Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΑΓΙΟΥΔΑΚΗ ( Λυκαία Ιεροφίλη) " Εξομολόγηση (Μητέρα- Πόρνη- Παναγιά) "


-Σιχάθηκα τον τρόπο του...
Παράλυτη στην παραβίαση του, με σαλεμένο λογικό, τα βήματά του άκουσα, να φτάνουν στο κατώφλι μου .
Με τη γλώσσα στο φάρυγγα και ακατοίκητο κορμί, κουφάρι καταραμένο της σιχασιάς μου,
στο παραπέντε να πηδήξω, δίνοντας τέλος σε ζωή ανώφελη, έφτασα συχνά.
Να κατεβάσω μονοκοπανιά τα υπνωτικά που μου΄δωσε ο τρελλογιατρός για να ησυχάζω λίγο τις νύχτες;
Κάθε μέρα, κάθε-κάθε μέρα σκεφτόμουνα, πως μου άξιζε.
Κάθε κάθε μέρα έλεγα στον εαυτό μου: - Φαίδρα είσαι μια άχρηστη ,μια πουτάνα, σου αξίζει το φέρσιμό του! Νόμισμα που ταιριάζει, στης σάπιας σου ζωής το χρηματιστήριο.
Μη μιλάς! Μη κουνιέσαι! Μην ανασαίνεις! Γίνε διάφανη ή τράβα στη θανή σου
Όσο υπάρχεις σε βλέπει κι όσο σε βλέπει, θα πεθαίνεις!
Στον καθρέφτη μου μπροστά , μετά την κατάρα του έρωτά του, σαν χορτάτος , κατασπαραγμένη λεία με παρατούσε, για του σπιτιού του το καταφύγιο και την ιερή του οικογένεια, το ναυάγιο του κορμιού μου έβλεπα και την δύση στα μάτια μου.
Ναυάγιο! Ναυάγιο! Μόνο αυτό!
Ήθελα να ξαπλώσω στο χώμα και μαγικά να χωθώ μέσα του, να με προστατέψει!
Να γίνω σκόνη, λυτρωμένη απ΄ το μαρτύριο !
Μια μέρα πριν να πάω στον ψυχίατρο ,ήρθε το πρωί!
Μόλις δύο ‘μερών ξέμπαρκος. Τον περίμενα σαν φύλλο τρεμάμενο.
Απ΄το κατώφλι , πριν διαβεί την πόρτα ,τα χείλη μου δάγκωσε, πεθυμιά του το αίμα μου.
Έτρεμα! Απούσα η ηδονή κι νοσταλγία του , μα εκεί , ο φόβος κι η αηδία , μ΄εμέναν αποδέκτη.
Χωρίς κανένα σεβασμό, τον άφησα να με πετάξει στο κρεβάτι.
Τις θύρες μου άνοιξα χωρίς αντίσταση.
-Πουτάνα.. βρυχήθηκε και χύθηκε στο κορμί μου, αρπάγη και τροφή του.
-Μιλούσε ακατάπαυστα .
 Αγριάδα και γλύκα μπερδεμένες, μες του μυαλού του την τρικυμία ,σα να΄χε κι ο ίδιος τρελαθεί...
Το παραλήρημά του, απαράλλαχτο κάθε φορά
-Η διχοτόμηση της Φαίδρας! έτσι να ονοματίσεις το επόμενο έργο σου! Και θα μιλάς για μας τους καψούρηδες για πάρτη σου, που ξαναγεννιόμαστε στα σκέλια σου ανάμεσα.
-Με μάτια τρελού , πυρετικά , έδωσε στάση στο κορμί μου , συνήθειο του από γυναίκες μουσουλμάνες των λιμανιών, την ισορροπία της φύσης μου να συλήσει.
-Τόσα λιμάνια! Τόσες πόρνες! Σαν κι εσένα , καμιά δεν υπάρχει!
-Ο ζωώδης και διεστραμμένος τρόπος του, με έκοψε στα δυο, μόνη βεβαιότητα ο άφατος πόνος, μου θύμισε πως είμαι ακόμα ζωντανή.
Με φαγωμένη γλώσσα και στο μυαλό την υπακοή, αντίσταση καμιά να μην του φέρω, παγωμένη έμεινα.
Να μη πονάω! Να είμαι υπάκουη! Να μην αντιστέκομαι, να μη πονάω!
Να μη μιλάω! Να μη μου δίνει σημασία.! Να μη πονάω! Να μη πονάω! Να μη πονάωωωω.!
Το βράδυ βγήκα στην πίσω αυλή και ξάπλωσα στο χώμα..
Κουκουλώθηκα σκόνες και χώματα κι άγια λάσπη
κι έβαλα σκουλήκια και μιαρά να φυλάν τον ύπνο μου.
Σα να΄νοιωσα μεγαλύτερη συγγένεια με δαύτα.
Πιο τίμια μου φάνηκαν πιο αυθεντικά.
Κι ύστερα ζουλώντας και σκάβοντας τη γης κάτω απ΄τη κοιλιά μου, σκέφτηκα, πως θα μεταφερθώ, στα Ηλύσια πεδία, στις νήσους των Μακάρων, στο παράδεισο των χριστιανών με τους αγγέλους, ή σ' εκείνο τον τούρκικο παράδοξο, με τα πιλάφια..
Στα χέρια του δε μένω. Πήρα απόφαση!
Ξημερώματα με βρήκε η Κική και με το ζόρι στον ψυχίατρο, μου ετοίμασε επίσκεψη.
-Σταμάτα! Όλα γίνονται! Με ενθάρρυνε πληρώνοντας επίσκεψη και φάρμακα, συμπαράστασή μου.
Μού΄χε πετάξει εκείνος ένα πεντακοσάρικό στο κομοδίνο!
Δε τ΄άγγιξα αυτά τα λεφτά, δε τ΄άγγιξα!
Τίποτα δικό του! Απόφασή μου η πείνα, παρά οτιδήποτε δικό του!
Έτσι ξεκίνησε η σκλαβιά μου!
 Μικρό κορίτσι με βρήκε! Ο πρώτος που έκανα έρωτα!
 Έτσι νόμιζα πως είναι ο έρωτας!
Κι αν αυτό είναι το κέρασμά του , ποτέ μα ποτέ στη ζωή μου.
Σπίτι, ρούχα, φαγητό, λογαριασμοί στην ευθύνη του, κι εγώ μια ευθύνη!
 -Ν΄ανοίγω τα πόδια μου'!-
Σιχάθηκα τέτοιας ζωής μαρτύριο!
Σήμερα , υπάρχει λόγος εξομολόγησης. Κάποιος να ξέρει!
 Δε πρόλαβα να τελειώσω το βιβλίο μου .
 Πόσο αποζητώ ηρεμία, ξεκούραση! Γι΄αυτό ήρθα κοντά σου.
Κι αν δε με δεχτείς εσύ, θα βρω άλλο τρόπο!
Θέλω να αγαπήσω τον εαυτό μου! Να αντικρίσω το σώμα μου χωρίς αποστροφή.
Εγώ με σιχαίνομαι! Με σιχαίνομαι.
Θέλω επιτέλους να μιλήσω! Να μιλήσω.!
Αυτή η σιωπή! Η σιωπή. Σιωπή!
Μια αιφνίδια ζάλη την υποχρέωσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της.
Μια σκιά χοροπήδησε στον τοίχο, μαριονέτα απ' τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων.
-Έλα μάνα κι άργησες σήμερα!
Μυρωδιά από λιβάνι και κοκκινιστό χτύπησε τα ρουθούνια της..
-Η Κική μαγειρεύει του Φώτη! σκέφτηκε...
Νύστα. κι ο Κωστάκης των νεανικών της χρόνων σ΄εκείνο το μοναδικό μπλουζ, του πρώτου της πάρτι!
-Πόσο ήμουνα άραγε; Δεκαπέντε!
Αξημέρωτα η Κική, φύλακας άγγελος, με το αντικλείδι της, άνοιξε στο όργανο της τάξης.
Η Φαίδρα ώρες νεκρή στο κρεβάτι της, με ξέπλεκα τα μακριά μαλλιά της, φεγγάρι βασιλεμένο να στολίζουν.
Στο μικρό τραπεζάκι μπροστά στο παράθυρο, στέκει μνημόσυνο, η φωτογραφία της μάνας της, με το τρεμάμενο καντήλι να καίει ακόμα!
Ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, άδειο από μπαταρίες, το κενό κουτί με τα ηρεμιστικά και του καναρινιού της η φυλακή, με πόρτα ορθάνοιχτη, να χάσκει στο κενό.
Μαρτυρία της ομαδικής δραπέτευσης.
Το βλέμμα της μοναδικής της φίλης ραντάρ, επόπτευσε στα γρήγορα τον χώρο.
Τράβηξε τις κόκκινες μπούκλες από τα μάτια της και δίνοντας της , ύστερο φιλί αποχαιρετισμό, άνοιξε την πόρτα.
-Πέταξε το πουλί! Είπε η Κική και βγήκε στην αυλή κλαίγοντας
(κείμενο που συμπεριλαμβάνεται στην υπό έκδοση Συλλογή με τον τίτλο VITRIOL)
Λυκαία Ιεροφίλη.





1 σχόλιο: