Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ " Το σφυρί "


Και τότε χτύπησε το σφυρί κι ακούστηκε ο τελεσίδικος ήχος.
Κι όλοι όσοι κρατούσαν την ιαχή της νίκης ανάμεσα στα δόντια, στέναξαν. Κι απίθωσαν τα σπαθιά· και λυπήθηκαν. 
Και ήταν η λύπη τους πιο καλή από την αγωνία της χαράς· γι’ αυτό λύθηκαν τα χέρια που είχαν γραπώσει το μέλλον απ’ το λαιμό, λύθηκε και το βλέμμα που με απόγνωση γύρευε θάλασσα για να χαθεί. 
Και όπως ο ήχος δονούσε ακόμα το στερέωμα, σωριάστηκε η ελπίδα στο χώμα κι ένας από το πλήθος ικέτεψε: 
—Θέλω να γείρω! 
Κι όλοι ήθελαν να γείρουν σ’ αυτή τη συμφορά, γιατί η αγρυπνία της απαντοχής τούς είχε κουράσει την ψυχή, λες και είχανε ζήσει δέκα φορές τον βίο τους κι έπρεπε τώρα να αποζητήσουν ύπνο βαθύ. Και δεν τους ένοιαζε μη νικηθούν. Γιατί, ως νικητές πονούσαν. Και δεν τους ένοιαζε μην και τους βρουν οι σκιές του φεγγαριού, σκιές ζητούσανε κι αυτοί να γίνουν. 
—Μη στέλνεις άλλο φως! 
Μόλο που ακούγονταν στα λόγια τα θαυμαστικά, καμιά κραυγή, καμιά φωνή, μόνο ψιθύρισμα. Γιατί κι αυτό δεν το ζητούσαν πια από κανέναν. Μόνο που το 'λεγαν κι αυτοί να το πιστέψουν. 
Και καθώς σκορπίστηκε ο αντίλαλος, πήραν όλοι μαζί το δρόμο δίπλα στον γκρεμό σταθεροί και γαλήνιοι. 
Και δεν ξεχώριζες ποιος οδηγεί και ποιος ακολουθεί. Και δεν υπήρχε η έγνοια του προορισμού. 
Και πήγαιναν, πήγαιναν. Και όσο ξεμάκρυναν από του ήχου την πηγή, τόσο γαλήνευαν τα πρόσωπά τους. Φαίνεται πως ξεχνούσαν ή πλέον δε λογάριαζαν το αδυσώπητο χρέος. Κι έμοιαζαν αποκαμωμένοι πολεμιστές που αποχωρούσαν οικειοθελώς από τα πεδία των μαχών. 
—Και πώς θα ξεχωρίσεις μες στην ταραχή; 
Όταν σίμωσε στο σήμαντρο το σφυρί, όλοι κατάλαβαν τι έμελλε να συμβεί. Και δεν είχαν επιλογή καμιά παρά μονάχα αυτή: Να συγκεντρωθούν στην απελπισία τους και να ζητήσουν στην ήττα τη λύτρωσή τους. 
Και ήξεραν πως στο πένθος τους δεν ταίριαζε ο θρήνος, μόνο ο σιωπηλός πόνος που όταν εγκαθίσταται σίγουρος γίνεται ανεκτός και γαλήνιος. 
Εκείνος ο κρότος, δεν ήταν άλλο τίποτα παρά το σήμα που από καιρό καρτερούσαν, να χαμηλώσουν το βλέμμα και να υποταχτούν στην ομοιομορφία. Γιατί ό,τι ξεχωριστό, καθώς αδυνατούσε να υπερβεί το όριο, γινόταν ανώφελο και ανυπόληπτο. Και η ομοιομορφία ήτανε τώρα επιλογή κι όχι εξαναγκασμός. 
Και πήγαιναν, πήγαιναν ώσπου το κύμα του ήχου τεμαχίστηκε, σχεδόν έγινε σκόνη, και τότε ήχησε εκκωφαντική η σιγή κάτω στη ρεματιά κι όλοι αλαφιάστηκαν. Όμως, παραδομένοι στην ανημποριά δεν έκαναν προσπάθεια καμιά ν’ αλλάξουν τα δεδομένα τους. Και πήγαιναν, πήγαιναν, ώσπου χάθηκαν μακριά στον δρόμο του άλλου γκρεμού που πλησίαζε. 

Βαγγέλης Φίλος 
Ανέκδοτο 






















1 σχόλιο: