Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904)

Ας μάθουμε να δεχόμαστε ότι έρχεται καιρός που τα δέντρα είναι γυμνά και να προσδοκούμε την εποχή που θα δρέψουμε τους καρπούς.Αντον Τσέχωφ

 Osip Braz: "Portrait of Anton Chekhov"

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και διηγηματογράφος, ο οποίος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς στην ιστορία. Επίσης σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός.
Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 (17 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Πέθανε στις 15 Ιουλίου 1904 (2 Ιουλίου με το παλαιό ημερολόγιο) στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 22 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που «ξοδεύουν» τη ζωή τους μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.
Ο Τσέχωφ το 1882
Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του (Αλέξανδρος, Νικόλαος, Ιβάν, Μαρία, Μιχαήλ) και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του Τσέχωφ ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε τη ελευθερία του. Ο πατέρας του (Πάβελ Εγκόροβιτς) δούλευε ως λογιστής και διατηρούσε τυροκομείο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατο να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του Τσέχωφ, ο Αλέξανδρος και ο Νικόλαος, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν απ' το σπίτι. Για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη των δανειστών του, ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα αδέρφια του, Μαρία και Μιχαήλ. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρόγκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στη Μόσχα.
Το 1879 ο Τσέχωφ μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, από όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ξυπνητήρι, Θεατής, Μόσχα, Φως και σκιά, Θραύσματα κ.ά., με το ψευδώνυμο «Αντόσια Τσεχοντέ». Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων, Τα παραμύθια της Μελπομένης και το 1885 τις Φανταχτερές Ιστορίες


Young Chekhov (left) 
with brother Nikolai in 1882
Παράλληλα με το επάγγελμα του ιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο Κύκνειο άσμα. Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του Ιβάνοφ, το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μη δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το Δαίμονας του δάσους (πρώτη μορφή του έργου Θείος Βάνιας). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του Ο Γλάρος. Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία ο Θείος Βάνιας.


Chekhov with Leo Tolstoy at Yalta, 1900
Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του Ο Γλάρος και Ο θείος Βάνιας. Η συνεργασία του Τσέχωφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάφσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα Οι τρεις αδελφές, πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από τη Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη αποδοχή ως μέλους της του Γκόρκι. Το 1904, λίγο πριν τον θάνατό του, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει το έργο του Ο βυσσινόκηπος.


Chekhov and Olga, 1901, on their honeymoon

Ο Βυσσινόκηπος

Ο Βυσσινόκηπος (ρωσικά: Вишнёвый сад) είναι θεατρικό έργο του Αντόν Τσέχωφ, που γράφτηκε το 1903. Το έργο είναι εμπνευσμένο από μία εποχή κατά την οποία ο ρωσικός λαός αν και θεωρητικά ελεύθερος, εξαιτίας της κατάργησης της δουλοπαροικίας κατά το 1861, ζούσε ακόμα στη φτώχεια και την αμάθεια. Θεωρείται μια προαναγγελία ουσιαστικά της επανάστασης του 1905 και της επανάστασης του 1917. Θεωρείται έργο στο οποίο υποδεικνύεται η αδυναμία των ανθρώπων, κυρίως των αριστοκρατών, να κατανοήσουν τις όποιες διαφοροποιήσεις αλλάζουν το κοινωνικό περιβάλλον, όπως επίσης και τον ρόλο που παίζουν αυτές οι αλλαγές στην προσωπική τους ζωή. Σε συμβολικό επίπεδο ο βυσσινόκηπος, ένα κομμάτι γης που ανήκει σε αριστοκρατική οικογένεια, όπως, και η αδυναμία της οικογένειας να τον κρατήσει υποδηλώνει τις αλλαγές της ρωσικής κοινωνίας και τα νεα κοινωνικά στρώματα που έρχονται στο προσκήνιο, εξαιτίας πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων.https://el.wikipedia.org


Ο βυσσινόκηπος, ένα τεμάχιο γης, που αλλάζει χέρια, που αλλάζει χρήση και που αλλάζει δραστικά τη ζωή των ανθρώπων που παρακολουθούμε στο έργο αυτό του Αντόν Τσέχωφ (1860-1904), τιτλοδοτεί και το ίδιο το έργο. Η ιδιοκτησία του κερασσώνα σε μια νότια παρυφή της Ρωσίας, κοντά στον Εύξεινο Πόντο, η εκμετάλλευσή του σε μια εποχή που οι "παραθεριστές" άρχιζαν να πολλαπλασιάζονται χρόνο με το χρόνο και, τέλος, οι άνθρωποι που "όριζαν" αυτή τη γη, περιγράφονται με μια ακρίβειαν που θα τη ζήλευε ακόμα σήμερα μια σοβαρή ερευνητική case study, οικονομικής γεωγραφίας, ανθρωπογεωγραφίας ή κοινωνικής ανθρωπολογίας. 'Οπως, μάλιστα, υποστηρίζεται, ο βυσσινόκηπος δεν είναι μόνο πρόσχημα, σκηνικό και περίγραμμα που θα επιτρέψει στο συγγραφέα του να μας μιλήσει για αυτά που θέλει. Ο βυσσινόκηπος δεν είναι μόνο τίτλος. Είναι κεντρικός ήρωας που προορίζεται μάλιστα να αφανιστεί. ‘Ενας άψυχος ήρωας από τον οποίο εξαρτάται η τύχη των υπολοίπων. Ο Jovan Hristic, μελετητής του τσεχοφικού έργου, υποστηρίζει σε μια μελέτη του , πως ο «Βυσσινόκηπος» είναι ένα έργο που έχει μόνο δευτερεύοντες ήρωες και που ο κεντρικός ήρωας δεν είναι πρόσωπο, αλλά ένα τεμάχιο γης!
‘Ετσι λοιπόν στο έργο αυτό, φαίνεται πως μια ανθρωπογεωγραφική, εξωσκηνική, οντότητα, χωροθετημένη σοφά από τον συγγραφέα της (σαν μια οποιαδήποτε σύγχρονη «αξιοποιήσιμη» τουριστική περιοχή) και χρονοθετημένη τραγικά από την Ιστορία (μέσα σε εποχές μεγάλων αναστατώσεων που προετοίμαζαν τη ρωσσική επανάσταση) προβάλλει τόπους, αναλύει ανθρώπους και συνθέτει κλασικά πρότυπα για τις σχέσεις της γης με τον άνθρωπο.
Στο έργο αυτό αυτό του Τσέχωφ, που το ανέβασμά του (1903) μόλις πρόλαβε τον Τσέχωφ στη ζωή, μια ρωσική αριστοκρατική οικογένεια που βρίσκεται σε οικονομικές δυσκολίες κινδυνεύει να χάσει λόγω χρεών την περιουσία της. Σ’αυτή συμπεριλαμβάνεται και ο βυσσινόκηπος. Τα μέλη της που ζουν σε διάφορους τόπους -πάνω απ’όλους το Παρίσι- συγκεντρώνονται να συζητήσουν το θέμα. Η πρόταση που τους γίνεται από ένα οικονομικά ανερχόμενο μέλος παλιάς οικογένειας χειραφετημένων μουζίκων για οικοπεδοποίηση του βυσσινόκηπου και ταχτοποίηση των χρεών δεν τους βρίσκει σύμφωνους. ‘Ετσι όμως και ο βυσσινόκηπος χάνεται και οι ελπίδες για συνέχιση της άνετης ζωής τους εξανεμίζονται.
Αν και στην πραγματικότητα ο βυσσινόκηπος δεν αποτελεί μια απόλυτα εξωσκηνική οντότητα αφού η δεύτερη πράξη διαδραματίζεται σε ένα κήπο με δέντρα, οπότε ενδέχεται να βλέπουμε ένα μέρος του, μια ανθρωπογεωγραφική προσέγγιση του εξωσκηνικού χώρου μας επιβάλλει να τον συμπεριλάβουμε και αυτόν στα γήινα, χωρικά, σύνολα που χρησιμοποιεί για σύμβολα ο συγγραφέας για να στήσει τη σκηνική δράση. Η εισαγωγική ανάλυση που κάναμε έως εδώ αυτό το σκοπό εξυπηρετούσε. Μπορούμε να συμπληρώσουμε τη ανάλυσή μας υποδεικνύοντας τις άλλες χωρικές οντότητες που λαβαίνουν μέρος στη συγκρότητη του έργου.

Διαβάστε περισσότερα http://geander.com/t_tsex.html


Ο Γλάρος

Από την  παράσταση του "Γλάρου" στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Στο κέντρο ο Τσέχωφ διαβάζει το έργο του - δεξιά του, ο Στανισλάφσκι.

Ο Γλάρος (Чайка) είναι θεατρικό έργο - «κωμωδία σε τέσσερεις πράξεις» κατα δήλωση του συγγραφέα του -του Ρώσου Αντόν Τσέχωφ.

Η συγγραφή του έργου ολοκληρώθηκε το 1895.
Στη σκηνή ανέβηκε για πρώτη φορά αμέσως μετά τη συγγραφή του -στις 17 Οκτωβρίου του 1895, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης, και ήταν μια αποτυχία, και καλλιτεχνική και εμπορική.
Αντίθετα το δεύτερο ανέβασμα του έργου το 1898, από το «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας, σε σκηνοθεσία Κ. Στανισλάφσκι, υπήρξε ένας θρίαμβος.
Από τότε «Ο Γλάρος» έχει παιχτεί αμέτρητες φορές σε όλο τον κόσμο.
Στην Ελλάδα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ηλύσια» το 1906 και πρωτοπαρουσιάστηκε από το θίασο της Μ. Κοτοπούλη, το 1932.

Θεωρείται το έργο που καθιέρωσε τον Τσέχωφ, ως θεατρικό συγγραφέα στη συνείδηση κοινού και κριτικής. Με τον Γλάρο εγκαινιάστηκε η ιδιότυπη σύνθεση της τσεχωφικής δραματουργίας, όπου τη θέση του ως τότε καθιερωμένου "κεντρικού ήρωα - ηρωίδας" παίρνει ένας όμιλος προσώπων, μια μικρή κοινωνία, με μοιρασμένη ανάμεσα τους τη δράση. Το ύφος του έργου είναι μικτό, μοιράζεται ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία. Ο ίδιος ο Τσέχωφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις».

Ο Τσέχωφ στον «Γλάρο»» θίγει τις σχέσεις, τα κίνητρα, την ψυχολογία και τις διεκδικήσεις ανθρώπων που αγαπούν, υπηρετούν ή θέλουν να υπηρετήσουν την τέχνη, μέσω της συγγραφής και του θεάτρου. Γύρω τους περιστρέφονται οι άνθρωποι της καθημερινότητας που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα αδιέξοδα της ζωής τους.


Πράξεις

Το έργο διαδραματίζεται στο εξοχικό κτήμα του Σόριν.
  • Πράξη πρώτη - Αυγουστιάτικο βράδυ, στο πάρκο του κτήματος
  • Πράξη δεύτερη - Μεσημέρι, λίγες μέρες αργότερα, στο γήπεδο croquet που βρίσκεται στο κτήμα
  • Πράξη Τρίτη - Μεσημέρι, έπειτα από μια εβδομάδα, στην τραπεζαρία του εξοχικού
  • Πράξη Τέταρτη - Χειμωνιάτικο βράδυ, δύο χρόνια αργότερα, στο σαλόνι εξοχικού
Πλοκή
H Αρκάντινα είναι μια καταξιωμένη και δημοφιλής ηθοποιός του κατεστημένου θεάτρου, συνδέεται με τον Τριγκόριν, έναν επιτυχημένο συγγραφέα. Ο Τρέπλιεφ, ο γιος της Αρκάντινα, αναζητά, κάτω από την “σκιά” της μητέρας του, νέους τρόπους έκφρασης στην ποίηση και στο θέατρο. Παρουσιάζει το πρώτο του θεατρικό έργο στους ανθρώπους που βρίσκονται στο κτήμα, με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη του, τη Νίνα. Η παράσταση όμως θα τελειώσει άδοξα.
Η Νίνα θέλει να γίνει ηθοποιός και αποφασίζει να εγκαταλείψει το σπίτι και να ακολουθήσει τον Τριγκόριν.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Τρέπλιεφ εξακολουθεί να ζει στο κτήμα του Σόριν και να παρακολουθεί από μακριά την προσωπική ζωή και την καριέρα της Νίνας. Η επιδείνωση της υγείας του Σόριν θα φέρει πάλι στο κτήμα την Αρκάντινα και τον Τριγκόριν. Στο ίδιο μέρος, θα επιστρέψει “τσακισμένη”, σαν τον νεκρό γλάρο που κάποτε είχε αποθέσει στα πόδια της ο Τρέπλιεφ, και η Νίνα. Η συνάντηση της με τον Τρέπλιεφ θα συμβάλει στο να δώσει τέρμα στη ζωή του.


Οι τρεις αδελφές

Ο Τσέχωφ γράφει το τετράπρακτο δράμα «Τρεις Αδελφές» το 1901. Οι τρεις αδελφές, η Όλγα, η Μάσα και η Ιρίνα Πραζόρωφ ζουν μαζί με τον Αντρέι τον αδελφό τους σε μια επαρχιακή πόλη. Nοσταλγούν την εποχή που ζούσαν μαζί με τον πατέρα τους, ο οποίος ήταν αξιωματικός του στρατού, στη Μόσχα. Τώρα πια συμβιβάζονται με το να δέχονται αξιωματικούς της φρουράς σπίτι τους και να προσδοκούν μια επιστροφή στον παλιό τρόπο ζωής. Η Όλια, η μεγαλύτερη, είναι δασκάλα σε σχολείο της περιοχής. Η Μάσα είναι παντρεμένη με τον Κουλίγκιν, έναν καθηγητή τον οποίο θεωρεί ανίκανο να της προσφέρει όλα όσα ονειρεύεται. Η Ιρίνα, η μικρότερη, κάνει όνειρα και  φαντάζεται μια ζωή μακριά από την πόλη στην οποία ζει, έχοντας διακαή πόθο να επιστρέψει στην Μόσχα. Ένας αξιωματικός που έρχεται στην πόλη τους, ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν, ταράζει τον κόσμο της Μάσας και της προξενεί συναισθήματα ξεχασμένα από καιρό. Επιχειρώντας να ξεπεράσει την αβάστακτη πλήξη της, αφήνεται να βιώσει μαζί του έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Ανάμεσα στους στρατιωτικούς που συχνάζουν στο σπίτι είναι και ο βαρόνος Τούζενμπαχ ο οποίος είναι ερωτευμένος με την Ιρίνα κι η σχέση μαζί του της προσφέρει μια αμυδρή ελπίδα λύτρωσης από την επαρχιακή ζωή, αν κι αυτή στην πραγματικότητα δεν τον αγαπά. Οι τρεις αδελφές αναζητούν ωστόσο μια λύτρωση που ποτέ δεν έρχεται. Ο Βερσίνιν θα φύγει από την πόλη ακολουθώντας το Σύνταγμα του που αλλάζει έδρα, και ο Τούζεμπαχ θα σκοτωθεί σε μονομαχία. Ο Αντρέι, που έχει παντρευτεί την Νατάσα, μια σκληρή και αυταρχική γυναίκα, θα εγκαταλείψει  τα όνειρα του να γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μόσχας, και θα παραδοθεί σε μια αδιάφορη, ρουτινιάρικη ζωή. Οι αξιωματικοί θα φύγουν μακριά κι οι τρεις αδελφές θα απομείνουν μόνες, συντροφιά με τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, ν’ ακούν τη μουσική του Συντάγματος που αποχωρεί, να νοσταλγούν και να αναρωτιούνται για το νόημα της ύπαρξης τους.http://www.episkinis.gr/



Θείος Βάνιας

Ο  Θείος Βάνιας (1896-7), γραμμένος την ίδια περίπου εποχή με τον Γλάρο, αποτελεί ίσως το πιο «τσεχωφικό» από τα έργα του κορυφαίου Ρώσου ποιητή των λεπτότατων αποχρώσεων, και συμπυκνώνει εκρηκτικά το υπαρξιακό αδιέξοδο του φαινομένου που ονομάζεται «άνθρωπος», μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Οι ήρωές του, μικροί και «γκρίζοι» αλλά παρόλα αυτά γνήσιοι και αναγνωρίσιμοι στη λεπτομέρεια και την πολυπλοκότητά τους, αναζητούν απελπισμένα το νόημα της ζωής , φλερτάρουν με τα όριά τους, επιδίδονται σ’ ένα ιλαροτραγικό κυνήγι ευτυχίας, αποζητούν την ελπίδα που θα νικήσει την καθημερινή φθορά – ένα υποκατάστατο της χαμένης, της σπαταλημένης τους ζωής. Ο έρωτας μοιάζει ιδανικό παυσίπονο ευτυχίας. Ωστόσο και αυτός μένει ανεκπλήρωτος. Οι ήρωες του Θείου Βάνια θέλουν αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν από το τέλμα. Με τις απονενοημένες πράξεις τους, τις εύγλωττες σιωπές τους, τις έντονες εσωτερικές συγκρούσεις τους, οι άνθρωποι του Τσέχωφ ισορροπούν ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, το τραγικό και το γελοίο, την ελπίδα και την απελπισία, το φως και το σκοτάδι, ιδανικοί «πρωταγωνιστές» στο διαχρονικό τσίρκο της ανθρώπινης  υπαρξιακής περιπέτειας. 

Ο Βάνιας, αδερφός της πρώτης συζύγου του γέρου καθηγητή Σερεμπριάκωφ είναι υπεύθυνος για το κτήμα του καθηγητή και το φροντίζει μαζί με τη Σόνια, κόρη του καθηγητή από τον πρώτο του γάμο και ανιψιά του. Πρόσφατα ο καθηγητής έχει εγκατασταθεί μαζί με τη νεαρή και ελκυστική δεύτερη σύζυγό του, Ελένα, στο κτήμα, προκαλώντας πλήθος προβλημάτων, καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν δραματικά. Ο Βάνιας είναι απελπισμένα ερωτευμένος με την Ελένα. Το ίδιο και ο γιατρός Αστρώφ που επισκέπτεται συχνά το κτήμα. Η Σόνια υποφέρει βουβά από έρωτα για τον γιατρό Αστρώφ. Η Ελένα πανέμορφη και αδιάφορη κινεί τα νήματα δίχως να ενδιαφέρεται για τα αισθήματα των επίδοξων εραστών. Οταν ο καθηγητής θα συγκεντρώσει όλη την οικογένεια για να ανακοινώσει το σχέδιο του να πουλήσει το κτήμα, τίποτα δε θα μείνει πια το ίδιο...
Ο Πίτερ Μπρουκ θεωρεί τον Τσέχωφ τον σπουδαιότερο θεατρικό συγγραφέα μαζί με τον Σαίξπηρ. Ο Μαξίμ Γκόρκι έγραψε στον Τσέχωφ για τον Βάνια ότι είναι «ένα έργο εξαίσιο, ένα σφυρί που το χτυπάτε στο αδειανό κεφάλι του κοινού.. Τα χτυπήματα σας πάνε ίσια στην καρδιά..». O Laurence Olivier θεωρούσε πως τα πρόσωπα του έργου είναι σαν μουσικά όργανα που άλλοτε παίζουν χορωδιακά και άλλοτε σόλο το θέμα της θλίψης αυτών των καλλιεργημένων εξόριστων και τη λαχτάρα τους για τη νεότητα. 
Όπως λέει και ο ιταλός σκηνοθέτης Giorgio Strehler "Το πρόβλημα του Τσέχωφ είναι, πάντα, αυτό που ονομάζω «τα τρία κινέζικα κουτιά»: το ένα βρίσκεται μέσα στο άλλο, το τελευταίο περιέχει το προτελευταίο, το προτελευταίο περιέχει το πρώτο. Στο τρίτο κουτί είναι η Ζωή. Το μεγάλο κουτί της Ανθρώπινης Περιπέτειας, του Ανθρώπου που γεννιέται, μεγαλώνει, ζει, αγαπά, δεν αγαπά, κερδίζει, χάνει, καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει, περνάει, πεθαίνει. Εδώ τα πρόσωπα παίρνουν διάσταση «μεταφυσική»...«συμβολική», σ’ ένα είδος παραβολής για την ανθρώπινη μοίρα.. " http://www.culturenow.gr/










ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

Ένας αριθμός

Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο• δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια.

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα, 
μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο

Διαβάστε επίσης 



Chekhov family and friends in 1890. (Top row, left to right) Ivan, Alexander, Father; (second row) unknown friend, Lika Mizinova, Masha, Mother, Seryozha Kiselev; (bottom row) Misha, Anton






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου