Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ ( 30 Μαρτίου 1844 - 8 Ιανουαρίου 1896 )

O Πωλ Βερλαίν (Paul Verlaine, 30 Μαρτίου 1844, Μετζ - 8 Ιανουαρίου 1896,Παρίσι) ήταν Γάλλος ποιητής που συνδέθηκε με τη σχολή του παρνασσισμού και αργότερα αποτέλεσε ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος του συμβολισμού και της Παρακμής. Ο Βερλαίν χαρακτηρίζεται ως ένας καθαρά λυρικός ποιητής που σημάδεψε μία μετάβαση από το ρομαντισμό στο κίνημα του συμβολισμού, και διακρίνεται για τo μουσικό αποτέλεσμα της γραφής του, μέσα από τη χρήση αρκετών μυστικών της γαλλικής προσωδίας, όπως τις παρηχήσεις, τις συνηχήσεις και τους ανισοσύλλαβους στίχους. Παρά το γεγονός πως το έργο του επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση του συμβολισμού, ο ίδιος αργότερα τον αποκήρυξε, καθώς το κίνημα απέκλινε ακόμα περισσότερο από τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες, ενώ ο Βερλαίν υποστήριζε την αναγκαιότητα ορισμένων, όπως για παράδειγμα της ομοιοκαταληξίας του στίχου
Γεννήθηκε στο Μετς της Γαλλίας και ανατράφηκε στο άνετο οικογενειακό περιβάλλον που του εξασφάλισαν οι γονείς του, ο στρατιωτικός Νικολά-Ωγκύστ και η Ελίζα-Στεφανί Ντεέ. Την περίοδο 1851-61 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, φοιτώντας αρχικά στο ίδρυμα Landry και κατόπιν στο λύκειο Bonaparte (σήμερα Condorcet) του Παρισιού. Το 1862 απέκτησε το baccalauréat, με διάκριση στη μετάφραση από τα λατινικά, και για ένα χρονικό διάστημα εργάστηκε ως υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρεία και στο δημαρχείο του Παρισιού. Η ενασχόλησή του με την ποίηση είχε ξεκινήσει νωρίτερα και έγινε πιο συστηματική λόγω της συναναστροφής του με τους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Ο Βερλαίν ήρθε σε επαφή με την ομάδα των παρνασσιστών και άλλους σύγχρονους ποιητές, όπως τον Στεφάν Μαλαρμέ και τον Ανατόλ Φρανς, ενώ ποιήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται στις περιοδικές εκδόσεις τους. Το ποίημα Mr Prudhomme υπήρξε το πρώτο που δημοσιεύτηκε, στην έκδοση La Revue du Progrès του Louis Xavier de Ricard, το 1863. Τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύτηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλοPoèmes saturniens, που θεωρείται πως διαπνέεται από τα συναισθήματα του Βερλαίν για την εξαδέλφη του Ελίζα, με την οποία ήταν ερωτευμένος.

Πωλ Βερλαίν, φωτογραφία του Dornac



Τον Αύγουστο του 1870 παντρεύτηκε τη δεκαεξάχρονη Ματίλντ Μοτέ. Κατά την περίοδο της Παρισινής Κομμούνας, ανέλαβε διευθυντικά καθήκοντα στο γραφείο τύπου της Κομμούνας και πιθανώς ο φόβος των αντιποίνων της Τρίτης Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν από τους λόγους της ύστερης μποέμ στάσης ζωής του. Το Σεπτέμβριο του 1871 χρονολογείται η γνωριμία του με τον Αρτύρ Ρεμπό, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη ζωή του. Περιπλανήθηκε μαζί του στη βόρεια Γαλλία και στο Βέλγιο, εγκαταλείποντας τον Ιούλιο του 1872 τη σύζυγό και το νεογέννητο γιο του, Ζωρζ. Στο Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκαν δύο μήνες αργότερα, ο Βερλαίν ολοκλήρωσε τη συλλογή Romances sans paroles που διακρίνεται για τη μουσικότητά της αλλά και τους πειραματισμούς του συγγραφέα της. Η έντονη σχέση του Βερλαίν με τον Ρεμπό έληξε προσωρινά τον Ιούλιο του 1873, ενώ βρίσκονταν στις Βρυξέλλες, όταν ο πρώτος τραυμάτισε το σύντροφό του σε κατάσταση μέθης. Για την πράξη του, καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση, κατά τη διάρκεια της οποίας εκδόθηκαν τα Romances sans paroles (1874) από τον φίλο του, Εντμόν Λεπελετιέ {Edmond Lepelletier).
Paul Verlaine, Arthur Rimbaud
Ο Βερλαίν αφέθηκε ελεύθερος τον Ιανουάριο του 1875, έχοντας ασπαστεί τον Ρωμαιοκαθολικισμό, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε επισημοποιηθεί ο χωρισμός του με τη σύζυγό του. Το επόμενο διάστημα, μετά από μία ανεπιτυχή προσπάθεια επανασύνδεσης με τον Ρεμπό όταν τον επισκέφτηκε στη Στουτγκάρδη, εγκαταστάθηκε σε διάφορες πόλεις τηςΑγγλίας, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος γαλλικών και σχεδίου, ενώ παράλληλα κέρδισε την αναγνώριση σπουδαίων Άγγλων λογοτεχνών, όπως του Άλφρεντ Τέννυσον και του Άλγκερνον Τσαρλς Σουΐνμπερν. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1877 και τον Οκτώβριο του 1880 εκδόθηκε η συλλογή Sagesse, με ποιήματα που κατά κύριο λόγο γράφτηκαν την περίοδο 1873-78 και συνέβαλαν στην καθιέρωσή του.
Ο θάνατος του αγαπημένου μαθητή του, Λυσιέν Λετινουά, τον Απρίλιο του 1883 καθώς και εκείνος της μητέρας του, τον Ιανουάριο του 1886, σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες απόπειρές του να συμφιλιωθεί με την πρώην σύζυγό του, συνέβαλαν στην επιστροφή του στον έκλυτο βίο του παρελθόντος. Τα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν οι ποιητικές συλλογέςJadis et naguère και Parallèlement, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε μία σειρά από βιογραφίες, όπως τους Καταραμένους ποιητές (Les Poètes maudits), που περιλαμβάνει υλικό για έξι ποιητές, μεταξύ των οποίων οι Μαλαρμέ και Ρεμπό, καθώς και το Les Hommes d'aujourd'hui (π. 1886), με σύντομες βιογραφίες σύγχρονων λογοτεχνών. Αμιγώς αυτοβιογραφικά κείμενα υπήρξαν τα Hôpitaux και Mes Prisons, στα οποία ο Βερλαίν κατέγραψε τις πολυάριθμες εμπειρίες του στα νοσοκομεία, όπου έτυχε περίθαλψης κατά καιρούς, και στη φυλακή, αντίστοιχα. O ίδιος ήταν υπεύθυνος για την έκδοση της συλλογής Εκλάμψεις του Ρεμπό, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην καθιέρωσή του.

Πίνακας του Ανρί Φαντέν-Λατούρ. Διακρίνεται ο Πωλ Βερλαίν (πρώτος από αριστερά) και δίπλα του ο Αρθούρος Ρεμπώ (δεύτερος από αριστερά).


i. Κάτι κλαίει μες στην καρδιά μου


Κάτι κλαίει μές στην καρδιά μου
καθώς βρέχει στην χώρα μου,
Σαν τι μαράζι, αλιά μου,
στραγγίζει την καρδιά μου;

Γλυκοστάζει η βροχή
στη γη, στα κεραμίδια゚
στην άχαρη ψυχή
τι τραγουδάς, βροχή

Κλάμα χωρίς αιτία
καρδιάς βαργειεστιμένης.
Μήπως καμιά απιστία;
Πονώ χωρίς αιτία.

Κι είναι ο πόνος περισσός,
να μην ξέρεις γιατί
χωρίς αγάπη ή μίσος
σε καίει καημός περίσσος.

(Μετάφραση: Κωστή Παλαμά)

❀ ❀ ❀ ❀
ii. Il pleure dans mon coeur


Να κλαίει μες την καρδιά μου
και στην πόλη να βρέχει…
ποια να ‘ν’ αυτή που τρέχει
η πίκρα ως την καρδιά μου;

Ω, γλυκός ήχος της βροχής
απ’ τις σκεπές και καταγής!
Για τον καϋμό μιανής ψυχής
ω το τραγούδι της βροχής!

Δίχως αιτία να βρέχει
μα η καρδιά δεν αντέχει.
Σε πρόδωσε κανείς;
Όχι. Άδικα πονείς.

Αχ ποια άλλη θλίψη ανίσως
δεν το ξέρεις γιατί
—δίχως αγάπη ή μίσος—
η θλίψη σου κρατεί;
Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

❀ ❀ ❀ ❀

iii. Φθινοπωρινό Τραγούδι


Λυγμοί μακρόσυρτοι
Απ’ τα βιολιά
Του φθινοπώρου
Σφίγγουνε την καρδιά μου
Με τη μονότονη
Θηλιά του πόνου.
Βαριά η ανάσα μου
Τεφρό το χρώμα, και
Του ρολογιού όταν ακούω χτύπο νέο
Αναπολώ
Μέρες παλιές
Και σιγοκλαίω.
Ύστερα φεύγω μες στο κακό
Το ανεμοβρόχι
Για να με σέρνει
Εκεί κι εδώ
Ίδιος εγώ
Φύλλο ξερό.
από τη συλλογή Poèmes saturniens, μετάφραση Τζούλια Τσιακίρη


Paul Verlaine and Arthur Rimbaud, Brussels ,1873

iv. Το οικείο μου όνειρο

Συχνά έχω τούτο το παράξενο και διαπεραστικό όνειρο
μιας γυναίκας άγνωστης που αγαπώ και με αγαπά
και που όμως δεν είναι κάθε φορά ούτε ακριβώς η ίδια
αλλά ούτε και κάποια άλλη, και με αγαπά και με καταλαβαίνει
Γιατί εκείνη με καταλαβαίνει και η καρδιά μου είναι διάφανη
για αυτή μονάχα˙ και τον ιδρώτα του χλωμού προσώπου μου
μονάχα αυτή ξέρει να δροσίζει με το κλάμα της
Να είναι άραγε καστανή, ξανθιά ή κοκκινομάλλα; Δε ξέρω
Το όνομά της; Θυμάμαι πως είναι γλυκό και εύηχο
σαν τα ονόματα των αγαπημένων που μας στέρησε η ζωή
Το βλέμμα της είναι όμοιο με το βλέμμα των αγαλμάτων
και όσον αφορά τη φωνή της, απόμακρη και ήρεμη και σοβαρή,
με τη χροιά αγαπημένων φωνών που σώπασαν…
www.ithaque.gr



❀ ❀ ❀ ❀

 v. ΚΟΥΡΑΣΗ 

                               A batallas de amor campo de pluma.
                                                                     (GόNGORA.)

Της ηδονής, της ηδονής, της ηδονής!
Λίγο χαλάρωσε τις πυρετώδικες τροχιές, χαριτωμένη.
Όμοια στην υπεροχή της τέρψης κάποτε, βλέπεις, η ερωμένη
Πρέπει την ήρεμη εγκατάλειψη να 'χει της αδελφής.

Έσο περιπαθής, δώσε το υπνωτικό σου χάδι,
Ολόιδιες τις ανάσες και το βλέμμα σου το λαγγερό.
Εμπρός, η φθονερή αγκαλιά και με τον έμμονο σπασμό
Δεν είναι άξια για ένα καλό φιλί, έστω απάτη!

Αλλά μες τη χρυσή καρδιά σου, καθώς μου λες, παιδί μου,
Η άγρια παραφορά βούκινο πάει να γίνει!
Άσ' τηνα να σαλπίζει με την άνεση της, η ποταπή!

Βάλε το μέτωπο στο μέτωπό μου και μες στο χέρι μου το χέρι,
Κάνε όρκους απ' αυτούς που το αύριο διαψεύδει,
Κι ας θρηνούμ' ως τη μέρα, παράφορη μικρή!
❀ ❀ ❀ ❀

vi. ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Σε σας οι στίχοι αυτοί χάριν της καλοσύνης της παρήγορης
Των μεγάλων ματιών σας όπου κλαίει ή γελά εν όνειρο γλυκύ.
Χάριν της αγαθής κι αγνής ψυχής σας, σε σας οι
Στίχοι αυτοί από της άγριας μου τα βάθη εξαθλίωσης.

Είναι που αλίμονο! ο ειδεχθής εφιάλτης που με τριγυρνά
Δεν έχει ανάπαυση και πάει όλο μανία, τρέλα, ζήλο,
Πληθαίνοντας σα μια σύναξη λύκων
Που κρεμιούνται απ' την τύχη μου κι αυτή αιματοκυλά!

Ω υποφέρω, υποφέρω φριχτά, τόσο πολύ
Που ο πρώτος στεναγμός του πρώτου ανθρώπου
Κυνηγημένου απ' την Εδέμ μπρος στο δικό μου είν' εκλογή!

Και το όποιο ενδιαφέρον σας είν' όπως
- Αγαπητή, - τα χελιδόνια τ' ουρανού
Ενός απομεσήμερου Σεπτέμβρη χλιαρού.

http://state2parastatescam.blogspot.gr


Paul Verlaine and Arthur Rimbaud, Brussels ,1873


vii. ΑΓΩΝΙΑ

Φύση, τίποτα δικό σου δε με συγκινεί, ούτ' οι αγροί
Τροφοδότες, ούτ' η αργυρή ηχώ των σικελικών
Ειδυλλίων, ούτε οι πομπές των εωθινών,
Ούτ' οι οδυνηροί της φύσης εορτασμοί.

Περιγελώ την τέχνη, περιγελώ τον Άνθρωπο επίσης, ψαλμούς,
Στίχους, ελληνικούς ναούς, και πύργους σπειροειδείς
Που εκτείνουν στον κενό ουρανό οι καθεδρικοί,
Και βλέπω με το ίδιο μάτι καλούς και μοχθηρούς.

Δε πιστεύω στο Θεό, αρνούμαι κι εξομνύω
Κάθε σκέψη, κι όσο για την παλιά ειρωνεία,
Την Αγάπη, πολύ θα το 'θελα κανείς να μη ξαναμιλήσει.

Κουράστηκα να ζω έχοντας το φόβο του θανάτου, σα
Μπρίκι τζάμπα πάει όπου τ' αφρίσει και ξαφρίσει,
Η δική μου καρδιά για ναυάγια φτιαγμένη φριχτά.

❀ ❀ ❀ ❀

viii. Έξη βδομάδες κιόλα...

Έξη βδομάδες κιόλα, κι άλλες δεκαπέντε ακόμα
Μέρες ατέλειωτες! Μες στους ανθρώπινους καϋμούς,
Βέβαια, καϋμός πικρός ωσάν το χωρισμό δεν είναι!

Γράφεις, σου γράφουν, λες πως αγαπάς, πως σ' αγαπούνε,
Το βλέμμα, κάθε μέρα, τις κινήσεις, τη φωνή
Του πλάσματος φέρνεις στο νου που είναι όλη η ύπαρξή σου,
Ώρες μ' εκείνον μοναχός μιλείς που είναι μακρυά.
Μα ό,τι κι αν αισθανθής κι' ότι κι' αν στοχαστής και όλα όσα
Μ' εκείνον πεις που βρίσκεται μακρυά σου, είναι όλα αυτά
Άτονα κι ' άχρωμα και μελαγχολικά πιστά.

Ω! η απουσία! η πιο σκληρή απ' τις δυστυχίες όλες!
Στις λέξεις και στις φράσεις να ζητείς ξαλαφρωμό,
Στο άπειρο μέσα πλήθος των θλιμμένων στοχασμών σου,
Κι' ό,τι θα βρης ανούσιο πάντα να 'ναι και πικρό!
Κι' ύστερα, να, αιχμηρή και κρύα ωσάν λεπίδι,
Γοργότερη από τα πουλιά, κι' από τις σφαίρες πιο γοργή,
Κι απ' το νοτιά στη θάλασσα κι απ' τ' αγριοφύσημά του,
Και μ' ένα δηλητήριο στην αιχμή θανατερό,
Να, όμοια με βέλος, που έρχεται στο τέλος η Υποψία,
Ξαπολυμένη από την άθλια την Αμφιβολία τη βδελυρή.

Μπορεί ποτέ; Ενώ στο τραπέζι ακουμπισμένος
Το γράμμα της με δάκρυα το διαβάζω εγώ,
Το γράμμα της που όλο για την αγάπη της μου λέει,
Την ώρα εκείνη η σκέψη της να 'ναι δοσμένη αλλού;
Ποιος ξέρει: Ενώ για μένα αργές εδώ και θλιβερές
Κυλούν οι μέρες, σαν ποτάμι μ' όχθη ξεραμένη,
Ίσως να χαμογέλασε το χείλι της τ' αγνό;
'Ισως να 'ναι χαρούμενη και να με λησμονάει;
Και μελαγχολικός το γράμμα της ξαναδιαβάζω.

μετάφραση: Κλέων Παράσχος
από την Νέα Εστία, τχ. 188
15 Οκτωβρίου 1934
(αρχείο ΕΚΕΒΙ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου