Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ ( 2 Απριλίου 1840– 29 Σεπτεμβρίου 1902 )

"Μια κοινωνία δεν είναι ισχυρή παρά μόνο όταν βγάζει την αλήθεια στο άπλετο φως του ήλιου."


Ο Εμίλ Ζολά ( Παρίσι, 2 Απριλίου 1840– Παρίσι, 29 Σεπτεμβρίου 1902) ήταν Γάλλος συγγραφέας, ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της λογοτεχνικής σχολής του νατουραλισμού και σημαντικός παράγοντας της ανάπτυξης του θεατρικού νατουραλισμού. Έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πολιτική φιλελευθεροποίηση της Γαλλίας και στην απαλλαγή του στρατιωτικού αξιωματικού Άλφρεντ Ντρέιφους, ο οποίος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε άδικα, γεγονός που συνοψίζεται στη διάσημη ανοιχτή επιστολή του με τίτλο "Κατηγορώ". Ο Εμίλ Ζολά ήταν υποψήφιος για Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1901 και το 1902 Το έργο του Εμίλ Ζολά ξεχώρισε όχι μόνο αναδεικνύοντας το ρεύμα του νατουραλισμού, αλλά πρωτίστως επειδή άσκησε τεράστια κοινωνική επιρροή με το έργο και τις παρεμβάσεις του.
Μία από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις του Εμίλ Ζολά ήταν η θύμηση μίας μεγάλης γιορτής που έκανε ο πατέρας του, στην Αιξ-αν-Προβάνς της Γαλλίας το 1844, επ' ευκαιρία των εγκαινίων ενός υδραγωγείου που είχε αναλάβει. Αλλά δεν πήγαιναν πάντα καλά οι δουλειές του κυρίου Ζολά. Όταν πέθανε δύο χρόνια αργότερα, άφησε σχεδόν απένταρους τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του.
Τα παιδικά χρόνια του Εμίλ πέρασαν μέσα στη δυστυχία και τη μιζέρια. Το σχολείο που πήγυαινε ήταν τόσο φτωχό και είχε τόσους λίγους δασκάλους, που χωρίς να διαβάζει πολύ ο μικρός Ζολά έβγαλε μ' ευκολία τις πρώτες τάξεις. Η μοναδική χαρά και η πραγματική μόρφωση που πήρε από το σχολείο, ήταν η στενή του φιλία με δύο συμμαθητές του. Ο ένας από αυτούς ήταν οΠωλ Σεζάν, ο μετέπειτα διάσημος ζωγράφος.
Ο Εμίλ, ο Πωλ και το άλλο παιδί ήταν αχώριστοι. Πάντα και οι τρεις μαζί περνούσαν τον καιρό τους τριγυρνώντας στις εξοχές και πάντα κουβαλούσαν στα σακκίδιά τους, εκτός από το φτηνό κολατσιό τους, και το βιβλίο κάποιου διάσημου Γάλλου συγγραφέα.
Όταν ο Ζολά έγινε 18 ετών πήρε μία υποτροφία για το Παρίσι και πήγε με τη μητέρα του να μείνει εκεί. Η μητέρα του ήθελε να τον δει νομικό, ωστόσο εκείνος απέτυχε να περάσει τις απαιτούμενες εξετάσεις δύο χρόνια αργότερα και έφυγε από τη σχολή.
Πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και κακουχίες. Ζούσε σε μία κρύα σκοτεινή σοφίτα και συχνά το μοναδικό φαγητό του ήταν επί εβδομάδες ξερό ψωμί και λάδι. Έπειτα άρχισε να ασχολείται με το γράψιμο, εργαζόμενος στο κρεβάτι για να ζεσταίνεται και κρατώντας ένα κερί στο αριστερό του χέρι για να βλέπει.
Στο τέλος ένας φίλος του πατέρα του φρόντισε να μπει κλητήρας σ' ένα εκδοτικό οίκο. Αν και ο μισθός του ήταν μικρός, μπόρεσε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα και να εγκατασταθεί εκεί με τη μητέρα του και αργότερα με τη γυναίκα του. Κατόπιν άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες σχετικά με τη λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι θέσεις του κατά του Ναπολέοντα και του ιερατείου. Έτσι, μέσα σ' ένα χρόνο, τα έσοδά του αυξήθηκαν χάρη στα άρθρα που έστελνε σε εφημερίδες και στο πρώτο του βιβλίο.
Το πρώτο του έργο δημοσιεύτηκε πριν κλείσει τα 24 του χρόνια. Τρία χρόνια αργότερα παρουσίασε ένα δεύτερο μυθιστόρημα. Η επιτυχία του αυτή τον ενεθάρρυνε και αποφάσισε στα 27 του χρόνια να εγκαταλείψει τη δουλειά του κλητήρα και να κερδίσει το ψωμί του μόνο από την πέννα του. Την επόμενη χρονιά, ο άσημος ακόμα νεαρός συγγραφέας πρότεινε σε έναν πλούσιο εκδότη να του δώσει μία προκαταβολή για να μπορέσει να βγάλει μία σειρά 20 μυθιστορημάτων που αφορούσαν τη γαλλική ζωή. Έτσι, μετά το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του, Τερέζ Ρακέν (1867), ξεκίνησε μία σειρά έργων με τίτλο “Λε Ρουγκόν Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία” (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d'une famille sous le Second Empire), όπου περιλαμβάνονται περισσότερα από τα μισά μυθιστορήματά του, θέλοντας να αναλύσει με διεισδυτική κριτική ματιά τις πτυχές της τότε γαλλικής κοινωνίας. Σε αυτή τη σειρά συγκαταλέγεται Η ταβέρνα(1877), ένα αριστούργημα το οποίο εμβαθύνει στο φαινόμενο του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Επίσης, η Νανά (1880), που με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνεται η κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, με το Ζερμινάλ (1885) —το καλύτερο ίσως έργο του— έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων. Η Πτώση είναι το προτελευταίο μυθιστόρημα αυτής της σειράς, η οποία ολοκληρώθηκε το 1893.
Τον ίδιο καιρό είχε δημιουργηθεί μία ομάδα νεαρών λογοτεχνών που αυτοαποκαλούνταν "νατουραλιστές" και θεωρούσαν τον Ζολά δάσκαλό τους, γιατί πρώτος εκείνος είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη "νατουραλισμός" για να εξηγήσει τη ρεαλιστική μορφή που έδινε στα έργα του. Το 1880 ο Εμίλ Ζολά ήταν πλέον μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της λογοτεχνικής αστικής τάξης και διοργάνωνε πολιτιστικά δείπνα με τον Γκυ ντε Μωπασσάν, τον Ζορίς-Καρλ Υσμάν και άλλους συγγραφείς στην πολυτελή βίλα του (αξίας 300.000 φράγκων) στο Μεντάν κοντά στο Παρίσι

Portrait d'Émile Zola -
Édouard Manet
Στη συνέχεια, από τη βαθυστόχαστη καταγραφή των κοινωνικών προβλημάτων στράφηκε στη σοσιαλιστική ουτοπία με δύο τριλογίες του, Οι τρεις πόλεις και Τα τέσσερα Ευαγγέλια, με τη δεύτερη να μένει ανολοκλήρωτη. Το 1898, διάσημος πια και σεβαστός, ο Ζολά έμελλε να συνταράξει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία και να διακινδυνεύσει τη σταδιοδρομία του καθώς ανακατεύτηκε στην περίφημη υπόθεση Ντρέιφους, που έκανε πάταγο εκείνη την εποχή. Ήταν ο μόνος που υπερασπίστηκε το Ντρέιφους στέλνοντας ανοιχτή επιστολή στο Γάλλο πρόεδρο, η οποία δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1898 στο εξώφυλλο της παριζιάνικης καθημερινής εφημερίδας L'Aurore, του Ζωρζ Κλεμανσώ, υπό τον τίτλο “Κατηγορώ!”. Ο Ζολά ξεσκέπασε μία μηχανορραφία που κόστισε την ελευθερία στο στρατιωτικό Άλφρεντ Ντρέιφους εξαιτίας του αντισημιτισμού του Υπουργείου Αμύνης. Το γράμμα αυτό προκάλεσε αίσθηση σε όλο τον κόσμο. Η πρόθεση του Ζολά ήταν να κατηγορηθεί ο ίδιος για συκοφαντική δυσφήμιση ώστε να δημοσιοποιήσει τα νέα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του Ντρέιφους. Την αποκάλυψη ακολούθησαν δραματικά γεγονότα. Πολλές γαλλικές εφημερίδες τον χτύπησαν, μποϊκοτάρανε τα βιβλία του και ο ίδιος μόλις κατόρθωσε να σωθεί από τη μανία του όχλου δραπετεύοντας στην Αγγλία. Το γράμμα του όμως έφερε το αποτέλεσμα που ήθελε. Έγινε αναθεώρηση της δίκης και ο Ντρέιφους αποδείχτηκε αθώος, γεγονός που οδήγησε και στη μεταρρύθμιση του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου τουχωρισμού εκκλησίας και κράτους.
Δυστυχώς ο Ζολά ποτέ δεν τα έμαθε αυτά. Το 1902 πέθανε δηλητηριασμένος από τις αναθυμιάσεις της σόμπας στην κρεβατοκάμαρά του. Στην κηδεία του τον θρήνησαν όχι μόνο οι Γάλλοι αλλά και όλος ο κόσμος.


Τα έργα του

Contes à Ninon-Τα παραμύθια στη Νινόν, (1864)
La Confession de Claude-Η εξομολόγηση του Κλοντ (1865)
Les Mystères de Marseille -Τα μυστήρια της Μασσαλίας(1867)
Thérèse Raquin (1867)
Madeleine Férat (1868)
Le Roman Experimental-Το πειραματικό μυθιστόρημα (1880)
Les Rougon-Macquart
La Fortune des Rougon -Η περιουσία των Ρουγκών (1871)
La Curée (1871–72)
Le Ventre de Paris (1873)
La Conquête de Plassans (1874)
La Faute de l'Abbé Mouret (1875)
Son Excellence Eugène Rougon (1876)
L'Assommoir (1877)
Une Page d'amour (1878) - Μια σελίδα του έρωτα
Nana (1880)
Pot-Bouille (1882)
Au Bonheur des Dames (1883) - Στην ευτυχία των Κυριών
La Joie de vivre (1884) - Η χαρά της ζωής
Germinal (1885)
L'Œuvre (1886)
La Terre (1887) - η Γη
Le Rêve (1888) - το Όνειρο
La Bête humaine (1890)
L'Argent (1891) - Το Χρήμα
La Débâcle (1892) - Η Πτώση
Le Docteur Pascal (1893) - Ο Γιατρός Πασκάλ
Les Trois Villes - Οι τρεις Πόλεις
Lourdes (1894)
Rome (1896)
Paris (1898)
Les Quatre Evangiles - Οι τέσσερις ευαγγελιστές
Fécondité (1899) - Γονιμότητα
Travail (1901) - Δουλειά
Vérité (1903) - Αλήθεια (εκδόθηκε μετά το θάνατό του)
Justice - Δικαιοσύνη (μόνο σημειώσεις)

Εmile Zola Speaking In London At The 1893 Conference Of Institute

Ελληνικές μεταφράσεις

La Confession de Claude (Η εξομολόγηση του Κλαυδίου) : Γ.Κότσικας ("Σ.Δαρεμάς")
Le ventre de Paris (Η κοιλιά του Παρισιού) : Ντορ.Πέππα ("Δελφίνι")
La faute de l’ abbe Mouret (Το αμάρτημα του αββά Μουρέ) : Πέτρος Πικρός ("Γκοβόστης")
L’ assomoir (Η Ταβέρνα) : Σ.Π. ("Δεληχρυσός")
Nana (Νανά) : Α.Ιορδάνου ("Κλασσικά Παπύρου")
Germinal (Ζερμινάλ) : Ε. & Γ. Αγγέλου ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
La Terre (Η γη) : Λ.Παυλίδης ("Γ.Παπαδημητρίου")
La bete humaine (Το ανθρώπινο κτήνος) : Γ.Κουχτσόγλου ("Κόσμος")
J’accuse! (Κατηγορώ) : Γιάννης Κωνσταντίνου ("Γκοβόστης 1994")
Le Rêve (Το όνειρο) : ("επιλογή 1975")
Thérèse Raquin (Τερέζα Ρακέν) : Κωστελένος Δημ. ("Δαμιανός")


Το άρθρο του Ζολά "Κατηγορώ!"


Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης...
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα...
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωότητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε...
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος...
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία...
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συντάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων...
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην «Αστραπή» και στην «Ηχώ των Παρισίων», μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη...
Κατηγορώ,τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο...
Εμίλ Ζολά - http://tvxs.gr/


ΝΑΝΑ 

Νανά είναι ο τίτλος ενός μυθιστορήματος του Γάλλου συγγραφέα Εμίλ Ζολά, δημοσιευμένο το 1880. Το βιβλίο έχει ως θεματολογία την γυναικεία πορνεία, ακόμη και στις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις.

Υπόθεση
Η ιστορία ξεκινά το 1868.

Γεννημένη μέσα στη φτώχεια και στη μιζέρια, η Νανά είναι η κόρη της Gervaise και του Coupeau. Η αρχή του μυθιστορήματος βρίσκει την Νανά σε οικονομικές δυσκολίες, μην έχοντας χρήματα για να αναθρέψει το μικρό γιο της Λουί, τον οποίο απέκτησε σε ηλικία μόλις 16 ετών. Αυτό όμως δεν την εμποδίζει από το να διαμένει σε ένα μεγάλο διαμέρισμα, δώρο ενός εραστή της. Η άνοδος της αρχίζει με έναν θεατρικό ρόλο, αυτόν της Ξανθιάς Αφροδίτης σε ένα θέατρο του Παρισιού. Στην πραγματικότητα η Νανά δεν ξέρει ούτε να τραγουδά ούτε κατέχει υποκριτικές ικανότητες, τα κουνήματα της όμως ασκούν ακατανίκητη έλξη στους άντρες, οι οποίοι ονειρεύονται να την κάνουν δική τους.
Ειδικά στην περίπτωση του κόμη Μυφφά, ενός υψηλά ιστάμενου αξιωματικού της αυτοκρατορίας, θρησκόληπτου ανθρώπου, που η Νανά γελοιοποιεί καθόλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Άλλα θύματα της ακόλαστης γοητείας της είναι ο ανήλικος Ζωρζ Υγκόν, ο Βαντέβρ, καθώς και ο αδερφός του Ζωρζ, ο Φιλίπ.
Σε κάποια στιγμή όμως ερωτεύεται έναν συνάδελφο ηθοποιό και φεύγει να ζήσει μαζί του σε μια φτωχογειτονιά του Παρισιού, εγκαταλείποντας τις παλιές της συνήθειες να κοιμάται με αριστοκράτες με αντάλλαγμα χρήματα. Στην πορεία όμως ο Φοντάν αποδεικνύεται πολύ τσιγκούνης και βίαιος και η Νανά μη μπορώντας να τον αντέξει καταφεύγει στην αγκαλιά της Σατέν, στην οποία είναι τρελά ερωτευμένη.
Το απόγειο της δόξας της Νανάς έρχεται σε έναν ιππικό αγώνα, στον οποίο είναι παρών ακόμη και ο αυτοκράτοραςΝαπολέων Γ΄ και ολόκληρο το Παρίσι, όταν το άλογο το οποίο ονομάσανε Νανά βγαίνει πρώτο. Ένα ντελίριο θαυμασμού για την Νανά ξεσπά και όλο το στάδιο φωνάζει το όνομα της. Έκτοτε ζει με μια εξωφρενική σπατάλη, ενώ αλλάζει κάθε μέρα πλέον εραστές και παράλληλα κοιμάται και με τη Σατέν.
Αργότερα όμως εγκαταλείπει τους εραστές της καταχρεωμένους από την αχόρταγη ματαιοδοξία της, και φεύγει για τηΡωσία.
Κανείς δεν γνωρίζει που έχει πάει, γυρίζει όμως στο Παρίσι ξανά για να δει τον γιο της, από τον οποίο όμως κολλά ευλογιά και πεθαίνει κοντά σε όλους όσους γνώρισε.
Με την αφήγηση της ζωής της Νανάς, ο συγγραφέας περιγράφει όλη την αθλιότητα και την ασχήμια μέσα στην οποία ζει η ηρωίδα. Ακόμα και ο θάνατός της παρουσιάζεται συμβολικά, καθώς την ώρα που πεθαίνει κηρύσσεται ο γαλλογερμανικός πόλεμος, ενώ είναι σαν να πεθαίνει μαζί της και όλη η διεφθαρμένη κοινωνία που προκάλεσε μια ζωή σαν τη δική της.

ΖΕΡΜΙΝΑΛ 


Με το «Ζερμινάλ» (1885) - το καλύτερο ίσως έργο του - ο Ζολά έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων.
Ο Γάλλος νατουραλιστής συγγραφέας Εμίλ Ζολά απεικόνιζε την άθλια καθημερινότητα των ανθρακωρύχων της βόρειας Γαλλίας στο μυθιστόρημά του «Ζερμινάλ», στα μέσα του 19ου αιώνα. Αργότερα θα εξομολογηθεί: «Δεν είχα παρά μία μόνο επιθυμία, να δείξω αυτούς τους εξαθλιωμένους, αυτά τα θύματα της εκμετάλλευσης, αυτούς που ασφυκτιούν, όπως ακριβώς τους έχει καταντήσει η κοινωνία μας... Να προκαλέσω τέτοια κραυγή για δικαιοσύνη, ώστε η Γαλλία να πάψει, επιτέλους, να επιτρέπει να την κατασπαράζουν» και θα ευχόταν στους αστούς αναγνώστες του να νιώσουν «το ρίγος της φρίκης». Η πορεία του προλετάριου Ετιέν Λαντιέ, πρωταγωνιστή του ομώνυμου έργου, ενέπνευσε τους Γάλλους κινηματογραφιστές από την αρχή του 20ού αιώνα («Η Απεργία» 1903, «Στη Μαύρη Χώρα» 1905, «Στη Χώρα του Σκότους» 1912)*. Η πρώτη ακριβής μεταφορά του μυθιστορήματος, βουβή, γυρίστηκε το 1913 από τον Αλμπέρ Καπελανί, η δεύτερη το 1963 από τον Υβ Αλεγκρέ (Γαλλία, Ουγγαρία, Ιταλία) και η τελευταία το 1993 από τον Κλοντ Μπερί (Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία), όπου και αυτή η κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος έγινε με μεγάλη επιτυχία, αλλά και σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Ζολά.
Στο Μονσού, μια πόλη πλούσια σε ορυχεία άνθρακα στη βόρεια Γαλλία, ο Ετιέν, ένας άνεργος μηχανικός, πέφτει στην κόλαση των ανθρακωρυχείων, ψάχνοντας για μια θέση εργασίας. Μπροστά στα μάτια του, ξετυλίγεται το δράμα των κατοίκων που εργάζονται στα ορυχεία σαν σκλάβοι, αλλά και η ιδεολογική πάλη ανάμεσα στους χαρακτήρες, ένας εργάτης προδότης της τάξης του, ένας Πολωνός αναρχικός ανίκανος να προσφέρει όραμα και μια εργατική τάξη να προσπαθεί να ωριμάσει και να καταλάβει το ρόλο της. Αυτό είναι το σκηνικό όπου διαδραματίζεται η ταινία, σκιαγραφώντας όλη την κοινωνική πυραμίδα, ακόμα και τον κύριο Μεγκρά, τον μπακάλη του συνοικισμού των ανθρακωρύχων απ' τον οποίο οι γυναίκες του Μονσού, με ικεσίες, κατάφερναν να αγοράσουν ψωμί, καφέ, βούτυρο και πατάτες ή και να δανειστούν ένα μικροποσό κάτω από μικρές ερωτικές εξυπηρετήσεις.
Ο Ετιέν, μπολιασμένος από τη νεοσύστατη σοσιαλιστική κοσμοθεωρία, δεν μπορεί να ανεχτεί την ταξική ανισότητα και έτσι θα οδηγήσει τους εργάτες σε απεργία, ο Μεγκρά θα ευνουχιστεί και θα δολοφονηθεί από τις εξεγερμένες γυναίκες σε μια από τις ρεαλιστικότερες σκηνές της ταινίας, η σύγκρουση των ανθρακωρύχων με τα αφεντικά τους, στη διάρκεια της μεγάλης απεργίας, θα πνιγεί στο αίμα.
Ενας συγκλονιστικός μονόλογος του Ετιέν στο τέλος της ταινίας, εξυψώνει την ιστορική ανάγκη να πάρουν οι εργάτες τις τύχες στα χέρια τους παρ' όλες τις αντιξοότητες και να αποφασίζουν για τις ζωές τους μόνοι τους.http://www.rizospastis.gr/


Αποσπάσματα 

«...Ο Ετιέν άφησε το δρόμο για την Βαντάμ και πήρε το καλντερίμι. Δεξιά έβλεπε το Μοντσού, που κατρακυλούσε στην πλαγιά και χανόταν. Αντίκρυ, είχε τα χαλάσματα του Βορέ, την καταραμένη τρύπα, που τρεις αντλίες άδειαζαν χωρίς σταματημό. Μετά ακολουθούσαν τα άλλα ανθρακωρυχεία στον ορίζοντα, η Βικτουάρ, το Σεντ Τομά, το Φετρί Καντέλ, ενώ προς τα βόρεια, οι υψικάμινοι κάπνιζαν μέσα στο διάφανο πρωινό αέρα. Αν ήθελε να προλάβει το τρένο των οχτώ, έπρεπε να βιαστεί, γιατί είχε ακόμα έξι χιλιόμετρα να διανύσει».
«Κάτω από τα πόδια του, τα υπόκωφα χτυπήματα από τους κασμάδες συνεχίζονταν. Οι ανθρακωρύχοι ήταν όλοι εκεί, τους άκουγε να τον ξεπροβοδίζουν σε κάθε του δρασκελιά. Η Μαένταινα δεν ήταν αυτή, κάτω από τούτο το χωράφι με τα παντζάρια, με την τσακισμένη στα δύο ραχοκοκαλιά, που η ανάσα της ανέβαινε τόσο βραχνή, μαζί με το βουητό του ανεμιστήρα; Στ' αριστερά, στα δεξιά, πιο πέρα νόμιζε ότι αναγνώριζε και άλλους, κάτω από τα στάχυα, τους φράχτες και τα νιόβγαλτα δέντρα. Τώρα, καταμεσής στον ουρανό, ο απριλιάτικος ήλιος αχτιδοβολούσε, μέσα στο μεγαλείο του, ζεσταίνοντας τη γη που γεννοβολούσε. Η ζωή ανάβλυζε από τις τροφοδάτες λαγόνες της, τα μάτια άνοιγαν και έβγαζαν πράσινα φύλλα, τα χωράφια αναρριγούσαν από την πίεση του χορταριού. Απ' όλες τις μεριές, οι σπόροι φούσκωναν, υψώνονταν, ραγίζανε τα χώματα, νιώθοντας την ανάγκη για ζεστασιά και φως. Οι χυμοί ξεχειλίζανε και κυλούσανε με ψιθυρίσματα, ο θόρυβος από τα φύτρα σκόρπιζε σαν δυνατό φιλί».
«Πάλι, και πάλι, όλο και πιο καθαρά, σαν να ζυγώνανε στην επιφάνεια οι ανθρακωρύχοι χτυπούσανε. Κάτω από τις πύρινες αχτίδες του ήλιου, εκείνο το γεμάτο νιάτα πρωινό, ήταν η εξοχή που εγκυμονούσε αυτή τη βουή. Ανθρωποι φύτρωναν, ένας μαύρος εκδικητής στρατός βλάσταινε αργά μέσα στα αυλάκια, μεγαλώνοντας για τις σοδειές του αυριανού αιώνα, που όταν θα ωρίμαζε θα έκανε τη Γη να τιναχτεί στον αέρα...» (απόσπασμα από το «Ζερμινάλ»).http://www.rizospastis.gr/


ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΕΡΩΤΑ 


Ήξερε μονάχα κάτι παλιούς σκοπούς αργούς κι απλούς, κάτι ρομάντσες του περασμένου αιώνα, που έπαιρναν μια ατέλειωτη τρυφερότητα, όταν τις μουρμούριζε με την αδεξιότητα μαθητή κατασυγκινημένος. Στις θερινές βραδιές, όταν η συνοικία κοιμόταν και το ανάλαφρο αυτό τραγούδι έβγαινε από το μεγάλο δωμάτιο το φωτισμένο μ’ ένα σπερματσέτο, θα ΄λεγε κανείς πως άκουγε μια ερωτική φωνούλα, τρεμάμενη και σιγανή, που εμπιστευόταν στη μοναξιά και στη νύχτα, ότι δε θα μπορούσε ποτέ να το πει τη μέρα… Άλλωστε του άρεσε το σκοτάδι. Τότε καθόταν μπροστά σ’ ένα παράθυρο, αντίκρυ στον ουρανό, κι έπαιζε στα σκοτεινά. Οι διαβάτες σήκωναν το κεφάλι κι αναρωτιόντουσαν από που τάχα ερχόταν αυτή η τόσο αδύναμη κι όμορφη μουσική που έμοιαζε σαν κελάηδισμα απόμακρου αηδονιού… (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Αποσπάσματα:

Ο παράδεισος του Ζουλιέν, το μέρος όπου ανέπνεε ελεύθερα, ήταν το δωμάτιό του, εκεί μόνο καταλάβαινε πως έβρισκε προστασία και δεν ήταν εκτεθειμένος στα πειράγματα του κόσμου.

Ζωγράφιζε λίγο, πάντα το ίδιο κεφάλι, μια γυναίκα σε προφίλ, με ύφος αυστηρό, πλατιές κορδέλες στα μαλλιά και μαργαριταρένιες δαντέλες στο λαιμό. Αλλά το πάθος του ήταν η μουσική. Βραδιές ολόκληρες, έπαιζε φλάουτο. Αυτό ήταν απ’ όλα η μεγάλη του διασκέδαση.

Αυτή η δεσποινίς, η τόσο σοβαρή κι αριστοκρατική που ζούσε κοντά του, τον απέλπιζε. Δεν τον κοίταζε ποτέ, αγνοούσε την ύπαρξή του. […] υπέφερε τρομερά για την περιφρόνηση αυτής της κόρης. Γιατί δεν τον κοίταζε ποτέ; Έβγαινε στο παράθυρο, κοίταζε με τη μαύρη της ματιά τον ερημικό πλακόστρωτο δρόμο κι έφευγε χωρίς να μαντεύσει την αγωνία του νέου που βρισκόταν αντίκρυ της, στην άλλη μεριά της πλατείας.

Κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, ένιωθε να τον πλημμυρίζει ο τρόμος που του ενέπνεε, ένας τρόμος που λες και τον αρρώσταινε. Τα γόνατά του τα αισθανόταν τσακισμένα σα να ‘χε ώρες περπατήσει. Κάποτε ονειρευόταν πως τον κοίταζε άξαφνα, πως του χαμογελούσε και τότε δεν φοβόταν πια.

[…] Έπειτα τον έπιανε λύσσα. Στεκόταν βδομάδες στο παράθυρο και την κοίταζε με τις ματιές του. Δυο φορές μάλιστα της έστειλε κάτι φλογερά φιλιά με τη βιαιότητα εκείνη των δειλών ανθρώπων, όταν το θράσος τους κάνει σαν τρελούς.

Να κοιμηθείς, να κοιμηθείς για πάντα! Πόσο θα ‘ταν αυτό καλό, όταν δεν έχει πια κανείς τίποτα μέσα του που ν’ αξίζει να μένει ξύπνιος! https://apolasos.wordpress.com/

Η ΤΑΒΕΡΝΑ 

Ο Εμίλ Ζολά έγραψε την «Ταβέρνα» το 1877 και ήταν το έργο που τον απογείωσε και τον έκανε διάσημο. Ο ίδιος είχε ήδη φτιάξει την ζωή του αφού είχε εκδόσει τρία μυθιστορήματα, ανάμεσά τους το γνωστό «Τερέζα Ρακέν» και αρθρογραφούσε σε εφημερίδες του Παρισιού. Δεν ξέχασε πότε όμως την πείνα, την στέρηση και τις κακουχίες που είχε περάσει.
Η «Ταβέρνα» συγκαταλέγεται σε μια σειρά έργων του με γενικό τίτλο «Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β Αυτοκρατορία». Ως Β Γαλλική Αυτοκρατορία ονομάζουμε τα χρόνια που κυβερνούσε ο Λουδοβίκος Ναπολέων, ανηψιός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, από το 1852 ως το 1870. Τα πιο γνωστά έργα αυτής της σειράς που καταπιάνονται με τις κοινωνικές πτυχές αυτής της περιόδου είναι η «Νανά» (η γνωστή ιστορία μιας πόρνης των Παρισίων), το «Ζερμινάλ» (οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων) και φυσικά η «Ταβέρνα». 
Στην «Ταβέρνα», ο Εμίλ Ζολά μας διηγείται την ιστορία της πλύστρας Ζερβαίζ, η οποία ερωτεύεται τον Λαντιέ, καιροσκόπο και τεμπέλη, μαζί του κάνει δύο παιδιά. Αυτός την εγκαταλείπει και λίγο αργότερα αυτή παντρεύεται τον Κουπώ, έναν καλοκάγαθο εργάτη που αναλαμβάνει να την βοηθήσει και με την ανατροφή των παιδιών της. Στην αρχή όλα πάνε καλά, η Ζερβαίζ καθαρίζει, ο Κουπώ ανεβαίνει στις στέγες των σπιτιών να βάλει τσίγκους, το ζευγάρι κάνει οικονομίες και έπειτα από σκληρή δουλειά καταφέρνουν να νοικιάσουν ένα μαγαζί για την Ζερβαίζ, για να πλένει τα ασπρόρουχα της γειτονιάς. Η Ζερβαίζ είναι εργατική, προσλαμβάνει προσωπικό, το ζευγάρι αποκτά και ένα κοριτσάκι, όλα πάνε καλά. Το όνειρο του εργάτη πραγματοποιείται: γίνεται μικροαστός, ιδιοκτήτης μικρής επιχείρησης, αφεντικό. Αλλά και ο καιρός έχει γυρίσματα, ο Κουπώ αρχίζει να πίνει, η Ζερβαίζ σπαταλά τα χρήματά της σε γλέντια προσπαθώντας να ζήσει ως αστή πλέον και να χαρεί αυτά που δεν της είχαν επιτραπεί έως τώρα. Γύρω από το ζεύγος, βλέπουμε και άλλους χαρακτήρες: τους ζηλιάρηδες, τσιγκούνηδες Λοριγιέ, τους κουτσομπόληδες θυρωρούς της πολυκατοικίας, τον άστεγο παππού που δεν μπορεί πλέον να εργαστεί και ζει από την φιλανθρωπία, τον ευγενικό Γκουζέ, έναν καλό άνθρωπο. Μια μικρή παριζιάνικη εργατική συνοικία ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Κάποιοι χαρακτήρες φαίνονται κακοί, εγωιστές, απάνθρωποι, κάποιοι άλλοι είναι καλοί, φιλεύσπλαχνοι, ακέραιοι. Ο Ζολά είχε πει χαρακτηριστικά ότι κανείς δεν είναι πραγματικά κακός, οι συνθήκες τους αναγκάζουν να γίνονται κακοί. Ο Ζολά έριχνε όλο το φταίξιμο στην φτώχεια και στην μιζέρια τους. Διαβάστε περισσότερα εδώ 
Εύη Ρούτουλα



























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου