Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - Ο χρόνος (Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)

Duy Huynh painting 


Ο χρόνος
(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)

Ι.


“Ο χρόνος είναι αληθινός”, είπε και σιώπασε

μ`αυτό το τελευταίο σίγμα μες στα δόντια

μ`αυτή την έγνοια στα σμιγμένα φρύδια του

μ`αυτά τα μάτια τα σκοτεινιασμένα.

Κι ήτανε τόσο αλλόκοτο κι απίστευτο

κι ήτανε τραγικά φαιδρό, μα την αλήθεια,

πως μου`φερνε λιγάκι στη μορφή

και πως μιλούσε με την ίδια τη φωνή μου

ο λυπημένος ξένος στον καθρέφτη μου.


ΙΙ.

Με παγωμένη τη φωνή, με μάτια διάπλατα

βρήκα ξανά τα γνώριμα σημάδια

αυλάκια να κυλά ο καιρός να σιγοσώνεται

κι άλλα που κέρδισα μικρούλης στο παιχνίδι

στον πετροπόλεμο σα νύχτωνε κι η μάνα μου

έβγαινε σαν τρελή να με γυρέψει

κι όλο με ψευτομάλωνε χαϊδεύοντας,

κι όλο με σκούπιζε απαλά με την ποδιά της.

Ο χρόνος είναι αληθινός, είπα και σιώπασα.


ΙΙΙ.
Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα

τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,

γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι

την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας

και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι

μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.

Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά

που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει

και διόλου δε μ`αγγίζει ο καιρός.

Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.


IV.


Σαν λα μινόρε στη σιωπή,

σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της

απ`τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε

στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,

η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.

Κι ήταν μετά απ`την αρχή λόφοι, βουνά,

άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια

λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,

απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.

(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)


V.


Σ`άκουγα πίσω μου με βήματα βαριά

να`ρχεσαι κι έλεγα θα κάνουμε το δρόμο

μαζί μέχρι το τέλος, μα πού χάθηκες,

στα σταυροδρόμια όταν λάθεψες, αχ να μη νιώσω,

κι απελπισμένος τώρα κοντοστέκομαι

ν`ακούω τη σιωπή και την ανάσα μου

ν`ακούω την καρδιά μου που ραγίζει.

Μα το θεό, θα`ρχόμουν να σε βρω, όμως δε γίνεται

κανείς να στρέψει στην αρχή, μα είναι ανάγκη

πάντα το δρόμο να τραβά μπροστά κι ασθμαίνοντας,

με τι καρδιά, με τι καρδιά να προχωρήσω;

Μα τόσο βιάστηκες κι εσύ, μπορούσες άραγε

λίγο καιρό να κρατηθείς, λίγα χρονάκια

κάμποσους μήνες, έστω, να`βρισκες τη δύναμη

μα βιάστηκες πολύ να ξεμακρύνεις

βιάστηκες, μάνα, στο σκοτάδι να χαθείς

προτού να μάθω μοναχός να περπατάω,

πριν να προλάβω καληνύχτα να σου πω

πριν να προλάβω να σου πω πως σ`αγαπάω.

(Ο χρόνος στέρεψε μεμιάς, είπα και δάκρυσα).


VI.

Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού

της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση

κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα

απ`την ανάσα του Θεού που με τα χέρια

πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά

γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.

“Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά

αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα

έξω απ`του χρόνου τη φθορά”, είπα και σήκωσα

ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου