Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ ( 12 Μαρτίου 1865 – 24 Οκτωβρίου 1922 )


Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας, πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Καρκαβίτσα και της Άννας το γένος Σκαλτσά. Είχε τέσσερις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Στην Πάτρα μελέτησε ελληνική μυθολογία και ελληνική λογοτεχνία, κυρίως τους Επτανήσιους και τους πεζογράφους της Α' Αθηναϊκής Σχολής. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της Λυγερής (1896). Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από οπού αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κων/νο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του Ο Ζητιάνος το 1897. Υπηρέτησε επίσης ως έφεδρος δόκιμος γιατρός και το 1891 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο Αθήναι, με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο Σ' Ανατολή και Δύση και αξιοποιήθηκαν στη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου. Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις που επιδίωξε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε ο ίδιος αειφυγία). Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας που προωθούσε τη Μεγάλη Ιδέα και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα μια μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Βενιζέλου. 
Φωτογραφία, του 1900,
με τη στολή του υπιάτρου
Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο κίνημα Εθνικής Αμύνης με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση.Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του και το 1922 πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου. Η πορεία του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα γράμματα ξεκίνησε στα πλαίσια της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε στη δημοτική και έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας από το 1885 άρθρα ποικίλου περιεχομένου, διηγήματα και νουβέλες σε πολλά αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τις εκδόσεις των έργων του φρόντιζε ο ίδιος διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τις αρχικές μορφές των κειμένων του. Το 1898 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Εστίας για το διήγημα Πάσχα στα Πέλαγα και το 1911 τιμήθηκε με το αργυρό Σταυρό. Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ. Πριν το θάνατό του εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές παλιότερων διηγημάτων του με στρατιωτική θεματογραφία (Διηγήματα για τα παλικάρια μας και Διηγήματα του γυλιού), ενώ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον Αρματωλό, μυθιστόρημα που είχε ξεκινήσει από το 1894. Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η συμβολή του συγγραφέα στο δημοτικιστικό Αγώνα χρονολογείται ήδη από το 1892 (τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του έργου του Ψυχάρη Το ταξίδι μου), όταν στον πρόλογο της έκδοσης της πρώτης συλλογής διηγημάτων τοποθετήθηκε υπέρ της δημοτικής. Στη συνέχεια πήρε μέρος στην ίδρυση της εταιρίας "Η Εθνική Γλώσσα" (1905) και ήταν μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και της Λαογραφικής Εταιρίας του Νικόλαου Πολίτη. Ωστόσο ποτέ δεν ασπάστηκε τις ακρότητες του Ψυχάρη και προσπάθησε να σταθεί ανάμεσα στις ακραίες θέσεις του γλωσσικού ζητήματος. Η πεζογραφία του κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ειδυλλιακής ηθογραφίας με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με σχηματικό ορόσημο τη Λυγερή (1890) και κορυφαία έκφραση τον Ζητιάνο (1897). Από τα ογδόντα συνολικά διηγήματά σταθμός στάθηκε η συλλογή Τα Λόγια της Πλώρης του 1899, ενώ στο τελευταίο έργο του Ο Αρχαιολόγος (1903) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του για μια γόνιμη σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.



Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) 1

Ι.Πεζογραφία
• Διηγήματα. Αθήνα, τυπ. Εστίας, 1892 (και έκδοση γ΄, επιδιορθωμένη, Αθήνα, Κολλάρος, 1927)
• Η Λυγερή. Αθήνα, τυπ.Εστίας, 1896.
• Θεσσαλικές εικόνες· Ο Ζητιάνος. Αθήνα, τυπ. Εστίας, 1897 (και έκδοση γ΄, επιδιορθωμένη, Αθήνα, Κολλάρος, 1925).
• Λόγια της Πλώρης· Θαλασσινά διηγήματα. Αθήνα, τυπ. Εστίας, 1899.
• Παλιές αγάπες (1885-1897). Αθήνα, τυπ. Εστίας, 1900 (και έκδοση γ’, επιδιορθωμένη, Αθήνα, Κολλάρος, 1925).
• Ο Αρχαιολόγος. Αθήνα, τυπ. Εστία, 1904.
• Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, 1918. (με τη συνεργασία του
• Επ.Γ.Παπαμιχαήλ και εικονογράφηση του Ρούμπου).
• Η Πατρίδα μας· Αρχαία και νέα εποχή. Αθήνα, Δημητράκος, 1919. (αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού με τη συνεργασία του Επ. Γ. Παπαμιχαήλ και εικονογράφηση του Ρούμπου).
• Διγενής Ακρίτας. Αθήνα, Δημητράκος, 1920. (αναγνωστικό Ε΄ Δημοτικού με τη συνεργασία του Επ. Γ. Παπαμιχαήλ).
• Διηγήματα πραγματογνωστικά. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1920. (με τη συνεργασία του Επ. Γ. Παπαμιχαήλ).
• Διηγήματα του Γυλιού. Αθήνα, τυπ.Εστία, 1922.
• Διηγήματα για τα παληκάρια μας. Αθήνα, τυπ.Εστίας,1922.
• Ο Διαολής· Και άλλα διηγήματα· Πρόλογος Χρ.Εμ.Αγγελομάτη. Αθήνα, Πυρσός, 1939.
• Διηγήματα ανέκδοτα· Προλεγόμενα και φροντίδα Νίκης Greczynka. Αθήνα, τυπ.Μπούκουρη, 1944.
ΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• ΆπανταΙ-ΙV. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1973. (επιμ.-εισαγ. Νίκη Σιδερίδου, εικονογράφηση Π.Βαλασάκης)
• ΆπανταΙ-ΙV. Αθήνα, Καπόπουλος, 1973. (φιλολογ. παρουσ. επιμ. Στράτος Χωραφάς)
• Τα ΆπανταΑ΄-Ε΄ · Εκδεδομένα-Σκόρπια-Ανέκδοτα. Αθήνα, Γιοβάννης, 1973 (επιμέλεια Γ.Βαλέτας). 1. Για αναλυτική του Ανδρέα Καρκαβίτσα βλ. Βαλέτας Γ, Φιλολογικά στον Καρκαβίτσα · Μέρος πρώτο· Βιβλιογραφικά – Βιογραφικά - Κριτικά. Πάτρα, έκδοση του περ.Αχαϊκά,1937, Βαλέτας Γ, Βιβλιογραφία Ανδρέα Καρκαβίτσα·. Αθήνα, 1940 (β΄ εκδ.), και Σταυροπούλου Ερασμία-Λουϊζα, Βιβλιογραφία Μεταφράσεων νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1986.

http://www.ekebi.gr/


Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ - Mυστήρια της ζητιανιάς
Απόσπασμα 

Aν εκίνησε τους χωριάτες σε κανένα αίσθημα το λυπηρόν εκείνο ποδοκύλισμα του τελωνοφύλακα και του ζητιάνου δεν ήταν ούτε η συμπάθεια, ούτε η λύπη, ούτε η αγανάχτησις για τον αδικημένον. Aπό τέτοια δεν αισθάνονται οι Kαραγκούνηδες. Ένα μόνον τους εκυρίεψεν, η απορία. Δεν ημπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο ζητιάνος εκυλιόταν κατά γης τόσην ώρα, χωρίς ούτε λόγο να ειπή, ούτε αντίσταση να κάμη, ούτε σημάδια θυμού να δείξη το πρόσωπό του. Tι διάβολο· έχει και η υπομονή τα όριά της!
Aλλ’ οι χωριάτες δεν ήξευραν καλά τι θα ειπή ζητιάνος. Ήταν αληθινά διπλός από τον τελωνοφύλακα ο Tζιριτόκωστας. Kάτω από τα βρωμερά κουρέλια του εκρύβονταν βραχίονες σιδερένιοι και χαλυβένιοι μύες και πλάτες καλοδεμένες και τράχηλος βωδιού και ταύρου δύναμις. Στην πατρίδα του που τον εγνώριζαν καλά, όλοι τον έτρεμαν. Tα κατορθώματά του ομολογούντ’ εκεί, όπως τα κατορθώματα των δρακόντων στα παραμύθια. Mια φορά, σε δημαρχικές εκλογές, για να βοηθήση τον φίλο του υποψήφιο, μόνος επήγε κι εμπόδισε τους κατοίκους του Άγιου Bλάση, που ήσαν αντίθετοι, να πάνε στην ψηφοφορία. Και το βράδυ στη διαλογή, όταν εκατάλαβε πως θα έχανεν ο φίλος του, μόνος πάλιν επήδησε με το ρεβόλβερ στο χέρι μέσα στην εκκλησία, έδιωξε τη φρουρά και αναποδογύρισε τις κάλπες συγκάσελα.
Aλλά και στα ταξίδια του δεν είχε κάμη λίγα ο Tζιριτόκωστας. Tρεις έως τώρα είχε στείλει στον Άδη μυστικά, μυστικά. Aληθινά λόγο δεν έλεγεν. Yπόφερε με υπομονήν Iώβειον κάθε τι που του έκαναν. Aλλά μέσα του έγραφε με μαύρα γράμματα εκείνους που του έφταιγαν, και κακότυχοι, αν έπεφταν ποτέ εύκολοι στα χέρια του.
O Kώστας Tζιρίτης και Tζιριτόκωστας, κατά τη συνήθεια που έχουν στη Pούμελη να σμίγουν το επίθετο με τ’ όνομα, ήταν από τόπο που συμμαζώνει στα στενά του σύνορα όλη την ασυμμάζευτην ιστορία της ελληνικής ζητιανιάς. Στην εποχή του εσυνήθιζαν εκεί, όταν οι ακμαίοι άντρες έλειπαν στα ταξίδια και οι γυναίκες έξω στις περίγυρα κρεμνόρραχες εβολάκιαζαν τα φθισικά αραποσίτια τους, οι εβδομηντάρηδες να συνάζουν τα παιδιά στο χοροστάσι και να τα γυμνάζουν στης ζητιανιάς τα καμώματα. Kάτω από τ’ ασπρόμμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· κάτω από τα πρόσωπα εκείνα, που παραμορφωμένα επέτρωσεν η αδιάκοπη πλαστοπροσωπία· εμπρός στις σακατεμένες κορμοστασιές που παράλλαξεν όχι του χρόνου το γοργοτρέξιμο, όχι της αρρώστιας η κρυφή ενέρεια, όχι του καιρού η ξαφνική επιρροή, αλλά το πείσμα, εγυμναζόταν η νεολαία, η ελπίδα και χαρά του χωριού, να είνε άξια, αν όχι καλύτερη των πατέρων της. O Kουτσοκουλόστραβος χορός ήταν το κυριώτερο γύμνασμα εκείνες τις ημέρες. Tα παιδιά κρατώντας και από ένα μπαστούνι εγύριζαν χεροπιαστά και επροσποιούνταν από μια σωματική βλάβη. Ένα έκανε τον κουτσό· και ανεβοκατέβαζε το κορμί του σε κάθε βήμα, σαν το έμβολον ανάμεσα στα μετάλλινα πλευρά της τρόμπας. Άλλο έκανε τον θεότυφλο κι εβημάτιζε ρίχνοντας εμπρός το μπαστούνι, πασπατεύοντας με την άκρη του τη γη, μήπως τύχη έξαφνα ψήλωμα ή λάκκωμα, κρεμνός ή όχτος, κοτρώνι ή κορμόδεντρο και πέση και τσακιστή ο ταλαίπωρος. Kι έδειχνε ζωγραφιστή στο πρόσωπό την αμφιβολία και τον τρόμο ενός τυφλού. Tρίτο έκανε τον παράλυτο· ακουμπούσε στη γη τις δύο παλάμες, εσήκωνε με πηδήματα γοργοπόδαρου λαγού τα νεκρά και αλύγιστα ποδάρια του, σύνωρα ψηλώνοντας τα μάτια καθαρά κι άδολα και χύνοντας στο δροσοπεριχυμένο πρόσωπο θλίψιν ήμερη και ασκητικήν υπομονή στου Θεού το θέλημα του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου! Άλλο, νεραϊδοπαρμένο τάχα, εψήλωνεν ολόρθο το κορμί και εβάδιζεν με ολότρεμο σώμα κάνοντας ένα βήμα εμπρός και δύο πίσω και τρία δεξιά, αριστερά τέσσερα· ήθελεν εκεί να πάει κι επήγαινεν αλλού. Eδοκίμαζε να γυρίση δεξιά και αριστερά εγύριζεν· επροσπαθούσε να συμμαζέψη τα σκέλια του και τ’ άνοιγε· να διπλώση τα χέρια του και τ’ άπλωνε ξύλα-ξερά κι εβημάτιζε με τρέμουλα όλων των μελών, λες και είχε τους αρμούς ξεχαρβαλωμένους. Άλλο έλεγε πως του πήραν οι νεράιδες στην ρεματιά της Kάναλης τη φωνή από φθόνο κι άπλωνε τον λαιμό του κι εσούφρωνε τα χείλη με αγώνα θέλοντας να λαλήσή και βγάζοντας ανατριχιαστικόν ούρλιασμα μέσ’ από τον στενάχωρο λάρυγγά του. Άλλο έκανε τον μονοπόδαρο κι εταλάντευε το σώμα του ανάμεσα στις πατερίτσες, σαν βρωμερό κουρέλι στο αναφύσημα. Kι άλλα δέκα-είκοσι έκαναν άλλες δέκα-είκοσι αρρώστιες σωματικές, πολλές υπαρκτές και πολλές ανύπαρκτες ακόμα στον κόσμο.
Eνώ τα παιδιά έτσι εγυμνάζονταν για να πατήσουν τα φιλάνθρωπα αισθήματα των συνόμοιών τους αργότερα, ένας από τους γερόντους, παιγνιδιάρης ξακουσμένος και γλυκόφωνος, ορθοκρατώντας τρίχορδη λύρα στα γόνατα, εφρόντιζε με το τραγούδι να ελαφρώνει τους σημερινούς κόπους και να δείχνη αξιοζήλευτη και τρισευτυχισμένη τη μέλλουσα ζωή τους. Mε φωνή παραπονιάρικη, συγκρατητή, μονότονη· με μικρή γοργάδα στην αρχή· με ένα ξαφνικό χαμηλοψήλωμα έπειτα· κι έπειτα με χαμήλωμα στρωτόν ολόισιο μακρυλαρίκι, έλεγε τραγούδι ταπεινό, ντόπιον όσο και η λαψάνα της ξερής πλαγιάς και σαν εκείνη άνοστο, φτωχικό, ψειριασμένο. Kι εσυνόδευε το τραγούδι του με μονότονο και συγκρατητό και παραπονιάρικο γκρίνιασμα της λύρας του. Kαι με το τραγούδι του έδειχνε στα παιδιά τα περίγυρα ξερά και άχαρα βουνά της πατρίδας τους, τη Γη τη μητρυιά και την ολοστέρφευτη. Eπαρόμοιαζε με κατάρα Θεού και τρισανάθεμα τη γέννησή της, περνώντας πίσω αγγελόφερτος στου Σύμπαντος τη γέννηση, όταν το Παν ήταν Xάος και Mηδέν. O Θεός, έλεγεν, ηθέλησε να πλάση τότε τον Kόσμον. Eπήρεν ένα κόσκινο μεγάλο και το εκρέμασε σαν σύγνεφο στην άβυσσο. Έπειτα παίρνοντας χώμα με το χέρι έρριχνε στο κόσκινο, κουνώντας το επάνω-κάτω. Tο χώμα φυσικά, το καλό και το γόνιμο, έπεσε κάτω κι εγέμισε την άβυσσο κι έξαφνα εφάνηκεν η Γη, πολύκαρπη και πανώρια. Έμειναν τέλος στο κόσκινο μόνον οι πέτρες και τα χάλαρα. Kαι οργισμένος ο Δημιουργός, γιατί δεν εσυλλογίσθηκεν από πριν να μοιράση κι εκείνα δίκαια, εκλώτησε το κόσκινο κι εχύθηκαν τ’ απομεινάρια όλα μαζί σ’ έναν τόπο. Kαι ονόμασεν ο Θεός τον τόπον εκείνον Kράκουρα, που θα ειπή, καταραμένον σαν τη μήτρα της Σάρρας.
Αλλ’ ο τραγουδιστής δεν έλεγεν αυτά για να δειλιάση τους ακροατές του. Aπ’ εναντίας, σαν εμπνευσμένος ψάλτης του παλιού καιρού, αδράχνοντας από την ταπείνωση το ύψος και από τον φόβο την αντρεία ερχόταν γιαμιάς γλυκοχρυσόστομος κι ενώ εκαταριόταν τη γη, εμακάριζε τα παιδιά της. Όταν οι διαβόλοι, έλεγε, ηθέλησαν να μοιράσουν τη Γη σε βασίλεια, κανένας απ’ αυτούς δεν εδέχθηκε να πάρη στο κράτος του τα Kράκουρα. T’ άφηκαν αμοίραστα κι εκηρύχθηκαν εξουσιαστές και προστάτες τους όλοι. Aλλά τόπος που έχει τέτοιους προστάτες, ευτυχισμένος και παμμακάριστος, επρόσθετεν ο γέροντας. O κάτοικός του δεν θα πεινάση, ούτε θα διψάση ποτέ στον αιώνα. Tα χέρια του δεν θα γνωρίσουν ποτέ το σταβάρι του αλετριού το άγριο και το στειλιάρι της αξίνας· δεν θα μαραθούν τα χρυσά του νιάτα ξεκολλώντας ριζιμιά λιθάρια και δεν θ’ αυλακωθή το μέτωπό του από τη σκέψη. Δεν θα λιποψυχήση μήπως ο λίβας τού κάψη τα σπαρτά· μήπως η ξηρασία τού μαράνη τα σταφύλια, μήπως η βροχή τού χαλάση τα μπροστάνια. Άλλοι θα τα σκεφθούν και άλλοι θα φυτέψουν το αμπέλι που θα πιη αυτός το κρασί· άλλοι θα σπείρουν και θα θερίσουν το σιτάρι που θα φάγη το ψωμί· άλλοι θα μαζέψουν τις ελιές και άλλοι το λάδι του. Aυτός ένα μόνον θα έχη σκοπό, να γυρίζη τον κόσμο απ’ Aνατολή σε Δύση και με την έμπνευση του παντοδύναμου οδηγού του ν’ απατά τον κουτόκοσμο και να γυρίζη πλουτοφορτωμένος στο σπίτι του.
Έτσι τους έλεγε κι έτσι τους ορμήνευεν ο γέροντας. Kαι ο παράδοξος χορός σε κάθε του τραγουδιού τμήμα, σε κάθε της λύρας του παύλα, ερχόταν κουτσοκουλοστραβοβηματίζοντας κι ετραγουδούσε με φωνή παραπονιάρικη και συγκρατητή και μονότονη:

Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου,
δός μου λιγάκι αλεύρι,
να φτιάσω μια κουρκούτη.
Ένα, δύο, τρία!...

Θεός σχωρέσ’ τον κύρη σου,
δος μου λιγάκι λάδι,
να ρίξω στην κουρκούτη.
Ένα, δύο, τρία!...

Θεός σχωρέσ’ τη βάβα σου,
δος μ’ ένα κρεμμύδι,
να ψήσω με το λάδι,
να ρίξω στην κουρκούτη,
για να την φάω το βράδυ.
Ένα, δύο, τρία!...
................................

(από το O ζητιάνος, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)  http://www.snhell.gr/

Η ΛΥΓΕΡΗ
ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ

.........Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπισμένα βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι δεν είχε την ευέλπιδα όψιν φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κι ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά και επί του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν της πετα­λούδας. Νωθρός και βαρύς, ανεκινείτο μόλις εις τον περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού, ο οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλα­στικότητα. Αι παρειαί έγιναν πλαδαραί· τα χείλη, παχέα και πλήρη ραγάδων, έχασαν την αγνήν των φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κι εχάθη η λυγερά μέση· το κατά τι ανδρικόν παράστημα, το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κι έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης, τώρα την μετέβαλεν εις οργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθιού. Μόνον τα μάτια της, τα μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και μυστηριώδη έλξιν των - δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος.
Την τοιαύτην εξέλιξιν του σώματος και της διανοίας της Ανθής έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του, και του νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της, είχε μίαν φροντίδα, την φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβει την θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινο­παθήματα της ανεψιάς της. Ήκουε τας θλίψεις της κι έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της... Ναι· τον εαυτόν της!... Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκκιαν, ένα βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της έσυρε τα χίλια δυο ο κόσμος, διά να μη τον υπανδρευθεί. Τον υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και, τώρα, να - είναι ένα χαριτωμένο ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι!...
Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατεί τας μεμψιμοιρίας και τα δάκρυα της ανεψιάς της. Άλλα δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η κηδεμονία μιάς υπάνδρου δεν είναι αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία. Ήτο ανάγκη να κλείσει και τ’ απύλωτα στόματα του κόσμου· να διαψεύσει την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του Νικολού και της Ανθής· κι εν γένει να καλύψει δια ρόδων τας συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είναι εύκολον και η Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε μάχας κρατεράς διά της γλώσσης εις το Καλό Πηγάδι και τ’ άλλα κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της.
Τώρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του σώματος και η νωθρότης του νου της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είναι απαραίτητος ανάγκη διά τον γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος δεικνύει εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν, την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιο­ρίζει αυτήν εις την εύτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών.
- Μώρ’, εκείνη δεν περνάει καλά; Κι όπου καλό μου θέλει. Μακάρι κι άλλες να είχαν τέτοια τύχη!... Δε βλέ­πουν πως επάχυνε σα θρεφτάρι!... Άφ’σε δα που είναι και στο μήνα της!...
Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κι εσύσταινε την προσο­χήν των αντιπάλων επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής... Βέβαια, μία γυνή, η οποία μετ’ ολίγον θα γίνει μήτηρ, δεν ημπορεί να τρώγεται με τον άνδρα της!...
Αλλ’ αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείσει τας χωρικάς περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου, ήτο όμως σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύνα­μος, ειργάζετο να κατορθώσει αυτήν εις το μέλλον.
Ανέτελλε τώρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γίνει μήτηρ. Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγει, ούτως ειπείν, αυτήν διά λόγων και παραδειγμάτων εις τον μέλλοντα βίον της· να της υποδεικνύει τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς, αλλά και περισσού τρόμου. Ποιον άραγε θα ήτο το άγνωστον, το οποίον μετ’ ολίγον θ’ απεκαλύπτετο ενώπιον της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο ευτυχές το αποτέλεσμά του; Θ’ απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ αυτού;... Μόνον αι ιδέαι αύται κατείχον τώρα τον νουν της κι εβασάνιζε δι’ ερω­τήσεων την Φρόσω.
- Ά! μπα· δεν είναι τίποτε, καλότυχη· σα να ειπείς ένα λόγο· έλεγεν η χωρική.
Αλλ’ αυτόν τον λόγον πως να τον είπει; αυτό ήθελε να μάθει η Ανθή. Η Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και συνηθισμένος τόσον, που ν’ αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνα­σθείς διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσό­τερον των σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν. Διά τούτο, μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι ο Νικολός ήτο εκείνος, από τον οποίον ηδύνατο ν’ αναμείνει την μεγίστην συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την κοφίναν του πλυσταρείου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον Νικολόν να του είπει την κατάστασίν της.
- Τι με θέλει;... ας κάμει όπως κάμει... έχω δουλειά!...
Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Ά! είχε δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμο­πόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του Στρατσίνου, του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα δραμιών πεπέρεως, οκάδας ζάχαρης και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου και ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήσει ανεκτέλεστον, ενώ ο πελάτης εβιάζετο να φθάσει ενωρίς εις το χωρίον του και να μεταπωλήσει τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα εχρειάζοντο διά τας εορτάς! Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου· ζημιώνεται και ο Νικο­λός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος από το μαγαζί του. Κοιλοπονεί η γυναίκα του· ας κάμει όπως κάμει!...
Η Ανθή, όταν άκουσε την απάντηοιν του ανδρός της, έφθασεν εις φοβεράν αγανάκτησιν.
- Να στα μάτια του!... εφώναξεν αγριωπή.
Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλησαν από το στόμα της ακράτητοι, ως από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νερά... Ω, ήτο πλέον γυναίκα η λυγερή!
Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν στην σκάλαν. Η Ανθή, ως να προεμάντευε κακόν τι, έσπευσεν ευθύς γογγύζουσα έξω. Αλλ’ εις το θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί του πατώματος ρήξασα φοβεράν κραυγήν:
- Τον άντρα μου!...
Ναι, τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον, μετέφερον επί εδράνου ημιθανή κι αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να συμπληρώσει τας παραγγελίας του εμπορίσκου κι επί του πάγκου του όρθιος επροσπάθει να κατεβάσει βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού ραφίου, παρεπάτησε κι έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του βαρέος σώματος του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τώρα ανέβασαν αυτόν εις το σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγύζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός επροσπάθει να του παράσχει τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός, συνελθών και κατανοήσας την κατάστασίν του, ήρχισε ν’ απελπίζεται:
- Ωχ, ο μαύρος!... θα πεθάνω, θα πεθάνω! ... Έστρεψε το βλέμμα· αλλ’ επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του, κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίει. Τώρα κατενόει και αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώσει το θάρρος και την ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ’ άλλα πέριξ του φιλικά πρόσωπα ήσαν ικανά ν’ απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας μαύρας σκέψεις του, ν’ ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περι­πετείας, παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ’ ένα της χαμόγελον, μ’ ένα βλέμμα. Κι αίφνης, συλλογισθείς την στιγμήν, όπου απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημα του και ήκουσεν αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσε ότι προς τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τώρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά το πάθημά του τον άφηνε μόνον κι έρημον προς εκδίκησιν.
- Ανθή, γυναικούλα μου, πού είσαι;... Μη μ’ αφήνεις έρ’μο τον κακομοίρη!... ωλόλυζε.
Και επίστευσεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον ως σκύλος αγωνιών, κι εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και δεν ήθελε κανένα να γνωρίσει από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του ...
Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρα­κειμένου δωματίου. Αλλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου ηύξησε κατά εν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως από τώρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ’ ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και, λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην, αλλά περιπαθή φωνήν:
- Ανθή..., παιδί μου! .. .
Η Ανθή είχε γεννήσει παιδί εις τον Νικολόν. Η λιπο­θυμία εκείνη επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατά­στασιν μετέφερεν αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός.
Όταν συνήλθε, παρετήρησεν ότι έκειτο επί της κλίνης της εντός θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμηρίζον βρέφος. Διά της φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα, κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον, ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι ήτο παιδί της κι εχύθη να το περιπτυχθεί, ως να το εγνώριζεν από μακρού χρόνου.
- Παιδί μου, γκόλφι μου! ...
- Άσ’ το, μωρή!... θα το σκάσεις· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω θριαμβεύουσα... Ε, δε σου ’λεγα πως είναι ένας λόγος!...
Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τώρα μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί η Ανθή. Κι αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν της, και ηθέλησε να σηκωθεί από την κλίνην, να σπεύσει έξω, επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν:
- Τον άντρα μου!... πού είναι ο άντρας μου!... Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν της. Μόνον τον άνδρα της και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τώρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την προς τον Νικολόν αγάπην της ριζωμένην από την πρώτην ημέραν του γάμου, και πριν ακόμη, εις την ψυχήν της, και τώρα ανέδιδε τους εύρωστους κλώνους της.
Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν. Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την ψυχήν της συνήθισεν από καιρού πλέον να βλέπει αυτά συνδεδεμέν’ αναποσπάστως, να μανθάνει ότι η ευπειθής υπακοή προς το εν ήτο και υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους της. Ματαίως τώρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθεί από την κλίνην της, διότι θα βλαφθεί· να μην τρομάζει έτσι, διότι θα φαρμακεύσει το γάλα της· κι έλεγεν ότι ο σύζυγος της είχε μόνον στραγγαλίσει τον πόδα κι εκείτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον.
- Όχι, θέλω να τον ιδώ!... επέμενεν η Ανθή. Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθει του δωματίου, όταν ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακα­λούσαν αυτήν να μείνει ήσυχη διά το πάθημά του.
Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την Ανθήν εις δάκρυα.
Ο καημένος κι αυτός να βγάλει το πόδι του!...
Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι του Στριμμένου. Ο Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν, παρεπονείτο, διότι δεν ηδύνατο να είναι πλησίον της γυναικός του και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα, χωρίς να ερωτήσει τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς περί της καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθει και τας ελαχίστας λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κι έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν.
- Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ! έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η Φρόσω. Σώπα και κοιμάται η Ανθή, που παράδειρε απόψε!
- Καλά... σωπαίνω!... έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς. Μα εκείνο το παιδί κάτι θα ’παθε.
- Δεν έπαθε τίποτα... παιδί είναι, θα κλάψει, μόν’ σώπα!
- Σωπαίνω ...
Και εσιώπα πολλάκις, καλυπτόμενος όλος διά του εφαπλώματος, κλείων τα μάτια διά να κοιμηθεί, θέλων να βουβαθεί, διά να μην ανησυχήσει την γυναίκα του.
Η καημένη η Ανθή τι υποφέρει! Κι εκείνο το μικρό, τι κλαψιάρικο που είναι!...
Κάποτε, μεταξύ των τοιούτων σκέψεων του, ανέκυπτεν αίφνης άλλη τις σκέψις, οδυνηρά αύτη, η σκέψις περί του καταστήματός του, των εμπορικών του επιχειρήσεων, αι οποίαι όλαι εσταμάτησαν από την ημέραν του παθήματός του. Ο κυρ-Παναγιώτης μόνον, δύο τρεις ημέρας, και τότε με ανυπόφορους πόνους, κατόρθωσε να υπάγει εις το μαγαζί· αλλά πάλιν επανέπεσεν επί των στρωμνών μετρών προς τους κτύπους του κομβολογίου του τα «ωχ ωχ!» και τα «αχ! αχ!» του. Είναι αληθές ότι το κατάστημα δεν έκλεισεν εντελώς. Ο μικρός υπηρέτης, Διβριώτης και αυτός, έξυπνος και με εμπορικόν πνεύμα ανώτερον της ηλικίας του, εξηκολούθει να πωλεί τα είδη και να συνάζει το χρήμα. Ο Σπυροκόκκιας δε, ο στενότερος συγγενής, ενεθρονίζετο σο­βαρός και αμίλητος καθ’ εκάστην εσπέραν και τας Κυριακάς, όταν αυξάνει η πελατεία, προ του πάγκου, βοηθών τον μικρόν και επιβλέπων τας δοσοληψίας. Αλλ’ ο ξένος πάντα ξένος είναι· αναπαύει, αλλά δεν θεραπεύει. Έπρεπεν ο Νικολός να ήτο εκεί· να εποπτεύει με το εμπορικόν του βλέμμα την συναλλαγήν, να καταλάβει εκ πρώτης όψεως τα ελλείποντα είδη, ν’ ανακαλύψει και διαλύσει ευθύς μ’ ένα λόγον τους εμπορικούς συνεταιρισμούς των αντιπάλων του... Και εξανάπτων αίφνης υπό εμπορικού οίστρου, ελησμόνει το πάθημά του και ανεκινείτο να σηκωθεί, διά να σπεύσει προς τ’ απειλούμενα συμφέροντά του. Αλλά πόνος δριμύς της κνήμης ηνάγκαζεν αυτόν να μένει εις την θέσιν του οδυνηρώς γογγύζων:
- Αχ, ανάθεμα σε! ανάθεμα σε! ανάθεμα σε!
Αν όμως η κυρά Κανέλλα, η διάσημος μαμή της κωμοπόλεως, είτε η Φρόσω ανεφαίνετο αίφνης εις την θύραν του δωματίου κομίζουσα το βρέφος, η πατρική καρδία του Νι­κολού ευθύς εφαιδρύνετο· το πρόσωπόν του εξιλαρύνετο και άπλωνε τας χείρας και ελάμβανε το εν σπαργάνοις εκείνο μικρόν και το εχόρευε και το κατεφίλει. Και αν το μικρόν ανεκραύγαζεν έκπληκτον και εμειδία, ελησμόνει ο Διβριώτης ότι ήτο έμπορος κι ενεθυμείτο μόνον με γλυκυτάτην απόλαυσιν ότι ήτο πατήρ - πατήρ ευτυχισμένος.
Αλλά δεν συνέβαινε τούτο μόνον εις τον Νικολόν. Και η Ανθή εις την όψιν του μικρού αυτού όντος, του μειδιώντος και πεταλουδίζοντος, ελησμόνει ότι ήτο ατυχής και ύπανδρος κι ενεθυμείτο μόνον ότι ήτο ευτυχής μήτηρ. Παραδόξως επί του μικρού εκείνου και απαγούς ακόμη ατόμου εύρισκον οι δύο σύζυγοι ως εις καθρέπτην τον εαυτόν των, την ανθρωπίνην και πραγματικήν των υπόστασιν. Η Ανθή μάλιστα, εκ της λεπτής γυναικείας φύσεώς της, ανεύρισκε κάτι άλλο, το οποίον ουδέ καν εφαντάζετο η παχύδερμος ατομικότης του εμπόρου· ανεύρισκε τον άνδρα. Ναι· τώρα τον ανεγνώριζε και τον παρεδέχετο ως άνδρα της τον Νικολόν. Δεν εσκέπτετο πλέον, αν ήτο αυτός ο κατάλληλος να καθέξει την θέσιν αυτήν εν τω βίω της. Δεν ήθελεν ο νους της ν’ απασχοληθεί εις τα παρελθόντα. Εσκέπτετο μόνον ότι αυτός την κατείχε, ότι τώρα ήτο πατήρ του τέκνου της, η δύναμις και η ψυχή της νέας της οικογενείας.
Η Ανθή δεν ηδυνήθη να κρατηθεί πλέον επί της κλίνης. Η ανησυχία, η αβεβαιότης περί της καταστάσεως του Νι­κολού την κατέθλιβον. Αδιακόπως έστρεφε το βλέμμα προς τον τοίχον, τον χωρίζοντα αυτήν απ’ εκείνου, ως να ήθελε να περάσει δι’ αυτού και να ίδει την αληθινήν θέσιν του. Διά της φαντασίας έβλεπε το δωμάτιον εκείνο, την κλίνην, τον Νικολόν με τυλιγμένον πόδα, οικτρώς γογγύζοντα. Η ανυπομονησία της εκορυφώθη μικρόν κατά μικρόν και, την τρίτην ημέραν, εναντίον των συμβουλών της μαμής, εσηκώθη κι επήγε προς τον άνδρα της.
- Τι κάνεις; - καλά είσαι;
Ήτο η πρώτη φορά από του γάμου των, κατά την οποίαν ωμίλει με τόσην γλυκύτητα και φροντίδα εις τον Νικολόν και η φωνή της έτρεμεν υπό δειλίας κι εντροπής, ως να ωμίλει προς ξένον.
- Δεν έχω τίποτα... θα περάσει... Και συ πως είσαι;
Και του Νικολού η φωνή είχε τον αυτόν τόνον ήτο παλμώδης κι έτρεμεν εις τα χείλη του, ως πρωτόπειρου νεανίσκου ερωτική εξομολόγησις.
Η Ανθή ήτο ισχυράς κράσεως και ταχέως ανέλαβεν εκ του τοκετού. Ήρχισε την παντοκρατορίαν της εις το σπίτι μετά φιλεργίας και υπομονής και αυταπαρνήσεως. Από της αυγής μέχρι της εσπέρας δεν ανεπαύετο καθόλου· απησχολείτο ολονέν εις το πολυμέριμνον καθήκον της οικο­κυράς. Αλλά δεν εστενοχωρείτο εκ τούτου, ούτ’ εκουράζετο, τουναντίον έμενεν ευχαριστημένη και εύθυμος. Ήτο υπερή­φανη, διότι τρεις ψυχαί είχον ανάγκην των φροντίδων της και έσπευδεν εναλλάξ να γλυκάνει διά των περιποιήσεών της τα γηρατειά του πατρός, να παύσει τα κλάιματα του παιδιού, να διώξει διά της ευθυμίας και της αβρότητος την απελπισίαν και στενοχωρίαν του ανδρός της.
- Μην κουνιέσαι και θα γειάνει!...
Εγνώριζε πλέον ότι δεν ήτο εξάρθρημα, αλλά κάταγμα το πάθημά του· κι εφρόντιζε κατά τας συμβουλάς του ιατρού να τον κρατεί εις υπομονητικήν ανοχήν επί της κλίνης. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να μετακινηθεί ο τραυματίας κι εστε­νοχωρείτο να μένει μόνος τας ημέρας, ότε η Ανθή ειργάζετο, είτε τας νύκτας, η γυνή εσκέφθη να εύρει μέσον προς αγαλλίασιν του ανδρός της. Αφού δεν ηδύνατο ο Νικολός να υπάγει προς αυτήν, επήγεν αυτή προς εκείνον. Μετέφερε την κλίνην της εις το δωμάτιον του πάσχοντος, απέναντι την μίαν της άλλης. Επήγαινε συχνά και εχαροποίει διά της παρουσίας της το δωμάτιον του πατρός· αλλ’ επήγαινε συχνότερον κι έχυνε το ακτινοβόλημά της εις το δωμάτιον του ανδρός και του τέκνου.
-Έτσι δε χάνει κανείς· εσυλλογίσθη.
Κι εκ του συλλογισμού της αυτού δεν ελησμόνει ούτε τον εαυτόν της. Αι πηγαί της αισθητικότητος της Ανθής πάλιν ήνοιξαν. Είναι αληθές ότι τώρα δεν ήσαν, όπως κατά την παρθενίαν της, διαυγείς και ήρεμοι. Ήσαν όμως και αύται πηγαί ζωής, πηγαί ανθρωπισμού και αναπλάσεως, σύμφωνοι προς τον νέον της βίον.
Επλησίαζε τώρα να παρέλθει τεσσαρακονθήμερον από της πτώσεως του Νικολού και του τοκετού της Ανθής. Ο ιατρός έδιδεν ελπίδας εις τον Διβριώτην περί της ταχείας αναστάσεως· η κυρά Κανέλλα έλεγεν εις την Ανθήν να ετοιμασθεί διά να σαραντίσει. Και η νεαρά γυνή ητοιμάζετο προθύμως. Εντός του θαλάμου του πάσχοντος, πλησίον του παραθύρου καθημένη, έκοπτε κι έρραπτε νέον φόρεμα διά τον εαυτόν της και κυανόχρυσον μποξάν διά το τέκνον της. Σήμερον έρραπτε μικρόν εκ μουσελίνης σκουφάκι και η συγκίνησις, η χαρά, ο θρίαμβος εζωγραφίζοντο επί του προσώπου της. Οι τρομώδεις παλμοί της καρδίας της ανεφαίνοντο εις τους φρίσσοντας δακτύλους της, τους κρατούντας την βελόνην. Η Ανθή έρραπτε το πρώτον σκουφάκι του τέκνου της· δεν είναι μικρόν πράγμα! Μεθαύριον θα το έπαιρνε εις την αγκαλιάν και θα επήγαινεν εις την εκκλησίαν!... Κι εκάρφωνεν η μήτηρ χρυσούν θύσανον εις το κέντρον, χρυσά σειρίτια κύκλω και πούλιες αστραπηβόλους εδώ κι εκεί, πλησίον των πρασίνων ανθέων της μουσελίνης. Βέβαια το χρυσούν πλησίον του πρασίνου ταιριάζει πολύ καλά... Η Ανθή έσκυπτε κάποτε έξω του παραθύρου, βλέπουσα τους διαβάτας και τους πηγαινερχομένους εις το απέναντι κρασοπωλείον· αλλ’ έστρεφε συχνότερον εντός του θαλάμου, κινούσα διά του ποδός το λίκνον του τέκνου της και επιδει­κνύουσα μετά μειδιάματος το σκουφάκι εις τον άνδρα της.
- Σ’ αρέσει;
- Ναι, ωραίο· έλεγεν ο Νικολός από της κλίνης του. Ξέρεις, να πέσει σπειρί μέλι στη μούργα, τέτοια δείξη κάνει· επρόσθετε μετά μικρόν ο Διβριώτης, επιμένων εις τους μπακάλικούς του συνδυασμούς.
Αλλά δεν εξηγείρετο πλέον διά την ταπεινήν αυτήν παρομοίωσιν η αγανάκτησις της Ανθής.
Αίφνης από του κρασοπωλείου ηκούσθη σιγαλόν τρα­γούδι, συνοδευόμενον από λεπτούς μεταλλικούς ήχους ταμ­πουρά. Η νεαρά γυνή έσκυψεν από το παράθυρον διά να ίδει. Κάτω το Σταυροπάζαρον ηπλούτο πέρα και πέρα έρημον. Ήτο καθημερινή και ο κόσμος όλος έλειπεν εις τας εργασίας του. Τα μαγαζιά ήσαν ορθάνοικτα με τα εμπορικά είδη έξω προς επίδειξιν κι εμπρός των νυσταλέοι εχασμώντο εκ της απραξίας οι υπηρέται. Τα καφενεία κι εκείνα εφαίνοντο έρημα εκτός ενός, όπου δύο τρεις εγρονθοκόπουν ένα τραπέζι παίζοντες σκαμπίλι. Κάπου εφαίνετο κανείς διαβάτης μετά σπουδής ερχόμενος ν’ αγοράσει τρόφιμα διά τους εργάτας του. Εμπρός όμως εις την θύραν του κρασοπωλείου όμιλος καρολόγων, άλλων καθημένων εις τους πάγκους και άλλων ορθίων, εκράτει τα ποτήρια κι έπινε. Μεταξύ αυτών ο Γεώργιος Βρανάς, στηριζόμενος επί του ενός στύλου ράθυμος, έκρουε τον ταμπουράν κι ετραγούδει ευθύμως:

Η καρδιά μου, σαν σφαλίσει,
δεν ανοίγει με κλειδιά,
παρ’ ανοίγει με κρασάκι,
με κορίτσια και βιολιά!

Ο Βρανάς επανηγύριζεν ακόμη τους έρωτάς του, την ευτυχίαν του. Ήτο ραδινός, όπως πάντοτε, κι εύθυμος, ως να του προσεμειδία ο πλούτος από παντού πέριξ, ως να μην ηυλάκωσε ποτέ το μέτωπόν του συλλογισμός λύπης. Και η φωνή του η λιγυρά, και αυτοί οι στίχοι του τραγου­διού, ήσαν πιστοί διερμηνείς της ελαφράς κι ευθύμου κατα­σκευής όλων των καρολόγων.
Αλλ’ η Ανθή απεσύρθη αμέσως κι έκλεισε το παράθυρον. Δεν της ήρεσεν εκείνη η ζωή! Παραλυμένη· όλο τραγούδια και ταμπουράδες και κρασί!... Τι γούστο βρί­σκουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοια ζωή!... Δεν πηγαίνουν να δουλέψουν, να βγάλουν καμμιά πεντάρα να οικονομήσουν το σπίτι τους, παρά τρέχουν από κρασοπουλειό σε κρασοπουλειό!...
- Ταμπουρά βαρείς - τι καλό θα ιδείς!...
Η γυνή διέκοψε την σκέψιν της, ακούσασα τον Νικολόν, εν κουραστική χλεύη τονίζοντα το ρητόν και οικτίροντα δι’ αυτού τους ευθυμούντας. Οι σύζυγοι συνηντήθησαν εις τας σκέψεις των, όπως δύο σώματα αντιθέτως ερχόμενα, αλλά προωρισμένα υπό της φύσεως να συναντηθούν κάπου εις εν σημείον. Η γυναίκα έστρεψε και ητένισε τον άνδρα της κατάματα με θαυμασμόν. Κι αίφνης θορυβώδης και σπα­σμωδικός καγχασμός εξέφρασε την χαράν της.
- Δώσ’ μου το παιδί, μωρή· είπεν ο Νικολός εις την γυναίκα του.
Εκείνη έλαβε το μικρόν από του λίκνου και το έδωκεν εις τον Νικολόν.
- Σαν φάμε την προίκα, τότε λογαριαζόμαστε!... εξηκολούθησε μετ’ ολίγον, ενώ εχόρευε το μικρόν.
Η Ανθή ανεκίνει την κεφαλήν, προθύμως παραδεχο­μένη τους συλλογισμούς του ανδρός της. Κι αίφνης ησθάνθη έλξιν ακράτητον προς αυτόν και τους λόγους του. Απεμακρύνθη του παραθύρου κι εκάθησεν επί της κλίνης του. Εβαρέθηκε πλέον ν’ ακούει αυτούς τους μεθύσους· εκείνοι οι ήχοι του ταμπουρά έμπαινον εις τα νεύρα της και την κατεξέσχιζαν· εκείνα τα τραγούδια την ετάρασσον!... Καλύτε­ρα εκεί κοντά εις τον άνδρα και το παιδί της. Της προσμειδιά ο ένας· της κάμνει λαμπρούς οικονομικούς συλλογι­σμούς ο άλλος.
- Και αργότερα, που λες, έρχονται στον κυρ-Νικολό σου και βάνουν αμανάτι το κοντογούνι του γάμου!.. . επρόσθεσεν ο Διβριώτης υπερηφάνως.
Η Ανθή ητένισεν επί μακρόν τον άνδρα της. Η δίψα του χρυσίου και ο πόθος της εξουθενώσεως των άλλων έπαιζον εναλλάξ εις τα μάτια και των δύο. Η σκέψις ότι ο Βρανάς μίαν ημέραν, πτωχός και πεινασμένος, θα προσέφευγεν εις τον άνδρα της· ότι η Βασιλική θα ενεχυρίαζεν εις αυτόν το πλούσιον κοντογούνι της, εκείνο το οποίον μετά τόσης υπερηφάνειας έφερεν όταν ήτο νύμφη, εχαροποίουν την νεαράν γυναίκα. Ενόμιζεν ότι το έβλεπε τώρα το ανδρόγυνον εκείνο, το οποίον εκ περιτροπής διήγειρε την αγάπην και τον φθόνον της, ημίγυμνον και απλώνον επαίτιδα χείρα προς αυτήν, την αρχόντισσαν!... Κι αίφνης η υπερηφάνειατης κατήντησεν εις χονδρόν εγωισμόν και κόμπον, διότι ήτο γυναίκα του Νικολού, ενός πλουσίου εμπόρου της κωμοπόλεως, εις του οποίου το σπίτι κατέφευγον οι πτωχοί και οι πεινασμένοι!... Και το βλέμμα της γυναικός προσεκολλήθη διψαλέον και περιέλουσε με θαυμασμόν και αφοσίωσιν και στοργήν τον Διβριώτην. Κιαίφνης, υπό ακράτητου ορμής και πόθου καταληφθείσα, έκλεισεν εις τας αγκάλας της το παιδίον και τον πατέρα κι εκόλλησε μακρόν και διάπυρον φίλημα επί της παρειάς του Διβριώτου...
- Πουλάκι μου! εψιθύρισε με φρίσσοντα χείλη.
Η αφομοίωσις επήλθε πλήρης. Ό,τι δεν κατώρθωσαν αι θερμαί συμβουλαί της κυράς Παναγιώταινας και αι αδιά­κοποι προσπάθειαι της Φρόσως, κατώρθωσε μόνη της η Φύσις. Η Φύσις, η παντοδύναμος θεά, η οποία μικρόν κατά μικρόν παρήλλαξε το σώμα και προδιέθεσε την ψυχήν της Ανθής εις πλήρη συνεννόησιν μετά της ψυχής του Διβριώτου.
Έτσι και εις τα φυτά των τροπικών, τα οποία μεταφυτεύουν εις τα ψύχη του Βορρά, χαρίζει νέας δυνάμεις, στερεοποιεί τας ρίζας των, ανδρίζει τους χυμούς καιμικρόν κατά μικρόν μεταβάλλει και αυτό το είδος των, διά να δυνηθούν και ζήσουν εις την νέαν πατρίδα των. Και όπως ο περιηγητής κάτω από το ροδόδενδρον της Λαπωνίας μόλις αναγνωρί­ζει το ροδόδενδρον των Άλπεων, έτσι και τώρα, κάτω από την σημερινήν γυναίκα, μόλις αναγνωρίζει ο παρα­τηρητής την άλλοτε λυγερήν.
Η Ανθή δεν είναι πλέον, όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου Βρανά· είναι η θετική σύζυγος, η γυναίκα του Νικολού Πικοπούλου.http://www.sarantakos.com/




ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ
ΝΑΥΑΓΙΑ

Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης πήρε τη βάρκα κι έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δυο ημέρες τώρα δεν ήβρεσκε ησυχία. Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι αντάμωσε τον «Αρχάγγελο», το μπάρκο του, που ήταν μέσα κυβερνήτης και γραμματικός τα δυο του αδέρφια. Δεν πρόφτασαν να καλοχαιρετηθούν, να ειπούν για το φορτίο και το ναύλο τους και τους χώρισε ο χιονιάς. Κατόρθωσε τέλος να ορθοπλωρίσει το δικό μας και ολάκερο ημερονύχτι θαλασσοδαρθήκαμε στ’ ανοιχτά. Μα όταν μπήκε στο Βόσπορο, ρώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους πιλότους, ακόμη τους κουμπάρους και τις κουμπάρες· αλλά τίποτε δεν έμαθε για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Φυλάχτηκε πουθενά; Πρόφτασε να ορθοπλωρίσει κι εκείνος ή έπεσε απάνω στους βράχους; Κι αν τσακίστηκε το μπάρκο, σώθηκαν τουλάχιστον τ’ αδέρφια του; Όλο τέτοια συλλογίζεται κι έχει συγνεφωμένο το μέτωπο, τρέμουλο έχει στην καρδιά.
Όταν έφτασε στο τηλεγραφείο, ξέχασε μια στιγμή τον πόνο του εμπρός στον πόνο των αλλωνών. Κάτω στην αυλή, απάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στ’ ασάρωτα πατώματα κόσμος σαν αυτόν ανήσυχος· γυναίκες, άντρες, παιδιά πρόσμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους. Κι εκείνο σώριαζε με την ταρναριστή φωνή του ακατάπαυστα θλίψη. Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κι ελπίδες σαν δρόλαπας. Και κάθε λίγο απάνω στα πατώματα, στις σκάλες κάτω και παρακάτω στην αυλή θρήνοι ακούονταν, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, φωτιά κυλούσε το δάκρυ.
Ο καπετάν Ξυρίχης δε μπορούσε να υποφέρει περισσότερο το βάσανο. Βιαζότανε να μάθει και τη δική του μοίρα. Έσπρωξε τον κόσμο ζερβόδεξα, ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά, έφτασε με κόπο στη θυρίδα και ρώτησε με ολότρεμη φωνή:
- Για τον «Αρχάγγελο»... το μπάρκο... μην ακούσατε τίποτα;
- Τίποτα· του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής.
- Τίποτα! πώς είναι δυνατόν; ξαναρωτάει. «Αρχάγγελο» το λεν έχει φιγούρα δέλφινα... έχει στο μεσανό κατάρτι κόφα. Σπετσιώτικο χτίσιμο.
Και κολλάει περίεργα τα μάτια στου υπαλλήλου το πρόσωπο, αυτιάζεται τους κρότους που βγάζει ξερούς, συγκρατητούς, σαν δοντοχτύπημα κρυωμένου, η μηχανή. Τα σωθικά του λαχταρούν, φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του· έτοιμος να λιποθυμήσει. Μα δεν την παρατά τη θέση του. Τέλος σηκώνει εκείνος τα μάτια, τον καλοκοιτάζει μια στιγμή και λέει με φωνή αδιάφορη:
- Ναι ...«Αρχάγγελος». Χάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης. Κόπηκε στα δυο· η πρύμνη του ρίχτηκε στους βράχους με δυο παιδιά μέσα... Τα παιδιά είναι ζωντανά.
- Ζωντανά! Αναστυλώνεται ο καπετάνιος στα πόδια του.
- Τα ονόματα; λέει με φωνή σαν χάδι· δεν μπορούμε τάχα να μάθουμε τα ονόματα;
- Πέτρος και Γιάννης.
Δόξα σοι ο θεός! Πέτρος και Γιάννης είναι τ' αδέρφια του. Ζωντανά λοιπόν και τα δυο. Ζωντανά εκείνα, θρύμματα το ολοκαίνουργο σκαφίδι! Πάλι δόξα σοι ο θεός! Φτιάνουν άλλο μεγαλύτερο και ομορφότερο. Φιλεύει ανοιχτόκαρδος πέντε πούρα τον υπάλληλο· δίνει ένα μετζίτι κέρασμα στον υπηρέτη· παρηγορεί γλυκομίλητος τα θλιμμένα πρόσωπα: Δεν είναι τίποτα· όλοι καλά είναι· όλα καλά!
- Ποιας ηλικίας τάχα να είναι τα παιδιά; ρωτάει πάλι.
Ο υπάλληλος σκουντουφλιάζει· μα τον παρασκότισε! Γύρω ακούονται φωνές· ανυπόμονες· σπρώχνει ο ένας τον άλλον θέλουν να τον βγάλουν από τη θυρίδα. Έμαθε πως ζουν τ’ αδέρφια του· δεν του φτάνει; Είναι κι άλλοι που λαχταρούν για τους δικούς τους. Ας μάθουν κι εκείνοι κατιτί! Μα εκείνος δεν αφήνει τη θέση του.
- Ποιας ηλικίας τάχα; ξαναρωτά.
- Δέκα δώδεκα χρονών.
Πάλι απελπισία. Τ’ αδέρφια του δεν είναι τόσο μικρά. Είναι από είκοσι πέντε κι απάνω. Σκουντούφλης κατεβαίνει τις σκάλες, βγαίνει από την αυλή, παίρνει το βαποράκι και φτάνει στα Θεραπειά. Από κει μ’ έν’ άλογο φτάνει στον Αϊ-Γιώργη, παίρνει την ακρογιαλιά. Τα μάτια του ομπρίζουν. Ο ήλιος παιγνιδίζει ακόμη σε ζαφειρένιο ουρανό. Η θάλασσα λίμνη απλώνεται ως τα ουρανοθέμελα. Η γη ανθοσπαρμένη μοσχοβολά. Μα η ακρογιαλιά μοιάζει με νεκροταφείο. Κάθε βράχος και νεκροκρέβατο. Καράβια κομματιασμένα, βαρκούλες μισοσπασμένες, σχοινιά, κατάρτια, φιγούρες, πανιά, εικονίσματα, παδέλες, πιάτα, λιβανιστήρια, πυξίδες, χρυσόξυλα. Και μαζί χέρια, πόδια, κορμιά, δίχως κεφάλια, κεφάλια δίχως κορμιά, άδεια καύκαλα, τρίχες χωμένες στις σκισμάδες, μυαλά στουπιασμένα στην πέτρα. Ένα τρεχαντηράκι ομορφοφτιασμένο, άγγελος, πρόβαινε με πανιά και ξάρτια, λες κι αρμένιζε ανάερα. Και όμως ήταν καρφωμένο στο βράχο, σφιλιασμένο τόσο καλά στην πέτρα, που ουδέ νερό ουδ’ άνεμος μπορούσε να περάσει. Κι ένα σκυλί στην πρύμνη δεμένο γύριζε μάτια φωτιές, δάγκωνε την αλυσίδα του και το νερό κοιτάζοντας αλύχταγε, κι αλύχταγε, σαν να το έβριζε, που χάλασε τ’ ομορφοκάραβο.
Έκαμε ακόμη μερικά βήματα ο καπετάν Ξυρίχης και άξαφνα βρέθηκε μπρος στο μπάρκο του. Έπρεπε να είναι δικό του ξύλο, για να το γνωρίσει. Ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε σκαφίδι απόμενε πλια. Μονάχα η πρύμνη του, κι εκείνη ξεσκλισμένη, κρατιότανε σε δυο χάλαρα. Και γύρωθέ της πικρή νεκροπομπή, άλλα ξύλα σκορπισμένα, κουπιά και άρμενα· άλλες καρίνες φαγωμένες· άλλα ποδόσταμα και σωτρόπια και σταύρωσες. Κι ακόμη γύρωθέ της άλλη πικρότερη συνοδεία! Βλέπει το ναύκληρο νεκρό στο πλάγι· βλέπει τους ναύτες πέρα δώθε σκορπισμένους, άλλους κολλιτσίδα απάνω στα κοτρόνια, άλλους μισοσκεπασμένους με τον άμμο, άλλους παιχνίδι του νερού, δαρμός και φτύμα του. Κι απάνω στα τουμπανιασμένα κουφάρια, στα πρόσωπα τα χασκογέλαστα τα όρνια καλοκαθισμένα βύθιζαν το ράμφος στη νεκρή σάρκα και στον κρότο του πέταξαν κράζοντας, σαν να διαμαρτύρονταν που τα ενοχλούσε στο πλούσιο φαγοπότι.
Αρχίζει τώρα φριχτότερο του καπετάνιου το βάσανο. Εκείνα τα κουφάρια δείχνουν πως κοντά βρίσκονται και τα δικά του. Θέλει να δράμει, να ψάξει ολούθε, μα δεν τολμά. Κάτι μέσα του τον κρατεί, τα πόδια του καρφώνει στ’ αχνάρια τους. Τέλος πάει και ψαχουλεύει. Βρίσκει ασούσουμα και τ’ αδέρφια του. Το ένα κείτεται με το κεφάλι συψαλιασμένο, το άλλο έχει και τα δυο πόδια κομμένα στα γόνατα. Αν δεν του το ’λεγε η ψυχή, βέβαια δε θα τα γνώριζαν τα μάτια του, όπως και το μπάρκο. Αλλά του το είπε και τα καλογνώρισε. Και τότε τα μάτια του στέρεψαν ούτε δάκρυα βγάζουν ούτε σπαρταρούν. Τη θάλασσα μόνον κοιτάζουν πεισμωμένα. Άξαφνα ο γρόθος σηκώνεται να πέφτει με ορμή, που λες τρόμαξε και πισωπάτησε εκείνη φοβισμένη.
Έπειτα σκύφτει και γλυκοφιλεί τ’ αδέρφια του. Χαϊδεύει τους τα χτυπημένα κορμιά ανάλαφρα, σαν να φοβάται μην τα ξυπνήσει· κάτι τους ψιθυρίζει μυστικά στ’ αυτί, θες παρηγοριά, θες μακρινήν υπόσχεση. Έπειτα με το λάζο αρχίζει και σκάφτει τον τάφο τους. Παιδεύτηκε κάπου μια ώρα στον άμμο. Τον άνοιξε καλά απίθωσε πρώτα τ’ αδέρφια, έπειτα το ναύκληρο, κατόπιν τους ναύτες, κύλησε επάνω πέτρες και χάλαρα. Έπειτα έπιασε πάλι τη στράτα του κι έφτασε στα Θεραπειά. Βρίσκει το βαπόρι, έφτασε πάλι στο μπάρκο του.
- Έτοιμα; ρωτά το γραμματικό.
- Έτοιμα.
- Βίρα άγκουρα!
Ο καπετάν Ξυρίχης, αμίλητος, έπιασε τη θέση του στο κάσαρο κι εξακολουθήσαμε το ταξίδι. http://www.sarantakos.com/

Σκίτσο του συγγραφέα φιλοτεχνημένο από τον Γεώργιο Ροϊλό, Χριστούγεννα 1898

Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ

ΑΚΑΜΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ

Πολλοὶ πέρασαν στὸν κόσμο χωρὶς νὰ βάλουν σὲ δουλειὰ οὔτε τὸ μικρὸ δαχτυλάκι τους· μὰ σὰν τὸν ἅγιο Κασσιανὸ κανεὶς ἄλλος. Καὶ ὄχι μόνον στὸν ἀπάνω ἀλλὰ καὶ στὸν κάτω κόσμο τὸ ἴδιο. Πῶς τὸ κατάφερε, ἀφοῦ πέρασε ἔτσι τὴ ζωή του, νὰ μπῇ στὸν Παράδεισο εἶναι ἀκόμα μυστήριο. Ὅσα χαρτιὰ καὶ ἂν ἔψαξα, ὅσα συναξάρια καὶ ἂν ἐδιάβασα πουθενὰ δὲν ἀπάντησα τ᾿ ὄνομά του.
Ὡστόσο ὁ ἅγιος Κασσιανὸς βρίσκεται ἀπὸ χρόνια στὸν Παράδεισο - αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Μὰ κι ἐκεῖ ἐξακολουθεῖ τὴν ἴδια του δουλειὰ - τὴν ἴδια ντεμπελιὰ ἤθελα νὰ εἰπῶ. Πάει καὶ κάθεται ἀπὸ τὴν αὐγὴ στὴν πόρτα τοῦ Παράδεισου καὶ κοιτάζει τὸν κόσμο ποὺ μπαίνει. Κοιτάζει τὸν κόσμο ποὺ μπαίνει μὰ πιὸ πολὺ κοιτάζει τ᾿ ἀφιερώματα ποὺ στέλνουν οἱ χριστιανοὶ στοὺς ἀγαπημένους τους ἁγίους. Τώρα τοῦ γαργαλίζει τὴ μύτη τὸ λιβάνι· τώρα τὸ κίτρινο κερί· ἔπειτα τῆς ἐλιᾶς τὸ λάδι καὶ λίγο ἀργότερα, πλακώνουν οἱ πεντάρτοι, λαμπάδες ἴσαμε τὸ μπόι τοῦ ἀνθρώπου, μεταξωτά, χρυσαφικά. Καθένα ποὺ θὰ ἰδεῖ μὲ τὰ ἀφιερώματα τρέχει ἀπὸ κοντὰ καὶ τὸν ρωτάει.
- Ποῦ τὰ πᾶς; τίνος εἶναι πατριώτη:
- Τῆς Παναγίας· τοῦ ἀπαντᾷ βιαστικὸς ἐκεῖνος.
Τὸν ἀφήνει δυσαρεστημένος καὶ πιάνει ἄλλον.
- Ποῦ τὰ πᾶς; ποιὸν γυρεύεις πατριώτη;
- Τὸν Ἅϊ-Νικόλα...
Τὸν ἀφήνει καὶ πιάνει ἄλλον. Μὰ κι ὁ ἄλλος τοῦ λέει τὸν Ἅϊ-Γιώργη, τὸν Ἅϊ-Γιάννη τὸν Καλυβήτη, τὸν ἅγιο Φίλιππα τὸ φτωχὸ ποὺ ἀποκρεύει στὸ χωράφι του. Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς δαιμονίζεται.

- Γιὰ θυμήσου καλά, παιδί μου· τοῦ λέει. Μὴν κάνεις λάθος. Μὴ σοῦ εἶπαν ἄλλον ἅγιο καὶ ξέχασες; Μὴ σοῦ εἶπαν - σὰν νὰ λέμε τὸν ἅγιο Κασσιανό, σὰν νὰ λέμε;
- Ἅγιο Κασσιανό! Μπά. Οὔτε τὸ ξέρουμε τέτοιο ὄνομα...
Τότε πιὰ ἀπελπισμένος ὁ ἅγιος πιάνει παράμερα μία θέση καὶ κάθεται κοιτάζοντας μὲ ζήλια τ᾿ ἀφιερώματα. Ἡ ψυχή του στάζει φαρμάκι.
- Μὰ κανεὶς νὰ μὴ θυμᾶται καὶ μένα! συλλολίζεται.
Ἔξαφνα ἐνοίωσε κάποιον νὰ τὸν τραβάῃ ἀπὸ τὸ μανίκι. Γυρίζει καὶ βλέπει δύο μάτια στυλωμένα στὰ δικά του, δύο μάτια φωτερὰ ποὺ ἔνιωθε νὰ τοῦ τριβελίζουν τὸ μυαλό· κι ἕνα χαμόγελο ποὺ τὸν ἔκαμε νὰ κοκκινίσῃ. - Τί θές; τὸν ρώτησε ἀπότομα, γυρίζοντας ἀλλοῦ τὸ κεφάλι σὰ νὰ ἔβλεπε τὸ Σατανᾶ.
- Γιατί εἶσαι ἔτσι θλιμμένος;
- Τί σὲ μέλλει;
- Μὲ μέλλει καὶ μὲ παραμέλλει.
- Τώρα ἦρθες;
- Τώρα δά.
- Ἔχεις δίκιο… Τὸ λοιπὸν νὰ τί συλλογίζομαι. Ὁ Σαβαὼθ ἐμένα μὲ ἀδίκησε, πολὺ μὲ ἀδίκησε. Φαντάσου! δὲ μοῦ ἔδωκε μία μέρα τὸ χρόνο νὰ μὲ μνημονεύουνε οἱ ἄνθρωποι. Γιὰ τοῦτο στοὺς ἄλλους κουβαλᾶνε τόσα καλὰ καὶ σὲ μένα τίποτα.
- Γιὰ τοῦτο σκᾶς! ἂμ αὐτὸ διορθώνεται.
- Πῶς διορθώνεται;
- Ἄκου ποὺ σοῦ λέω γώ, διορθώνεται. Νὰ κάνεις μία ἀναφορὰ στὸ γέρο Σαβαὼθ καὶ νὰ τοῦ εἰπεῖς τὸ παράπονό σου. Ἅγιος δὲν εἶσαι καὶ σύ; Δὲ δούλεψες καὶ σὺ τὴ χριστιανοσύνη; Σοῦ πρέπει τὸ λοιπὸν καὶ σένα μία θέση στὸ Γιορταστικό. Ἅμα πάρεις καὶ σὺ τὴ μνήμη σου νὰ ἰδεῖς πῶς θὰ σὲ θυμόνται.
- Σὰν καλὰ μὲ συμβουλεύεις· λέει ὁ ἅγιος. Μὰ ποιὸς νὰ κάμῃ τὴν ἀναφορά;
- Ὅσο γι᾿ αὐτὸ μὴ ζαλίζεσαι. Ἐγὼ τὴν κάνω.
Καὶ ἀμ᾿ ἔπος ἀμ᾿ ἔργον βγάνει ἀπὸ τὴν τσέπη του μία κόλλα χαρτί, φόρα τὴν πένα καὶ τὸ καλαμάρι, κάθεται καὶ σκαρώνει τὴν ἀναφορά. Τὴν παίρνει ὁ ἅγιος, μία καὶ δύο πάει καὶ τὴν ἀφήνει στὰ γόνατα τοῦ Θεοῦ. Καθὼς τὴ διάβασεν, Ἐκεῖνος ἄναψε ἀπὸ τὸ θυμό του.
- Ποιὸς τὴν ἔγραψε; ρωτάει τὸν ἅγιο.
- Νά, τοῦ λόγου του.
- Ἔλα κοντά, τοῦ λέει. Ἐσὺ τὴν ἔγραψες;
- Ἐγώ.
- Ἂμ τί εἶσαι σύ;
- Δικηγόρος.
- Δικηγόρος!... Καὶ πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα; Κράζει τὸν ἅγιο Πέτρο καὶ τὸν βάνει στὸ βρισίδι. - Κοίταξε καλά, τοῦ λέει, στὸ τέλος· μία φορὰ μοῦ τὴν ἔφτιασες μὲ τὸ λοστρόμο. Τώρα μου ἔμπασες τὸ δικηγόρο. Δὲ μένει ἄλλο παρὰ νὰ μπάσῃς καὶ τὸ Βενιζέλο γιὰ νὰ κάνῃ Μεγάλη Ἑλλάδα τὸν Παράδεισο! Πρόσεξε γιατὶ θὰ φᾶς κλωτσιὰ ποὺ δὲ θὰ ἰδεῖς ποῦθε πάει ἡ σκάλα.
Κάνει νεῦμα. Τὸν ἁρπάζουν οἱ ἄγγελοι τὸ δικηγόρο καὶ τὸν πετᾶν ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Τότε γυρίζει ὁ Σαβαὼθ στὸν ἅγιο καὶ τοῦ λέει - Καλά, τοῦ λέει, ἔχεις καὶ κάποιο δίκιο· μὰ πολὺ λίγο. Ἐσὺ γιὰ τὸν κόσμο δὲν κάνεις τίποτα. Παραπονεῖσαι πὼς κουβαλᾶνε στοὺς ἄλλους. Κάτι καλὸ βρίσκουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κουβαλᾶνε. Γιὰ νὰ ἰδοῦμε· φωνάχτε τὸν Ἅϊ-Νικόλα.
Τρέχουν οἱ ἄγγελοι νὰ φέρουν τὸν Ἅγιο Νικόλα· φέρνουν γύρα ὅλο τὸν Παράδεισο· πουθενὰ Ἅϊ-Νικόλας. Πέρασε καμιὰ ὥρα νά σου ὁ Ἅγιος κι ἔρχεται καταμουσκεμένος. Ροῦχα του, γένια του, μαλλιά του ἔσταζαν θάλασσα.
- Ποῦ ἤσουν ἅγιε; τὸν ρωτᾶ ὁ Σαβαώθ.
- Κάτω στὴν Μπαρμπαριὰ ἀφέντη· λέει ὁ γέρος. Κινδύνευε ἕνα σφουγγαράδικο καὶ πῆγα.
- Σώθηκε τὸ σφουγγαράδικο;
- Σώθηκε.
- Κι οἱ ἀνθρῶποι;
- Ὅλοι.
- Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ὁ Σαβαὼθ καὶ λέει στὸν Κασσιανό. Δουλεύουνε οἱ ἅγιοι καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ κόσμος τοὺς θυμᾶται! Ἂμ ἐσένα τί νὰ σοῦ θυμηθῇ.
- Κι ἐγὼ δουλεύω, πάτερ ἅγιε.
- Τί δουλειὰ κάνεις;
- Μετράω τ᾿ ἀφιερώματα ποὺ μπαίνουν στὸν Παράδεισο. Μοῦ βγαίνει ἡ ψυχὴ κάθε ἡμέρα.
Ἐγέλασε ὁ Ἅγιος Θεὸς μὲ τὴν καρδιά του.
- Ἂς ἔρθῃ ὁ χαρτουλάριος· διάταξε.
Ἐν τῷ ἅμα ἦρθε ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας μ᾿ ἕνα κύλινδρο χαρτὶ στὸ χέρι καὶ τὸ ἀσημένιο καλαμάρι στὴ ζώνη του.
- Γράψε τον κι αὐτὸν εἶπε ὁ Θεός.
- Δὲν ἔχει θέση· εἶπε δειλὰ ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας. Ἐγέμισε ὁ κύλινδρος.
- Στρίμωξέ τον ὅπως ὅπως σὲ μίαν ἄκρη. Ἀπὸ τότε κάθε τέσσερα χρόνια ἔχει καὶ ὁ ἅγιος Κασσιανὸς τὴ μνήμη του. Ἡ ἀναφορά του ἔπιασε.  http://users.uoa.gr/






Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας μαζί με μια πλειάδα καλλιτεχνών του λόγου...στη φωτογραφία είναι ο πρώτος από δεξιά.
  Πηγή φωτογραφίας   http://vossou.blogspot.gr/












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου