Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΑΡΑΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΩΝ - Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Δώδεκα είναι η ώρα η νυχτερινή μα… είναι σε μας πολύ σημαδιακή ο κάθε νέος χρόνος που γεννιέται ο παλιός πάντοτε να λησμονιέται! Χαρές και λύπες πάνε στο παρελθόν από τώρα ο νέος χρόνος είναι παρών έρχεται ελπίδες πολλές να γιομίσει καθώς πίκρες στη πάντα θ’ αφήσει! Τώρα με μιας θα σβήσουν τα φώτα όλα μετά δε θα ‘ναι σαν και πρώτα γιατί η νέα χρονιά που θ’ ανατείλει σημάδι ελπίδας πάντα να στείλει! Ας υποδεχτούμε τώρα το νέο χρόνο να διώξουμε απ’ την καρδιά τον πόνο σαν θέλουμε με μιας αυτό μπορούμε αρκεί μόνο να μην αδιαφορούμε! Φάτε πιέτε κι’ όμορφα γλεντήστε χαρούμενοι τον χρόνο υποδεχθείτε όνειρα φτιάχνοντας πάντα μεγάλα που σαν και δαύτα δεν είναι άλλα! Το ποτήρι σας στα χείλη ανυψώστε και στη διάθεση σας χρώμα δώστε καθώς η νέα χρονιά μας προσμένει δίνοντας ειρήνη στην οικουμένη! «Ευδαίμων Συριανός»







Σαν σήμερα 31 Δεκεμβρίου


1790: Η "Εφημερίς", η αρχαιότερη διασωθείσα ελληνική εφημερίδα, αρχίζει να τυπώνεται στη Βιέννη από τα αδέλφια Μαρκίδες - Πούλιου.


1879: Ο Τόμας Έντισον (Thomas Edison) παρουσιάζει τον λαμπτήρα πυράκτωσης για πρώτη φορά στο κοινό.

1905: Πεθαίνει ο Αλεξάντερ Ποπόφ, Ρώσος φυσικός, από τους πρωτοπόρους της ραδιοφωνίας.


1992: Η Τσεχοσλοβακία διασπάται σε Τσεχία και Σλοβακία. Το συμβάν είναι γνωστό ως "Βελούδινο Διαζύγιο".


Σε μουσικό επίπεδο...

1985: Το αεροπλάνο που επέβαινε ο Ricky Nelson και η μπάντα του συντρίβεται, λόγω βλάβης, έξω από το Τέξας.







Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει; Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα. Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.

Τάσος Λειβαδίτης - Ιανουάριος

Phylis Elinor Legh, Ο πρωτοχρονιάτικος χορός τωv υπηρετών στο Lyme Park. 1907




Κική Δημουλά - Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.

Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας
πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες

μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες

όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.
(Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, 2007)




Friedrich Ortlieb, Πρωτοχρονιά στο σπίτι του παππού. 1873


Αγγελική Σιδηρά - Πρωτοχρονιά στον οίκο ευγηρίας

Απόψε οι πιτζάμες και τα νυχτικά μείνανε απορημένα,
άδεια στα δωμάτια.
Οι γέροι έπλεαν σχεδόν μέσα στα σκούρα τους κοστούμια
με τη χαρακτηριστική γυαλάδα, να επιβεβαιώνει τις μνήμες που’χε συσσωρεύσει ο χρόνος.
Τουναντίον οι ηλικιωμένες ασθμαίνανε στα εφαρμοστά κορσάζ. Κιτρινισμένες δαντέλες στους ποδόγυρους και στα μανίκια πασχίζανε να ξεγελάσουν τους ρόζους και τις φλέβες τους.
Η προϊσταμένη έβαλε έναν δίσκο στο γραμμόφωνο.
Οι νότες ορμήσανε παρείσακτες στο θλιβερό σαλόνι.
Κάποια γριά με καπελάκι βυσσινί ξεκίνησε να κλαίει.
Ο τρόφιμος του 73 μ’ εκείνη τη θεόμουρλη του 4 άνοιξαν τον χορό. Σε λίγο ξεθαρρέψαν
και σμίξαν τα ρυτιδιασμένα μάγουλά τους. Chick
to chick! Κάποιες γριές, ελλείψει καβαλιέρων, χόρευαν
μόνες τους. Ακκίζονταν, αφύσικα κουνώντας τα κυρτωμένα τους κορμιά. Ο πατέρας ξέχασε ότι δεν θυμάται πια και άρχισε παράφωνα να μουρμουρίζει τη Ραμόνα.
Οι λίγοι επισκέπτες συγγενείς αμήχανοι κοιτάζαμε την ώρα.

Μετά κόλλησε ο δίσκος στο γραμμόφωνο κι επαναλάμβανε συνέχεια: Ραμόν, Ραμόν, Ραμόν. Αυτό σαν να τους άρεσε. Κουνούσαν ρυθμικά τ’ ασπρόμαυρα κεφάλια επιδοκιμάζοντας. Ξαφνικά κάποιος γλίστρησε στο πάτωμα. Οι περισσότεροι, νομίζοντας πως πρόκειται για νούμερο ακροβατικό, άρχισαν να χειροκροτούν. Στις 10.30’ επιτέλους η προϊσταμένη κήρυξε τη λήξη της γιορτής. 

(Από τη συλλογή «Silver Alert», εκδ. Κέδρος, 2016)


George Bernard O' Neill, Πρωτοχρονιά. 1889

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ -  Πρωτοχρονιά


Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.
Νέα Εστία, τχ. 1741, Ιανουάριος 2002



Childe Hassam, Πρωτοχρονιά. Νυχτερινή σκηνή. Ν. Υόρκη. 1892

Κ. Βάρναλης - Πρωτοχρoνιάτικο

“Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες,
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κ’ επίσημοι κι ωραίοι.

Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.

Όξω ο κόσμος φώναζε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες
κ’ οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυραίοι
άνοιξαν τα παράθυρα και κράξαν: «Είστε αθέοι»”
(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)




It was Midnight on New Years Eve - Helen Bradley 

Κωστής Παλαμάς, [Ρήγισσα Πρωτοχρονιά]


Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,
τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,
κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,
κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,

πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,
κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος
κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,
ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,

καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,
φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.
Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,
διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.

Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω
το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.
-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω
τη λυρική μου σκέψη!
(Κ. Παλαμάς, Άπαντα- Η πολιτεία και η μοναξιά, εκδ. Γκοβόστης)




 "A New Years Eve Night" a painting by A. Snegirev, 1982

Δημήτρης Μανθόπουλος - Πρωτοχρονιάτικο 

Βράδυ της Πρωτοχρονιάς.
Έξω κρύο και χιονιάς
και βοριάς σφυρίζει.
Στο τραπέζι το στρωτό,
τ' αναμμένο θυμιατό
ευωδιές σκορπίζει.
Μ΄αγωνία τα παιδιά
κι ανυπόμονη καρδιά,
κάποιον καρτερούμε.
Ασπρομάλλη, γελαστό,
μ' ένα σάκο γεμιστό,
που θα μοιραστούμε.
Το ρολόι μας γυρνά
κι ο βοριάς λυσσομανά.
Τι κακοκαιρία!
Θε μου, κάνε να βιαστεί
μην τυχόν κι αποκλειστεί
μες την Καισαρεία.




"New Year´s Eve" Artist Mahmoud Sabzi

Κ. Καλλοναίου - Πρωτοχρονιά 

- Αρχιμηνιά! Καληχρονιά! Καλώς τον άρχοντά μας,
πόχει την τύχην αδερφή και την καρδιά του πλούτος!
- Βάνω το πόδι το δεξί κι όλα δεξά να πάνε!
- Σπάσε το ρόδι τ’ άλικο στη μαλλιαρή την πέτρα,
πιές απ’ τ’ αμίλητο νερό της κρυσταλλένιας βρύσης,
σκόρπα τα φύλλα της ελιάς, πες της καρδιάς τραγούδια!
- Ωσάν την πέτρα με ριζά η αγάπη να ριζώσει,
ξόρκι τ’ αμίλητο νερό ναν’ στο κακό το μάτι,
και σαν το ρόδι μ’ αγαθά το σπίτι να γιομίσει!




New Years Eve, C1876 by Granger

 Ε. Νέγρη - Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς

Το χιόνι πέφτει από ψηλά,
ξημέρωσε Πρωτοχρονιά,
και γέμισαν οι κλώνοι.
Ο Άη Βασίλης τη νυχτιά,
φέρνει τα δώρα στα παιδιά,
που τραγουδούν ακόμη.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
σε κάθε σπίτι και γωνιά,
για να χαρούνε όλοι.

Και με τη νέα τη χρονιά,
υγεία, αγάπη και χαρά,
να ‘ρθει στη χώρα όλη.



New Year's Eve Celebration by William Hogarth.

Γιάννης Ποταμιάνος - Πρωτοχρονιά 

29 Δεκέμβρη 2012


Πρωτοχρονιά
Μεγάλος συνωστισμός
                       στους πάνω δρόμους
Έλκηθρα ανεβοκατεβαίνουν
                                        Φορτωμένα

Κι ο χιονιάς χαμογελαστός
                                 σαν Αι Βασίλης
Καίει ο βοριάς
            τα γυμνά χέρια των παιδιών

Τα μαυρισμένα
                          απ το κρύο δάχτυλα
χαϊδεύουν ένα νεογέννητο
                                           στη φάτνη
Το νεογέννητο χαμογελάει

Εγώ κλαίω γιατί βλέπω
                          τα πάθη να ‘ρχονται
Μια δεκαεξάχρονη μάνα κλαίει
                     τα βάσανα του κόσμου

Εγώ κλαίω τα δικά της βάσανα
Μέρες γιορτινές
               που η πίκρα διαστέλλεται,
όπως ο χρόνος του απελπισμένου

Ανεβοκατεβαίνουν τα έλκηθρα
           στους πάνω δρόμους
                                      γεμάτα δώρα
Κι όμως σε κάθε δρομολόγιο
                                        μας ξεχνάνε

Νύχτες στολισμένες
           που αναβοσβήνουν γιορτινά
Στους κάτω δρόμους
παιδικές καρδιές που περιμένουν
τα έλκηθρα που δεν έφτασαν ποτέ


John Lessore "New Years Eve " 


Γ. Βερίτης - Καινούργιος χρόνος

Καινούριος χρόνος πάλι ξημερώνει
και σβήνεται και χάνεται ο παλιός
μαζί του να σβηστούνε όλοι οι πόνοι
το δάκρυ μας, η λύπη, ο στεναγμός.

Καινούργιος χρόνος πάλι ξημερώνει
και λάμπει ο σκοτισμένος ουρανός
μ’ ελπίδες ο Θεός να τον χρυσώνει
και να ‘ν ευτυχισμένος και καλός.

Ελάτε να γυρίσουμε και πάλι
στην πίστη του Χριστού σαν αδελφοί
και ο χρόνος ο καινούργιος θα μας βγάλει
στης δόξας την ολόφωτη κορυφή.

Χριστέ μεγαλοδύναμε Θεέ μας
Χριστέ γεμάτε αγάπη και στοργή
χαρούμενο το χρόνο χάρισέ μας
και δώσε την ειρήνη σου στη γη.



New Years Eve in Dogville 1903
by Cassius Marcellus Coolidge


Making A List is a painting by Greg Olsen 













ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ - Η ΧΩΡΑ ΜΑΣ


Η δική μας χώρα δεν είναι έρημη.
Όχι , όχι, αυτό δεν θα μπορούσε κάποιος να το ισχυριστεί.
Είναι μόνο ανεξερεύνητη.
Κανείς δε ζητωκραύγασε τις χαραυγές της ούτε προσκύνησε θρηνητικά τα δειλινά της.
Δεν χαράχτηκαν δρόμοι πάνω της, ούτε ανοίχτηκαν με μόχθο μονοπάτια, έτσι τα δάση της έμειναν ανεξερεύνητα και κανείς δεν μπόρεσε να φτάσει στις πεδιάδες της για να φυτέψει ούτε ένα εξωτικό φυτό.
Αντιστοίχως δεν καταγράφηκε η χλωρίδα και η πανίδα της κι έτσι όσο κι αν αναζητήσουμε δεν θα βρούμε ένα εικονογραφημένο βιβλιαράκι με σπάνια είδη πουλιών και αρωματικά φυτά.
Όσο για τα πετρώματα, τα ορυκτά, τα θαμμένα πολύτιμα πετράδια της, μένουν καλά φυλαγμένα κάτω απ’ το αφράτο χώμα της.
Την ιστορία που κουβαλούν τα επιβλητικά μεγαλόπρεπα βράχια της, την έχει καταπιεί από καιρό η θάλασσα καθώς δεν ξέρουμε τίποτε απτό, δεν έχουμε εικόνες, στοιχεία, παρατηρήσεις για να περιγράψουμε την εξαίσια τραχύτητά τους, τις τρυφερές κοιλότητες, τις κρυφές των ψαριών φωλιές τους.
Έτσι η χώρα μας γλίτωσε την εξέλιξη, την ανάπτυξη, την εκμετάλλευση, τη συναλλαγή.
Αποσοβήθηκε ο κίνδυνος από λεηλασίες, περιφράξεις, περιφρουρήσεις, μοιρασιές.
Στην κορυφογραμμή της λάμπει η απουσία της χιονισμένης πιθανότητας.
Στις παραλίες της καίνε ταπεινά οι μικρές χαμένες δυνατότητες για ανέμελες , στραφταλιστές φλόγες που θ’ άναβαν παρέες παιδιών τις νύχτες κι οι αναζωπυρώσεις της πυρκαγιάς που φούντωσε κάποτε από τις σπίθες πόθου που δημιούργησαν δυο ερωτευμένες χελώνες, έχουν με επιτυχία καταπνιγεί.
Ωστόσο, κάποιες νύχτες, τότε που τα φεγγάρια βάλλουν το σκοτάδι μ’ ένα φως λαγαρό και κρυστάλλινο, εγώ στρέφω το τηλεσκόπιο προς εκείνη την πλευρά και κατορθώνω να εντοπίσω τη μικρή πολύχρωμη σημαία που είχαμε κάποτε καρφώσει εκεί – όταν άξαφνα βρήκαμε τούτη τη χώρα- να κυματίζει περήφανα και αποφασιστικά παίζοντας με τον τρεμουλιαστό άνεμο.
Ζουμάρω κι άλλο το φακό και τη βλέπω καθαρά, να πετά ψηλά κι ύστερα να τη δέχεται πάλι πίσω προστατευτικά στο ασήμαντο πανάκι της, να την κανακεύει τρυφερά κι έπειτα να τη στερεώνει στον ισχνό ιστό της, εκείνη την αλύγιστη βεβαιότητα, ότι δεν είναι έρημη η χώρα μας.
Μόνο ανεξερεύνητη, με τη μικρή σημαία της να περιφρουρεί το όνειρο που αντέχει σ’ όλες τις ερμηνείες
Ελένη Κοφτερού










ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΥΠΕΡΜΑΧΟΥ - ΑΦΑΝΗΣ ΑΣΤΕΡΑΣ

ΠΟΙΗΣΗ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΥΠΕΡΜΑΧΟΥ
ΜΟΥΣΙΚΗ: Floating In Space (Theme) - Purple Planet
ΒΙΝΤΕΟ : ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ

ΑΦΑΝΗΣ ΑΣΤΕΡΑΣ


Ένας αφανής αστέρας
σαν ευλογία,
σκορπά φως
στις παρυφές του γαλαξία μου.
Σαν κατάρα
ζει ολομόναχος
ανάμεσα
σε διάττοντες αστέρες.
Κι εγώ,
σαν στρατηλάτης
στα καλντερίμια του φωτός,
κάθε που ξεπεζεύω,
αποζητώ την ζέστα του.
Γέρνω και ξαποσταίνω!
(Χριστίνα Υπερμάχου)







ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ –ΒΕΛΛΟΥ " Μοναχογιού φευγιό! "


Ό,τι, 'χε όλα τα πούλησε και φεύγει απ' το χωριό του άλλη ζωή να πάει να βρει σε άλλο βιλαέτι. Ο φόβος είναι φανερός , ο πόνος που τον καίει . Ποιός θα τον καλοδεχτεί σε ποιό σπίτι θα απαγκιάσει; Ποιόν στην μαύρη ξενιτιά θα εμπιστευτεί , με ποιόν κρασί θα μοιραστεί μία κουβέντα να πει ; Μην κλαις γλυκειά μανούλα του, βασανισμένη μάνα που σκίζετ' η καρδούλα σου στη σκέψη πως μισεύει και χάνεις το καμάρι σου και την παρηγοριά σου. Μείνε αητέ παρακαλείς, με τη φωνή να τρέμει με παγωμένη την καρδιά και με λυμένα πόδια. Εσύ κοπελούδα τρυφερή , γλυκιά μορφή , με μακρύ μαλλί που σαν νυχτολούλουδο μυρίζει , με γιομάτο καρπό ξέχειλο κορμί , αγκάλιασε τον νιο χαιρέτισε τον, με σαν μαυρούδι γλυκό χείλι φίλησε τον . . Βουνό ασάλευτο άκουσε μοναχογιού φευγιό , ο αποχωρισμός πληγώνει πολύ λέει αηδόνι . Πες κάτι πετροκότσυφα συ που γνωρίζεις τόσα. Μα το πουλί βουβάθηκε κι απάντηση δε δίνει. Μέχρι ο μαυροκόρακας σταμάτησε να κράζει . Tαχιά φεύγει ο νιος πριν η μέρα πάρει , σαν να ταν από κλίμα τρυφερό , το δάκρυ του πως τρέχει! Μονάχα άλογο χλιμίντρισε σε ξακουστό γεφύρι , που χωρίς καλόκαρδο αφεντικό θα μείνει. Ετούτο το χλιμίντρισμα το άκουσε ,το ακούει ο νιος γυρίζει στο χωριό παντοτινά να μείνει. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ –ΒΕΛΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΕΙΟ ΠΟΙΗΣΕΩΣ 2017-2018 Εκδόσεις Όστρια






ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΩΡΟΓΙΑΝΝΗΣ - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Η ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

Πέρασε πολύς καιρός
Που μας έφυγες για πάντα
Μα όπου πέσει η ματιά μας
Η δική σου είναι λεζάντα

Η μορφή σου ανάμεσα μας
Μας κοιτά και δεν μιλά
Και με νόημα μας γνέφεις
Νάρχεσθε όπως παλιά

Η σταθερή σου επωδός
Ηχεί ανάμεσα μας
Και ρίζωσαν τα λόγια σου
Στα βάθη της καρδιάς μας

Στης φυλακής την ανημπόρια
Δεν σε κρατήσανε εμπόδια
Απόδρασες γιόμα γι αλλού
Στην επικράτεια του θεού

Θα ανταμώνουμε στο μέλλον
Όταν περνάς από το νου.





ΠΕΝΤΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Φόρτωσα πέντε γράμματα
Γεμάτα από αγάπη
Να διώξουν σε όλους στη ζωή
Το πόνο και το δάκρυ

Να γράφει αγάπη η όψη τους
Μες τις καρδιές να λάμπουν
Να ρίξουν φώς σαν αστραπή
Τα βάσανα να κάψουν

Να ρίξουν φως και σε αυτούς
Που κάνουν τους πολέμους
Και σπέρνουνε τον όλεθρο
Στους καταφρονεμένους

Φόρτωσα πέντε γράμματα
Τα άφησα να πετάξουν
Τον άνθρωπο από συμφορές
Για πάντα να απαλάξουν.




ΑΔΕΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ


Αχνά τα φώτα
Άδεια πλατεία
Σιωπούν τα δέντρα
Ωδή στα θεία
Καρέκλες άδειες
Θρηνούν απουσία
Τραπέζια πασχίζουν
Να βρουν αιτία
Τα μάτια βλέπουν
Χωρίς σημασία
Πουλάκια τρομάζουν
Κλαδί αλλάζουν
Ταράζεται η νύχτα
Στης μέρας το βήχα
Στο βάθος αχός
Βγαίνει σπαστός
Τέσσερα γκολ
Πεθαίνει ο θεός
Το λέει ο βάρδος
Στενάζουν οι νότες
Και της αγάπης
Χαμένοι ιππότες




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Του ζήτησαν και έγραψε το
βιογραφικό του
για να τους πει πούθ`έρχεται ποιος ο
προορισμός του
στη βιοπάλη από μικρός γράμματα έμαθε
λίγα
έγραφε το ψωμί με πι και ακολουθούσε
σίγμα
δεν έμαθε πώς γράφεται έμαθε πώς να
βγαίνει
μες τα γιαπιά το έβγαζε ζωή
αποσταμένη
ούζο πάντα έπινε καημούς να
επουλώσει
το νέρωνε με πίεση τα μάτια να
θολώσει
δικαιοσύνη στην ζωή δεν πρόλαβε να
νιώσει.




ΔΕΝ ΣΕ ΚΑΤΕΧΩ

Δεν σε κατέχω
Σε δρόμους τρέχω
Με δάκρυα βρέχω
Την γη και προστρέχω

Εσένα να έχω
Καημό που τον έχω
Κι όμως αντέχω
Για σένα έχω

Ελπίδα και τρέχω
Στο νου μου θα σ`έχω
Αυτό το κατέχω.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - Christian Schloe art








Σαν σήμερα 30 Δεκεμβρίου

1934: Υπογράφεται σύμβαση για την ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού στην Ελλάδα.


1944: Ο Ανδρέας Εμπειρίκος συλλαμβάνεται στο σπίτι του από την ΟΠΛΑ και περνά λαϊκό δικαστήριο στο Περιστέρι. Ο ΕΛΑΣ τον παίρνει όμηρο, αλλά κάπου στη Θήβα δραπετεύει. Επιστρέφει στην Αθήνα, ξυπόλητος, με πληγές και με κρυοπαγήματα στα πόδια, φοβερά εξαντλημένος.


1979: Πεθαίνει ο Ρίτσαρντ Ρότζερς (Richard Rodgers), Αμερικανός συνθέτης, συνέβαλε στην ιστορία του μιούζικαλ.



Σε μουσικό επίπεδο...

1946: Γεννιέται η Πάτι Σμιθ, Αμερικανίδα τραγουδίστρια και νονά της pank μουσικής όπως την αποκαλούσαν.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΜΟ'Ι'ΛΗΣ - ΑΣΤΕΡΌΕΣΣΑ

Mark Spain - painting 

Σε έπλασα
στη φαντασία
σε νύχτες
πορφυρές,στου
φεγγαριού
τα σκαλοπάτια.
Αέρινη κυρά
των αστεριών
του Δια
θυγατέρα,του
έρωτα πριν σε
πλανέψει η μορφή.
Και συ γυναίκα
που σε άγγιξε
το θάμα,προτού
σε πάρουν άνεμοι
της αρπαγής,
με του φιλιού το
νάμα κοινωνούσες
απάνω στων
Θεών τις κατοικίες.

29 Δεκέμβρης 2017
ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΜΟ'Ι'ΛΗΣ







Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΓΚΟΤΣΗΣ - ΓΗ ΜΟΥ


Δεν έχει ο ουρανός κερκέλια ν΄ ανεβώ ,
την γη να την αφήσω ,
το αστρικό λουλούδι του κρυφά να μυριστώ,
πίσω να μην γυρίσω ...

Τι έχω δω την ερημιά , αδέρφι μοναχό ,
κι εξόριστο το δάκρυ
και της ψυχής μου το πηγάδι , δίχως πια νερό
κι απότιστο το στάχυ ...

Γη μου , σε πικράνανε αίματα και πολέμοι ,
εμπόροι σε ληστεύουνε και κλέφτες οδοιπόροι .
Κι όπου σκοτώνετε πουλί , ο πόνος σου θεριεύει ,
και όπου δέντρο καίγεται , η φλέβα σου στερεύει.

Γη μου , βγάλε τα μαύρα σου , κι ανθρώπους μην λυπάσαι ,
γιατί το πένθος όνειρα , δεν κάνει , να θυμάσαι !
Ύψωσε τα ελάτια σου , τις δρυς κι τα πλατάνια ,
και μ΄ αστραπές Διός και κεραυνούς , ρήμαξε τα χαϊβάνια ...


Νίκος Δημογκότσης











Σαν σήμερα 29 Δεκεμβρίου

1924: Ο Πίτερ Παν εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη, στην ομώνυμη βουβή ταινία του Χέρμπερτ Μπρένον.


1953: Καθιερώνονται στην Ελλάδα το κιλό αντί της οκάς και το μέτρο αντί του πήχη.


1986: Πεθαίνει ο Αντρέι Ταρκόφσκι, Ρώσος σκηνοθέτης του κινηματογράφου. 


Σε μουσικό επίπεδο...

1975: Κυκλοφορεί το δεύτερο πολύ γνωστό άλμπουμ των AC/DC με τίτλο T.N.T.. 



Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

ΛΙΑ ΒΙΣΣΗ / ΑΡΓΥΡΩ ΚΑΠΑΡΟΥ -« POST LOVE» - Σχεδιασμός προγράμματος ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ- Παρασκευή 5 Ιανουαρίου @ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ LIVE

ΛΙΑ ΒΙΣΣΗ – ΑΡΓΥΡΩ ΚΑΠΑΡΟΥ  " POST LOVE "




Ένα βήμα πριν συναντηθούν στη σκηνή , η Λία Βίσση και η Αργυρώ Καπαρού , διαλέγουν με ενθουσιασμό τραγούδια απ΄την μουσική τους διαδρομή , αλλά και αυτά που αγάπησαν και θαύμασαν στα πρώτα τους βήματα.

Οι φωνές τους θα ενωθούν αρμονικά και θα φωτίσουν αισθήματα , αιτίες και δεκαετίες ,που το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι , ενώνει και απογειώνει τη ζωή μας.

Το πρόγραμμα σχεδίασε η Λίνα Νικολακοπούλου , συνδυάζοντας δημιουργικά τις δυνατότητες και τη δυναμική των δύο ερμηνευτριών , παράλληλα με εικόνες ΄΄Χειρολαβές΄΄ σ αυτό το μουσικό ταξίδι.

Συνοδεύει τετραμελής ορχήστρα. Πιάνο,keyboards: Ευαγγελία Μαυρίδου, Κιθάρα: Δημήτρης Παπαλάμπρου, Μπάσο: Κώστας Γκαγκαστάθης, Ντραμς: Κώστας Καλογήρου. 


Το πρόγραμμα συνοδεύει προβολή οπτικού υλικού. Επιμέλεια οπτικού υλικού: Κώστας Αυγέρης, Παναγιώτης Καραδήμας

Oι εμφανίσεις τους συνεχίζονται στην Αθήνα στην ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ LIVE τις εξής ημερομηνίες:

5 Ιανουαρίου, 2 Φεβρουαρίου

FACEBOOK EVENT



POST LOVE ΤΡΕΙΛΕΡ



ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ LIVE
Ελασιδών 6, Γκάζι
Ώρα έναρξης 22:00
Είσοδος 12 εύρω με κρασί ή μπύρα
Τηλ κρατήσεων 210-9014428

OFFICIAL LINKS

ΛΙΑ ΒΙΣΣΗ

ΑΡΓΥΡΩ ΚΑΠΑΡΟΥ









ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ " Eρωτική μέθη μέσα στην αγάπη "

A Romantic Dinner by John Gannam


Και του χρόνου...! Φωνάζει ο έρωτας με την τρυφερή, μελαγχολική νοσταλγία παλιών, ξεχασμένων εραστών στη διάρκεια του περασμένου χρόνου.

Και του χρόνου...! Επαναλαμβάνει η αγάπη σαν ηχώ με τα μάτια στο παρόν, για πρόσωπα και γεγονότα και αλλαγές, την ακριβή στιγμή που θ' αλλάξει ο χρόνος.

Ο έρωτας γλιστράει την τελευταία μέρα του χρόνου απ' την αγάπη
κι όλος ο κόσμος τον ρωτά
κι ο ένας τον άλλον ρωτά 
πρέπει να κοιμηθεί ή πρέπει να ξυπνήσει προς το τέλος του χρόνου η αγάπη ;

Τι έγινε και τι τρόμαξε τον έρωτα μέσα στη μοναξιά της νύχτας ; Ο έρωτας κοιτά με όλη τη δύναμη της καρδιάς του προς τη μισάνοιχτη πόρτα, πλησιάζει τα χείλη του στο αυτί της αγάπης και της απαντά ψιθυριστά.

Αγάπη και πίστη μαζί για την κάθε στιγμή. Μια φιγούρα στη πόρτα, τα βήματα χθες βράδυ, η δυνατή φθινοπωρινή αύρα μόλις την είδε το άπλετο φως της μέρας. Μόλις μίλησε μαζί της ο έρωτας πρόσωπο με πρόσωπο κοντά στο παράθυρο με την αγάπη που ψήλωσε δέκα πόντους το χειμώνα.

Αγάπη χάδι και άγγιγμα του πόνου καρπός. Μπορεί να ήταν αγάπη πριν από μισή ώρα, προτού ζητήσω να δω τα φιλιά της και μπορεί να είναι αγάπη μετά από μισή ώρα, όταν δεν θα τη χρειάζομαι πια. Προς το παρόν είναι απλώς ένας έρωτας που ξεχύθηκε στον ποταμό με τ’ αρώματα.

Ένας έρωτας που ίσως να γεννήθηκε στην όμορφη περιοχή της αγάπης.

Έρωτα στο φως της ημέρας η ομορφιά του χιονιά απλώθηκε τώρα πάνω στην αγάπη. Τα λουλούδια που έμαθε να ξεχωρίσει ο έρωτας με τ' όνομα τους, τα λουλούδια που έμαθε στην αγάπη δεν υπάρχουν τώρα. Τα λουλούδια κρύφτηκαν για πρώτη φορά με τον μανδύα του συναισθηματικού έρωτα.

Έρωτα στο άστρο της νύχτας υπάρχει κάποια κρυμμένη αγάπη – που είναι αρκετά σοβαρή ώστε να δικαιολογεί, και για μένα και σένα, ότι η ουσιαστικότερη απ’ όλες τις αγάπες είναι η απόλυτα ερωτική αγάπη που όλα τα υπομένει, όλα τα ελπίζει, σε μια κατάσταση πρωταρχικής αθωότητας που δεν υπάρχει.

Ας μιλήσουν απόψε τα γλυκά χείλη του έρωτα και της αγάπης αυτή την ώρα που αλλάζει ο χρόνος, εκεί στη μέση της φωτισμένης από το φεγγάρι αγάπης, εκεί - σαν να είχε ξεπηδήσει ο έρωτας μέσα από τη γη, να είχε πέσει από τον ουρανό, για να σου εκφράσουν έστω και λίγο κάτι το

ακατανόητο
παράλογο
ανήκουστο
παιδαριώδες 
έρωτα ενός αισθήματος πίστης και απιστίας
τον παράφορο
τον ειλικρινή
και τον τρυφερό
έρωτα που πλάθει στις χούφτες του την αγάπη, που δίνει ζωή, φως και μορφή στο μυστήριο της ψυχής.

Καλή Χρονιά..! Φωνάζει ο έρωτας και επαναλαμβάνει η αγάπη, σαν ηχώ με τα μάτια στο παρόν, για πρόσωπα και γεγονότα και αλλαγές, την ακριβή στιγμή που θ' αλλάξει ο χρόνος.



Xρήστος Αθανασίου

Aπόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής. Kάτοχος πτυχίων Υποκριτικής Θεάτρου – Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας και Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και τίτλων Μεταπτυχιακών Σπουδών και Σεμιναρίων Υποκριτικής, Σωματικού Θεάτρου, Δημιουργίας Θεατρικού Λόγου, Κορυφωμένης και Επεισοδιακής Δραματικής Δομής - Γραφής και Σημειολογίας προς την παραστασιολογία, ως επιστήμη που αναλύει σε βάθος φαινόμενα της θεατρικής πράξεως. Ακροατής – Φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Συγγραφικό έργο:
«Λογοτεχνικές Αστραπές» ( Υπό έκδοση )
«Όταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας φωτίζει την ζωή και το όνειρο»
«Aφιερώματα στους ταξιδευτές της υποκριτικής τέχνης» ( Υπό έκδοση )
«Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών»
«Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού»
[Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών από τα τέλη του 19 ου αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή]










ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ " Drama, σε μια λεπτομερή σύνθεση "



Ο drama queen στο αδιέξοδο. Ο drama queen με τον αισχρό σβέρκο και o drama queen που ονειρεύτηκε να « πιάσει την καλή » στον αστερισμό της αρμονίας και της δύναμης, έπλασε όνειρα χρυσά που σαν καπνός διαλύθηκαν μέσα από τα χέρια του.

Το καλό και το ποιοτικό υπάρχει παντού στον drama. Ο ιδανικός, ο ανώτερος και τέλειος drama queen, είναι κάτι από μας. Κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας, κυβερνά τη σκέψη μας, και χαϊδεύει την ψυχή μας. Νιώθει την ανάγκη να διώξει από πάνω του τη λάσπη, να αγκαλιάσει τον ηθικό κόσμο που τον περιβάλλει. να διακρίνει καθαρά τις πληγές του, να επιδέσει τα τραύματά μέσα από την ζωή του. Γίνεται αγγελική φύση στη στιγμιαία πραγματοποίηση του ιδανικού του.

Αυτό που κυματίζει βδομάδες ολόκληρες κάτω απ’ το μέτωπό του drama, δεν έχει ούτε όνομα ούτε μορφή της σκέψης. Το τετράλ ύφος του, οι εκφράσεις του, τα λεγόμενά του, η επιμονή του, η στάση του σώματός του, ακόμα και οι χειρονομίες του, χαρακτηρίζονται από μια υπερβολική θεατρικότητα.

Οι κινήσεις του προδίδουν, μια σκληρή και συνάμα αποφασιστική συναισθηματική ευφυΐα. Μια αμφιλεγόμενη αύρα μεγαλομανίας που φλυαρεί και ονειρεύεται. Μια δραματικότητα που περιγράφεται με τον drama queen.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια έχουμε έναν Drama King, που μπορεί να μεταλλάσσεται και να επιβιώνει μέσα από ευκαιριακές καταστάσεις. Για τον drama, αξία έχει η παρατήρηση, η σιωπή, ο έρωτας για καθετί. Να μην φοβάται. Κανείς να μη φοβηθεί. Γεύεται την άμιλλα σαν τον ύστατο νέκταρ της ζωής. Συντηρεί το άρωμα των ξεθωριασμένων μ’ ένα βλέμμα κι ένα χαμόγελο.

O drama queen δεν σηκώνει τα χέρια ψηλά και αυτό απαιτεί να κάνεις κι εσύ. Όχι γιατί το λέει και το πρεσβεύει, αλλά γιατί έτσι είναι. Δεν βλέπει πάρα μια εικόνα. Την εικόνα του. Δεν ακούει άλλη φωνή. Παρά μόνο τη φωνή του. Είναι ολόκληρος απορροφημένος απ' αυτήν. Όλος ο άλλος κόσμος του είναι αδιάφορος.

Δεν τον ενδιαφέρει ούτε αυτό που κυκλοφορεί ως δεδηλωμένο ή κρυφίως ως το " κάτι άλλο ", ερήμην των πάντων. Δεν κοιτάει έξω από τον δρόμο του. Δεν ρίχνει ματιές στο πλάι. Απ' το στόμα του φεύγουν μπαλόνια φουσκωμένα με αέρα και μπλέκονται τα λόγια. Οι χορδές της λύπης του σπάνε και η φωνή του κόβεται σ’ ένα λυγμό για ένα μοναδικό πρόσωπο που λατρεύει και δεν παίζει κωμωδία με σκωπτική ειρωνεία.

Πολλά πράγματα τον καλούν κατά καιρούς. Υπάρχουν όμως μυστικά που δε θα πληροφορηθεί ποτέ. Γρατζουνίζει με οίστρο το χαρτί την επιβίωση του άναρχου που χορεύει πίσω από το πρόσωπο, πέρα από το όνομα, πιο βαθιά από το εγώ, εκείνου του καταστρεπτικού δωρικού Drama King που υπάρχει και ζει κάτω από την ταλαιπωρημένη του ψυχή.

Είναι σίγουρα πάντως ένας άνθρωπος ιδιαίτερος και ακομπλεξάριστος, που δεν φοβάται να τρομάξει. Δεν φοβάται να κάνει λάθος. Δεν φοβάται να εκτεθεί. Δεν φοβάται γενικά να αφεθεί και να υπάρξει μέσα στον εαυτό του. Θέλει να στρατεύεται. Θέλει να γίνεται χωροφύλακας. Θέλει να περπατά επάνω σε ένα σχοινί και να κρεμιέται ανάποδα.

Μοιάζει με σχοινοβάτη που δεν περπατά στο τεντωμένο σκοινί που συνδέει δυο κοντάρια, αλλά σε πολλά επιμέρους τεντωμένα σκοινιά που δεν συνδέονται με τίποτα.

Ανοίγει και κλείνει τη βεντάλια των ιδιαιτεροτήτων και των γούστων με μεγάλη ευκολία. Καταγράφει διαρκώς κινήσεις, βλέμματα, συμπεριφορές, αντιδράσεις, γεύσεις και οσμές του κόσμου. Ποτέ δεν ξέρει τι θα χρειαστεί να ανασύρει απ' τα αρχεία του, ώστε να δημιουργήσει ο drama queen το «νέο ήθος» πολιτισμού. Μια συντεχνία από άλλους χώρους απ’ όπου γεννιούνται τα πιο παράξενα και πιο φανταστικά χρώματα.

Ο δρόμος του drama queen είναι ένας αγώνας καθημερινός που παλεύει να μη τον φάει. Κάθε φορά τον μετατρέπει, τον ξεγελάει, τον γνωρίζει. Παλεύει όμως να τον ξορκίσει. Τον χαϊδεύει, τον αγκαλιάζει, μιλάει μαζί του, του κάνει δώρα, τον ξεγελάει πολλές φορές και τέλος τον νικάει.


Xρήστος Αθανασίου

Aπόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής. Kάτοχος πτυχίων Υποκριτικής Θεάτρου – Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας και Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και τίτλων Μεταπτυχιακών Σπουδών και Σεμιναρίων Υποκριτικής, Σωματικού Θεάτρου, Δημιουργίας Θεατρικού Λόγου, Κορυφωμένης και Επεισοδιακής Δραματικής Δομής - Γραφής και Σημειολογίας προς την παραστασιολογία, ως επιστήμη που αναλύει σε βάθος φαινόμενα της θεατρικής πράξεως. Ακροατής – Φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Συγγραφικό έργο:
«Λογοτεχνικές Αστραπές» ( Υπό έκδοση )
«Όταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας φωτίζει την ζωή και το όνειρο»
«Aφιερώματα στους ταξιδευτές της υποκριτικής τέχνης» ( Υπό έκδοση )
«Η Δραματική αλήθεια και το κωμικό αθώο των Ελλήνων Ηθοποιών»
«Μίμηση Πράξεως στην 7η Τέχνη του Ουρανού»
[Επεξήγηση: Aφιερώματα των εκλιπόντων Ηθοποιών από τα τέλη του 19 ου αιώνα μέχρι σήμερα σε λογοτεχνική μορφή]







ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ " Στο Χριστό στο Κάστρο "

Η φωτογραφία είναι από http://agioritikoslogos.blogspot.gr/

«
Το Γιάννη το Νυφιώτη και τον Αργύρη της Μυλωνούς τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’ ν πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο, τ’ ακούσατε;»
Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων και ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο• κι η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τάς λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.
«Τ ακούσαμε κι ημείς, παπά» απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος, «έτσ είπανε».
«Τί είπανε; Είναι σίγουρο, σάς λέω» επανέλαβεν ο παπα-Φραγκούλης. «Οι βλοημένοι, δε θα βάλουν ποτέ γνώση. Επήγαν με τέτοιον καιρό να κατεβάσουν ξύλα, απάν απ’ του Κουρουπή τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό, εκεί πού δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!»
«Μυαλό δεν έχουν αυτός ου κόσμους, θα πώ» είπεν η θειά το Μαλαμώ. «Τώρα οι αθρώποι γινήκαν αποκότοι».
«Να είχανε τάχα τίποτα κ’ μπάνια μαζί τ’ ς;» είπεν η παπαδιά. «Ποιός του ξέρ’ ;» είπεν η θειά το Μαλαμώ.
«Θα είχανε, θα είχανε κουμπάνια» υπέλαβεν ο Πανάγος ο μαραγκός. «Αλλοιώς δε γένεται. Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα είχαν, και θηλειές να σταίνουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι αλάτι μπόλικο μαζί τους, για να τ’ αλατίσουν για τα Χριστούγεννα».
«Τώρα, Χριστούγεννα θα κάμουν απάν στο Στοιβωτό τάχα;» είπε μετ οίκτου η παπαδιά.
«Να μπορούσε κανείς να τους έφερνε βοήθεια.» εψιθύρισεν ο ιερεύς, όστις εφαίνετο κάτι μελετών μέσα του.
Ήτον έως πενήντα πέντε ετών ο ιερεύς, μεσαιπόλιος, υψηλός, ακμαίος και με αγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εις την νεότητά του υπήρξε ναυτικός, κι εφαίνετο διατηρών ακόμη λανθανούσας δυνάμεις, ήτο δε τολμηρός και ακάματος.
«Τί βοήθεια να τους κάμουνε;» είπεν ο Πανάγος ο μαραγκός. «Απ τη στεριά, ο τόπος δεν πατιέται. Ερριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Χρόνια είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά. Ο Άη-Θανασης εγιν ένα με τα Κάμπια. Η Μυγδαλιά δεν ξεχωρίζει απ του Κουρούπη».
Ο Πανάγος ωνόμαζε τεσσάρας απεχούσας αλλήλων κορυφάς της νήσου. Ο παπα-Φραγκούλης επανέλαβεν ερωτηματικώς:
«Κι απ τη θάλασσα, μαστροΠανάγο;» «Απ τη θάλασσα, παπά, τα ίδια και χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Όλο και φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Πού μπορείς να ξεμυτίσης όξ’ απ το λιμάνι, κατά τ’ Ασπρόνησο!»
«Από Σοφράν το ξέρω, Πανάγο, μα από Σταβέτ;» Ο ιερεύς επροφερεν ούτω τους όρους Sopra vento και Sotto vento, ήτοι το υπερήνεμον και υπήνεμον, εννοών ειδικώτερον το βορειοανατολικόν και το μεσημβρινοδυτικόν.
«Από Σταβέτ, παπά, μα είναι φόβος μην τόνε γυρίση στο μαΐστρο».
«Μα τότε, πρέπει να πέσουμε να πεθάνουμε» είπεν ως εν συμπεράσματι ο ιερεύς. «Δεν είναι λόγια αυτά, Πανάγο».
«Έ, παπά μ , ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ’ . Δεν πάει άλλος να βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ’ εσένα».
Ο παπα-Φραγκούλης εστέναξεν, ως να ώκτειρε την ιδιοτέλειαν και μικροψυχίαν, ής ζώσα ηχώ εγίνετο ο Πανάγος.
«Και τί θα πάθουνε, το κάτω κάτω;» επανέλαβεν, ως διά ν ανάπαυση την συνείδησίν του, ο μαραγκός. «Νά, θα είναι χωμένοι σε καμμία σπηλιά, τσακμάκι θα χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι να μου χε κι εμέ η Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά πού θεν έχουν αυτοί. Για μία βδομάδα πάντα, θα είχανε κουμπάνια, και δεν είναι παραπαν από πέντε μέρες πού αγρίεψε ο χειμώνας».
«Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό στο Κάστρο» επανέλαβεν ο ιερεύς, «θά είχε διπλό μισθό, πού θα τους έφερνε κι αυτούς βοήθεια. Πέρσυ πού ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας, δεν πήγαμε. Φέτος πού είναι βαρύς…»
Και διεκόπη, ως να είπε πολλά. Ο αγαθός ιερεύς ειχεν ήθος ανθρώπου λέγοντος οιονεί κατά δόσεις ό,τι είχε να είπη. Εκ των υστέρων θα φανή ότι είχε την απόφασίν του και ότι όλα τα προοίμια ταύτα ησαν μεμελετημενα.
«Και γιατί δεν κάνει κάλον καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε να τον λειτουργήσουνε στην εορτή του;» είπεν αυθαδώς ο μαστροΠανάγος.
Ο ιερεύς τον εκοίταξε με λοξόν βλέμμα και είτα ηπίως του είπε:
«Έ, Πανάγο γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε.   Πού είμαστε ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά! Αλλο το γενικό και άλλο το μερικό και το τοπικό, Πανάγο. Η βαρυχειμωνιά γίνεται για κάλο, και για την ευφορίαν της γής και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός δεν έχει να πάνε να τον λειτουργήσουνε.   Μα όπου είναι μία μερική προαίρεσις καλή κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι και τόλμη ακόμα, και όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με χίλια εμπόδια. Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλας και με θαύμα ακόμα, τί νομίζεις, Πανάγο; Έπειτα, πώς θέλεις να κάμη ο Χριστός καλόν καιρό, αφού άλλες χρονιές έκαμε και ημείς από αμέλεια δεν πήγαμε να τον λειτουργήσουμε;»
Όλοι οι παρόντες ηκροάσθησαν εν σιωπή την σύντομον και αυτοσχέδιον ταύτην διδαχήν του παπά. Η θειά το Μαλαμώ έσπευσε να είπη:
«Αλήθεια, παπά μ’ , δεν είναι κάλο πράμα αυτοδά, θα πώ, ν’ αφήνουν τόσα χρόνια τώρα το Χριστό
αλειτούργητο την ημέρα της Γέννας του.   Για τούτο θα μάς χαλάσ’ κι ου Θεός!»
«Κι είχαμε κάμει κι ένα τάξιμο πέρυσι το Δωδεκαμερο — αλήθεια, παπαδιά;» είπεν αίφνης στραφείς προς την συμβίαν του ο ιερεύς.
Η παπαδιά τον εκοίταξεν ως να μην ενόει.
«Όπου ήταν άρρωστος αυτός ο Λαμπράκης» επανελαβεν ο ιερεύς, δεικνύων τον δωδεκαετή υιόν του. «Θυμάσαι το τάμα πού κάμαμε;»
Η παπαδιά εσιωπα.
«Έταξες, αν γλυτώση, να πάμε σα μπροστά να λειτουργήσουμε το Χριστό, την ημέρα της εορτής του».
«Το θυμούμαι» είπε σείουσα την κεφαλήν η παπαδιά.
Τώ όντι, ο μόνος υιός του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, ον αυτός απεκάλει ειρωνικώς και θωπευτικώς Λαμπράκην, ένεκα της άκρας ισχνότητος και αδυναμίας, εξής έφεγγεν οιονεί το προσωπάκι του, είχε κινδυνεύσει ν αποθάνη πέρυσι τάς ημέρας των Χριστουγέννων. Η παπαδιά, ήτις ήγγιζεν ήδη το πεντηκοστόν και τον είχε μόνον και υστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων επιζώντων κορασιών, ών αι δυο πρώται ήσαν υπανδρευμέναι ήδη, και μετά οκτώ γέννας, ών αι δυο δίδυμων, και πέντε θανάτους, η παπαδιά είχε τάξει, αν εγλύτωνε το αγόρι της, να υπάγη του χρόνου να λειτουργήση τον Χριστόν. Το ενθυμείτο και το εσυλλογίζετο προ ημερών, και απ’ αρχής της ομιλίας του παπά αυτό μόνον εσκέπτετο. Αλλ έβλεπεν ότι εφέτος θα ήτο δυσκολωτατον, φοβερόν, ανήκουστον τόλμημα, ένεκα του βαρέος χειμώνος, και εφρόνει ότι ο Χριστός θα ήτο συγγνώμων και θα παρεχώρει νέαν προθεσμίαν. Εν τούτοις, γνωρίζουσα την συνήθη τακτικήν του παπά, ως και την ισχυρογνωμοσυνήν τού, απεφάσισεν ενδομύχως να μή αντιλέξη. Και ου μόνον τούτο, αλλά και άλλο τί ηρωίκωτερον και εις πολλούς απίστευτον όπου αποφασίση να υπάγη ο παπάς, να υπάγη κι αύτη μαζί του. Ήτο γυνή δειλοτάτη, αλλά μόνον ενόσω ευρίσκετο μακράν του παπά. Όταν ήτο πλησίον του παπά της, ελάμβανε θάρρος, η καρδία της εζεσταίνετο και δεν εφοβείτο τους κινδύνους. Εάν τυχόν ανεχώρει ο παπάς χωρίς αυτής, να υπάγη εις το Κάστρον, η καρδούλα της θα έτρεμεν ως το πουλάκι το κυνηγημένον. Αλλ εάν την έπαιρνε μαζί του, θα ήτο ησυχωτάτη. Η μεγάλη κόρη, η εικοσαέτις το Μυγδαλιώ, ενόησεν αμέσως τα τρέχοντα, και ήρχισε, παρά το πλευρόν της μητρός της καθημένη, πλησίον της εστίας, να ολολύζη ταπεινή τη φωνή εις το ούς της μητρός της:
«Πού θα πάτε, θα πώ; Παλαβώσατε, θα πώ; Με τέτοιον καιρό! να πάτε στο Κάστρο; Ώχ, καημένη.   Τί να γίνω;»
Η νεώτερα κόρη, η δεκαεξαέτις το Βασώ, αρχίσασα και αύτη να εννοή, υπεψιθύρισε:
«Τί λέει; Θα πάνε στο Κάστρο; Κι άρχισες τα κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θα με πάρουν κι εμέ μαζί. Θα με πάρετε, μά;»
«Σούτ! Λ’ φάξτε!» είπεν αυστηρώς η παπαδιά. «Τί τρέχει;» είπεν η θειά το Μαλαμώ, ακούσασα
τους ψιθυρισμούς εκείθεν της εστίας.
«Τίποτε, Μαλαμώ» είπε με αυστηρόν βλέμμα ο παπάς. «Ησύχασε, Πανάγο» είπε, στραφείς προς τον γείτονα τον μαραγκόν, ευρών εύσχημον τρόπον να τον αποπέμψη, «δέν πάς, να ‘χης την ευχή, να πής του μπαρμπα-Στεφανή του Μπέρκα να ρθή από δω; Τόνε θέλω να τ’ πώ».
Ο Πανάγος ο μαραγκός ηγέρθη, υψηλός, μεγαλόσωμος, ολίγον κυρτός, τινάαξας τα σκέλη του.
«Πηγαίνω, παπά» είπε. «Θέλω κι εγώ να πάω να ιδώ μή μο’ χή τίποτα η Παναγαινα για να φαμ’ απόψε».
«Πήγαινε να του πής πρώτα, κι ύστερα γυρίζεις και τρώτε». «Η ευχή σας. Καληνυχτά, παπαδιά». Και εξήλθε.
«Τί λέει, θα πώ» είπεν η θειά το Μαλαμώ μετά την αναχώρησιν του Πανάγου, «θά πάς στο Κάστρο, παπά;»
«Να ιδούμε τί θα μάς πή κι ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπερκας». «Ιγω, ενας-ίμ» είπεν η θειά το Μαλαμώ, «α’ θε πάς, έρχουμι». «Κι ιγώ» είπεν η παπαδιά.
«Δεν είναι για να ρθης εσύ, παπαδιά» είπεν ο ιερεύς. «Φτάνει πού θα κακοπαθησω εγώ. Δεν πρέπει να λείψουμε κι οι δυο απ το σπίτι».
«Ίγω το καμα του τάμα» είπεν η παπαδιά.
«Μα αν πάω εγώ, το ίδιο είναι».
«Δεν είμαι ήσυχη, αν δεν είμαι κουντά σου, παπά μ’ » είπεν η παπαδιά.
«Κι ημάς, πού θα μάς αφήσετε!» έκραξε με δάκρυα εις τους οφθαλμούς το Μυγδαλιω.
«Σιωπά, καημένη» είπε το Βάσω. «Θα με παρ’ νέ κι εμένα μαζί, σιωπά!»
«Ναί, εσενά σ’ φαίνεται πώς εισ’ ακόμα μικρή, χαδούλα μ’ ! Γιατί ετσ’ σ’ εμάθανε. Δε φταίς εσύ!» είπε το Μυγδαλιώ, εκχύνουσα την ενδόμυχον ζηλειαν της επί τη τύχη της αδελφής της, ήτις, ως μικρότερα, δεν είχε κρυφθή ακόμη, ήτοι δεν απειργετο της κοινωνίας ως αι προς γάμον ώριμοι, και απελαυε σχετικής τίνος ελευθερίας.
Ο μικρός Λαμπράκης είχε πέσει επί τον τράχηλον της μητρός του.
«Θα με πάρετε κι έμενα μαζί, μάννα;» εψιθυρισε περιπτυσσομενος τον λαιμόν της.
«Τί λές, χαδουλη μ’ ! Τί λές, πιδί μ’ » απήντησε φιλούσα αυτόν η παπαδιά. «Εγώ, αν πάω, για σένα θα πάω, γυιέ μ’ , κι αν απομείνω, για σενα θ’ απομείνω, γυιόκα μ’ , για να μην κρυώσης. Όπως αποφασίση ο παππας σ’ , μικρό μ’ . Τώρα, σύρ’ να πής την προσευχή σ’ και να κάμης μετάνοια ‘τ παππάσ’ , να πλαγιάσης, για να μή μαργώνης, κανάρι μ’ ! » «Ναί, θα πάς, αμ’ δε θα πάς!» έκραξε το Μυγδαλιώ, απαντώσα εις εν ρήμα της μητρός της.
«Σιωπάτε! Ακόμα δεν αποφασίσαμε τίποτε, κι εσηκωσατ επανάσταση» είπεν ο παπάς. «Να ιδούμε τί θα μάς πή κι ο μπαρμπα-Στεφανης».
Είτα στραφείς προς την παπαδιά: «Μάς φέρανε τίποτε λειτουργίες, μπαριμ» Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένας με ραβδωτήν διχρουν σινδόνα, τάς ολιγας προσφοράς, όσας ειχάν φέρει εις την οικίαν του ιερέως τινές των ενοριτισσών, μελλουσαι να μεταλαβώσι τη επαύριον, παραμονή των Χριστουγέννων. Η θειά το Μαλαμώ τάς είχεν ιδεί προ πολλού, και προσεπάθει να τάς ξεσκεπάση οιονεί με τάς ακτίνας του βλέμματος, να μαντεύση ως πόσαι να ήσαν.
«Μάς βρίσκεται και τίποτε παξιμάδι;» ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.
«Θα έμεινε κάτι ολίγο απ της Παναγίας. Όλο το Σαρανταήμερο ζυμώνομε κι τρώμε απ τα βλογούδια» είπεν η πρεσβύτερα.
Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτισκοι, οι προσφερόμενοι υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον. Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσοτεραι* ενορίτισσαι κατά τους τελευταίους χρόνους επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά τούτο η παπαδιά είπεν ότι «εζύμωναν απ’ τα βλογούδια».
Βήμα ηκούσθη εις τον πρόδομον. Ηνοιχθη η θύρα και εισήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, υψηλός, στιβαρός, σχεδόν εξηκοντούτης, με παχύν φαιόν μύστακα, με σκληρόν και ηλιοκαές δέρμα, φορών πλατύν κούκκον και καμιζόλαν μάλλινην βαθυκυανον, με το ζωνάρι κόκκινον, δυο πιθαμές πλατύ. Κατόπιν τούτου εφανη και άλλη μορφή, ορθή ιστάμενη παρά την θύραν. Ητο ο Πανάγος ο μαραγκός, όστις, αν και ειχεν αφήσει την καλήν νύκτα, ειπών ότι θα μετέβαινεν οίκαδε να δειπνήση, ουχ ήττον, κεντηθείσης, φαίνεται, της περιεργείας του να μάθη τί τον ήθελαν τον μπαρμπα-Στεφανή τον Μπέρκαν, ανέβη και πάλιν εις την οικίαν του παπά.
«Καπετάν Στεφανή» είπεν ο ιερεύς, «τί λές, μ αυτόν τον καιρό μπορεί κανείς να πάη στο Κάστρο με τ βάρκα, από στχβετ;»
«Από Στάβετ; Με τ’ βάρκα; Στο Κάστρο;» ηκούσθη από της θύρας ως καινή τις πρωθύστερος και ανάστροφος ερωτηματική ηχώ.
΄Ητο ο μαστρο-Πανάγος ο μαραγκός, με την κεφαλήν προέχουσαν εις το ανώφλιον, με την μίαν πλευρά οιονεί κολλημένην επί του παραστάτου.
Αλλ’ ο μπαρμπα-Στεφανης, μόλις ηκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, ταχείαν κι εμπερδεμενην προφοράν του, ανέκραξε:
«Μπράβο, μπράβο! Ακούς, ακούς! Στο Κάστρο; μετά χαράς! Όρεξη να χης, όρεξη να χης, παπά!»
«Να άνθρωπος!» είπεν ο παπάς. «Έτσι σε θέλω, Στεφάνη! Τί λές, είναι κίνδυνος;»
«Κίντυνος, λέει; Ντίπ καταντίπ, καθολ’ ! Εγώ σας παίρνω απάνου μ’ , παπά. Μοναχά πώς μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο. Θα ρθή κι η παπαδιά, θα ρθή κι άλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Η βάρκα είναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νοματοι, κι σαράντα νοματοι, κι μ ουλές τις κουμπχνιές σάς, με τα σεγίχ σας, με τα πράματά σας. Κι η φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, όσο πάει κι πεφτ . Ταχιά θα χουμε καλωσυνη, μπονάτσα, κάλμα. Όλο κι καλωσ νεύει, νά, τώρα καλωσύνεψε!»
Ως διά να ψεύση την διαβεβαίωσιν του γέροντος πορθμέως, οξύς συρριγμος παγερού βορρά ηκουσθη, σείων τα δένδρα του κήπου και τους ξυλοτοίχους του μαγειρείου επί του σκεπαστού εξωστου της οικίας, αι ύελοι δε και τα παράθυρα απήντησαν διά γοερού στεναγμού.
«Νά, ακούς; Καλωσύνεψε!» είπε καγχάζων θριαμβευτικως ο μαστροΠανάγος.
«Σιωπά εσύ, δεν ξερ ς εσύ» ανεκραξεν ο Στεφάνης. «Εσύ ξερ ς να πελεκάς στραβόξυλα και να καρφώνης μαδέρια. Αύτη είναι η στερνή δύναμη της φουρτούνας, είναι αέρας πού ψ χομαχαει. Αύριο θα μαλακωσ ο καιρός, σάς λέω εγώ. Μπορεί να χουμε ακόμα και καμμία μικρή χιόνια, δε σας λέω, μα ημεις, από στχβετ, ανάγκη δεν έχουμε».
«Και σαν τόνε γυρίση στο μαΐστρο;» επεμεινεν ο μαραγκός.
«Κι χωρίς να τόνε γυρίση στο μαΐστρο, εγώ σ λέω πώς απ την Κεχριά κι εκεί θεν έχουμε θχλχσσιτσχ» είπε τριβών τάς χείρας ο Στεφάνης. «Αυτά είναι χποθσχλχσιες και δε λείπουν, κατάλαβες, κι ο κόρφος μπουκάρει ολοένα, κι ούλο στρίβει. Μα δε μας πειραζ ημας αυτό. Εγώ σας παίρνω απάνου μ , ο Στεφάνης σας παίρνει απαν τ !»
«Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ έκαμες ν αποφασίσω. Ήπιες ρακί; Τράβα κι άλλο ένα» είπεν ο παπάς. «Έχω πιεί πέντ εξ ως τώρα, έτσι να χω την ευχή σ , παπά».• «Πιέ κι άλλο ένα να γίνουν εφτά».
Ο μπαρμπα-Στεφανής ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικράς φιάλης, της πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού μελάθρου.
«Είσαστ έτοιμοι, είσαστ έτοιμοι;» είπεν ακολούθως. «Πήρες τα ιερά σ’ , παπά, τα χαρτιά σ’ ούλα, τα χεις έτοιμα; Έχετε τίποτε πράματα να σάς κουβαλήσω, για να μαστ ασένιο;»
«Από τώρα;» είπεν ο παπα-Φραγκούλης. «Από τώρα! Τί λές; Να είμαστ’ απρόντο, παπά. Εγώ στες δυο θα ρθω να σάς φωνάξω, κι εσείς να είσαστ’ αλέστα. Διάβασε τί θα διαβάσης, παπά, κι στες τρεις να μπαρκάρουμε».
«Εγώ θα είμαι ξυπνητός απ τη μία» είπεν ο ιερεύς, «γιατί έχω το ξυπνητήρι μου.   Κι έπειτα, είμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μα στες τρείς, είναι πολύ νωρίς. Να χαράξη, Στεφάνη, και να μπαρκάρουμε».
«Στες τρείς, στες τέσσερες, παπά, για να μην πέση ο αέρας, να τον έχουμε πρύμα ως τες Κουκ’ ναριές, να χουμε μέρα μπροστά μας. Από κεί ως το Μανδράκι κι ως τον Ασέληνο, τραβούμε σιγά σιγά με το κουπί. Από κεί ως τις Κεχρεές κι ως την Άγια Ελένη, θα μάς παίρνη αγάλι αγάλια με το πανάκι. Κι απ την Άγια Ελένη κι εκεί, αν δεν μπορέσουμε να μ’ ντάρουμε…»
«Έ, ύστερα;»
«Εγώ θαλασσώνω και βγαίνω στη στεριά, και σάς τραβώ με την μπαρούμα ως τον Άη Σώστη».
Εκάγχασαν όλοι προς τον αστεϊσμόν του απλοϊκού ναύτου, ο δε παπάς, όστις εφοβείτο και αυτός την τροπήν του ανέμου εις το μέρος περί ού ο λόγος, παρετηρησε προς παραμυθίαν των ακροατών:
«Μα εγώ λέω ότι θα μπορέσουμε στεριά να τραβήξουμε στην ακρογιάλια, τον κρεμνα τον ανήφορο. Όσο ψηλά κι αν το στοίβαξε το χιόνι στα βουνά, στες ακρογιαλιές ο τόπος πατιέται».
Έμειναν σύμφωνοι, να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τάς τρεις διά να ετοιμασθούν, και εις τάς τεσσάρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί, όσας είχε, και τινά δίπυρα, και εις δυο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δυο επταόκαδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτιά δυο η τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν κυτίον το εγέμισεν ίσχαδας και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δυο παπαδοκόριτσα, με τα παράπονα και τους γογγυσμούς της η μία, με τους κρύφιους γέλωτας και την ελπίδα της συμμετοχής του ταξιδιού η άλλη, έβρασαν όσα αυγά είχαν, έως τεσσάρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον πάτον ενός καλαθιού, το οποίον απεγέμισαν είτα με δυο προσφορά τυλιγμένα εις οθονας, με κηρία και με λίβανον. Προσέτι ο παπα-Φραγκούλης είχε παρακαλέσει τον μπαρμπα-Στεφανην να περάση από τα σπίτια δυο εμποροπλοιάρχων φιλών του, εκ των παραχειμαζόντων με τα πλοία των εις τον λιμένα, να τους παρακαλέση εκ μέρους του να του στείλουν, αν τους ευρισκετο, ολίγον κρέας σάλαθο, εξ εκεινού το οποίον μαγειρεύουν εις τα πλοία τα εκτελούντα μάκρους πλούς. Εκείνοι φιλοτιμηθέντες έστειλαν δυο μεγάλα τεμάχια, έως πέντε οκάδας τα δυό. Όλας ταύτας τάς προμήθειας έκαμνεν ο παπάς προβλεπτικώς διά τους αποκλεισθέντας εις το βουνόν από την χιονα, περί ων έγινε λόγος εν άρχη, καθώς και δι εαυτόν και τους μεθ’ εαυτού συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθ όσον ενδεχόμενον ήτο να θυμώση και πάλιν ο καιρός και να τους κλείση ο χειμών εις το Κάστρον, αν εν τοσούτω έμελλον να φθάσωσιν εις το Κάστρον σώοι και υγιείς. Πριν κατακλιθή, ο παπα-Φραγκούλης έστειλε μήνυμα εις τον συνεφημέριόν του τον παπα-Αλέξην, όστις άλλως ήτο και ο εφημέριος της εβδομάδος, ότι δεν θα ήτο συλλειτουργός την επιούσαν, παραμονήν των Χριστουγέννων, εν τώ ενοριακώ ναώ, καθ όσον απεφάσισε, συν Θεώ βοηθώ, να υπάγη να λειτουργήση τον ναόν του Χριστού εις το Κάστρον. Είχαν πάρει είδησιν αφ’ εσπέρας δυο τρεις ενορίτισσαι, γειτόνισσαι του παπά, διότι ο Πανάγος εξέλθων ανεκοίνωσε το πράγμα εις την γυναίκα του, και αύτη το διηγηθή εις τάς γειτόνισσας. Επίσης και η θειά το Μαλαμώ εστάλη να φέρη είδησιν εις τον κύρ Αλεξανδρην τον ψαλτην, μεθ ο εξελθούσα έσπευσε να προσηλύτιση δυο η τρεις πανηγυριστάς και άλλας τόσας προσκυνήτριας. Όταν έμελλον να επιβιβασθώσιν, ευρέθησαν δεκαπέντε άτομα. Η απόφασις του παπά και η γενναιότης του μπαρμπα-Στεφανη, μετά την πρώτην έκπληξιν, ενέβαλε θάρρος εις άνδρας και γυναίκας. Ήσαν δε όλοι εξ εκεινών, οίτινες συχνά τρεχουσιν, άρρητον ευρίσκοντες ηδονήν, εις πανηγύρια και εις εξωκκλησια. Ησαν ο παπα-Φραγκούλης μετά της παπαδιάς, της Βάσως και του Σπυρου, ο μπαρμπα-Στεφανης μετά του δεκαεπταετούς υιού, όστις ήτο και ο ναύτης του, η θειά το Μαλαμώ, ο κύρ Αλεξανδρης ο ψάλτης, τρεις άλλοι πανηγυρισται και τεσσάρες προσκυνήτριαι. Την τελευταίαν στιγμήν προσετέθη και δέκατος εκτός. Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργυρή, του αποκλεισμένου από τάς χιονας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σακκον πλήρη τροφίμων και με αλλά τίνα εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς:
«Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.
«Το έμαθα, παπά, απ το μαστροΠανάγο το μαραγκό».
«Τί ώρα και πού τον είδες;»
«Κατά τάς δέκα τον ηυρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κι εβγηκε να πιή δυο τρία κρασιά με το ισναφι. Έλεγε πώς αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σάς εκατακρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω να ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».
«Ας είναι, καλώς να ρθης» είπεν ο ιερεύς.
Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικον του λιμένος, κι έβαλαν πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός και ο πλούς ευοίωνος ηρχιζε. Ναί μέν εκρυωναν πολύ, αλλ ησαν όλοι βαρεως ενδεδυμε•νοι. Ο παπάς εκαθισεν εις το πηδάλιον φορών την γουνάν του. Η πρεσβύτερα είχε το σάλι της το διπλό, η θειά το Μαλαμώ είχε το βαρύ γουνάκι και την κουζουκά της. Ο μπαρμπα-Στεφανης ήτο με την νιτσεράδα του, με τον κηρωτον πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμενον υπό τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπαζοντα τα ώτα, και ο υιός του Σπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τάς πρεκνάδας και με τάς βούλλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μάλλινης καμιζόλας του ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας. Ευτυχώς δεν εχιόνιζεν, αλλ ο άνεμος ήτο παγερός. Αίθριος ο ουρανός, σταυρωμένος από τον βορράν. Η σελήνη ήτο εις το πρώτον τέταρτον και είχε δύσει προ πολλού. Τα άστρα έτρεμαν εις το στερέωμα, η πουλιά εμεσουρανει, ο γαλαξίας έζωνε τον ουρανόν. Ο πήχυς και η άρκτος και ο αστήρ του πόλου έλαμπαν με βαθείαν λάμψιν εκεί επάνω. Η θάλασσα έφρισσεν υπό την πνοήν του βορρά, και ηκουοντο τα κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου την ακτήν, εις ην μελαγχολικώς απήντα ο φλοίσβος του ύδατος περί την πρώραν της μεγάλης και δυνατής βάρκας. Έκαμψαν το Καλαμάκι και ακόμη δεν είχε χαράξει. Ήρχισε μόλις να γλυκοχαράζη πέραν της αγκάλης του Πλατάνια. Έφεξαν εις τον Στρουφλια, αντίκρυ του τερπνού και συνηρεφούς δάσους των πιτυων, εξ ου η θέσις ονομάζεται Κουκουναριές. Τότε οι επιβάται είδον αλλήλους υπό το πρώτον λυκόφως της ημέρας, ως να έβλεπαν αλληλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ώχρα και χείλη μελανά, ρίνες ερυθραι και χείρες κοκκαλιασμεναι. Η θειά το Μαλαμώ ειχεν αποκοιμηθή δίς ήδη υπό την πρύμνην, όπου εσκεπε το πρόσωπόν της με την μαύρην μανδηλαν ως την ρίνα, με την ρίνα σχεδόν ως τα γόνατα. Ο κύρ Αλεξανδρής είχε πάρει δυο τροπάρια παραπλεύρως αυτής, ονειρευόμενος ότι ήτο ακόμη εις την κλίνην του και απορών πώς, αύτη εκινείτο ευρυθμως ως βρεφικόν λίκνον. Ο υιός του παπά, ο Σπυρος, έκαμνε συχνές μετάνοιες, και όσον αίμα είχεν, είχε συρρεύσει όλον εις την ρίνα του, ήτις ήτο και το μόνον όρατον μέλος του σώματός του. Η παπαδιά, εν τη ευσεβεί φιλοστοργία της, είχε κρίνει ότι ωφειλε να τον πάρη μαζί, αφού δι αυτόν ήτο το ταξιμον. Τον απέσπασεν αποτομως της κλίνης, τον ένιψε και τον ενέδυσε με δίπλα υποκάμισα, δυο φανελλας, χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλούν σακκάκι κι επανωφόρι, και περιετύλιξε τον λαιμόν του με χνοωδες όλομαλλινον μανδήλιον, ποικιλοχρουν και ραβδωτόν, μακρόν καταπίπτον επί το στερνόν και τα νώτα. Τώρα, παρά την πρύμνην, αριστεροθεν του παπά καθημένη, αριστερά της είχε τον Σπυρον, και ζητούσα αυτομάτως να ψηλαφήση τους βραχίονας και το στήθος του, δεν εύρισκε σχεδόν σάρκα υπό την βαρείαν σκευήν, δι ής είχε περιχαρακώσει τον υιόν της. Ο παπάς, όστις δεν είχεν αποβάλει την φαιδρότητά του, ουδ’ έπαυε ν’ ανταλλάσση αστεϊσμούς και σκώμματα με τον μπαρμπα-Στεφανήν, στρεφόμενος προς αυτήν ενίοτε της έλεγε:
«Νά, γι αυτόνε το Λαμπράκη, το γυιό σου, τα παθαίνουμε αυτά, παπαδιά».
«Και τί πάθαμε, με τ δυναμ τ Θεού;» απηντα η παπαδιά, ήτις, κατά βάθος, πολύ ανησυχεί με αυτό το παράτολμον ταξιδιον. Ευτυχώς, η παρουσία του παπά της έδιδε θάρρος.
«Δε μ λές, παπαδιά» είπε με την τραχείαν φωνήν του ο μπαρμπα-Στεφανης, θελησας ν αστείσθη και με την πρεσβυτέραν, «δέ μ λές, γιατί λένε: Κυρι ελέησον, παπαδιά! πέντε μήνες δυο παιδιά»;
«Γιατί, μαθές, το λένε;» απήντησε χωρίς να πειραχθή η πρεσβύτερα. «Πάρε παράδειγμα από μενα. Οχτώ γέννες, δέκα παιδιά».
«Θα πή, το λοιπόν, πώς οι παπαδιές είναι πολύ καρπερές. Μα γιατί;»
«Γιατί οι παπάδες δε λείπουν χρονοχρονικης από κοντά τούς» είπεν η θειά το Μαλαμώ.
«Νά, το Μαλαμώ πάλι το κατάλαβε» είπεν ο παπάς, «δέν σάς το λεγα εγώ; Εσύ κι ο εξάδερφός σου ο Αλεξανδρης» — εννοών τον ψαλτην — «έχετε μεγάλον νού».
Ο παπάς δεν έπαυε ν αστεΐζεται με όλας τάς εν τώ πλοιαρίου ενορίτισσάς του. Εις την μίαν έλεγε: «Μα κείνος ο Θοδωρής» —εννοών τον άνδρα της— «κοιμάται όταν τα φτιάνη αυτά τα παιδιά;» Εις την άλλην: «Μα δεν είναι καμμία πού να μή θέλη παντρειά! Εγώ έχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπαν από διακόσια ανδρόγυνα, και καμμία δεν ευρεθή να πή πώς δεν θέλει!»
Αλλά το κυριωτερον θύμα του παπα-Φραγκούλη ήτον ο Αλεξανδρής ο ψάλτης. Έξαφνα τον ηρώτα:
«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός ειν’ αυτός ο ανυψώσας;»
«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.
«Και τί θα πή ‘ σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρώτα πάλιν ο παπάς.
«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.
Ταύτα ελεγοντο ενόσω ήτο υπήνεμος η βάρκα, με τάς κώπας βραδυπορούσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τον Αναγυρον και τον Ασέληνον, αριστεροθεν πελαγωμένη αντίκρυ των Τρίκερων και του Αρτεμισίου. Ο παπα-Φραγκούλης εκάθητο κυβερνών εις το πηδάλιον, οι άλλοι εβοήθουν εις την κωπηλασίαν. Και αυτός ο κύρ Αλεξανδρής, αν και ατζαμής περί τα ναυτικά πράγματα, ησθάνθη την ανάγκην να κωπηλατήση διά να ζεσταθή. Κι η θειά το Μαλαμώ εκωπηλατησε σχεδόν επί ημισείαν ώραν. Ευτυχώς, αν και εκρύωναν όλοι, και αι ψυχραί ριπαί αι κατερχομεναι από των χιονοφορτων ορεων εξυριζον τα ώτα και τους λαιμούς τών, ειχον όμως τους πόδας θερμούς, το ευεργετικόν τούτο αποτέλεσμα της γειτνιάσεως του πόντου. Ο ήλιος είχε προβάλει από τα σύννεφα επ ολιγας στιγμας («ήλιος με τα δόντια γριά με τα χταπόδια!» ανεκραξεν ο Λαμπράκης) διότι, ενώ την νύκτα ηθρίαζε κι εγίνετο «ο ουρανός καντήλι», την ημέραν συνηγοντο πάλιν τα νέφη, και ο βορράς εφαινετο υποχωρών εις τον απηλιωτην, ως να ηπειλείτο βροχη• αλλά μόλις επροβαλε, κι εφανη ως να έβλεπε ποιά ήτο η υψηλότερα και εγγύτερα κορυφή εκ των κατάλευκων ορεων ολόγυρα, η του Πηλίου ή η του Όθρυος, διά να σπεύση το ταχύτερον να κρυφθή. Αλλά τα νέφη σωρευθέντα πάλιν τον απήλλαξαν του κόπου τούτου. Η ακριβής απόστασις από του μεσηβρινου λιμένος έως το βορεινοτερον άκρον της νήσου, όπου επλεον, θα ήτο ως δέκα ναυτικών μιλιών. Ο παπάς εβλεπεν ότι ηθελον νυκτώσει, πριν φθασωσιν εις το Κάστρον. Ήτο μεσημβρία ήδη, και δεν έφθασαν ακόμη εις την Κεχρεαν, την ωραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα με τάς ελαιοφύτους κλιτύς, με τον Αραδιαν, τον πυκνόν όρυμωνά τής, με το ρεύμα και τάς πλάτανους και τους νερόμυλούς της. Όταν έφθασαν εις την Κεχρεαν, συνέβη εκείνο το όποιον ο μέν κακομαντις Πανάγος προελεγεν, ο δε Στεφάνης δεν ηγνοει, και ο παπα-Φραγκούλης προεβλεπεν. Είτε τροπή εις τον μαίστρον ήτο, είτε αποθαλασσια και μπουκάρισμα του κόρφου, τα κύματα ηρχισαν να ογκούνται καταπρωρα του μικρού σκάφους, και η βάρκα με το λευκόν πανιόν της, και με τον φλοκκον και την αντεννά τής, ηρχισε να σκιρτά επί των κυμάτων, όμοια με Ελληναλβανον χορευοντα ηρωικούς χορούς, με τον λευκόν χιτώνα ανεμίζοντα, με τον ένα βραχίονα τριγωνοειδή εις την μέσην, με τον άλλον υψιτενή και παίζοντα τα δάκτυλα. Αι γυναίκες ηρχισαν να δειλιώσιν. Η θειά το Μαλαμώ ηώτα τον παπά αν δεν ήτο καλόν ν αποβιβασθώσι και ανελθωσιν εις την Παναγίαν την Κεχρεαν να λειτουργησωσιν, όπως εορτασωσιν εκεί τα Χριστούγεννα. Ο κύρ Αλεξανδρης, ζαλισθείς, εζαρωσεν εις μίαν γωνιάν, και οι άλλοι επιβαται μεγάλως ανησυχούν. Μόνον δυο άνδρες δεν εδειλίασαν, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο παπα-Φραγκούλης.
Εις των επιβατών επροτεινε ν αραξωσι προσωρινώς εις την Κεχρεάν, έως ότου κοπάση ο άνεμος. Ο
Στεφάνης και ο ιερεύς συνεννοούντο διά νευμάτων. Απείχον ακόμη από το Κάστρον υπέρ τα τρία μίλια. Δυο μέσα ηδυναντο να δοκιμασωσιν, αν τα εύρισκον τελεσφόρα• η να συστειλωσι τα ιστία και να προχωρησωσι με τάς κωπας, καταφρονούντες τον αφόρητον, διά τάς γυναίκας μάλιστα, σάλον, περιβρεχόμενοι από τα θραυόμενα και εισπηδωντα εις το σκάφος κύματα, ριγούντες και δεινως πάσχοντες, η ν αποβιβασθωσιν εις την ξηράν και να δοκιμασωσιν αν θα εύρισκον όρομισκον τινά, δχί πολύ πλακωμένον από την χιονα, ώστε να είναι βάτος εις ανθρώπους. Πτυαρια και αξίνας δυο τρεις είχε πάρει μαζί του ο Βασίλης της Μυλωνούς, προβλέπων ότι ίσως θα εχρησιμευον διά ν άνοιξη όρομον προς ανεύρεσιν του αποκλεισμένου αδελφού του. Ο παπα-Φραγκούλης απεφανθη ότι, αφού εξ άπαντος θα ενυχτωναν, καλλιον θα ήτο να δοκιμασωσι το πρώτον, διότι κέρδος θα ήτο, είπεν, όσον ολίγον και αν ηδυναντο να προχωρησωσι διά θαλασσής, και ύστερον θα ειχον καιρόν να καταφυγωσι και εις την δευτεραν μέθοδον. Ήδη ο ήλιος, επιφανείς ακόμη μίαν φοράν, έκλινε προς την δύσιν. Ητο τρίτη και ημισεια ώρα. Και ο ήλιος εχαμηλωνεν, εχαμηλωνε. Και η βαρκούλα του μπαρμπα-Στεφανη, με το ανθρώπινον φορτίον της, εχορευεν, εχορευεν επάνω εις το κύμα, πότε ανερχόμενη εις υγρά όρη, πότε κατερχόμενη εις ρευστας κοιλάδας, νύν μέν εις την ακμήν να καταποντισθή εις την άβυσσον, νύν δε ετοίμη να κατασυντριβή κατά της κρημνώδους ακτής. Και ο ιερεύς έλεγε μέσα του την παράκλησιν όλην, από το «Πολλοις συνεχόμενος» έως το «Πάντων προστατεύεις». Κι ο μπαρμπα-Στεφανης εστενοχωρείτο, μή δυνάμενος επί παρουσία του παπά να έκχυση ελευθερως τάς αφελείς βλασφημίας του, τάς οποίας έμασα κι έπνιγε μέσα του, υποτονθορυζων: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα σκάσης, αντίχριστε, Τούρκο! Το Μουχαμετή σού, μέσα!» Κι η θειά το Μαλαμώ, ποιούσα το σημείΟν του Σταυρού, έλεγε το «Θεοτόκε Παρθένε», κι επανελαμβανεν: «Έλα, Κ στέ μ ! Βοήθα, Παναΐα μ !» Και τα κύματα επληττον την πρώραν, επληττον τα πλευρά του σκάφους, και εισορμωντα εις το κύτος έκτυπων τα νώτα, έκτυπών τους βραχίονας των επιβατών. Και ο ήλιος εχαμηλωνεν, εχαμηλωνε. Και η βαρκούλα εκινδύνευε ν αφανισθή. Και η απόρρωξ βραχώδης ακτή εφαινετο διαφιλονεικούσα την λείαν προς τον βυθόν της θαλάσσης. Τέλος, ηρχισε να σκοτεινιάζη. Ενυκτωσεν ακριβώς την στιγμήν καθ ην θα εβλεπον αντίκρυ το Κάστρον, ού απείχον τώρα δυο ακόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα προς ανατολας ημποδιζον να φανή το παρήγορον φέγγος της σελήνης. Αλλ ο άνεμος, αντί να πέση, εδυνάμωνε και αγρίευε και εθεριευε, και ο πλούς κατέστη αδύνατός του λοιπού. Δεν εβλεπον πλέον ούτε εμπρός ούτε δεξιά τίποτε, ειμη δυο δγκούς φαιούς, αμαυρούς. Ευτυχώς, ο μπαρμπα-Στεφανης εγνώριζε καλά το μέρος.
«Εδώ, εδώ είν ένα λιμανάκι, παπά, κατ απ το Πρυΐ, αποκατ απ την Άγια Αναστασία, στα Μποστάνια».
«Θυμάσαι καλά, Στεφανή;»
«Όπως ξέρς η αγιωσύνη σ τα γράμματα τσ εκκλησιάς απ οξου, παπά, έτσι κι εγώ τα ξέρω απ’ όξου όλα τα λιμανάκια, τους κάβους, κι τς αμμουδιές, όλες τις ξέρες κι τα γκριφια κι τα θαλάμια».
Καιπροσηγγισαν με πολύν κόπον και αγώνα και βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Εκεί, εκεί διανασταει».
Υπήρχεν εν θαλάσσιον μάρμαρον, ως φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενον από το κύμα, πότε ανέχον υπεράνω της θαλάσσης. Την φοράν ταύτην το εκάλυπτε και δεν το εκάλυπτε το κύμα. Επλησίασαν και ησθανθησαν πάραυτα το ευάρεστον αίσθημα της παύσεως του σάλου και της προσεγγίσεως εις σκεπαστόν και ευλίμενον μέρος.
«Πάντα κατευόδιο!» είπε ποιών το σημείον του Σταυρού ο κύρ Αλεξανδρης, όστις τότε εξεζαλίσθη κι εσταθη εις τους πόδας του. Επηδησαν εις εις εξω• εξεφορτωσαν τάς αποσκευάς και ηλάφρυναν την βαρκαν. Ανάμεσα εις το μάρμαρον και εις την κρημνώδη ακτήν εσχηματιζετο μικρά αμμουδιά, όση θα ηρκει διά να σύρη αλιεύς την ψαροπουλάν τού, γυρμενην από την μίαν πλευράν επί της άμμου, και να εξαπλωθή και αυτός υπό την άλλην πλευράν να κοιμηθή θεωρών τους αστέρας.
«Τώρα να σύρουμε τη βάρκα, παπά» είπεν ο μπαρμπα-Στεφανής, «κι ύστερα οι άνδρες να φορτωθούμε όλα τα πράγματα και ν αρχίσουμε σιγά σιγά ν ανεβαίνουμε. Ας πάρουν κι οι γυναίκες δ,τι μπορούν».
«Να τώρα τί άξιζε να χα το μ λαρι μαζί μ » είπεν ο Βασίλης της Μυλωνούς. «Σου είπα, μπαρμπα-Στεφανη, να το μπαρκάρουμε, δε θέλησες».
Έσυραν την λέμβον. Ήναψαν τα δυο φανάρια πού είχαν. Ο Βασίλης έλαβε τα πτυάρια και τάς αξίνας του, και απομακρυνθείς προσωρινώς ηρχισε να κατοπτεύη πού θα εύρισκε μονοπάτι όχι πολύ πατημένον από την χιονα, ώστε να δύνανται άνθρωποι να βαδισωσιν. Από το μέρος εκείνο ως το Κάστρον, το οποίον διεκρινετο ως πελώριος αμαυρός όγκος υψηλά προς βορράν, η οδός δεν θα ήτο πλέον της ώρας, αλλ εις ην κατάστασιν ήτο τώρα ο όρομος από τάς χιονας, τις οίδεν αν θα ηρκει και το τριπλάσιόν του χρόνου όπως φθάσωσιν. Εδείπνησαν όλοι επί ποδός με διπυρα και με ελαίας και επιον ολίγον οίνον η ρακήν. Ο Βασίλης επανελθών ανηγγειλεν ότι άνευρε το μονοπάτι, πλακωμένον πολύ από την χιονα, αλλ ότι με πολύν κόπον, αν προπορευωνται δυο άνθρωποι και ξεχιονιζουν, ελπίζει να φθάσουν εις το Κάστρον το γρηγορωτερον.   έως τα μεσανυκτα. Εφορτωθησαν τάς αποσκευας. Ο κύρ Αλεξανδρής έλαβε το ένα φανάρι και μία των γυναικών το άλλο. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο υιός του έλαβον τα πτυάρια και τάς αξίνας και προπορευόμενοι ηρχισαν να ξεχιονιζωσιν. Ο όρομισκος ανηρχετο έρπων εις τον κρημνόν κατ αρχάς, ειτα κατηρχετο εις εν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Επάτουν προσεκτικώς, ως να εμετρούσαν τα βήματα τών. Η σελήνη ειχεν απαλλαγή των νεφών και προσεπαθει να φέξη τον όρομον με το κρυερον φώς της. Ενίοτε έχαναν το χάραγμα του όρομου, απεπλανωντο κι ευρισκοντο αίφνης επί της κορυφής πελώριων βράχων, κάτω των οποίων άβυσσος ηνοιγε το στόμα της, και πάλιν κατεβαίνον με τρεμουλιαστά γόνατα, κρατούμενοι εκ των πετρών και των θάμνων. Ανείρπον εις τον κρημνόν ως μικρόν κοπαδιον αιγών αποπλανηθέν και απαγόμενον οπίσω εις την μάνδραν από τους δυο βοσκούς του, οίτινες το ανεζητησαν κρατούντες φανάρια, και μακροθεν αν τους έβλεπε τίς, ηδυνατο να τους εκλάβη ως συστρεφόμενον κρικωτον τέρας, φωσφορίζον την κεφαλήν και την ουράν, με τους δυο φανούς. Με όλον το ξεχιονισμα, το οποίον εννοεί τις ποσόν ατελώς ενηργείτο, επατουν ενίοτε σφαλερώς κι εχωνοντο ως το γόνυ και ως τον μηρόν εις την χιόνα. Επλησίαζε μεσάνυκτα όταν έφθασαν υπό την γέφυραν του Κάστρου, μισοπνιγμενοι, παγωμένοι, αλμυροί από θάλασσαν και λευκοί από χιονα, μελανιασμένοι τα χείλη, αλλά θερμοί την καρδίαν.
Εκεί επάνω, πριν διελθωσι την γέφυραν, από την σιδερόπορταν του Κάστρου ηκουσθησαν φωναίι:
«Ποιοί είστε; Ποιοί είστε;»
Και αντήχησε βαρύς ο τριγμός των εσκωριασμενων στροφέων, ως να εδοκίμαζε τις να κλείση έσωθεν την σιδηράν πύλην. Ηκουσθη δε και μικρός κρότος, ως ο της υψώσεως σκανδάλης τουφεκιού.
«Καλοί! Καλοί! Πατριώτες!» απηντησεν ο μπαρμπα-Στεφανής. «Μα εσείς ποιοί είστε;»
«Πέστε μας τα ονόματά σας!»
«Ημείς είμαστε.» ήρχισεν ο μπαρμπα-Στεφανής, και συγχρόνως διά του βλέμματος εσυμβουλευετο τον παπάν.
«Μπά! αύτη είναι η φωνή τ αδερφού μου» ανεκραξεν ο Βασίλης της Μυλωνούς. Και είτα εντεινας την φωνήν: «Αργύρη, εγώ είμαι!» εφώναξε.
«Τόσο καλύτερα… μάς έβγαλαν κι από έναν κόπο» εψιθυρισεν ο ιερεύς.
Ανέβησαν εις το Κάστρον, όπου συνηντησαν τον Αργυρήν της Μυλωνούς και τον σύντροφόν του, τον Γιαννην τον Νυφιωτην. Ούτοι εν ολιγοις διηγηθησαν πώς τους είχε κλείσει το χιόνι επάνω στο Στοιβωτο, όπου ετρυπωσαν δυο νύκτας εις μίαν σπηλιάν, και πώς την προχθές, ήτοι εις τάς 22 του μηνός, ελθόντες τους απηλευθερωσαν εκείθεν, εκτοπισαντες μεγάλους όγκους χιόνος, δυο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κονιζάς και ο Γιώργης ο Μπάντας, οίτινες και ευρισκοντο την στιγμήν ταύτην με όλον το αιπολιον των εις το φρούριον. Το φρούριον τούτο, όπερ αλλαχού περιεγραψαμεν, ήτο γιγαντιαίος βράχος, φυτρωμένος εκεί παρά το πέλαγος, προεκβολή της γής προς τον πόντον, ως να εδειχνεν η ξηρά τον γρόνθον εις την θάλασσαν και να την προεκαλει• φοβερός, μονοκόμματος γρανίτης, αλίκτυπος, όπου γλαύκες και λάροι ηριζον περί κατοχής, διαφιλονεικουντες πού αρχίζει η κυριότης του ενός και πού σταματά η δικαιοδοσία του άλλου. Προσφιλής σκοπός του βορρά και των γειτόνων του, του καικιου και του αργεστου, ών το στάδιον ευρύ εκτείνεται αναμεσον της Χαλκιδικης, του Θερμαίκου, του Ολύμπου και του Πηλιου μεμονωμένος υψιτενης βράχος, εφ ού οι κάτοικοι εξ ανάγκης ειχον κλεισθή διά φύλαξιν κατά των πειρατών και των βάρβαρων, εγκαταλιποντες αυτόν έρημον μετά το 1821, ότε εκτίσθη η σημερινή μεσημβρινή πολίχνη. Μέχρι προ ολίγων ετών εσωζοντο ακόμη οικιαι τινές με τάς στεγας και τα πατωματά των εντός του φρουρίου, αλλά τελευταίον, η ολιγωρία των δημοτικών άρχων, ο οκνός των ανθρώπων εις το να επισκεπτωνται το Κάστρον συχνοτερα, και η ασυνειδησία ολίγων τίνων συλαγωγων, πλεονεκτών η οικοδομών, είχε καταστήσει ερειπιών σωρόν το Κάστρον. Εντεύθεν αμελησαντες και οι εφημέριοί της σημερινής πολίχνης, άφηναν από ετών ήδη αλειτούργητον τον ναόν της Χριστού Γεννήσεως, κατ αυτήν την ημέραν της εορτής. Ο ναός της Χριστού Γεννήσεως ήτο η παλαιά μητρόπολις του φρουρίου. Ο ναΐσκος, προ εκατονταετηρίδων κτισθείς, ίστατο ακόμη ευπρεπής και δχί πολύ εφθαρμένος. Ο παπα-Φραγκούλης και η συνοδεία του φθασαντες εισηλθον τέλος εις τον ναόν του Χριστού, και η καρδία των ησθανθη θάλπος και γλυκύτητα άφατον. Ο ιερεύς εψιθυρισε μετ ενδομύχου συγκινήσεως το «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου», κι η θειά το Μαλαμώ, αφού ήλλαξε την φ στάνα της την βρεγμενην κι εφόρεσεν άλλην, στεγνήν, και το γ νάκι της το καλό, τα οποία ευτυχώς ειχεν εις αβασταγήν καλώς φυλαγμένα υπό την πρώραν της βάρκας, έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών και χαμόκλαδων και ηρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού, ενώ αι γυναίκες αι άλλαι ήναπταν επιμελώς τα κανδηλια, και ήναψαν μέγα πλήθος κηρίων εις δυο μανουάλια, και παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν με ξηρά ξύλα και κλάδους εις το προαύλιον του ναού, όπου εσχηματίζετο μακρόν στένωμα παράλληλον του μεσημβρινού τοίχου, κλειόμενον υπό σωζόμενου ορθού τοιχίου γείτονος οικοδομής, κι εγέμισαν άνθρακας το μέγα πύραυνον, το σωζόμενον εντός του Ιερού Βήματος, και έθεσαν το πύραυνον εν τώ μέσω του ναού, ρίψασαι άφθονον λίβανον εις τους άνθρακας. Και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας. Έλαμψε δε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο Παντοκράτωρ με την μεγάλην κι επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε το επίχρυσον και λεπτουργημενον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τάς περικαλλείς της αρίστης Βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην εικόνα της Γεννήσεως, όπου «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ μιμουμένη», όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του Θείου Βρέφους και της αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναι παρίστανται αι όψεις των αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων, όπου νομίζει τις ότι στιλβει ο χρυσός, ευωδιάζει ο λίβανος και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν η γραφική ελαλει, φαντάζεται τις επί μίαν στιγμήν ότι ακούει το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ»!
Εν τώ μέσω δε κρεμαται ο μέγας ορειχάλκινος και πολυκλαδος πολυέλεος, και ολόγυρα ο κρεμαστός χορός, με τάς εικόνας των Προφητών και Αποστόλων, υφ ον ετελούντο το πάλαι οι σεμνοί γάμοι των χριστιανών ανδρογύνων. Και ολόγυρα αι μορφαί των Μαρτύρων, Οσιων και Ομολογητών. Ίστανται επί των τοίχων ηρεμούντες, απαθείς, οποίοι εν τώ Παραδείσω, ευθύ και κατά πρόσωπον βλέποντες, ως βλέπουσι καθαρώς την Αγίαν Τριάδα. Μόνος ο Άγιος Μερκούριος, με την βαρείαν περικεφαλαίαν του, με τον θώρακα, τάς περικνημίδας και την ασπίδα, φαίνεται ολίγόν τι εγκαρσίως βλέπων και κινούμενος και ορών, εις τα δεξιά του ναού, εκεί όπου διατρυπά με το δόρυ του τον επί θρόνου καθήμενον ωχρόν Παραβάτην. Πελιδνός ο παράφρων τύραννος, με το βλέμμα σβήνον, με το στήθος αιμάσσον, μάτην προσπαθεί ν αποσπάση από το στέρνον του τον οξύν σίδηρον, και εξεμεί μετά της τελευταίας βλασφημίας και την μιαράν ψυχήν του. Γείτων της τρομακτικής ταύτης σκηνής παρίσταται γλυκεία και συμπαθεστάτη εικών, ο Άγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδιον, κρατούμενον εκ της χειρός υπό της μητρός του, της Άγιας Ιουλιττης. Δία δώρων και θυσιών εζητει ο διώκτης Αλέξανδρος να ελκύση το παιδιον, και διά του παιδιού την μητέρα. Αλλ ο παίς, καλών την μητέρα του και υποψελλίζων του Χριστού το όνομα, έπτυσε τον τύραννον κατά πρόσωπον, και εκείνος εξαγριωθείς εκρήμνισε το παιδίον από της μαρμαρίνης κλίμακος, όπου συνέτριψε το τρυφερόν και διά στεφάνους πλασθέν κρανίον. Και εις την χηβαδα του Ιερού Βήματος, υψηλά, εφαινετο στεφανουμενη υπό αγγέλων η των Ουρανών Πλατυτέρα. Και κατωτερω, περί το θυσιαστήριον, ίσταντο, άρρητον. σεμνότητα αποπνεουσαι, αι μορφαι των μεγάλων Πατέρων, του Αδελφοθεου, του Βασιλείου, του Χρυσοστόμου και του Θεολόγου, και εφαινοντο ως να εχαιρον διότι εμελλον ν ακουσωσι και πάλιν τάς ευχας και τους ύμνους της Ευχαριστίας, ούς αυτοί εν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ, και εντός και εκτός, εικονιζετο περιτεχνως όλον το Δωδεκαορτον και τα τάγματα των αγγέλων, και η βρεφοκτονία, και οι κόλποι του Αβραάμ και ο ληστής ο επί του σταυρού ομολογήσας. Όταν έφθασαν εις το Κάστρον και εισηλθον εις τον ναόν του Χριστού, τόσον θάλπος εθώπευσε την ψυχήν τών, ώστε, αν και ησαν κατάκοποι, αν και ενυσταζον τινές αυτών, ησθανθησαν τόσον την χαράν του να ζωσι και του να εχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας τών, εις τον ναόν του Κύριου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις. Οι αιπόλοι, ευρόντες ενασχόλησιν και πρόφασιν όπως καπνιζωσι καθήμενοι, και ενίοτε όπως εξαπλωνωνται και κλεπτωσιν από κανέναν ύπνον τυλιγμένοι με τες καππες των παρά το πύρ, είχον ανάψει έξω δυο πυρσούς, τον ένα έμπροσθεν του Ιερού Βήματος, τον άλλον προς το βόρειον μέρος. Εντός του ναού η θερμότης ήτο λίαν ευάρεστος, τη βοήθεια των έσωθεν και έξωθεν πυρών. Και είχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρών ξύλων και κλάδων οι εκεί καταφυγοντες αιπόλοι, με τάς ολιγας αίγας και τα ερίφια τών, όσα δεν είχον ψοφήσει ακόμη από τον βαρύν χειμώνα του έτους εκεινού, οι τραχείς αιπόλοι, οίτινες είχον σώσει και τους δυο υλοτόμους εκ του αποκλεισμού της χιονος. Και ειτα ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και εψαλη η λιτή της μεγαλοπρεπούς εορτής, μεθ ο ο κύρ Αλεξανδρής ήρχισε τάς αναγνώσεις, και όσοι ήσαν νυστασμενοι, απεκοιμηθησαν σιγά εις τα στασίδια των (ά! εμελλον άρα του Προφητάνακτος οι θεσπέσιοι ύμνοι από ψαλμών να καταντήσωσιν ανάγνωσις νυστακτική, και ως ανάγνωσις να παραλειπωνται όλως, ως φορτικόν τί και παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι από την έρρινον και μονότονον απαγγελίαν του κύρ Αλεξανδρή. Ο αγαθός γέρων ήτο εκ του αμίμητου εκείνου τύπου των ψαλτών, ών το γένος εξελιπε δυστυχώς σήμερον. Έψαλλε κακώς μέν, αλλ ευλαβώς και μετ αισθήματος. Κανέν σχεδόν κώλον δεν έλεγεν ορθώς, ούτε μουσικώς, ούτε γραμματικώς. Πότε εν και ήμισυ κώλον τα ήνου εις έν, πότε δυο και ήμισυ τα διήρει εις τέσσαρα. Αλλά προκριτωτέρα η αμάθεια της δοκησισοφίας. Αλλ οτε ο ιερεύς εξελθων έψαλε το «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί, πού εγεννηθη ο Χριστός», τότε αι μορφαί των Άγίων εφανησαν ως να εφαιδρυνθησαν εις τους τοίχους. «Ακολουθησωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ», και ο κύρ Αλεξανδρής ενθουσιών έλαβε την υψηλήν καλάμην και έσεισε τον πολυέλεον με τάς λαμπάδας όλας ανημμένας. «Αγγελοι υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί», και εσεισθη ο ναός όλος από την βροντώδη φωνήν του παπα-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος: «Δόξα εν υψιστοις λέγοντες τώ σήμερον εν σπηλαιω τεχθεντι», και οι άγγελοι οι ζωγραφιστοί, οι περικυκλούντες τον Παντοκράτορα άνω εις τον θόλον, έτειναν το ούς, αναγνωρισαντες οικείον αυτοίς τον ύμνον.
Και ειτα ο ιερεύς επήρε καιρόν και ήρχισε να προσφέρη τώ Θεώ θυσίαν αινέσεως.
Αίφνης ηκούσθησαν φωναί εξωθέν του ναού. Εξηλθον τινές των ανδρών να ίδωσι τί τρέχει. Εξήλθε κι η θειά το Μαλαμώ, κι ο κύρ Αλεξανδρης έμεινε με τα γυαλιά εις τα όμματα, βλέπων προς την θύραν αριστερά του, και διέκοψε την ψαλμωδίαν του. Ο παπάς ερριψεν αυστηρόν βλέμμα προς τον ψαλτην και τον εκαρφωσεν εις την θέσιν του. Τάς φωνας ειχον ρηξει ο είς των αιπόλων και ο είς των υλοτόμων, οίτινες ετυχον καθημενοι παρά τον πυρσόν, ανατολικως του ναισκου. Δία των φωνών τούτων ειχον απαντήσει εις τίνας κραυγας ελθουσας απ αντίκρυ, εκ της θαλάσσης. Εκεί, εν μέσω του Κάστρου και της βραχώδους ακτής του Κουρουπη, εσχηματίζετο επισφαλής όρμος, ο Μικρός Γιαλός. Αι κραυγαι ηρχοντο ακριβώς εκ της γειτονιάς των απεσπασμένων βράχων και σκοπέλων, υπό την φοβεράν ακτήν του Κουρουπή. Παρήλθε πολλή ώρα έως ου εννοησωσι τί τρέχει. Όλοι σχεδόν οι εκκλησιαζόμενοι ειχον εξέλθει του ναού. Έμειναν μόνοι ο ιερεύς, όστις εκρατείτο ακλόνητος εις το χρέος του, φορεμενος ήδη τα ιερά άμφια, ετοιμαζόμενος να προσέλθη εις την προσκομιδήν, και ο κύρ Αλεξανδρης, τον οποίον εκρατει το βλέμμα του ιερέως. Εν τουτοις, κατ εικασίαν μάλλον η εκ βεβαιας πληροφορίας, ενοησαν ότι εκεί, υπό τον Κουρουπη, είχε προσαράξει πλοίον από του πελάγους ερχόμενον. Η σελήνη είχε δύσει και ο πυρσός δεν ερριπτε πόρρω το φώς. Εβλεπον αμυδρώς εκεί απέναντι, εις απόστασιν μιλιού σχεδόν, επί του μαυρισμένου όγκου των αλικτυπων βράχων, εβλεπον σώμα τί αμυδρώς κινούμενον, μελανωτερον των βράχων. Αντηχούν εν τη σιγή της νυκτός, μεγεθυνομεναι από τάς ηχούς, κραυγαι αγωνιάς και ταραχής, όμοιαι μ εκεινας τάς οποίας εκχυνουσι κινδυνεύοντες άνθρωποι η ναυαγοί σαστισμένοι.
Οι άνδρες έσπευσαν να ρίψωσιν επί της πυράς όσα κλαδιά ειχον πρόχειρα ακόμη, σχηματίζοντες ογκωδεστέραν την φλόγα. Αλλο μέσον βοήθειας δεν είχον ταχύ. Εν τουτοις, ο Στεφάνης ο πορθμεύς και ο Μπάντας και ο Νυφιωτης ο Γιάννης και ο Αργυρής και ο αδελφός του ελαβον ανά ένα δαυλόν και τα δυο φανάρια, και απεφασισαν να κατελθωσι τρέχοντες εις τον Μικρόν Γιαλόν. Αλλ εάν ο κρημνώδης ορμίσκος δεν ήτο χιονισμένος, θα εχρειαζετο σχεδόν ημίσεια ώρα διά να κατέλθη τις εκεί από το Κάστρον, και τώρα όπου ήτο χιονισμένος, και ήτο νύξ, τρίτη ώρα μετά τα μεσανυκτα, ούτε μία ώρα δεν θα ήρκει. Εις μίαν δε ώραν ηδύναντο να κατασυντριβώσι δεκάδες πλοίων και να πνιγώσιν εκατοντάδες ανθρώπων. Ουχ ήττον οι άξεστοι εκείνοι άνθρωποι, εκ της αυθορμήτου εκεινής φιλανθρωπίας, ήτις είναι οιονεί φυσική ορμή, ως συμπάθεια της σαρκός προς την σάρκα, και είναι το πρώτον και τελευταίον αίσθημα το συγκινούν την καρδίαν, μετά την πρώτην έκπληξιν, και πριν προφθασασα πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας, οι άνθρωποι, λέγω, εκείνοι ελαβον τους δαυλούς των και έτρεξαν έξω της πύλης και της γέφυρας, και ηρχισαν να τρεχωσι τον κατήφορον. Οι λοιποί, μειναντες επάνω, ησχολούντο ν ανανέωσιν ολονεν την φλόγα, μή παύοντες να ριπτωσι ξηρά κλαδιά εις το πύρ.
Ο ιερεύς εβραδυνεν επίτηδες εις την πρόθεσιν, κι εμνημόνευσε την πρωίαν εκείνην όσα ονόματα είχεν ααθαμένα, ού μόνον τα ιδικά του και των ελθόντων πανηγυριστών, αλλά και όλων των ενοριτών του, ού μόνον όσα είχε γραπτά, αλλά και όσα εκ μνήμης εγνωριζεν εγνώριζε δ εκ μνήμης όλα τα ονόματα της πολίχνης, ααθαμένα και ζωντανά. Εδεήθη και υπέρ διασώσεως του κινδυνεύοντος πλοίου, περί ού, χωρίς να ζητήση εξήγησιν, αμέσως είχεν εννοήσει τα συμβάντα. Τέλος, αι κραυγαι μικρόν κατά μικρόν έπαυσαν, ησυχία επήλθεν. Εφάνη ότι βωβή συμφορά είχεν ενσκήψει η ότι η δυσχέρεια έλαβε πέρας. Δυο άλλοι άνδρες ανησυχησαντες εξηλθον έως την Άγιαν Κυριακήν, πέραν της ξύλινης γέφυρας, με δυο πυρσούς εις τάς χείρας. Παρηλθεν ολίγη ωρα• ο ιερεύς αργά αργά εμβηκεν εις την λειτουργίαν, ελπίζων να ηρχοντο εν τώ μεταξύ και οι απόντες. Αλλ η λειτουργία προυχωρει και ψύχη δεν εφαινετο. Τέλος, εις το «Μετά φόβου Θεού», επέστρεψαν πρώτοι οι τελευταίοι εξελθοντες προς επισκόπησιν, ειτα εισήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανης και οι μετ αυτού καταβαντες εις τον αιγιαλόν, και μετ αυτόν τρεις άγνωστοι με ναυτικά ενδύματα και με κηρωτούς επενδύτας. Έφθασαν όλοι ακριβώς όπως ασπασθωσι τάς εικόνας και λαβωσι το αντίδωρον.
Ενώ ο κύρ Αλεξανδρης ανεγίνωσκε το «Ευλογήσω τον Κύριον», οι άνδρες εξηγούντο ταπεινή τη φωνή τα συμβάντα. Το εξόκειλαν πλοίο ν ήτο το γολεττι του καπετάν Κωσταντη του Λημνιαραιου, αυτοπροσώπως παρόντος εκεί. Ο ίδιος, ανήρ μεσήλιξ, βραχύς το σώμα, με αδρόν μύστακα, διηγείτο τα έξης: Προ δυο ημερών ήτο προσορμισμένος εις την Δάφνην, τον μεσημβρινόν όρμον του Αγιου Όρους, αλλ ο βορειάς τον εζουριασε, αι αλυσίδες των αγκυρών του εκοπησαν υπό της βίας του ανέμου, και παρεσύρθη διά μιάς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε με όλας τάς δυνάμεις του να προσεγγίση εις τον Κωφόν, τον γνωστόν όρμον της Συκιάς, του μεσαίου λαιμού της Χαλκιδικης, όπου άμα εισπλεύση τίς, δεν βλέπει πλέον πόθεν εισεπλευσεν, αλλ όπου δυσκολως εισπλέει τίς. Ο όρμος ομοιάζει με λίμνην μεσόγειον, μή έχουσαν ορατόν στόμιον, τόσον είναι ασφαλής. Και το γολεττι, ζυλαρμενον, μετά ματαιας προσπαθείας, παρεσύρθη υπό της τρικυμίας προς τάς νήσους, όπου, την νύκτα εκείνην των Χριστουγέννων, οι αγωνιωντες ναυβαται είδον έξαφνα φώς, ως φάρον οδηγούντα αυτούς, τους πυρσούς, ούς είχον ανάψει έμπροσθεν του ναΐσκου του Χριστού οι τραχείς αιπόλοι. Ο πυρσός εκείνος εφανη προς αυτούς ως θείον πράγματι θαύμα, ως να εθερμαινοντο περί αυτόν αγραυλούντες οι ποιμένες εκείνοι, οι ακούσαντες το «Δόξα εν υψιστοις». Επλησίασαν, φερόμενοι μάλλον η πλέοντες, προς το μέρος τούτο, και τότε εκινδύνευσαν να κατασυντριβωσιν εις τους βράχους του Κουρουπη. Ευτυχώς, δι επιτήδειου χειρισμού απεφυγον την καταστροφήν κι εκαθισαν το σκάφος εις τα ρηχά, επί της άμμου, όπου τόσον καλά ήτο εξησφαλισμενον, όσον δεν ηδυνατο να είναι με τάς δυο άγκυράς του, τάς μεινασας ως ομήρους εις τον βυθόν του όρμου της Δάφνης.
Εφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτιμηθησαν να σφαξωσι και ψησωσι δυο τρυφερά ερίφια, ενώ οι δυο υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα• και ο καπετάν Κωσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί, το οποίον ουδένα κίνδυνον διετρεχεν όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το απώθηση προς το πέλαγος, ανεβιβασε δυο ασκούς γενναίου οίνου και εν καλαθών με αυγά και κχσκχβαλι της Αίνου, και ημισειαν δωδεκάδα Όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρια. Και εφαγον πάντες και ηυφρανθησαν, εορτασαντες τα Χριστούγεννα μετά σπάνιας μεγαλοπρέπειας επί του έρημου εκεινού βράχου. Την νύκτα εκοιμηθησαν εν μέσω αφθόνων πυρών, με αρκετά δε σκεπάσματα και καπποτες, όσα και οι εκ της πολίχνης πανηγυρισται είχαν φέρει μεθ εαυτών, και οι αιγοβοσκοί είχαν εις το Κάστρον, και ο εκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης εκομισεν από το πλοίον του.
Την επαύριον ο άνεμος εκόπασε, το ψύχος ηλαττώθη πολύ, και επωφελούμενοι την ανακωχήν του χειμώνος, απεφασισαν ν απέλθωσιν. Ο μπαρμπα-Στεφανής και ο υιός του μετά δυο άλλων βοηθών επανήλθον εις την μικράν αμμουδιάν υπό τα Μποστάνια, καθείλκυσαν την λέμβον, επέβησαν αυτής, και κάμψαντες το Κάστρον, την έφεραν από σοφράν εις το βορειοανατολικόν μέρος. Τη βοήθεια της δυνατής βάρκας του μπαρμπα-Στεφανή και της μικράς φελούκας του Λήμνιου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δεν εβραδυναν να ξεκαθισωσιν από την άμμον το γολέττι, το οποίον δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ εφαινετο ως μαλακώς πλαγιασμένον και αναπαυόμενον κατόπιν πολλών κοπών. Και αποχαιρετισαντες τους αιπόλους, επεβιβάσθησαν οι μέν εις το γολεττι, οι δε εις την βαρκαν, πότε ρυμουλκούμενην, πότε ρυμουλκούσαν, και με ιστία και με κωπας πλέοντες, διά της βορειανατολικης οδού την φοράν ταύτην, ως συντομωτερας και ευπλοώτερας εις την κάθοδον, έφθασαν αισίως εις την πολίχνην.
Εφ. «Εφημερίς», 26 του Δεκέμβρη 1887