Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ



Η Σοφί ντε Μαρμπουά Λεμπρέν (Γαλλίκά:Sophie de Marbois-Lebrun),Δούκισσα της Πλακεντίας, υπήρξε φιλελληνίδα Αμερικανογαλλίδα, κόρη Γάλλου διπλωμάτη και σύζυγος του Δούκα της Πλακεντίας (Πιατσέντσα), πόλης στη βόρεια Ιταλία που είχε κατακτήσει ο Ναπολέων το 18ο αιώνα. Η δράση της εστιάστηκε στην ενίσχυση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, με μεγάλη οικονομική και κοινωνική συνεισφορά κατά τα πρώτα χρόνια εδραίωσης του νεοελληνικού έθνους, εν μέσω πολιτικών ταραχών.

Παρά την αντιπαλότητά της με πολλές από τις πολιτικές και βασιλικές φυσιογνωμίες της εποχής, πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής της στο Ναύπλιο, την Αθήνα, αλλά και την Πεντέλη, με πληθώρα αρχιτεκτονικών κειμηλίων να κοσμούν ακόμη και σήμερα γωνιές της ελληνικής γης. Η συνεισφορά της επεκτάθηκε στη Συναγωγή της Χαλκίδας και στην ολοκλήρωση της δεύτερης έκδοσης των Χρονικών του Μεσολογγίου.
Μετά το χαμό της πολυαγαπημένης της κόρης Ελίζας κατά την περιοδεία της στην οθωμανική Ασία και την επιστροφή της στην Αθήνα, πληθώρα μαρτυριών και μυθοπλασίες άρχισαν να περιβάλλουν την εκκεντρική της προσωπικότητα, καθιστώντας την παρουσία της στην Πεντέλη κατά την εποχή της δράσης των ληστών, μυστηριώδη και αινιγματική.
Η ίδια απεβίωσε το 1854 σε ηλικία 69 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική ιστορία στη συμβολή του φιλελληνισμού, καθώς και σημαντικά κειμήλια που κληροδότησε στο Ελληνικό Δημόσιο, πολλά από τα οποία διαχειρίστηκε ο Γεώργιος Σκουζές.

Ο σύζυγος της Δούκισσας 
Κάρολος Λεμπρέν.... 

Η δούκισσα γεννήθηκε τον Απρίλιο το 1785 στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Ήταν κόρη του επιτετραμμένου Γάλλου διπλωμάτη Φραγκίσκου Μπαρμπέ ντε Μαρμπουά και της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Μουρ, κόρης του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια. Το 1804 παντρεύτηκε τον στρατηγό Κάρολο Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα, ο οποίος ήταν γιος του υπουργού οικονομικών. Ο Κάρολος είχε οριστεί Δούκας της Πιατσέντζα, μικρής πόλης της βόρειας Ιταλίας που είχε κατακτήσει ο Ναπολέων 1796. Μαζί με τη σύζυγό του τη Σοφί απέκτησαν το 1804 μια κόρη, την Ελίζα. Η συμβίωση τους ήταν προβληματική και σύντομα κατέληξαν να ζουν σε διάσταση χωρίς ποτέ να εκδοθεί διαζύγιο. Στο Παρίσι διατηρούσε φιλολογικό σαλόνι στο οποίο σύχναζαν πολλοί διανοούμενοι της εποχής όπως, ο Ντελαβίν, ο Λαμαρτίνος και ο Ουγκώ. Η Σοφί εγκατέλειψε τη Γαλλία και διέμεινε στην Ιταλία, επειδή διαφωνούσε με το σύζυγό της αλλά κι επειδή αντιπαθούσε τουςΒουρβόνους οι οποίοι είχαν επανακάμψει μετά την πτώση του Ναπολέοντα.

Η φιλελληνική της δράση

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, τόσο η ίδια όσο και η κόρη της, διέθεσαν πολλά χρήματα στον αγώνα και διεκρίθησαν για τον φιλελληνισμό τους: συγκεκριμένα έγινε ενεργό μέλος του Φιλελληνικού Κομμιτάτου πουλώντας τα κοσμήματά της και συγκεντρώνοντας το ποσό των δεκατεσσάρων χιλίαδων φράγκων, αλλά και προσφέροντας και άλλα εννιά χιλιάδες φράγκα.

Η στάση της απέναντι στον Ιωάννη Καποδίστρια

Ένα πρόσωπο το οποίο εντυπωσίασε την Δούκισσα, λόγω της μόρφωσης του, ήταν ο Καποδίστριας, τον οποίο συνάντησε το 1826 στο Παρίσι. Η Σοφί εγκαταστάθηκε το 1829 στο Ναύπλιο, πόλη που όρισε ο Καποδίστριας ως την πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού έθνους. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων, ενώ το 1834 μετακόμισε στην Αθήνα, επενδύοντας σε γη. Το σπίτι της σώζεται μέχρι σήμερα. Ενίσχυσε οικονομικά την τότε νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και ανέλαβε την επιμόρφωση 12 θυγατέρων αγωνιστών. Παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, αναγκάσθηκε αντιπολιτευόμενη τον Κυβερνήτη να μετατραπεί σε μισητό του εχθρό. Έπειτα από παραμονή 17 μηνών, η Σοφία αναχώρησε με την κόρη της για την Ιταλία. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το 1831, διένειμε η ίδια φυλλάδια στη Γαλλία για τον αήθη κατά τη γνώμη της τρόπο που ο Καποδίστριας κυβερνούσε την Ελλάδα, υπερασπιζόμενη τους Μαυρομιχαλαίους δολοφόνους του.


Η μαρμάρινη Έπαυλη των Ιλισίων της Δούκισσας στην Αθήνα, "Villa Ilissia"

Το 1836 η Σοφία με την κόρη της αναχώρησαν για μακρά περιοδεία στην οθωμανικήΑσία. Ένα χρόνο αργότερα, η κόρη της πέθανε από στηθικό νόσημα στη Βηρυττό, πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλους. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της Ελίζας, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, έχοντας υπ' όψη να το θάψει σε μεγαλοπρεπή Ναό που σκόπευε να κτίσει στην Πεντέλη.
Στην Αθήνα ανέγειρε την πρώτη μαρμάρινη Έπαυλη των Ιλισίων, έργο του διάσημου αρχιτέκτονα Σταμάτιου Κλεάνθη. Στην προσπάθειά της να αγοράσει εκτάσεις στο Πεντελικό, συνάντησε την αντίδραση της Ιεράς Μονής Πεντέλης που είχε θέσει άτυπα ολόκληρο το όρος υπό τη διακυβέρνησή της, λόγω της εξάπλωσης του ασκητισμού από το μεσαίωνα. Το τίμημα που ζητούσε η Μονή ήταν απρόσιτο και χρειάστηκε η παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης και ιδίως του γαλλόφιλου Κωλέττη, ώστε να προωθηθεί η αγορά, υποσχόμενη η Δούκισσα την πραγματοποίηση έργων κοινής ωφέλειας στην περιοχή. Το 1840 περιήλθε στην κυριότητα της έκταση 1738 στρεμμάτων στην περιοχή, αντί τιμήματος 7.512 δραχμών. Ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Κλεάνθη την οικοδόμηση του περιβόητου Καστέλλου της Ροδοδάφνης, γνωστό ως Πύργος της Πλακεντίας, καθώς και τρία σπίτια, τη Maisonette (Μεζονέτα), την Plaisance (Πλακεντία) και τον Tourelle (Πυργίσκο). Για την κατασκευή τους συνεργάστηκαν ο Χανς Κρίστιαν Χάνσεν και ο μηχανικός Αλέξανδρος Γεωργαντάς. Η Δούκισσα προχώρησε στην κατασκευή μαρμάρινης πεντάτοξης γέφυρας πάνω από ρεματιά της πεντελικής γης, κρηνών, δύο λατομείων μαρμάρου, ενός κοιτώνα για τους λατόμους, ενώ χρηματοδότησε και τη διάνοιξη δρόμων στην Πεντέλη.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1847, ξέσπασε πυρκαγιά στην προσωρινή κατοικία της στην Πειραιώς, με αποτέλεσμα να αποτεφρωθεί το ταριχευμένο σώμα της κόρης της, Ελίζας. Το γεγονός αυτό συντάραξε τη Δούκισσα, η οποία έγινε δύστροπη και ακοινώνητη, ενώ πολλοί Αθηναίοι υποστήριζαν πως την έβλεπαν να γερνάει απότομα. Την αντιπάθειά της προς τον Καποδίστρια διαδέχθηκε η αποστροφή της για το βασιλιά Όθωνα, τη βασίλισσα Αμαλία και τους αυλικούς. Ο δύστροπος χαρακτήρας της την κράτησε μακρυά και από τη συνεργασία της με τον Κλεάνθη και τον Χάνσεν, παραμελώντας τις οικοδομές της.

Ο Πυργίσκος Tourelle στην Πεντέλη

Η Δούκισσα της Πλακεντίας θεωρείτο εκκεντρική προσωπικότητα, με πολλούς μύθους να περιβάλλουν το πρόσωπό της και να τη συσχετίζουν με τους ληστές που κατοικούσαν στην αττική ύπαιθρο και ταλάνιζαν την Αθήνα. Στην αρχή απαρνιέται την Ορθοδοξία και ασπάζεται την Ιουδαϊκή θρησκεία. Οι κοινωνικές συναναστροφές και οι πολιτικές ιδέες της την οδήγησαν να εισάγει στην Ελλάδα μια νέα θεοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταβάλλοντας το μέγαρό της των Ιλισίων σε κέντρο διάφορων Ελλήνων και ξένων λογίων, διανέμοντας κτήματα και τίτλους ευγενείας σε εξέχουσες μεν ελληνικές οικογένειες, στερούμενη όμως από τη πρότερη αγαθοποιό κοινωφελή δράση της. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1846 η Σοφία φέρεται να αιχμαλωτίστηκε από τον Λήσταρχο Μπίμπιση αλλά ελευθερώθηκε ύστερα από επέμβαση των Χαλανδριωτών. Αυτής ακολούθησαν άλλες ιστορίες, αναδιαρθρώνοντας κάθε φορά ιστορικά γεγονότα. Γεγονός πάντως είναι πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή στη Χαλκίδα, ενώ συνέχισε με δικά της έξοδα τη δεύτερη έκδοση των Χρονικών του Μεσολογγίου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν δεχόταν καμία επίσκεψη εκτός από τη Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία και η ίδια είχε αναθρέψει, και την Ελένη Καψάλη, κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη. Απεβίωσε τον Μάϊο του 1854 σε ηλικία 69 χρονών, όπως αναγράφεται επάνω στον τάφο της που επιμελήθηκε σε αρχαιότροπο μαρμάρινο ύφος ο Γ.Σκουζές σε σχέδια του Σταμ. Κλεάνθη. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στην Πεντέλη και μάλιστα στην Πλατεία δεξιά προς τα κάτω, υπάρχει ευμεγέθης πινακίδα που σε οδηγεί σε αυτόν. Ο κληρονόμος ανεψιός της, ερχόμενος από Γαλλία πούλησε τα περισσότερα των κτημάτων της στο Ελληνικό Δημόσιο. Η Δούκισσα της Πλακεντίας διέθεσε πάνω από 40.000 δραχμές για λογαριασμό της Ελλάδας. Ο θάνατός της δεν της επέτρεψε να δει ολοκληρωμένο το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Καστέλλου της Ροδοδάφνης, το οποίο ολοκληρώθηκε λίγο αργότερα. Περιήλθε στο δημόσιο, ενώ τα υπόλοιπα ιδιοκτησιακά της στοιχεία αγοράσθηκαν από τον τραπεζίτη της δούκισσας, Γεώργιο Σκουζέ, ο οποίος είχε παντρευτεί τη γραμματέα της, Ελένη Καψάλη.
Σήμερα, το Καστέλλο της Ροδοδάφνης στο λόφο Κουφού είναι γνωστό ως Πύργος Δουκίσσης Πλακεντίας, απ' όπου διένοιξε το δρόμο από τον Καρηττό (οδός Δουκίσσης Πλακεντίας) ενώ τον ίδιο τίτλο έχει πάρει και ο Σταθμός Δουκίσσης Πλακεντίας του Αθηναϊκού Μετρό στον οποίο καταλήγει η μεγάλη ομώνυμη λεωφόρος στο Χαλάνδρι.
Με τη ζωή, το έργο και τις περίεργες συναναστροφές της Δούκισσας της Πλακεντίας ασχολήθηκαν ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος και ο Δημήτριος Καμπούρογλου με πολλά, ιστορικά ανεξακρίβωτα όμως, στοιχεία.https://el.wikipedia.org/




 Το ταριχευμένη κορμί της Ελίζας δέχεται περιποιήσεις στο σπίτι της οδού Μυλλέρου... 



Για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, της Δούκισσας της Πλακεντίας, μιλάει στο news.gr, o διδάκτωρ Νέας Ελληνικής Ιστορίας και διδάσκων στη σχολή Ευελπίδων, Δημήτρης Μαλέσης

-Κύριε Μαλέση, ποιος ήταν ο ρόλος της Δούκισσας της Πλακεντιάς στο διάστημα της παραμονής της στη χώρα μας και ιδίως κατά την Ελληνική Επανάσταση;

"Επηρεασμένη από το κίνημα του ρομαντισμού και του φιλελληνισμού, η Γαλλίδα ευγενής Σοφία Λεμπρέν ευαισθητοποιήθηκε ιδιαίτερα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα το ’21. Σε επιστολή του από την Μπολόνια, το Νοέμβριο του 1827, ο Καποδίστριας σπεύδει να την ευχαριστήσει για τη δωρεά των 14.000 φράγκων, που έκανε προς το ελληνικό κράτος. Λόγω της διάλυσης του γάμου της, αποφασίζει να φύγει από την πατρίδα της και στο δίλημμα να εγκατασταθεί στην Ιταλία ή στην Ελλάδα, επιλέγει λόγω των φιλελληνικών αισθημάτων της, το δεύτερο. Έφτασε στο Ναύπλιο στις 22 Δεκεμβρίου του 1829 με το πλοίο «Άρης», που είχε κυβερνήτη τον Ιωάννη Μιαούλη, γιο του ναυάρχου και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του διοικητή της πόλης Κωνσταντίνου Ράδου. Στην πόλη συναναστρέφεται με προσωπικότητες της εποχής, ενώ ταξιδεύει σε ολόκληρη την Πελοπόννησο και την Αίγινα, γνωρίζοντας τον τόπο, τους ανθρώπους και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το υπό ανεξαρτησία κράτος. Δίνει έμφαση στην εκπαίδευση και για το λόγο αυτό πληρώνει δασκάλα προκειμένου να εκπαιδεύσει 12 κορίτσια οικογενειών με προσφορά στον Αγώνα. Το 1831 αναχωρεί, αφού προηγουμένως έχει αλλάξει ολοκληρωτικά στάση απέναντι στην καποδιστριακή πολιτική. Ευρισκόμενη εν πλω πληροφορείται τη δολοφονία του Κυβερνήτη και δεν κρύβει την ικανοποίησή της, χαρακτηρίζοντας τους Μαυρομιχαλαίους ως εφάμιλλους των αρχαίων τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα. Τη γνωστή οικογένεια της Μάνης, την οποία υπολήπτεται και θαυμάζει, τη θεωρεί γνήσια συνέχεια του ηρωισμού του Λεωνίδα, ενώ αρνείται και την ελληνικότητα ακόμη του Καποδίστρια, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «προδότη»".

-Πώς επηρέασε τη ζωή της ο θάνατος της αγαπημένης της κόρης, Ελίζας;

"Το 1836, μετά από ταξίδι που πραγματοποιεί στην Ανατολή, δέχεται ισχυρό πλήγμα καθώς έχασε στη Βηρυτό την πολυαγαπημένη της κόρη Ελίζα. Το γεγονός θα τη σημαδέψει για την υπόλοιπη ζωή της. Το πτώμα, αφού το ταρίχευσε, το μετέφερε στην Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί από το 1837 οριστικά. Ας σημειωθεί ότι τον ίδιο καιρό πέθανε στο Μόναχο από χολέρα ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπασπιστής του Όθωνος, τον οποίο λέγεται ότι είχε αγαπήσει η νεαρή Ελίζα. Η συμπεριφορά της έκτοτε θα αλλάξει, θα περιορίσει τους κύκλους των κοινωνικών επαφών, ενώ θα ξεκινήσει αναζητήσεις θρησκευτικές κινούμενη μεταξύ ιουδαϊσμού και μωαμεθανισμού. Ταυτόχρονα, όμως, θα επιληφθεί της εκπαίδευσης των κοριτσιών ιστορικών οικογενειών".



-Ποιος ο ρόλος που διαδραμάτισε η Εκκλησία της εποχής και συγκεκριμένα η Μονή Πεντέλης, στην προσπάθειά της να αγοράσει εκτάσεις στο Πεντελικό και πώς λύθηκε η εμπλοκή, η οποία δημιουργήθηκε;

"Θέλοντας να ζήσει μακριά από την πόλη επιλέγει να χτίσει το Καστέλλο (Chateau), επιλέγοντας την περιοχή της Πεντέλης. Η περιοχή συνδύαζε πολλά πλεονεκτήματα, με θέα την πεδιάδα των Μεσογείων, τη θάλασσα και φυσικές πηγές. Γνωρίζοντας ότι η μονή Πεντέλης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα για τη συντήρησή της, ιδίως μετά την Επανάσταση, ζητά από τον ηγούμενο να αγοράσει μία έκταση που ανήκε στη μονή. Το ηγουμενοσυμβούλιο έθεσε ως όρο να μην παραχωρηθεί η υπό διαπραγμάτευση έκταση σε αλλοεθνή ή ετερόδοξη οικογένεια, μετά το θάνατο της δούκισσας. Η διαφωνία έλαβε τέλος με την παρέμβαση της κυβέρνησης, η οποία υποστήριξε τη δούκισσα. Το 1840 αγοράστηκε η έκταση 1738 στρεμμάτων έναντι 7.155 δραχμών. Η Maisonette, όπως ονομάστηκε, με το μυστικοπαθές, μοναστηριακού χαρακτήρα υπερώο, αποπερατώθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κλεάνθη το 1841. Νέα διαμάχη ξέσπασε με τη μονή, όταν η δούκισσα θέλησε να οικοδομήσει το Καστέλλο της Ροδοδάφνης, επειδή οι μοναχοί υποστήριξαν ότι το κτίσμα παρακώλυε την είσοδο προς τη μονή και ότι θα στερούνταν το ποτιστικό νερό για τις καλλιέργειές του. Στη διαμάχη παρενέβη υπέρ της δούκισσας ο Κωλέττης, τον οποίο είχε ενισχύσει οικονομικά κατά την προεκλογική περίοδο η γαλλίδα ευγενής. Από τη στιγμή που έγινε πρωθυπουργός ο Ηπειρώτης πολιτικός(1844)δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιβληθεί και λόγω του χαρακτήρα του και της αυταρχικής, ούτως ή άλλως, πολιτικής του. Τελικά, επήλθε κάποιος συμβιβασμός και το θέμα έκλεισε οριστικά το 1846".

-Ποιοι θρύλοι συνοδεύουν τον πύργο της Πλακεντίας και πώς προήλθε η ονομασία του;

"Πολλά έχουν κυκλοφορήσει σχετικά με τις σχέσεις των ληστών της εποχής με τη διάσημη δούκισσα και ιδιαίτερα με τον πασίγνωστο Νταβέλη. Οι περισσότεροι κινούνται, όμως, στον γοητευτικό χώρο της λαϊκής μυθοπλασίας. Αποδεδειγμένη είναι η περίπτωση του ληστή Μπίμπιση, ο οποίος έστησε ενέδρα και απαίτησε 5.000 χρυσά τάλιρα. Η δούκισσα έστειλε κάποιον βοηθό για να τα φέρει, ωστόσο οι κάτοικοι του Χαλανδρίου είχαν σπεύσει επί τόπου για να την προστατέψουν. Ο ληστής, ο οποίος είχε τη φήμη ότι δεν έκανε κακό όταν μπορούσε να το αποφύγει, και ότι βοηθούσε τους φτωχούς, έφυγε χωρίς να πετύχει τελικά το σκοπό του".
Διαβάστε περισσότερα εδώ 

Καστέλλο της Ροδοδάφνης (Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας)

πηγή 



Άρχισε να οικοδομείται το φθινόπωρο του 1840, ενώ προηγουμένως εκτελέσθηκαν τα έργα υποδομής, και εξορύχτηκαν από τα λατομεία του Πεντελικού 100 κ.μ. μαρμάρου που προορίζονταν για την ανέγερσή του. Στα τέλη του 1847, όταν ξέσπασε η πυρκαϊά της οικίας της δούκισσας στην Αθήνα (επί της οδού Πειραιώς) και η αποτέφρωση της σωρού της κόρης της, με αποτέλεσμα την μείωση του ενδιαφέροντος της δούκισσας για τις οικοδομές της, το κτίσιμο των τοίχων είχε μεν περατωθεί, αλλά δεν είχε τελειώσει η στέγη ούτε το εσωτερικό της έπαυλης. Το Καστέλλο της Ροδοδάφνης, περιήλθε μετά το θάνατο της δούκισσας στο Δημόσιο, παρέμεινε ημιτελές, στο έλεος του κάθε εκδομέα που χάραζε το όνομά του στους ασοβάντιστους τοίχους του.
Το 1889, το επισκέπτεται ο περιηγητής Rennel Rodd, ο οποίος και περιγράφει: «…λίγο αργότερα, όταν, καθώς προχωρούσε η ημέρα, μειώθηκε κάπως η δύναμη του ηλίου, θα εξορμήσεις (από τη μονή) προς τα κάτω, βαδίζοντας ανάμεσα από ολάνθιστους θάμνους μυρτιών, για να φθάσεις στην μεγάλη, μισοερειπωμένη έπαυλη, την οποία έκτισε για λογαριασμό της η δούκισσα της Πλακεντίας, όταν η περαιτέρω παραμονή της στην Γαλλία κατέστη αφόρητη και όταν επέλεξε τα ορεινά της Αττικής ως τόπο εξορίας της, όπου ήταν ελεύθερη να εξασκήσει τις εκκεντρικότητές της και όπου συνανεστράφη με τις τραχιές συμμορίες των βουνών. Η έπαυλη βρίσκεται σε υψηλό σημείο μιάς ανηφορικής κοιλάδας, η οποία είναι παράλληλη ή μάλλον συγκλίνει με αυτήν που οδηγεί στη μονή. Κτισμένη κυρίως από μάρμαρο, το οποίο εξορύχθηκε από όχι μακριά, παρουσιάζεται με την μορφή ενός μάλλον άχαρου τετράγωνου όγκου, στον οποίο ανοίγονται λίαν οξυκόρυφα γοτθικά παράθυρα, και τον οποίο δεν δείχνει να εκλόνισε ο πρόσφατος σεισμός. Η στέγη έχει κατά διαστήματα καταρρεύσει, τα πατώματα και τα ταβάνια ουδέποτε κατασκευάσθηκαν, αλλά τα δοκάρια είναι σχεδόν ανέπαφα, λόγω του ξηρού κλίματος. Καθώς ό, τι υπάρχει δείχνει γερό, είναι απορίας άξιο το πώς κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να αποπερατώσει ένα σχεδόν έτοιμο σπίτι και επί πλέον κτισμένο σε μία τόσο όμορφη τοποθεσία. Μία αγριοσυκιά φορτωμένη με τους άνοστους καρπούς της που κολλούνε στα δάκτυλα, έχει φυτρώσει καταμεσίς στην αυλή και το νερό μιας πηγής που αναβλύζει από τον βράχο εκεί κοντά, έχει σχηματίσει πραγματικό τέλμα μπροστά στην είσοδο. Από τον εξώστη φαίνεται η δασωμένη κοιλάδα που κατέρχεται απαλά την πλαγιά έως την πεδιάδα, εκτεινόμενη ανάμεσα σε δύο τραχιές βραχώδεις προεξοχές των λόφων, κατάφυτη από πεύκα, ιτιές, βασιλικές δρύες, και θάμνους από μύρτα και σχίνα…» (Rodd Rennell Pentelicon, a day & a night Extr. Universal review, 1889).

Λεπτομέρειες από δωμάτιο
 στο Καστέλλο της Ροδοδάφνη
ς
πηγή 
Το Καστέλλο της Ροδοδάφνης, παρέμεινε στην κατάσταση αυτή έως το 1959, έτος κατά το οποίο ορίσθηκε από το κράτος ως κατοικία του τότε Διαδόχου, και μετέπειτα βασιλέως Κωνσταντίνου Β', που εγκαταστάθηκε σε αυτό από το 1961 έως το 1964. Οι εργασίες αποπεράτωσης και εκσυγχρονισμού του κτιρίου, πραγματοποιήθηκαν την διετία 1960-1961, από τον αυλικό αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Μπαλτατζή. Σήμερα η χρήση του έχει περιέλθει στο Δήμο Πεντέλης, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως πνευματικό κέντρο, πραγματοποιώντας στην αυλή του το καλοκαίρι διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το κτίριο και ο περιβάλλον χώρος είναι ασυντήρητοι και δίνουν εικόνα πλήρους εγκατάλειψης.
Η Ροδοδάφνη, αποτελεί παραλλαγή της Επαύλεως των Ιλισίων (νυν Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο) στην Αθήνα. Η παρατήρηση αυτή ισχύει όχι μόνο για το κυρίως κτίσμα, αλλά και για τις χαμηλές πτέρυγες με τους βοηθητικούς χώρους που πλαισιώνουν από τις δύο πλευρές την κεντρική αυλή, καθώς και για τις πίσω από αυτές δευτερεύουσες αυλές με τα καταλύματα του προσωπικού, τους στάβλους, τα αμαξοστάσια και τις αποθήκες. Η κύρια διαφορά ως προς την γενική σύλληψη του συγκροτήματος, οφείλεται στην μορφολογία του εδάφους που υποχρεώνει η θέση του πυλώνα να μην είναι στην ευθεία της κυρίας εισόδου του κτιρίου, αλλά σε γωνία 90 μοιρών σε σχέση με αυτή. Στον άξονα της εισόδου βρίσκεται μία απλή μεταλλική καγκελόπορτα, μέσω της οποίας επικοινωνεί η στενόμακρη εξωτερική, με την τετράπλευρη και ευρεία κεντρική εσωτερική αυλή.
Το Μνήμα της Δούκισσας της Πλακεντίας
πηγή 
Η αρχιτεκτονική σύλληψη του κτιρίου, είναι στις βασικές της γραμμές απλή: μία στοά (διώροφη στα Ιλίσια) που τρέχει κατά μήκος της βόρειας εν εσοχή προσόψεως και ενώνει στο επίπεδο του ισογείου, μεταξύ τους δυο ορθογώνιους προεξέχοντες πύργους. Τα γοτθικά τόξα της στοάς στο ισόγειο -ανά τρία ένθεν και ένθεν της ισοϋψούς κεντρικής εξώθυρας- και τα επτά υψηλά επίσης γοτθικά, παράθυρα στους δυο ορόφους της βόρειας πλευράς του κεντρικού κορμού του κτιρίου, έρχονται σε ευχάριστη αντίθεση με τα στενόμακρα, σαν διπλές και τριπλές πολεμίστρες, ανοίγματα στον τρίτο όροφο, όπως επίσης και στο δεύτερο και τον τρίτο όροφο των δύο πύργων. Η πρόσοψη, γράφει ο Κώστας Μπίρης, διαπνέεται από σπάνιο αρχιτεκτονικό μεγαλείο. Οι όροφοι υποδηλώνονται μόνο με μία ελαφριά μαρμάρινη σκαλιστή «ζεύξη» που χωρίζει σε ζώνες τις πλατιές γεμάτες, γυμνές και απέριττες επιφάνειες. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται στην όλη αισθητική του κτιρίου, όπως ορθά παρατηρεί η Όλγα Μπαδήμα-Φουρναράκη μία ιδανική «…ισορροπία μεταξύ οριζόντιας και κατακόρυφης ρυθμικότητας». Το κύριο διακοσμητικό στοιχείο της νότιας πλευράς, είναι, όπως και στην Maisonette, η κλειστή βεράντα, που καταλαμβάνει ολόκληρο το νότιο τμήμα του 3oυ ορόφου, κρυμμένη πίσω από πυκνή σειρά στενών ανοιγμάτων με γοτθικά τόξα. Έτσι, όταν το φώς του ηλίου λούζει την νότια όψη του καστέλλου, επιτυγχάνεται στο ύψος της κλειστής αυτής στοάς, χάρη στα στενά και παράλληλα ανοίγματα, μία ευχάριστη εναλλαγή φωτός και σκιάς, στην ζώνη λίγο πιο κάτω από την μελετημένα προεξέχουσα στέγη. Αυστηρή και μεγαλόπρεπη σκάλα, που από τις δύο πλευρές προεκτείνει -αποκλίνοντας ελαφρώς προς νότο- τον ευρύ εξώστη, πάνω στον οποίο εδράζεται η στιβαρή νότια πρόσοψη, οδηγεί στον κήπο και το πευκόφυτο άλσος που πάλαι ποτέ περιέβαλλε την έπαυλη.
Το κτίριο είναι ολόκληρο κτισμένο με μάρμαρο, εκτός από τον 2o και 3o όροφο της βόρειας πλευράς, οι οποίοι, είτε δεν πρόλαβαν να επενδυθούν προτού η δούκισσα χάσει το ενδιαφέρον της για την οικοδομή, είτε προορίζονταν να καλυφθούν με καταλλήλως χρωματισμένο επίχρισμα, το οποίο θα σχημάτιζε ενδιαφέρουσα αντίθεση με το γκριζόλευκο μάρμαρο του λοιπού κτιρίου.
Είναι φανερό πως το Καστέλλο της Ροδοδάφνης είναι έργο σημαντικού αρχιτέκτονα και πως αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα αρχιτεκτονικά δείγματα του ρομαντισμού στην Ελλάδα.http://www.vrilissia.gr/

Γενική άποψη της Maisonette- πηγή 

Τι απέγιναν τα σπίτια της Δούκισσας;

Η περιουσία που η Σοφία άφησε στο ελληνικό Δημόσιο μετά το θάνατό της ήταν ανυπολόγιστης αξίας. Πέρα από τη συναγωγή της Χαλκίδας, που χτίστηκε με δικά της έξοδα, το σπίτι στη Βασιλίσσης Σοφίας –γνωστό και ως Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας- ανακαινίστηκε και στέγασε το σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Στη θέση του σπιτιού στον Κεραμεικό, στο οποίο επί 10 χρόνια βρισκόταν ταριχευμένο το σώμα της Ελίζας, χτίστηκε το 1899 το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα στο οποίου τη θέση βρίσκεται πλέον ο Ναός του Αγίου Γεωργίου.

Αναμφίβολα, όμως, το μεγαλύτερο δώρο της Δούκισσας της Πλακεντίας σε αυτόν τον τόπο ήταν η ανάπλαση της Πεντέλης που με τόσο κόπο και έξοδα κατάφερε να πετύχει. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που μέχρι σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν πως βλέπουν στα δάση μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά να περιπλανιέται κλαίγοντας…
Εκτός από το χτίσιμο της Maisonette, άνοιξε δρόμους για την αγαπημένη της λίμνη «Θαλάσσι» ανάμεσα στο Χαλάνδρι, την Πεντέλη και τα Μελίσσια (το σημερινό γήπεδο της Νέας Πεντέλης) και γέφυρες σε ολόκληρη την Αθήνα με σημαντικότερη όλων αυτή που σήμερα ονομάζουμε «Πέντε Καμάρες» και δικαίως θεωρείται αρχιτεκτονικό θαύμα. Πρόκειται για μία ολόλευκη γέφυρα φτιαγμένη εξολοκλήρου από μάρμαρο που περνούσε πάνω από το ποτάμι και χανόταν μέσα στα καταπράσινα δέντρα. Ο λόγος που δημιουργήθηκε ήταν για να μεταφέρει το πεντελικό μάρμαρο στη βίλα των Ιλισίων που κείνη την περίοδο ακόμη χτιζόταν.
Όσο για τη βίλα στην Πεντέλη; Πέρασε στην κατοχή του ελληνικού Δημοσίου και αφού εγκαταλείφθηκε για έναν ολόκληρο αιώνα, παραχωρήθηκε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο ως εξοχική κατοικία. Σήμερα ανήκει στο Δήμο Πεντέλης και φιλοξενεί το Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο.
Ο αρχιτεκτονικός θησαυρός της όμορφης μα άτυχης Δούκισσας της Πλακεντίας εξακολουθεί να στολίζει την Αθήνα, έχει χάσει όμως την ομορφιά και τα μεγαλοπρέπεια του παρελθόντος. Το όνομά της ακούγεται καθημερινά χάρη στη λεωφόρο και το σταθμό του μετρό που πήραν το όνομά της.
Ένα όνομα που ακούμε καθημερινά, του οποίου την ιστορία, όμως, ελάχιστοι γνωρίζουν


Η πεντάτοξη μαρμάρινη γέφυρα της Δούκισσας της Πλακεντίας στα όρια των δήμων Βριλησσίων & Μελισσίων πηγή 


ΤΑΙΝΙΑ - Η ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ (1956)



Χρονιά Παραγωγής: 1956
Σκηνοθέτης:ΠΛΥΤΑ ΜΑΡΙΑ
Είδος:
ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΗΚΟΥΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ, ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ
Σενάριο: ΠΛΥΤΑ ΜΑΡΙΑ

Ηθοποιοί:

ΜΥΡΑΤ ΡΙΤΑ
ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΕΚΟΣ
ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΒΟΥΛΑ
ΜΠΟΥΧΛΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
ΤΣΑΚΙΡΗ ΤΖΕΝΗ
ΠΑΥΛΟΓΙΑΝΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
ΡΩΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΠΑΠΠΑΣ ΑΛΚΗΣ
ΚΟΥΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΜΟΡΙΔΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΛΑΜΠΡΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΛΟΥΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΛΕΙΒΑΔΕΑΣ ΚΩΣΤΑΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ
ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ
ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
ΚΑΝΔΥΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
ΡΩΗ ΔΙΟΝΥΣΙΑ
ΣΤΑΓΙΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
ΡΟΥΓΓΕΡΗΣ ΜΙΜΗΣ
ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΣΠΥΡΟΣ
ΓΚΟΥΒΑΣ ΤΑΣΟΣ
ΚΟΤΣΙΡΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ
ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΜΗΣ
ΚΑΛΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΜΙΡΚΑ
ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΛΙΛΟΣ

Αφηγητής:
ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΟΥ ΔΕΣΠΩ

Σύνοψη της υπόθεσης:


Στα 1840, η βαθύπλουτη δούκισσα Σοφία έρχεται στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση. Κτίζει έναν πύργο στην περιοχή Νταού Πεντέλης και εγκαθίσταται εκεί με την άρρωστη από φυματίωση κόρη της. Όταν η κόρη της πεθαίνει, μετά από έναν άτυχο έρωτα μ’ ένα λήσταρχο, η δούκισσα βαλσαμώνει το πτώμα της και το κρατά σ’ ένα από τα δωμάτια του πύργου, ζώντας με τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων ημερών του παρελθόντος. Μια μεγάλη πυρκαγιά, όμως, καταστρέφει τον πύργο κι αποτεφρώνει το πτώμα της κόρης της.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου