Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ - 5 Ποιήματα από τη Συλλογή " Δηλητήριο σε μέλι "


Το "Δηλητήριο σε μέλι"  εξεδόθη τον Οκτώβριο του 2016 από τις Εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ.

i.Η καρδιά μου όπως τη βλέπουν τα πουλιά 

Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ΄αθώα πουλιά
Φύλλο στον κήπο της σιωπής, με πορφυρή πνοή γεμάτο
Της πρωινής της πάχνης σφιχτοκρατάει την απαλή δροσιά
Κι απ’ του γλυκού του σούρουπου το ματωμένο πίνει πιάτο

Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ’ αθώα πουλιά
Γρήγορο χτένι, πλουμιστό, σε αργαλειό παλαιό υφαίνει
Της ακριβής του αγάπης ασημώνει τα μεταξωτά προικιά
Με πληγωμένα δάχτυλα χρυσοκεντάει τη μοίρα που του κρένει

Η καρδιά μου, όπως τη βλέπουνε τ΄αθώα πουλιά
Μικρό κοτσύφι, αφτέρουγο, μέσα στον άγριο ματώνει βάτο
Τρίλιες σμιλεύει θλιβερές π' απλώνονται σαν χέρια αδειανά
Στις μαύρες να πιαστούν καρδιές πριν βυθιστούν στο μαύρο τάφο

✿ ✿ ✿ ✿
ii. Παράξενα Τοπία

Παράξενα τοπία, θολά κι ανάερα, ζωγραφίζονται αθέλητα στο νου
Όταν γλυκόμορφο το σούρουπο, με υποσχέσεις την πλάση αγκαλιάζει
Χρώματα αιθέρια και γλώσσες φλόγινες γεννούνε αλλόκοτα πουλιά
Που το τρελλό τους κρώξιμο την ήσυχη ψυχή περίεργα αλαφιάζει

Ζωντανεμένα και ζεστά ανθρώπου χέρια στα δέντρα τα κλαδιά
Μυστηριακά και ανερώτητα μπερδεύονται στα κόκκινα μαλλιά μου
πεταλούδες πολύχρωμες, παράξενες, σε χορό τρελλό γύρω απ΄το φως
Κεφαλομάντηλο χρυσό πετούν, πρωτοχορεύτρας, στην καρδιά μου.

Τα δάκρυα του σούρουπου απόκοσμες στις πέτρες σκαλίζουνε μορφές
Ανάερα κι αβέβαια κλονίζονται και σπαρταρούν τα φύλλα
Σε ονείρου ύπνο βαθύ,σαν θάνατο… να βυθιστεί ετοιμάζεται σιγά σιγά
Κάθε μικρή ζωή, κάθε τρεμουλιαστή ψυχή στης λήθης την ανατριχίλα.

Όμως, σαν κάτι μέσα μου βαθύ κι αβέβαιο με κεντά και γλυκοψιθυρίζει
Τούτον τον θελκτικό χορό στη ζάλη του δεν πρέπει για ν’ ακολουθήσω
Τoύτον τον ύπνο το γλυκό σε μυστικής ζωής τον πηγαιμό ν΄απαρνηθώ
Κάλλιο στο σύννεφο της μέρας να πλεχτώ και στους απάνω κόσμους
για να ζήσω…
✿ ✿ ✿ ✿

iii. Μπουμπούκι

Μπουμπούκι αγνό και άδολο, κλειστό στα μυστικά σου
Στάζουν οι μέρες κι οι νυχτιές, δροσιά στα πέταλά σου
ο ήλιος πλούτος κι αφέντης σου, η θεά σελήνη βιος σου
Τ΄άστρα και το στερέωμα χρυσό κλουβί δικό σου

Γλυκό μου ανθί, μικρό πουλί η πλάση δεν χορταίνει
Την ομορφιά της γέννας σου να θέλει ν’ ανασαίνει
Μάτι Θεού αποκτά ο τυφλός, χαρά ο πικραμένος
Φεύγει από σέ τ΄ ανίκητο κι ο χάρος νικημένος

Μπουμπούκι μου πεντάμορφο, λουλούδι ναρκωμένο
Κοιμάσαι ύπνον όμορφο, σ’ άγια κοιλιά σπαρμένο
Ανοίξου με χρυσά φτερά, ματώσου αίμα ποτάμι
Να ημερέψει όλη η γης στης ομορφιάς το χάδι

Θωρώ σε σε τρανό χορό, πλάσμα εσύ πλασμάτων
Μικρούλα μου, γλυκειά ζωή, σέρνεις χορό αθανάτων
Γλυκειά ονειροφαντασιά, γλυκό αίμα μες στο αίμα
Απλώσου με χρυσά φτερά στου κόσμου αυτού το γέρμα

Ανοίξου άστρο θερινού ουρανού, αυγερινός και πούλια
Τα μυστικά του Πλάστη μας σε σένα κρύβονται ούλα
Μπουμπούκι μου, σπόρε κρυφέ, λαμπρής ζωής ελπίδα
Κρατήσου υπόσχεση ακριβή, στα μάτια ηλιαχτίδα

Σοφία Πόταρη - Ιανουάριος 2016

✿ ✿ ✿ ✿
iv Αγάπη

Θεέ μου πόσο δυνατή έφτιασες την αγάπη!

Που κι όταν απ’ τις βουνοκορφές κατρακυλά
Όπου δερνόταν μοναχιά στα κοφτερά της προσδοκίας της βράχια
Κι απιθώνεται προσεχτικά στη ζεστή, γαλήνια αγκαλιά του λιβαδιού
Και τότε ακόμα την προίκισες άγρια λαχτάρα να ‘χει
Το ουρλιαχτό της βροντερής σιωπής
Να κουβαλάει μέσα της, το σκούξιμο του ανέμου
Και την τυρράνια των ετοιμοθάνατων πουλιών
Που το γιατί ρωτούνε.

Πόσο δυνατή την έφτιασες Θέ μου την αγάπη!

Κι όταν από τη μάνητα της θάλασσας ξεβράζεται
Κι όταν ακόμα η άγρια της φουρτούνα την έχει εγκαταλείψει
Κι έχει χυθεί χλωμή στην αμμουδιά με μαύρα φύκια σταυρωμένη
Και τότε ακόμα το άγριο κύμα την ψυχώνει
Σαν τ΄ αδειανό και θλιβερό κοχύλι
Που εμείς θαρρούμε πως λείψανο υπάρχει
Μα κείνο το μούγκρισμα του ωκεανού αιμορραγεί
Τον πόθο του τέρατος γι’ αγάπη

✿ ✿ ✿ ✿


v.Ο λαιμός σου

Τόσο πολύ μου λείπεις ανθισμένη μυγδαλίτσα μου, τόσο βαθειά
που την γλυκά παρήγορη δεν νιώθω για να πω τη διαφορά
ανάμεσα στο τώρα και στο χθες, που αθόρυβα έχει περάσει
φως και σκιά, στα μάτια μου μπροστά, ανακατωμένο χρώμα
Γλυκειά μου εσύ, σαγηνευτικά ανθισμένη μου άνοιξι, ερωτική
ζηλεύω νιώθοντας τον θαλερό σου μίσχο το ζεστό, τον απαλό
που όλοι οι χυμοί, γλυκείς και ζείδωροι, κυλούν εκεί ζεματιστοί
ολόγλυκεια αμβροσία, στους δροσερούς του σώματος ροδώνες
Τα χείλη μου τα δυο υπάρχουν μόνο γι΄αυτόν το μίσχο το ζεστό
που ευωδιάζει κήπο μυστικό, κι υπόσχεται λουλούδι σπάνιο
στον ακριβό σου το λαιμό το μυρωμένο κρέμασ΄εμέ στολίδι του
καθρέφτης του περίκαλος να λάμπω, όμορφη μες στην ομορφιά
Ω! πόσο αχόρταγα το θέλω πάνω του για να κολλήσω αξέχωρα
της ύπαρξίς μου τη λαίμαργη προσήλωσι, τη φοβερή λαχτάρα
για της γλυπτής σου ομορφιάς τη γεύσι, το άρωμα, το κύμα
τη μέθη και το φως της, σαν στεφανώνεσαι του ήλιου τη φωτιά
Και δεν το θέλω για να ζω αλλιώς, παρά μονάχα μ’ απληστία γεμάτη
για το γλυκό σπασμό της τρυφερής σου φλέβας, της μικρής
που μεθυσμένη πάλλεται, κρυμμένη, σε κείνη την ακρούλα εκεί
τη μυστική και την αθέατη, του αγγελικού λαιμού σου.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου