Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ " Τη νύχτα που δεν χάραξε "


«Όταν απολυθώ θα το κάψουμε». Το είπε και το έκανε. Είχε φέρει μια νταμιτζάνα τσίπουρο και λουκάνικα και έγινε το «έλα να δεις». Περασμένα μεσάνυχτα και το γλέντι συνεχιζόταν. 
«Πιείτε σειρούλες. Να θυμόσαστε το Στάθη». Κερνούσε τσίπουρο αβέρτα. «Απολύομαι και τρελαίνομαι. Στραβάδιααα!», έσκουζε και σήκωνε ψηλά το φύλλο απόλυσης να το δούνε όλοι. «Είμαι πολίτης, ρέεε!». 
«Στην υγειά σου πολίτη, κακομαθημένε», απαντούσαν οι άλλοι. Ήταν όλοι τύφλα. Μάταια ο επιλοχίας προσπαθούσε να τους συμμαζέψει. Στην αλλαγή φρουράς, στις τέσσερις, δεν ήταν κανείς σε θέση να πάει στη σκοπιά.
«Ρε μαλάκες! Θα φάω καμπάνα, αν γίνει τίποτε», παρακαλούσε αλλά κανείς δεν άφηνε το ρακοπότηρο. Πιάσανε τα εμβατήρια:
«Πάνω κει στης Πίνδου μας τις κορφές… που θαρρείς τ’ αστέρια φυλούνε».
«Τουλάχιστον τον προβολέα, ρε σεις», παρακάλεσε ο επιλοχίας.
«Πολίτης Στάθης Σταθόπουλος. Παρών!», φώναξε ο Στάθης. «Υποδεκανεύς εν αποστρατεία, πρώην χειριστής προβολέως. Τελευταία υπηρεσία κι απολύομαι». 
Άρχισε να παίζει με τον προβολέα. Δέσμες φωτός ανεβοκατέβαιναν πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, με τρελό ρυθμό. Σκιές τεράτων γέμισαν την κοιλάδα ως πέρα στην Αλβανία.
«Απολύομαι, ρέεε!», συνέχισε να σκούζει. «Πάνω κει στης Πίνδου μας τις κορφές…».
«Εχθρός εν όψει!». Σημάδεψε με τη φωτεινή δέσμη ένα ανάχωμα στα εκατό μέτρα.
«Αλτ τις ει;». Σιωπή... 
«Σύνθημα!». Σιωπή... 
«Σύνθημα, αλλιώς σου ρίχνω!».
«Ψωμί, λίγο ψωμί», ακούστηκε μια ξεψυχισμένη φωνούλα.
«Τι ψωμί; Ρε μαλάκες, μας την πέσανε. Επιλοχία ποιο είναι το σύνθημα, γαμώ το απολυτήριό μου, γαμώ;». Έπιασε το G3 και όπλισε.
«Μη Σταθόπουλε!», έσκουξε ο επιλοχίας, αλλά η ριπή είχε ήδη φύγει από την κάνη.

-ο-ο-ο-

Έσκυψε πίσω από το βράχο, ακριβώς την ώρα που ο προβολέας έδιωξε το σκοτάδι. Οι σκιές έφταναν ως πέρα στο ποτάμι που ήταν το σύνορο. Ο Ντίνο γνώριζε πως είχε τρία λεπτά μέχρι να βρει την επόμενη κρυψώνα. Όλη τη νύχτα πάλευε με τους προβολείς. Κάθε τρίλεπτο κέρδιζε μερικά μέτρα. Κάθε μέτρο που διέσχιζε τον έφερνε πιο κοντά στο στόχο. Το στομάχι του πονούσε. Είχε να φάει μέρες. Ξαναθυμήθηκε που μασούλησε όσο πιο αργά μπορούσε το τελευταίο παξιμάδι που του είχε απομείνει. Είχε σκουπίσει το ιδρωμένο του μέτωπο με το μαντίλι του, είχε τυλίξει το παξιμάδι με το μουσκεμένο μαντίλι για να πάρει την αρμύρα του ιδρώτα του και το είχε πιπιλίσει ώσπου να μαλακώσει στο στόμα του. Ήθελε να ρουφήξει ολόκληρη τη γεύση και τη μυρωδιά που έκρυβε, ώστε ούτε ένα μόριο να μην πάει χαμένο. Με την ανάμνηση της αρμύρας στο στόμα έτρεξε σκουντουφλώντας στο σκοτάδι ψάχνοντας την επόμενη κρυψώνα. Ίσα-ίσα που πρόλαβε να βουτήξει πίσω από μια μεγάλη κοτρώνα, λίγο πριν ο προβολέας από το φυλάκιο φανερώσει τη θέση του. Άγρια τέρατα που άλλαζαν θέση φάνηκαν ώσπου χάθηκαν. Περίμενε λίγο και ξεκίνησε ξανά. Κόντευε στην κορυφή.
«Μόλις περάσεις το ποτάμι», του είχαν πει, «είσαι στην Ελλάδα. Μετά τράβα ανατολικά και θα βρεις χωριά με καλούς ανθρώπους».
Μα σαν ξημέρωσε η πρώτη μέρα, ο ήλιος είχε ανατείλει στην πλάτη του. Κατάλαβε πως είχε τραβήξει σε λάθος δρόμο. Άλλαξε πορεία αλλά χωριά δεν βρήκε. Μόνο μαντρόσκυλα με οπλισμένους συνοριοφύλακες. Τη δεύτερη νύχτα χάθηκε πάλι. Το επόμενο πρωί ο ήλιος βγήκε από τα αριστερά. Είχε τραβήξει νότια. Άλλαξε πορεία ξανά, μέχρι που σώθηκαν τα παξιμάδια. Νερό εύρισκε αλλά η πείνα άρχισε να τον θερίζει. Την πέμπτη νύχτα βρέθηκε σε μια πλαγιά. Στην κορυφή υπήρχε ένας προβολέας. Αποφάσισε να τραβήξει προς τα κει. Θα ζητούσε λίγο ψωμί και ας τον έστελναν πίσω. Δεν άντεχε άλλο. Ανέβαινε αλλά κρυβόταν από τον προβολέα. Φοβόταν μήπως, αν τον εντόπιζαν, άρχιζαν να πυροβολούν. 
Λίγο ήθελε ακόμα. Όμως, οι δυνάμεις είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Το τρίλεπτο πέρασε χωρίς να κάνει βήμα. Δεν είχε κουράγιο. Τα μάτια του κλείσανε από την κούραση. Περίμενε τον επόμενο προβολέα. Μάταια. Πέρασαν πέντε λεπτά, δέκα, τίποτε. Τσιμπήθηκε, τον είχε πάρει ο ύπνος. Έτριψε τα μάτια αλλά τον τσούξανε. Τα χέρια του ήταν γεμάτα χώματα. Περπάτησε λίγα μέτρα. 
«Λες να με έχουν εντοπίσει και να μου τη φυλάνε;», σκέφτηκε. Παραπάτησε, έπεσε. «Μήπως να περιμένω να χαράξει;», αναρωτήθηκε. Βούρκωσε. «Ά ρε μάνα! Θα πάω τσάμπα, για μια μπουκιά ψωμί». Η γεύση του ψημένου καρβελιού ήρθε βασανιστική στη μνήμη του, μαζί με μυρουδιά λουκάνικου και τσίπουρου. Ο προβολέας συνέχισε να παραμένει σβηστός. Πήρε θάρρος και άρχισε να ανεβαίνει με προφύλαξη. Το φωτισμένο φυλάκιο ήταν κοντά. Όσο πλησίαζε, περπατούσε όλο και πιο γρήγορα. 
«Λίγο ψωμί», θα τους πω. «Δώστε μου λίγο ψωμί και μετά κάντε ό,τι θέλετε. Μόνο λίγο ψωμί, πονάει το στομάχι μου. Τίποτε άλλο, να σας χαίρονται οι μανούλες σας». 
«Ά, ρε μάνα! Διακονιάρης κατάντησα». Γονάτισε αποκαμωμένος. Λίγα μέτρα είχαν μείνει ακόμα. Σε λίγο θα τον έβλεπε ο σκοπός. Ο προβολέας σβηστός. Η σκοπιά άδεια. 
«Έχει γούστο να φύγανε; Δεν μπορεί, λίγο ψωμί, μια κονσέρβα, κάτι θα αφήσανε». Με τη σκέψη αυτή έκανε να σηκωθεί. Ξαφνικά άναψε ο προβολέας κι άρχισε να στριφογυρίζει τρελά. Μια έδειχνε προς τον ουρανό, μια φώτιζε το ποτάμι, μια το φυλάκιο, χωρίς ρυθμό, ακανόνιστα. Έχωσε τη μούρη του στο χώμα. Όλες οι προσευχές που θυμόταν από τη γιαγιά του, πέρασαν από το μυαλό του. Ένιωσε την πλάτη του να καίει. Τον έλουζε ο προβολέας.
«Να πάρει η ευχή! Έπρεπε να περιμένω να χαράξει», μουρμούρισε κι έτριψε το πονεμένο στομάχι του.
«Αλτ τις ει;». Σιωπή... «Σύνθημα!». Σιωπή… «Σύνθημα, αλλιώς σου ρίχνω!».
«Ψωμί, λίγο ψωμί», ίσα που ακούστηκε.
Ο προβολέας έσβησε. 
Αναθάρρησε.
«Θα περιμένω να χαράξει», ξεφύσησε ανακουφισμένος.
Η μπλούζα του ξαφνικά έγινε κόκκινη.
Η πλάτη του συνέχισε να καίει αλλά ο Ντίνο δεν την ένιωθε πια.

Θοδωρής Μπελίτσος. 
Ν. Σμύρνη, 8 Ιουνίου 2017.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου