επιτυχία ολοκληρώθηκε με τον δεύτερο τόμο διηγημάτων, Αρνούμαι (1961), και κυρίως με το δεύτερο μυθιστόρημά του Το Λάθος (1965). Όταν […] κυκλοφόρησε Το Διαβατήριο, ένας ακόμη τόμος με διηγήματα, ο Σαμαράκης είχε την ικανοποίηση να βλέπει τα βιβλία του να πουλιούνται κατά δεκάδες χιλιάδες και να είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος μεταπολεμικός πεζογράφος μας — αν το ρεκόρ αυτό δεν ανήκει στον Βασίλη Βασιλικό· […]
Από την πλευρά του θέματος ο Σαμαράκης έταξε ευθύς εξ αρχής ορισμένους στόχους, και στα είκοσι χρόνια της πεζογραφικής σταδιοδρομίας του δεν απίστησε ποτέ σ’ αυτούς· ίσα-ίσα τους εμπλούτισε, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σήμερα σαν σταυροφόρος που έχει πάρει όρκο να χτυπάει μέχρι τελευταίας πνοής του τους μισητούς εχθρούς του ανθρώπου και της ανθρωπιάς. Και είναι οι εχθροί αυτοί ο κάθε πόλεμος, ο πυρηνικός πόλεμος, ο ολοκληρωτισμός, η εκμηδένιση του αδύναμου μοναχικού ατόμου μέσα στους τερατικούς μηχανισμούς της εποχής μας. Από την πλευρά της τεχνικής βασίζεται απαρέγκλιτα σε κάποιο εύρημα ή συρροή ευρημάτων που εντυπωσιάζουν. Από την πλευρά του τρόπου με τον οποίο εκφράζει την αντίθεσή του σε όσα καταγγέλλει, προσφεύγει πάντα στη χειρονομία. Οι ήρωες των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του προβαίνουν σε κάποια χειρονομία: ξεριζώνουν ένα δέντρο, καταστρέφουν μια εφεύρεσή τους, φυγαδεύουν εκείνον που συλλάβανε, σκοτώνουν ένα παιδάκι που παίζει τον πόλεμο κ.ο.κ.
Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο αν ονομάσουμε τον Σαμαράκη πεζογράφο της κοινωνικής συνείδησης. Και για να εκδηλώσει την εξανάστασή του ή για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου συχνά χρησιμοποιεί την ειρωνεία και το χιούμορ. Όπλο από τα πιο αποτελεσματικά.

Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μεταπολεμικοί πεζογράφοι. Κριτικά κείμενα, Κέδρος, Αθήνα 1988, 142-143 (2η έκδ.).
❀  ❀  ❀  ❀

Το αξιοσημείωτο στον Σαμαράκη είναι η πολύχρονη επιμονή του στην ποίηση. Στιχουργεί από τα εφηβικά του χρόνια. Τα πρώτα του δημοσιεύματα παρουσιάζονται προπολεμικώς (1936-1937) στα περιοδικά Νέα Εστία και Νεοελληνικά Γράμματα. Θα χρειαστεί είκοσι περίπου χρόνια για να γυρίσει την πλάτη στην ποίηση και να αφοσιωθεί στην πεζογραφία. […]
Θα ήταν παρακινδυνευμένο, και ίσως ανώφελο, να προσπαθήσει κανείς να ανιχνεύσει τις μυστικές διεργασίες που επιτελούνται στη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα και τον οδηγούν στις επιλογές της θεματολογίας και των εκφραστικών του τρόπων. Για έναν πεζογράφο, όμως, όπως ο Σαμαράκης, στον οποίο υπάρχει τόσο έντονο το αίσθημα της κοινωνικής συμμετοχής και της ευθύνης για τη διαμόρφωση της σύγχρονής του ζωής, δεν θα ήταν άσκοπο να έχουμε πάντοτε κατά νου τα ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται στην Ελλάδα, αλλά και στον διεθνή χώρο, από το 1939 (ο Σαμαράκης συμπληρώνει τη χρονιά αυτή τα 20 χρόνια του) έως το 1954, που τυπώνει το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο και κάνει την επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία. Θα πρέπει να υποθέσουμε πως όλα τούτα τα χρόνια διαποτίζεται από τις συνέπειες των γεγονότων και διαμορφώνει τη βιοθεωρία του, που δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί μέσα από συμβατικούς στίχους που βρίσκονται σε δυσαρμονία με το κλίμα του παραλογισμού των μεταπολεμικών χρόνων. Έτσι, οι άξονες γύρω από τους οποίους θα ξετυλίξει τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του είναι διαμετρικώς αντίθετοι από τη θεματολογία των ποιημάτων του: Η ανθρωπότητα, καθώς βγαίνει ρημαγμένη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο· η εύθραυστη και συνεχώς απειλούμενη ειρήνη· ο φόβος μιας νέας, καταστροφικότερης σύρραξης· η αφύπνιση, αλλά και ο εφησυχασμός πολλών συνειδήσεων μπροστά στα προβλήματα της κοινωνικής ζωής· η κρατική εξουσία και οι σχέσεις της με τους πολίτες· η διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η κατανόηση του ανθρώπινου πόνου, μέσα στις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής.
[…]
[…] μια περίπτωση πεζογραφίας όπου το πρωτεύον στοιχείο είναι η κοινωνική κριτική. Οι κατά κανόνα μικρές, σύντομες και, ίσως, ανάξιες λόγου ιστορίες των διηγημάτων του αποκτούν ξαφνικά ένα απρόσμενο βάθος ανθρωπιάς, συμπόνιας και κατανόησης για όσα τραγικά συμβαίνουν γύρω μας. Δεξιοτέχνης στα λιγότερο εκτενή διηγήματά του, όπου λειτουργεί καταλυτικά η ευρηματικότητα του τέλους τους, μοιάζει να έχει επωμιστεί για λογαριασμό όλων μας την ευθύνη να κρατήσει άγρυπνη στην ανθρωπιά μας και το ενδιαφέρον μας για μια καλύτερη ζωή. […]
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Αντώνης Σαμαράκης. Παρουσίαση-Ανθολόγηση». Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τ. Ζ΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1988, 57 & 64.
❀  ❀  ❀  ❀

Ο Σαμαράκης είναι κατεξοχήν ο συγγραφέας που έχει αφομοιώσει και εφαρμόσει κατά τον καλύτερο τρόπο την κινηματογραφική τεχνική. Απορρίπτει την λογοτεχνική ρητορική και υιοθετεί την αντίστοιχη κινηματογραφική. Οι ιστορίες του ξετυλίγονται μέσα από οπτικές εικόνες και ο πεζός λόγος συλλαμβάνεται ως μια σειρά από λήψεις, πλάνα, επεισόδια, όπου με επιδεξιότητα ελέγχονται το μοντάζ και ο χρόνος ο υποκειμενικός και μη-γραμμικός […].

[…] Η ζούγκλα, για παράδειγμα, αρχίζει με ένα ανθρωποκυνηγητό. Η γλώσσα γρήγορα επιταχύνεται και καταλήγει σ’ έναν κατακλυσμό από ρήματα: ακολουθεί μια παύση. Στην κινηματογραφική ορολογία πηγαίνουμε από φλου λήψη σε εστίαση, καθώς ο άνθρωπος τρέχει και σταματά. […]

Οι τεχνικές αυτές αποκτούν ένα ευρύτερο φάσμα στο Λάθος, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά δομικά στοιχεία μιας ταινίας. Με flashbacks, flashforwards (αναδρομές στο παρελθόν, στο μέλλον), ειδικές οπτικές γωνίες και απόψεις, με την αφήγηση να εναλλάσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες, να μεταβάλλεται από πρώτο πρόσωπο σε τρίτο, και να κατορθώνει σαν ύψιστο επίτευγμα την αναδρομή στο παρελθόν μέσα από την αναδρομή, flashback μέσα σε flashback, σαν ένα άτομο που ονειρεύεται ότι ονειρεύεται. […]

Edwin Jahiel, «Ο κινηματογραφικός κόσμος του Αντώνη Σαμαράκη», μτφ. Πέννυ Αποστολίδη, περ. Η λέξη, τχ. 109 (Μάιος-Ιούν. 1992) 324-325.



Πρώτος Έλληνας Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF 
Έφυγε μια μεγάλη μορφή του ανθρωπισμού
Μια μεγάλη απώλεια για την οικογένεια της UNICEF

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με μεγάλη κοινωνική δράση υπήρξε από τους δημοφιλέστερους Έλληνες τόσο ως συγγραφέας όσο και ως ενεργός πολίτης.

Έχει υποστηρίξει όλες τις ενημερωτικές και ανθρωπιστικές εκστρατείες της Ελληνικής Επιτροπής της UNICEF και έχει δώσει εκατοντάδες συνεντεύξεις στα ΜΜΕ για τη UNICEF και την προσφορά της προς τα παιδιά που έχουν ανάγκη. Τα πρωτότυπα σύντομα διηγήματά του κόσμησαν και εξακολουθούν να κοσμούν τα εξώφυλλα των τετραδίων της UNICEF που πωλούνται στην Ελλάδα.

Για 20 χρόνια προσέφερε ανεκτίμητη βοήθεια στην UNICEF. Το 1984 ήταν επικεφαλής της ελληνικής εκστρατείας ενάντια στο λιμό στην Αιθιοπία όπου ταξίδεψε δυο φορές και έγραψε τα κείμενα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη "Αιθιοπία: Οδοιπορικό Θανάτου και Οδοιπορικό Ζωής" που «γύρισε» για τη UNICEF η ΕΡΤ.
Με την ακούραστη προσφορά του βοήθησε να αναγνωρισθεί η UNICEF στη συνείδηση του κόσμου ως ένας αποτελεσματικός και αξιόπιστος οργανισμός που αγωνίζεται σκληρά για τα παιδιά.

Τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 30 γλώσσες. «Το Λάθος», «Ζητείται Ελπίς», «Σήμα Κινδύνου», «Αρνούμαι», «Το Διαβατήριο», «Η Κόντρα», «Αυτοβιογραφία 1919 - », «Εν Ονόματι», είναι μερικά από τα πολυδιαβασμένα έργα του. Εξετάζουν ζητήματα όπως η ειρήνη, η ελευθερία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλο του το έργο είναι εμπνευσμένο από την αγάπη του για τα παιδιά.

Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικά και ξένα σχολικά και πανεπιστημιακά βιβλία. Κάποια έχουν γυριστεί σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες.

Εργάσθηκε ως εμπειρογνώμων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών σε πολλές χώρες για κοινωνικά θέματα.

Το 1989 ανακηρύχθηκε από τη UNICEF πρώτος Έλληνας Πρεσβευτής Καλής Θέλησης για τα παιδιά του κόσμου, τίτλο που τίμησε επάξια μέχρι το τέλος της ζωής του με την αφοσίωση και ανιδιοτελή προσφορά του.

Έχει βραβευθεί από πολλούς φορείς, κυβερνητικούς και μη, τόσο για το συγγραφικό έργο του όσο και για την κοινωνική του δράση.

Πέθανε τον Αύγουστο του 2003 σε ηλικία 84 ετών.


Παραθέτουμε ένα από τα τελευταία σημειώματα του Αντώνη Σαμαράκη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της UNICEF και παραμένει επίκαιρο:

Ποτέ πια πόλεμος!

"Τις τελευταίες νύχτες
δεν βλέπω όνειρα,
φοβάμαι πια να ονειρεύομαι"
είπε το οχτάχρονο παιδί
από το Κόσοβο.

Το παιδί ξαναζούσε στα όνειρά του τον εφιάλτη του παράλογου πολέμου. Εμείς, πώς τολμάμε να ονειρευόμαστε;
"Πόλεμος εναντίον του πολέμου". Άπειρες φορές έχει γραφτεί και ακουστεί αυτό το σύνθημα-σλόγκαν. Και όμως, ο πόλεμος ζει και βασιλεύει και τα πάντα σακατεύει:ανθρώπινες ζωές, δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, πολιτιστική κληρονομιά, το περιβάλλον.

Εις τους αιώνας των αιώνων πόλεμος. Διαψεύστηκαν τραγικά οι ελπίδες που είχαμε ότι πόλεμος δεν θα ξαναγίνει ποτέ πια.

"Πόλεμος πάντων πατήρ" είπε ο Ηράκλειτος. Ένας πατέρας που καταβροχθίζει τα παιδιά του. Το συνηθίσαμε πια, εδώ είναι ο μέγας κίνδυνος. Ενώ πόλεμοι και εμφύλιοι σπαραγμοί μαίνονται γύρω μας, τους θεωρούμε κάτι φυσικό και αναπότρεπτο.

Πρώτη προτεραιότητα στη λίστα των θυμάτων των πολέμων έχουν τα παιδιά. Τα βλέπουμε στην τηλεόραση, χάρη σ'αυτήν έχουν μπει στα σπίτια μας - στην ψυχή μας όμως έχουν άραγε μπει;

Παιδιά που τους δίνουν όπλα μεγαλύτερα από το μπόι τους και τα στέλνουν να κλαδέψουν τη ζωή άλλου ανθρώπου και να πεθάνουν και τα ίδια. Παιδιά που τα ποτίζουν μίσος για τον πλησίον. Αλλά το παιδί σκέφτεται την ειρήνη, την ονειρεύεται, τη ζωγραφίζει, την τραγουδά.
Τα παιδιά-θύματα να μην τα μετράμε με νούμερα, φτάνει και μόνο ένα παιδί να χαθεί έτσι, τότε ο κόσμος μας ο δήθεν πολιτισμένος, ο δήθεν χριστιανικός, έχει χρεωκοπήσει. Αυτό που πεθαίνει είναι η ψυχή του παιδιού.
Αντώνης Σαμαράκης
Φωτογραφία του Αντώνη Σαμαράκη από το ταξίδι του για τη UNICEF στην Αιθιοπία το 1984.













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου