Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΚΗ ΨΥΧΟΓΥΙΟΥ " Συγχώρεση "


Ακόμη, κι απ’ των μελισσών τη γύρεψη
το πολύτιμο εύρημα εχάθει.
Άπνοα των παπαρούνων τα κορμιά,
άπνοα των κωνοφόρων τα σπλάχνα.
Άφαντος ο χρησμός των εδώδιμων,
ταπεινωμένο το σώμα τους λάμνει
στο σκλαβωμένο χώμα.
Μεγιστοποιεί τη δίψα τους ο ήλιος,
λαβωμένα τα όνειρά τους τα σούρουπα.
Σε ώτα μη ακουόντων ο θρήνος τους.
Δικάζουν οι αμαρτίες την πλάση,
στη δικάσιμο, αστροπόβροντα κερνά ο ουρανός.
Δεν αντέχει το άβροχο δάκρυ, μικρό,
στις ανομίες του κόσμου.
Παρακλήσεις και τάματα στο βωμό του Μέγιστου.
Κι ήρθε εκείνη η ανέλπιστη βροχή
τη συγνώμη να γράψει στ’ ουρανού το αέτωμα,
κι ήρθε η συγχώρεση – προσφορά ανεκτίμητη –
απ’ το σταυρό της οδύνης.
Λυτρώθηκε η γης!







ΛΕΝΑ ΚΥΡΟΠΟΥΛΟΥ " Η Άλφα Βήτα της σιωπής "

Φωτογραφία - Λ. Κυροπούλου 
Γέφυρες, ανάσες, αγκαλιασμένα χέρια, σιωπές ηχούν απρόσμενα στον τοίχο της αφής.
Το σώμα πάλλει ατέρμονα να φτάσει στο ναό της σκέψης. Όχι αυτής που μας ‘μαθαν στο σχολείο ..Την Άλφα Βήτα της σιωπής λέω… Ά κου .. χωρίς να μιλάς. Β ρες τα κλειδιά στους α- ντι – ήχους , στις α- ντι λέξεις. Γ ράψε, χωρίς να κουνήσεις τα δάχτυλά. Δ ες μέσα στην ψυχή σου. Ε μπνεύσου απ όσα δεν λες, απ όσα γεννιούνται στο μυαλό σου Ζύμωσε μ ε τη γλώσσα μέσα σου και το μυαλό έξω Ή θος χωρίς λέξεις γυμνές Θ άλασσα σιωπής Ι δέα αυστηρή ο περιορισμός, αλλά ίσως και απόδραση Κ λάψε χωρίς δάκρυα Λ ύγισε , χωρίς να γονατίσεις, Μ οιράσου, χωρίς να σκεφτείς τι δίνεις Ν οιάσου πρώτα για τον απέναντι σου , για να δεις το ΕΓΩ Ξ ύπνα το όνειρο Ο σφρήσου με τα μάτια Π άρε την ύλη στα χέρια σου και πλάσε την σε στιγμές Ρ άψε τους φόβους σου Σ κέπασε τον οίκτο σου με ήλιο Τ ην περηφάνια του εγωισμού σου κατανόησε την Υ πάρχει πιο αληθινός Φ ίλησε το φεγγάρι στα μάτια σου Χ άιδεψε τα κύματα της πιο φλύαρης σιωπής σου Ψ άξε να ακούσεις την ηχώ της, Ω! Τι ωραία που είναι να σωπαίνεις. . .\

Lena Kyropoulos










ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ ΛΟΥΛΕΛΗ " Ας ήσουν εδώ,μαμά......... "

Πίνακας -  Amedeo Modigliani
Ας ήσουν εδώ.....
και ας σιωπούσες!,
θα λουζόμουν μέσα στη σιωπή σου
με τα στρογγυλεμένα σου φωνήεντα,
τα άηχα σου σ αγαπώ.
Ας ήσουν εδώ
κι ας είχε καταχνιά,
θα ίδρωνα από τον
τρυφερό σου Ήλιο,
από την αβασίλευτη αγάπη σου,
κείνη που σε κάθε δάκρυ μου
στάλαζε ζάχαρη
για να γλυκάνει η νύχτα,
ένα κινούμενο ψέμα η απουσία σου,
μια φέτα λύπης βουτηγμένη
ανάμεσα στη θύελλα και τη γαλήνη.
Ας ήσουν!,
κι ας μη σου θύμωνα ποτέ,
πριν ακόμα κι απ το πριν
με διάλεξες,
μέσα σου να με βαστήξεις
με όλο μου το βάρος,
με όλο μου το άγνωστο μετά,
πιο μετά κι απ το μετά,
με είχες ήδη αγαπήσει,
με είχες ήδη συγχωρήσει,
επωμιζόσουν ήδη τις πληγές μου
που δεν είχαν ακόμα ανοιχτεί.
Τώρα,
πιο τώρα κι απ το σήμερα,
στο χτες μας νανουρίζομαι
και βαυκαλίζομαι πως,τάχα,
όπου να ναι θα φανείς,
ας ήσουν!,
και στ ορκίζομαι,
θα ξόδευα όλη τη χαρά μου
στους φτωχούς
θα δινα όλη μου τη λύπη
στα λιμάνια
και δε θα μ ένοιαζε που νωρίς
νυχτώνει τους χειμώνες
ούτε τα ξύλα που σώθηκαν
στη φωτιά,
μαμά,
ας ήσουν, και θα ήταν
κάθε μέρα Πασχαλιά....................
ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΣΠΟΝΤΗ ΛΟΥΛΕΛΗ.













Η ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ

Η Μαρία η Μαγδαληνή μπροστά στον Τιβέριο Καίσαρα με  το κόκκινο αυγό.
Τοιχογραφία από το 
 Ρωσικό Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής 

Σύμφωνα με την Ορθοδοξία  βάφουμε κόκκινα αυγά για τους εξής λόγους:
Τα βάφουμε κόκκινα γιατί συμβολίζουν το Αίμα του Χριστού που έδωσε για την σωτηρία του κόσμου.
Η παράδοση λέει ότι, κάποια μέρα μετά την Ανάσταση του Κυρίου μας, η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον Τιβέριο Καίσαρα και του ανακοίνωσε με πολύ θάρρος ότι αναστήθηκε ο Χριστός και όλα τα γεγονότα περί της Ανάστασης του Χριστού.
Εκείνη την ώρα κάποιος κρατούσε δίπλα από τον Καίσαρα ένα καλάθι αυγά. Ο Τιβέριος Καίσαρας, βέβαια, έδειξε απορημένος, γέλασε και είπε στην Μαγδαληνή: "Όσο σηκώθηκε Αυτός από το μνήμα του, άλλο τόσο κι αυτά τα αυγά από άσπρα θα γίνουν κόκκινα".
Έξαφνα τα αυγά έγιναν κόκκινα και έμεινε άναυδος ο Καίσαρας. Έτσι κατά την Παράδοση αυτή τα αυγά βάφονται κόκκινα.

Το γεγονός αυτό μαρτυρείται στο Ρωσικό Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής που βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα. Το Ρωσικό Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής χτίστηκε το 1885 από τον Ρώσο Αυτοκράτορα Αλέξανδρο τον Γ’ και τους αδελφούς του εις μνήμη της μητέρας του αυτοκράτειρας Μαρίας και το οποίο βρίσκεται στη Γεθσημανή. Μέσα στο Ναό του Μοναστηριού και πάνω από το Ιερό Τέμπλο του Ιερού Βήματος, υπάρχει μεγάλη τοιχογραφία όπου παρουσιάζεται η Μαρία η Μαγδαληνή μπροστά στον Τιβέριο Καίσαρα και του χαρίζει ένα κόκκινο αυγό.









ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ " ΕΣΥ ΠΟΥ ΔΙΔΑΞΕΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ "



Προχωρώ με τη δύναμή Σου
Χριστέ μου Πανάγαθε
και θωπεύω τη μοναξιά μου
στην Άγια Σου  μορφή.

Εσύ που δίδαξες την Αγάπη,
δείξε μου το δρόμο της
σε ηλιοφώτιστες διαδρομές
να πορευτώ,
θαύματα ζωής ν’ αντικρύσω.

Κι έτσι ονειρικά να σκέφτομαι
Εσέ στη διαδρομή μου,
ιππεύοντας το άρμα Σου,
στείλε σ’ εμέ το πέπλο Σου
δύναμη να σφραγίσεις,
όπως τα λόγια Σου σοφά
ολόκληρες κοινώνησαν γενιές.

Εσύ που ψηλαφείς τους ήχους
στείλε την υπόσχεση
της Άγιας Μέρας της επιστροφής Σου
και με το ανέσπερο Φως
θα περιμένω...


ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ «ΕΙΣ ΣΕ ΑΝΑΤΙΘΗΜΙ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2014






Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΠΕΡΔΙΚΗ ΣΟΦΙΑ " ΤΥΜΠΑΝΟ ΠΥΛΗΣ "

Photo: by Aleksey Myakishev



Ο οίκος των κυνηγημένων
εμβαπτίστηκε εκ νέου
στη δίνη μιας ακρυλικής βροχής.
Άλλαξαν και τις ταμπέλες
γράφτηκαν τα ονόματα παντού
σε τόξα τυφλά, πεσσούς και ρόδακες.

Βαρύαυλοι ήχησαν μέσα απ’ τα έγκατα
Στα θεμέλια βαθιά σφύριζαν φαγκότα
κι ήταν η μουσική που μάγεψε τους πάντες
πουλιά, οικόσιτα, ερπετά.
Και τα ονόματα
του φυγά που δεν τον χόρταινε ο ήλιος
της κόρης που βύζαινε πικρό μαστό
του αδερφού που τον θόλωσε η μοίρα
διαβάζονται πια τις Κυριακές
στα προαύλια αγκρίζουνε τα ζωντανά
τα παίρνουν απ’ τη μύτη τα λιβάνια.
«Και το όνομα αυτού», «Και το όνομα αυτής»
ο Λιβόνοτος το παίρνει ο αέρας,
το απλώνει στα στενά, στις λεωφόρους πέρα
κολλάει στα τζάμια,
συρρέουν οδοιπόροι
ν’ ακούσουν για τα Πάθη τα νέα.
Η λειτουργία ξεκινά. Τύμπανο Πύλης χτυπά.
Σοφία Περδίκη












ΟΛΓΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ - ΝΤΙΝΟΔΗΜΟΥ " ΦΩΣ ΛΑΜΠΡΗΣ "

 Sophie Anderson  - Lilac girl

Λουλούδια πασχαλιάς ανθούν
από ήχους φυσαρμόνικας,
χαμόγελα παιδιών ροδίζουν αναστάσιμα,
η ηχώ της ποίησης στον ορίζοντα πλανιέται
κι η σιωπή μένει στην άκρη.
Η ομορφιά στους ανθρώπους εμφανίζεται,
καλογυαλισμένη μουσική από φλάουτο
χαρίζοντας μελωδίες στο πνεύμα.
Ξεκινά η αγάπη απ’ τον λόγο,
βασιλεύει στο βλέμμα
και ξεδιπλώνεται στο άγγιγμα,
στο φιλί, στο χάδι.
Έτσι η αγάπη χαρίζει Φως!
ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΟΛΓΑ




ΡΑΜΑΝΔΑΝΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ " ΙΝΒΙ "

Η Σταύρωση ψηφιδωτό Μονής Δαφνίου
Όξος και λόγχη εκέντισαν τον μονάκριβο Υιό του Θεού και την πλάση ακόμη μελαγχόλησαν σπαράζει η μήτηρ του Χριστού.
Με ράπισμα κι ακάνθινο στέφανο τον αιματόβαψαν, κρέμασμα, χλεύασμα στα θεία πάθη Του δώρισαν, κάρφωμα, αργό θάνατο, θάψιμο του φύλαξαν, για της καρδιάς την απέραντη αγάπη Του αδιαφόρησαν.
Ω, πόσο άδικα, χυδαία κι ανάλαφρα, έβαλαν ταμπέλα πάνω στο ξύλο των λησταρχών, Ιησούς Ναζωραίος Βασιλιάς Ιουδαίων, σε τάφο μετά τον σφράγισαν με πέτρα, με σάβανα.
Μα Εσύ τους συγχώρησες, τους έσωσες, από του θανάτου την πύρινη ρομφαία, το σκότος εδιάλυσες και πάτησες με την αιώνια βασιλεία σου, αντάξια κι αλήθεια.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΑΜΑΝΔΑΝΗ : ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ- ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΙΓΝΑ-ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ







ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ «Ιησούν ή Βαραβάν;»


Πάθη
Θεία
Και ανθρώπινα
Εκούσια τα πρώτα
Ακούσια των ανθρώπων
Τον τελευταίο καιρό μοιάζουν με τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά…
Καθ’ ένας μόνος του σηκώνει το δικό του Σταυρό
Κανείς, Σίμωνας, δεν προσφέρεται, ίσως και να μην υπάρχει…
Οι πραίτορες και οι λωποδύτες παίζουν στα ζάρια τις τύχες μας
Έχουν ήδη διαμερίσει τα ”ιμάτια ημών” και σε Πιλάτια λεκάνη ”Νίπτουν τας χείρας ”…
Τα τριάκοντα αργύρια βρήκαν πρόθυμο τον Ιούδα
Η προδοσία καραδοκεί με ένα φιλί στο στόμα
Ουδείς μετανιώνει – Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
Το Θείο Πάθος και τα πάθη των ανθρώπων..
Ενώπιόν τους στέκονται μόνο οι ”καταραμένοι”, οι ”τρελοί”, οι ”ποιητές”.
Όλοι όσοι καρφωμένοι στο δικό τους Σταυρό
ψιθυρίζουν το δικό τους ”Μνήσθητί μου”.
Και το ερώτημα παραμένει ίδιο-αναπάντητο ανά τους αιώνες
”Ιησούν ή Βαραβάν;”
Επικοινωνήστε με τη δημιουργό:
https://www.facebook.com/mariapyroessa?fref=ts

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://anemosmagazine.gr/



ΣΤΕΛΛΑ ΣΟΦΙΑ ΖΥΓΟΥΡΗ " ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ "



Θρηνεί η Μάνα Παναγιά, θρηνεί νεκρή τη νιότη.
Θρηνεί και κλαίει ο ουρανός, Παρασκευή Μεγάλη.
Θρηνεί μαζί Σου Παναγιά κάθε θλιμμένη μάνα,
κάθε καρδιά χριστιανική χύνει ένα κόμπο δάκρυ.
Όλη η φύση θλίβεται, λυπούνται τα λουλούδια, 

που ταπεινά στολίζουνε το Θεϊκό τον Τάφο.
Ο ήλιος μεσ’ στα σύννεφα κρύβεται λυπημένος, 

και οι καμπάνες αντηχούν ψυχής το μοιρολόι.
(Στελλα Σοφια Ζυγουρη 2008)











Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΝΤΙΝΑ - ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ






Μ.Δευτέρα

Δε ρωτήθηκαν στις πράξεις.
Ερήμην έπρεπε να δεχτούν πως ήταν
τα κλειδιά που είχαν το πρόσωπο ερώτων.
Δεν διδάχτηκαν πως αμαρτία είναι η άρνηση
του ενθουσιασμού της κλειδαριάς
που περιμένει με αγωνία
τα σκιρτήματα μες στη σκουριά.
Το στεφάνι στο μάνταλο μύριζε όμορφα
είχε ανθούς της κερασιάς και παπαρούνες.
Συμπέραναν πως θα ΄ταν άνοιξη.
Με συμπεράσματα έμαθαν να ερωτεύονται.




Μ.Τρίτη

Μιλούσαν για όμορφα ταξίδια.
Θα προτιμούσαν την ησυχία της ακατοίκητης πόλης
να γράψουν για ιστορίες εναγκαλισμών
στις γωνιές της να φυτέψουν λουλούδια
για κάθε προδοσία και για κάθε χαρά.
Μα όταν άνοιξαν τα μάτια είδαν από συνήθεια
ένα περιβόλι φυτεμένο με πορτοκαλιές.
Θα έπρεπε να ζήσουν
σε ότι έφτιαξαν άλλοι για αυτούς.
Με δίχως άρνηση βολεύτηκαν σε ένα παρτέρι
εκπορνευόμενοι για λίγα ψίχουλα χίμαιρας.





Μ.Τετάρτη

Αναζητούσαν κάτι να το ονομάσουν κάθαρση.
Αυτό που πλένει το δέρμα και καθαρίζει τη ψυχή.
Σαν γέννηση θείας αγάπης που 'εχει τη δύναμη
να κάνει τον πόνο χαρά που δε λογίζεται θυσία.
Είπαν τα χέρια να ενώσουν με ιδρώτα
ποτισμένο από εξομολογήσεις .
Να αφήσουν στην αιωνιότητα την κολυμπήθρα που βαφτίστηκαν,
στο χώμα τη σπορά των σάρκινων αστερισμών.





Μ.Πέμπτη

Ακούστηκαν εδώ κι εκεί πουλιά να κελαιδούν
κι είπαν είναι ο λόγος που μεταλαμπαδεύει την αγάπη .
Εννιά το βράδυ συναντήσανε ευφορική βροχή
η πόλη άδειασε και ήταν οι άγγελοι κοντά.
Κάποιος πονούσε και ο άλλος έριχνε ομίχλη.
Τούτες τις ώρες ψάχνανε τα πρόσωπα τους
και δάχτυλα να αγγίξουν τα χρόνια που έζησαν
από το θερισμό της γύμνιας τους.
Η ταπεινότητα έγινε άνθος πρωτόβγαλτο
που πήρε το σχήμα της ανθρώπινης αμαρτίας
για να συγχωρεθεί στη προσφορά του.




Μ.Παρασκευή

Χτυπούν τα σήμαντρα στων φάρων την ερημιά
κι η θάλασσα στολίζει τις ακτές με όλες τις λέξεις
που παρασύρθηκαν από την πρωινή την αύρα.
Η κυματώδης η ψυχή θα κρατηθεί απ' τα δελφίνια
μέχρι να βρουν σημείο ασφαλές και καθαρό
να φτιάξουν το λυρικό τραγούδι της ευχαριστίας.
Έτσι στολισμένοι θα γονατίσουν σε όσα δεν έπραξαν
θα έχουν πια δικαίωμα του ταξιδιού
στις Νότιες Θάλασσες των σπάνιων μαργαριταριών.
Σε τούτη εδώ την ησυχία που αληθινή δε μοιάζει
χώρεσε αγάπη στο εκούσιο το πάθος.








ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΕΙΝΑ " Άτιτλο "

 
Κόβεις το χρόνο μου σε φέτες. Γλυκιές φέτες του αόριστου πικραίνουν τον ενεστώτα μου και χτίζουν ένα μέλλοντα απουσίας.









Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ ΘΟΔΩΡΗΣ " Το στεφάνι του Εσταυρωμένου "


Λίγο πριν σχολάσει, την ειδοποίησαν να περάσει από το γραφείο του διευθυντή της εταιρίας. Πήρε την τσάντα της, έβαλε σε μια σακούλα προσεκτικά το στεφάνι που είχε αγοράσει για τον Εσταυρωμένο -δέκα ευρώ είχε δώσει γι’ αυτό- και πήρε το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο. Μεγάλη Πέμπτη, αντί να φάει ένα κουλούρι και να πιει έναν καφέ στο διάλειμμά της, πετάχτηκε στον ανθοπώλη απέναντι από την εταιρία και πήρε ένα όμορφο στεφάνι με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Μόλις σχόλαγε θα πεταγόταν στην εκκλησία, στην άλλη γωνία, κοντά στη στάση του λεωφορείου, να προσκυνήσει και να το αποθέσει στα πόδια του σταυρωμένου Χριστού. Το ένιωθε σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση, γιατί αυτός ο χειμώνας είχε πάει καλά. Ήταν ο πρώτος ζεστός χειμώνας μετά από τρία χρόνια. Ζεστός στην κυριολεξία, αφού επιτέλους είχαν χρήματα να πληρώσουν το αναγκαίο πετρέλαιο.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν. Όφειλε ένα στεφάνι στον Εσταυρωμένο. Γιατί είχαν ξαναγίνει άνθρωποι.
Τα προηγούμενα χρόνια είχαν περάσει δύσκολα. Ο άντρας της, ο Πάβελ, έκανε λίγα μεροκάματα, πέντε-έξι το μήνα. Σοβατζής ήταν. Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά σπάνια δούλευε, όχι σοβατίσματα, συνήθως βαψίματα και μερεμέτια σε παλιά σπίτια. Άλλοι δεν έκαναν ούτε ένα μεροκάματο την εβδομάδα, αλλά ο δικός της ήταν φιλότιμος και τον καλούσαν πιο συχνά. Έβγαζε ογδόντα ως εκατό ευρώ το μήνα, ίσα-ίσα για το φαγητό τους. Πού και πού αγόραζε και μερικά ένσημα, γιατί τα χρόνια περνούσαν. Τελευταία δούλευε σε ένα βενζινάδικο, στο πλυντήριο των αυτοκινήτων και είχε σταθερό μεροκάματο και ασφάλιση. Μικρό μεροκάματο αλλά σταθερό. Στα ρεπό του σκάρωνε κουκλάκια από πηλό: γατάκια, σκυλάκια, αρκουδίτσες, τα ζωγράφιζε, τα στόλιζε με σμάλτο και τα πουλούσε στο βενζινάδικο σε πελάτες.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν, του 2016. Ημέρα του Εσταυρωμένου. Ήταν ασυνήθιστα καλόκεφος σήμερα ο Πάβελ. Έφτασε σιγοσφυρίζοντας στο βενζινάδικο και μπήκε στο γραφείο να αλλάξει, να βάλει τη φόρμα της δουλειάς. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι εκπλήξεις που είχε ετοιμάσει για τους αγαπημένους του ανθρώπους. Το χαμόγελο που άνθιζε στο πρόσωπό του, δεν τον άφηνε να δει τη σκοτεινιά που υπήρχε γύρω του.

-ο-ο-ο-

Καθαρίστρια ήταν. Τις καλές εποχές δούλευε σε σχολεία, στην Καλλιθέα που ζούσαν. Δούλευε και ο άντρας της σε οικοδομές. Ήταν καλά. Αλλά δεν είχε χρόνια στη δουλειά για να γίνει μόνιμη. Έτσι με το ξέσπασμα της κρίσης, τέλειωσαν και οι καλές εποχές γι’ αυτήν.
-Κυρία Λουντμίλα, της είπε η διευθύντρια του δημοτικού τον Ιούνιο του 2011, να ξέρετε πως το Σεπτέμβριο δεν θα σας πάρουμε ξανά, δεν μας το επιτρέπει ο νόμος. 
Της ήρθε κεραμίδα. Πήγε στο Δήμο, παρακάλεσε, τίποτα. Η δουλειά του άντρα της ήδη πήγαινε χάλια, έχασε και τη δικιά της. Άρχισε να δουλεύει σε σπίτια, όπως όταν είχε πρωτοέρθει από το Κράσνονταρ. Αλλά τα πράγματα τώρα είχαν αλλάξει. Παλιά είχε τέσσερα-πέντε σπίτια την εβδομάδα και δεν τα προλάβαινε. Τώρα την καλούσαν μια φορά στις δεκαπέντε, και αν.
Άρχισε τις περικοπές. Οι λογαριασμοί της ΔΕΗ και της ΕΥΔΑΠ άρχισαν να μαζεύουν σκόνη στο ράφι. Τα κοινόχρηστα και το νοίκι, συνεχώς στο έναντι. Σταμάτησε και την κόρη από τα αγγλικά. Με πόνο ψυχής, αλλά δεν γινόταν, με το ζόρι πλέον εξοικονομούσαν το φαγητό τους.
Έτσι βγήκε ο πρώτος χειμώνας ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο. Αλλά ο δεύτερος ήταν χειρότερος. Το διαμέρισμα που έμεναν πουλήθηκε. Κακοπουλήθηκε, δηλαδή, γιατί οι αξίες είχαν πέσει, αλλά η ουσία είναι πως ο νέος ιδιοκτήτης τούς έβγαλε. Το ήθελε για ιδιοκατοίκηση, είπε. Παραμύθια! Έτσι το άφησε, άδειο. Πήγαινε και έβλεπε καμιά φορά τις παλιές γειτόνισσες. Την πόνεσε πολύ η έξωση. Δώδεκα χρόνια είχε μείνει εκεί, από νιόπαντρη, σε μια κάθετο της οδού Σκρα ήταν η πολυκατοικία, στην Ξενοφώντος.
Πανικοβλήθηκε. Άνεργοι και δίχως σπίτι. Σπίτι βρήκανε -πλήθος τα ανοίκιαστα- ένα δυαράκι παλιό στη Σκοπευτηρίου, σε ημιώροφο, έβλεπε στον ακάλυπτο. Διακόσια πενήντα ζητούσε, διακόσια είκοσι τους το άφησε. Δανείστηκαν για την εγγύηση, το βάψανε μόνοι τους, το σουλουπώσανε. Τέλος πάντων, βολευτήκανε. Η συνέχεια μια από τα ίδια. Απλήρωτοι λογαριασμοί, απλήρωτα κοινόχρηστα, καθυστέρηση στα ενοίκια. Ο ιδιοκτήτης έμενε στην ίδια πολυκατοικία και ήταν πολύ πιεστικός. Όποτε τους έβλεπε, φώναζε, τους ρεζίλευε: «Τα νοίκια μου, εγώ από αυτά ζω», και τέτοια. Εισοδηματίας. Είχε δώσει αντιπαροχή τη μονοκατοικία του πατέρα του και ζούσε από τα ενοίκια των διαμερισμάτων.
Ξαναθυμήθηκε τη Ρωσία, τα παιδικά της χρόνια. Φτωχικά ζούσανε, αλλά τουλάχιστον είχανε ένα σπίτι. Γαμώ τον καπιταλισμό σας, βλαστήμησε μια μέρα. Την είχε φτάσει στο αμήν! Εκείνη να μην έχει να πάρει ψωμί κι εκείνος να ζητά το νοίκι. Εκεί τέλειωσε το πράγμα. Ο σπιτονοικοκύρης τα πήρε στο κρανίο:
-Μαζέψτε τα, τους είπε. Δώστε τα νοίκια που μου χρωστάτε και δρόμο!
Θα του περάσει, σκέφτηκε. Αλλά τους έστειλε κάτι περίεργους φουσκωτούς με τατουάζ στα μπράτσα. Ήταν η πρώτη φορά που φοβήθηκε, για την κόρη της πιο πολύ. Φύγανε νύχτα. Προσωρινά πήγανε σε έναν μακρινό ξάδερφο και συνάδελφο του άντρα της, στη Χαροκόπου, ανύπαντρο, ώσπου να τελειώσει η σχολική χρονιά. Έκτη δημοτικού πήγαινε το Αλινάκι της.
-Αστέρι η Αλίνα, κ. Στομπουλίδου, της λέγανε οι δασκάλες. Να τη χαίρεστε! Καλό παιδί και ξύπνιο. Θα πάει μπροστά.
Πώς να πάει μπροστά, σκεφτόταν, γαμώ τον καπιταλισμό σας, της είχε κολλήσει τότε αυτή η βλαστήμια. Τα αγγλικά τής τα έκοψα και σε δυο-τρία χρόνια καθαρίστρια τη βλέπω να γίνεται σαν κι εμένα, μουρμούριζε φεύγοντας από το σχολείο.

Το δεύτερο καλοκαίρι, του 2013, δούλεψε σε ξενοδοχείο, στη Νέα Μάκρη. Δέκα ώρες δουλειά, δηλωμένη για έξι. Τα λεφτά λίγα και όχι στην ώρα τους. Κοιμόταν σε ένα μεγάλο δωμάτιο που τους είχε δώσει το αφεντικό, μαζί με άλλες δύο, μια καμαριέρα Αλβανή, πιτσιρίκα και μια λαντζέρισσα μελαμψή, Ασιάτισσα, που δεν ήξερε σχεδόν καθόλου ελληνικά, από μια χώρα Μπάγκλα, ούτε κατάλαβε. Ευτυχώς, δεν είχε προβλήματα μαζί τους. Παρακάλεσε το αφεντικό να την αφήσει να φέρει και την Αλίνα. Την άφησε. Κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι της, πάνω σε ένα φουσκωτό στρώμα. Έτσι έκανε μερικά μπάνια το παιδί, λευτερώθηκε κι ο άντρας της και γύριζε με τον ξάδερφο για μεροκάματα σε διάφορα νησιά: Σαλαμίνα, Αίγινα, Σπέτσες. Τον ξαναείδε το Σεπτέμβρη. Πάλι καλά που δεν χώρισαν.
Ευτυχώς ήταν δυνατή η σχέση της με τον Πάβελ, δοκιμασμένη. Έρωτας από το σχολείο, στο Κράσνονταρ. Και εκεί σοβατζής ήταν. Όταν ήρθε με τη μάνα της από τη Ρωσία, στα δεκαοκτώ της, εκείνος έπεσε να πεθάνει. Σε δυο μήνες είχε κάνει τα χαρτιά του και να σου τον μια μέρα στην Καλλιθέα, έξω από την πολυκατοικία που μένανε, με ένα ματσάκι λουλούδια.
«Λουντμίλα Φιοντόροβνα, γιε λιουμπλιού σιντά!», της φώναξε, με ένα χαμόγελο φωτεινό σαν το μαλλί του και τόσο μεγάλο που φώτισε όλη την οδό Σκρα.
Μεγαλύτερη χαρά δεν είχε νιώσει στη ζωή της. Τον αγκάλιασε χωρίς να λογαριάσει τη γειτονιά, την περιπτερού, τη φουρνάρισσα, τους περίεργους στο απέναντι τυροπιτάδικο και τους χασομέρηδες του καφενείου. Οι μισοί ήταν συμπατριώτες της και θα πρόφταιναν τα νέα στη μάνα της αλλά δεν την ένοιαζε. «Γιε λιουμπλιού σιντά Πάβλιουσκα, κι εγώ σ’ αγαπώ!», του ψιθύρισε στο αυτί γεμάτη δάκρυα. Το ίδιο βράδυ ήρθε επίσημα στο σπίτι της.

Ο Πάβελ Σβερντλόφσκι ήταν Ρώσος, Κοζάκος για την ακρίβεια, με μακρινή ποντιακή ρίζα από τον πατέρα της γιαγιάς του και είχε δυσκολευτεί να αποδείξει πως είναι ομογενής ώστε να βγάλει βίζα. Όταν ήταν μικρός του άρεσε να πλάθει κουκλάκια από πηλό. Στην Κομσομόλ είχαν να το λένε για το κόκκινο πήλινο σφυροδρέπανο που είχε φτιάξει σε μια γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το είχαν κρεμάσει ψηλά στην κεντρική σάλα, στα γραφεία της νεολαίας. Σκόπευε να γίνει κεραμίστας. Αλλά όταν έπεσε ο Γκορμπατσόφ και ανέλαβε ο Μπόρις Γιέλτσιν, στην τεχνική σχολή βάλανε δίδακτρα. Τα ρούβλια γρήγορα έγιναν χαρτιά χωρίς αξία. Όλοι ζητούσαν δολάρια. Η σύνταξη της μάνας του δεν τους έφτανε ούτε για μια εβδομάδα. Άρχισε να δουλεύει σοβατζής για να μαζέψει λεφτά. Οι συμπατριώτες του είχανε χάσει το μπούσουλα. Μέρα με τη μέρα τούς έβλεπε να πουλούν την περηφάνια τους, την αξιοπρέπειά τους για λίγα δολάρια. Παράσημα του πολέμου πουλιόντουσαν στην άκρη της αγοράς για ένα καρβέλι. Κορίτσια δούλευαν σε μπαρ, αγόρια γίνονταν μπράβοι, περιουσίες άλλαζαν χέρια σε μια νύχτα. Όσοι είχαν ποντιακή ρίζα κάνανε τα χαρτιά τους και φεύγανε στην Ελλάδα. Μόλις έφυγε η Λουντμίλα, το πήρε απόφαση. Θα έφευγε και αυτός. Είχε χάσει όλα του τα όνειρα, δεν ήθελε να χάσει και το κορίτσι του, το τελευταίο όνειρο που του είχε απομείνει. Λάδωσε κάποιους γραφιάδες, πήρε βίζα κι έφυγε.
Εκείνη ήταν καθαρόαιμη Πόντια από γονείς και από παππούδες. Ο Θοδωρής Στομπουλίδης, ο προπάππους της ήταν έμπορος από τη Ριζούντα, παντρεμένος στο Νοβοροσίσκι. Το όνομά του είχε ο πατέρας της, ο Φιοντόρ, που ήταν δάσκαλος στο Κράσνονταρ. Ο πατέρας της αγαπούσε το θέατρο. Τους μιλούσε με καμάρι για τον Ευριπίδη, τους αρχαίους κλασικούς. Από κείνους βαστάμε, τους έλεγε, μη το ξεχάσετε ποτέ! Όταν έπεσε ο Γκορμπατσόφ, τα πράγματα δυσκόλεψαν, ο μισθός του με το ζόρι τους έφτανε να ζήσουν. Άρχισε να πίνει, να κλαίει μόνος του. Να πάτε στην πατρίδα, τους έλεγε όταν ήταν νηφάλιος, όλο και πιο σπάνια δηλαδή. Ώσπου τον βρήκαν παγωμένο σε ένα σοκάκι ένα Σαββατόβραδο. Την πήρε η μάνα της και ήρθαν στην Αθήνα.
Ενάμιση χρόνο αργότερα, όταν παντρεύτηκαν, ο Πάβελ Σβερντλόφσκι πήρε το επώνυμό της κι έγινε Παύλος Στομπουλίδης. Αφενός ήθελε να ξαναβρεί τη ρωμαίικη ρίζα του, αφετέρου δεν του άρεσε να τους λένε Ρώσους. Δέκα μήνες μετά το γάμο γέννησε το Αλινάκι της.

Το Σεπτέμβρη του ’13, όταν τέλειωσε από τη δουλειά στη Νέα Μάκρη, ξανά-μανά από την αρχή. Ψάξανε για σπίτι, όσο μπορούσαν πιο φτηνό. Νοικιάσανε ένα δυάρι στην Αριστείδου, πίσω από τα σχολεία. Ιδιοκτήτρια μια γεροντοκόρη γρουσούζα, που δεν είχε δουλέψει ποτέ και ζούσε από τη σύνταξη του πατέρα της ως «ορφανή ανύπαντρος θυγάτηρ». Διακόσια ζητούσε, εκατόν ογδόντα πέντε τους το άφησε γιατί δεν έβρισκε νοικάρηδες. Ήταν παμπάλαιο, κτίσμα του ’70, από τις αντιπαροχές της συμφοράς της επταετίας. Τον κατασκευαστή, μάθανε αργότερα, πως τον είχαν συλλάβει για κακοτεχνίες σε κάποια άλλη πολυκατοικία που είχε χτίσει. Ό,τι είχανε μαζέψει πήγε στην εγγύηση και στα πρώτα έξοδα, βάψιμο, πρίζες, κλειδαριές κλπ. Ο χειμώνας αυτός, του ’14, ήταν ο χειρότερος. Ξεπαγιάσανε. Το διαμέρισμα ήταν κρύο, βορινό. Είχε αυτονομία στη θέρμανση και καθώς λεφτά για πετρέλαιο δεν τους περίσσευαν, στο σπίτι ζούσαν με τα μπουφάν.
«Ντάμπρο παζάλοβατς Κρασναντάρ», έλεγε και γελούσε μόνη της σε όποιον ερχόταν στο σπίτι, «καλώς ήλθατε στο Κράσνονταρ».
Δουλειά έπιασε σε μια εταιρία καθαρισμού κτιρίων. Ως τότε το είχε αποφύγει καθώς είχε ακούσει διάφορα. Είχε γίνει και κείνο το επεισόδιο με τη Βουλγάρα συνδικαλίστρια, την Κούνεβα, που της είχαν κάψει το πρόσωπο και τα σωθικά με βιτριόλι και είχε φοβηθεί. Αλλά δεν πήγαινε άλλο. Έπρεπε να δουλέψει μόνιμα. Η Αλίνα ήταν πια στο γυμνάσιο, έπρεπε να την ξαναγράψει στα αγγλικά. Ο Πάβελ, ό,τι είχε μαζέψει από το καλοκαίρι, μετά το Σεπτέμβρη πάλι στο ένα, άντε δύο, μεροκάματα την εβδομάδα. Κι αυτά της συμφοράς, κακοπληρωμένα. Μια μέρα τον βρήκε πιωμένο. Πανικοβλήθηκε. Η εικόνα του πατέρα της ήρθε στο μυαλό της. Τον πήρε στην αγκαλιά της, τον γέμισε φιλιά.
«Πάβλιουσκα, μη μου το ξανακάνεις αυτό», τον παρακάλεσε δακρυσμένη, «κάνε υπομονή, γιε λιουμπλιού σιντά», του ψιθύρισε και του δάγκωσε το αυτί παθιασμένα. Αν μου τύχει κι αυτό, σκέφτηκε, χάθηκα. Κάνε Χριστέ μου να αντέξει ο Πάβελ μου, προσευχήθηκε. Την άλλη μέρα μπήκε σε μια εκκλησιά κι άναψε ένα κερί στην εικόνα του εσταυρωμένου.
Από εκείνη εξαρτιόταν πια η επιβίωσή τους. Πήγε σε δυο-τρεις εταιρίες καθαρισμού κτιρίων. Μόλις της ζητούσαν διαβατήριο και τους έδειχνε ελληνική ταυτότητα, την έδιωχναν. Δεν θέλανε Ελληνίδες! Με τα πολλά κάποιος τη δέχτηκε. Αλλά της το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή. Έτσι και πας στην Επιθεώρηση Εργασίας, σε τελείωσα! Κατάλαβες! Δυόμισι ευρώ την ώρα, ήταν η συμφωνία. Ένσημα; Τι ήταν αυτό; Αυτά τα κανονίζει ο λογιστής, ήταν η απάντηση. Πληρωμή κάθε εβδομάδα, της είπανε.
Είκοσι λεπτά το κτίριο δικαιολογούσε η επιχείρηση. Δέκα λεπτά για την μετακίνηση, δηλαδή δυο πολυκατοικίες την ώρα. Δέκα πολυκατοικίες σε ένα πεντάωρο, δωδεκάμισι ευρώ μεροκάματο, εβδομήντα πέντε ευρώ την εβδομάδα για τις έξι μέρες. Έτσι τα υπολόγιζε. Ώσπου ήρθε το πρώτο Σάββατο και κατάλαβε. Της δώσανε ένα πενηντάρικο. Τα υπόλοιπα, όταν πληρωθεί η εταιρία από τους διαχειριστές των πολυκατοικιών, της είπανε. Άσε που ποτέ δεν τέλειωναν στο πεντάωρο, πάντα έξι με εξίμισι ώρες χρειάζονταν για τις δέκα πολυκατοικίες.
Κλεισμένη σε ένα φορτηγάκι με τους κουβάδες, τις σφουγγαρίστρες και τα απορρυπαντικά, γύριζε τις γειτονιές: Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Παλαιό Φάληρο, Τζιτζιφιές. Μαζί της και μια νταρντάνα από τη Μολδαβία που δεν χώνευε τους Ρώσους. «Ρούσιι μπαντίτσιι», μουρμούριζε συνέχεια στη γλώσσα της, όταν έμαθε από πού ήταν. Κάποια βρισιά θα έλεγε, προφανώς. Κουβέντα δεν άλλαζε μαζί της. Για να ξεχνιέται, σκεφτόταν την κόρη της, τα παιδικά της χρόνια στο Κράσνονταρ, τις καλοκαιρινές βόλτες κοντά στο ποτάμι με τον Πάβελ.
Ήταν ωραία πόλη το Κράσνονταρ. Ειδικά το καλοκαίρι που λιώνανε οι πάγοι. Με ωραία πάρκα, μεγάλες πλατείες με σιντριβάνια, την κεντρική οδό Κράσναγια με τα παλιά κτίρια, τον ποταμό Κουμπάν, την αίθουσα συναυλιών της Φιλαρμονικής, το θέατρο Μαξίμ Γκόρκι που πήγαινε με τον πατέρα της. Τα σπουδαιότερα έργα τα έγραψαν Έλληνες της έλεγε με καμάρι, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής, ο Αριστοφάνης. Τον θυμάται να της μιλά με πάθος γι’ αυτούς, κι εκείνη νόμιζε πως ζούσαν ακόμα και πως θα τους εύρισκε όταν ήρθε στην Ελλάδα. 
Ο οδηγός, ένας Αλβανός, κοντοπίθαρος, ρουφιάνος του αφεντικού, μόλις φτάνανε σε πολυκατοικία, τους μοίραζε τη δουλειά και έκανε τσιγάρο. Σφουγγάρισμα στην κεντρική είσοδο, τζάμια, καθρέφτη αν υπήρχε, εξωτερικό πλατύσκαλο, σκαλοπάτια και δρόμο. Σε είκοσι λεπτά να έχετε τελειώσει, φώναζε, δεν θα ξημερώσουμε! Κι όταν τελειώνανε, δήθεν τις βοηθούσε να μαζέψουν κουβάδες και σφουγγαρίστρες για να τους βάζει χέρι. Ο γελοίος. Την πρώτη φορά αιφνιδιάστηκε. Τη δεύτερη, του τίναξε το χέρι απότομα και τον κοίταξε άγρια. Εδώ ήρθα να δουλέψω, του είπε αυστηρά. Δεν της μίλησε, αλλά στην επόμενη πολυκατοικία της έδωσε διπλάσια δουλειά από τη Μολδαβή που φαίνεται πως δεν είχε πρόβλημα με το μπαλαμούτι.
Τρεις μήνες άντεξε, ούτε κι εκείνη ήξερε πώς. Όλα μέσα της τα κρατούσε. Δεν τολμούσε να πει τίποτε στον Πάβελ, γιατί ήξερε πως θα άναβε το κοζάκικο αίμα και θα τον ξυλοφόρτωνε τον κοντοπίθαρο. Και μετά άντε να ξεμπλέξεις με τους μαφιόζους. Μια μέρα τον ξαναβρήκε πιωμένο. Χριστέ μου, τι θα κάνω; Δυνάμωσε τις προσευχές της στον εσταυρωμένο, την τελευταία της ελπίδα.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα πήγε στο αφεντικό και του ζήτησε να ξελογαριαστούν, γιατί έρχονταν γιορτές και ήθελε να καλύψει κάποιες υποχρεώσεις της, του είπε. Ψέματα. Κατά νου είχε σκοπό να σταματήσει μετά τις γιορτές. Είχε βρει ένα-δυο σπίτια, είχε συμφωνήσει να κάνει και την καθαριότητα στην πολυκατοικία που μένανε. Ήθελε να απαλλαγεί από το καθημερινό βασανιστήριο και να σταθεί κοντά στον Πάβελ της, που έβλεπε πως μέρα με τη μέρα μαράζωνε.
-Τι εννοείς να ξελογαριαστούμε, της είπε ειρωνικά το αφεντικό. Δεν πληρώνεσαι; Πληρώνεσαι.
-Μα…, του απάντησε, είχαμε πει δυόμισι ευρώ την ώρα, επί πέντε ώρες την ημέρα…, άρχισε να εξηγεί.
-Μην με μπερδεύεις με αυτά, τη διέκοψε. Πήγαινε στο λογιστή, αλλά δε νομίζω πώς έχεις να λαβαίνεις και της έδειξε την ανοιχτή πόρτα. Απ’ έξω καθόταν ένας γραμμωτός όλο μυς, με άγρια φάτσα. Κατάλαβε. Για το δώρο Χριστουγέννων που είχε κατά νου να του μιλήσει, ούτε που τόλμησε να το αναφέρει.
Δεν πρόλαβε να παραιτηθεί. Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα την απέλυσαν. Πήγε στο ΙΚΑ να δει τα ένσημά της, ούτε τα μισά! Η πρωτοχρονιά του 2014 την βρήκε άνεργη. Ο κρύος χειμώνας του Κράσνονταρ ήρθε στο σπίτι της. Και η πρωτοχρονιά του 2015 το ίδιο, την βρήκε πάλι άνεργη και χωρίς επίδομα ανεργίας. Στο ενδιάμεσο είχε ψάξει σε άλλες εταιρίες καθαρισμού αλλά ήταν φανερό πως είχε πέσει σύρμα. Διασταύρωναν τα στοιχεία και την απέρριπταν -μαφία σκέτη. Νέος χειμώνας Κράσνονταρ στο σπίτι της.
Μόλις που έβγαινε το καθημερινό φαΐ, από ένα-δυο σπίτια που πήγαινε κατά καιρούς και από τα σποραδικά μεροκάματα του Πάβελ. Τους έδινε και η Πρόνοια κάποιο επίδομα πού και πού. Τα αγγλικά της Αλίνας τα είχε αναλάβει μια φιλότιμη καθηγήτρια στο σχολείο, που έκανε μαθήματα τα απογεύματα σε όσα παιδιά θέλανε να δώσουν για λόουερ. Όταν η Αλίνα πήρε το λόουερ, έφτιαξε μια σπανακόπιτα και την πήγε δώρο στην δασκάλα. Δάκρυσε, όταν άκουσε πάλι καλά λόγια για την κόρη της. Δασκάλα Αγγλικών ήθελε να γίνει, δασκάλα σαν τον παππού της. Φυσικά και μπορεί, της είπε η καθηγήτρια. Έχει ταλέντο. Σε δυο, το πολύ τρία χρόνια θα δώσει για το προφίσιενσι και μετά θα μπορεί να διδάξει.
Πού νά ’ξερες, σκέφτηκε, πως δεν μπορώ να κάνω όνειρα ούτε καν για δυο εβδομάδες, όχι για δύο χρόνια. Μετρούσε τις μέρες ως την Παρασκευή που πήγαινε στο σπίτι της κυρίας Μυρσίνης. Αυτή της έδινε είκοσι ευρώ. Και κάθε δεύτερο Σάββατο καθάριζε στης κυρίας Αριάδνης που της έδινε δεκαπέντε ευρώ. Είκοσι και είκοσι σαράντα, και δεκαπέντε, σύνολο πενήντα πέντε το δεκαπενθήμερο. Μετρημένα κουκιά, εκτός κι αν έφερνε τίποτε ο Πάβελ. Έτρεμε το φυλλοκάρδι της, μήπως συμβεί κάτι έκτακτο και της ακυρώσουν κανένα μεροκάματο. Πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα;
Ευτυχώς, ο Πάβελ είχε αραιώσει το ποτό. Θα στείλω γράμμα στα ξαδέρφια μου, στο Κράσνονταρ, της είπε μια μέρα. Μπορεί να υπάρχουν δουλειές εκεί. Ξανάγινε Σβερντλόφσκι, μπήκε σε ένα λεωφορείο και γύρισε στην πατρίδα του. Της έστειλε λίγα ρούβλια στην αρχή, μετά μόνο γράμματα, μετά πάλι κάτι ρούβλια και μετά γύρισε ο ίδιος. Έφερε μερικά χρήματα, ξεπληρώσανε κάποια χρέη. Άρχισε να το σκέφτεται. Να γυρίσουν πίσω. Και η Αλίνα; Αποφάσισαν να κάνουν κουράγιο, να τελειώσει τουλάχιστον το λύκειο. Και μετά βλέποντας και κάνοντας.

-ο-ο-ο-


Δεκαεφτά μήνες έμεινε άνεργη, δέκα ενοίκια απλήρωτα, πέντε λογαριασμοί της ΔΕΗ, τέσσερις της ΕΥΔΑΠ, μόνο τα κοινόχρηστα ξεπλήρωνε καθαρίζοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας που μένανε, στην Αριστείδου. Δεκαεφτά μήνες μετρούσε τα κέρματα στην τσέπη της ένα-ένα. Ως το Μάιο του ’15. Τότε λες και έγινε κάποιο θαύμα και βρήκε αυτή την δουλειά στην ξένη εταιρία, από κάποιον Κύπριο, γνωστό ενός ξαδέρφου της κυρίας Αριάδνης. Τρέχα-γύρευε δηλαδή, πραγματικό θαύμα, άναψε πάλι κερί στον Εσταυρωμένο.
Αγγλο-ολλανδική ήταν η εταιρία, στο Κουκάκι, Βεΐκου και Μπότσαρη σε ένα ανακαινισμένο παλιό αρχοντικό. Το όνομά της δεν μπόρεσε ποτέ να το μάθει. «Πράιβετ Ινβέστμεντς Μακλίλαν-Βανχόμελ Κόμπανι, μαμά», της εξηγούσε η Αλίνα που είχε γίνει αστέρι στα αγγλικά. Το μόνο που καταλάβαινε εκείνη ήταν πως μετά από δεκαεπτά μήνες στην ανεργία άρχισε πάλι να νιώθει άνθρωπος. Έβγαινε στη Θησέως, έπαιρνε το 040 και κατέβαινε στο Φιξ. Μια χαρά! Καθάριζε σκάλες, τουαλέτες, γραφεία. Αλλά καμιά σχέση με όποια άλλη δουλειά είχε κάνει. Παντού πλακάκια, μαρμαρίνες, κρύσταλλα, δουλειά παστρική. Της δίνανε εκατόν εξήντα πέντε καθαρά, συν το ΙΚΑ της, σταθερά κάθε μήνα. Χωρίς καθυστερήσεις. Και το δώρο της τα Χριστούγεννα. Είχε ξεχάσει πως υπήρχε δώρο Χριστουγέννων. Σάστισε τόσο, σαν είδε τριακόσια τόσα ευρώ στο λογαριασμό της, ώστε πήγε στο λογιστή να ρωτήσει μήπως είχε γίνει κάποιο λάθος.
Αλλά κι εκείνη σαν το σπίτι της την είχε την εταιρία. Μισή ώρα νωρίτερα πήγαινε, μια ώρα αργότερα έφευγε. Όλα λαμπίκο τα άφηνε. δευτεροσφουγγάριζε όταν είχαν συσκέψεις και αργούσαν. τα αποτσίγαρα δεν προλάβαιναν να σβήσουν και τα μάζευε. οι τουαλέτες πάντα με το σαπούνι και το αποσμητικό τους. Το δυάρι της το άφηνε ασκούπιστο καμιά φορά, την εταιρία ποτέ.
Βρήκε κι ο Πάβελ δουλειά σε βενζινάδικο. Σταμάτησε να πίνει. Στα ρεπό του σκάρωνε κουκλάκια από πηλό: γατάκια, σκυλάκια, αρκουδίτσες, ματάκια, τα ζωγράφιζε, τα στόλιζε με σμάλτο και τα πουλούσε στο βενζινάδικο σε πελάτες. Ξαναβρήκε το χαμόγελό του. Έγινε ξανά ο γελαστός Πάβλιουσκα. Χαμογελούσε κι έλαμπε το σπίτι. Όχι μόνο το σπίτι, όλη η Αριστείδου έλαμπε. Άρχισε να κάνει όνειρα. Να πάει σε σχολή κεραμικής, να καλλιεργήσει το παραμελημένο ταλέντο του. 
Σύντομα ήρθαν σε λογαριασμό. Άρχισαν να ξεχρεώνουν. Ίσιωσε η στραβή μουτσούνα της γεροντοκόρης σπιτονοικοκυράς τους.
Ήταν ζεστός ο χειμώνας του ’16. Το παγωμένο Κράσνονταρ ξαναγύρισε πίσω στη Ρωσία. Κάθε βράδυ, στην αγκαλιά του Πάβελ, η Λουντμίλα ονειρευόταν ξανά. 


-ο-ο-ο-


Μεγάλη Πέμπτη, η ημέρα του Εσταυρωμένου.
Ο Πάβελ έφτασε χαμογελαστός στο βενζινάδικο. Στη Θησέως χαμηλά ήταν αλλά πήγαινε με τα πόδια. Ό,τι καιρό και να είχε. Πάντα του άρεσε να περπατάει. Στην επιστροφή, όταν σχόλαγε, προτιμούσε τα στενά. Ανέβαινε την Ξενοφώντος, που μετά τη Σκρα γίνεται Γρυπάρη. εκεί έκανε δεξιά, το επόμενο στενό ήταν η Αριστείδου. Δεν έκανε πάνω από είκοσι λεπτά.
Ήταν παράδοξα καλόκεφος σήμερα. Μόλις είχε τελειώσει τρία πήλινα κουκλάκια. Ένα για την Αλίνα του: ένα μικρό περιστέρι με ένα κλαδί ελιάς στο στόμα. Το είχε βάψει άσπρο και του είχε βάλει δυο γαλάζιες χάντρες στα μάτια. Ένα όμοιο είχε φτιάξει κάποτε ως κομσομόλος στο Κράσνονταρ, σε μια γιορτή για την παγκόσμια ειρήνη. Είχε πάρει τότε το βραβείο του καλύτερου πιονιέρου, με δίπλωμα υπογραμμένο από τον ίδιο το γραμματέα της νεολαίας. Το είχε κορνιζάρει πάνω από το κρεβάτι του. Έκανε όνειρα τότε, όπως και τώρα. Το περιστέρι θα το έδινε της Αλίνας το Σάββατο, μετά την Ανάσταση.
Ένα δεύτερο κουκλάκι είχε φτιάξει για τη Λουντμίλα του, τον ισόβιο έρωτά του. Ήταν μια πεταλουδίτσα με χρυσοκόκκινα φτερά και άσπρες πούλιες. Πρώτη φορά έφτιαχνε πεταλούδα. Τρία μοντέλα χάλασε μέχρι να την πετύχει. Ήθελε να είναι όμορφη. Θα την ακουμπούσε στο κομοδίνο της το Σάββατο μαζί με μια καρτούλα, να τη δει μόλις πήγαιναν να ξαπλώσουν μετά το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών. Ονειρευόταν αυτή τη στιγμή όλες τις ημέρες που προσπαθούσε να φτιάξει την πεταλούδα, όσο πιο τέλεια μπορούσε. Ονειρευόταν την έκπληξή της, όταν θα την έβλεπε. Ονειρευόταν να της χαρίσει ένα χαμόγελο σαν εκείνο τότε, όταν τον είχε δει ξαφνικά στην πόρτα της στη Σκρα, πριν από δεκαεπτά χρόνια που είχε πρωτοέρθει από τη Ρωσία. Ονειρευόταν να ορμήσει σαν και τότε στην αγκαλιά του και να τον γεμίσει φιλιά ψιθυρίζοντας «γιε λιουμπλιού σιντά, Πάβλιουσκα». Ονειρευόταν να περάσει μια αξέχαστη νύχτα μαζί της, όπως παλιά, που δεν υπήρχε η κρίση, που δεν είχαν έννοιες.
Ένα τρίτο κουκλάκι είχε φτιάξει για το αφεντικό του: μια αντλία βενζίνης, βαμμένη κοκκινόασπρη, στα χρώματα του βενζινάδικου. Είχε βάλει όλο το μεράκι του. Ήθελε να τον ευχαριστήσει που του έδωσε την ευκαιρία να εργαστεί ξανά, αλλά και που τον άφηνε να πουλά τα πήλινα μπιμπελό του στους πελάτες. Θα του το έδινε το Σάββατο, λίγο πριν σχολάσουν, όταν θα του πλήρωνε το βδομαδιάτικό του, όπως κάθε Σάββατο.
Μεγάλη Πέμπτη, η ημέρα του Εσταυρωμένου.
Ήταν ασυνήθιστα καλόκεφος σήμερα ο Πάβελ. Έφτασε σιγοσφυρίζοντας στο βενζινάδικο και μπήκε στο γραφείο να αλλάξει, να βάλει τη φόρμα της δουλειάς. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι εκπλήξεις που είχε ετοιμάσει. Το χαμόγελο που άνθιζε στο πρόσωπό του δεν τον άφηνε να δει τη σκοτεινιά που υπήρχε γύρω του.
- Πάβελ, μην αλλάζεις του φώναξε το αφεντικό του.
Τον κοίταξε απορημένος. Το αφεντικό άνοιξε το συρτάρι και του έδωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξε αφηρημένα. Είχε χρήματα, περισσότερα από το βδομαδιάτικό του. Μα η μέρα πληρωμής ήταν το Σάββατο. Δεν κατάλαβε.
- Πάβελ, δεν θα σε χρειαστώ άλλο, ξαναμίλησε το αφεντικό. Το πλυντήριο θα το αναλάβω μόνος μου. Δεν βγαίνω. Λυπάμαι. Είναι τα μεροκάματα που σου χρωστώ και η αποζημίωση.
Βγήκε ζαλισμένος από το γραφείο και άρχισε να κατηφορίζει τη Θησέως προς τη θάλασσα. Πήρε μια μπίρα από ένα περίπτερο και συνέχισε να περπατά στην παραλιακή ώσπου κουράστηκε. Πήρε άλλη μια μπίρα και άρχισε να περπατά προς τα πίσω. Προσπέρασε τη Θησέως. Στην Ξενοφώντος πήρε μια μπίρα ακόμα κι έστριψε προς τα πάνω, προς το σπίτι τους.
Θα ήπιε και πέντε μπίρες μέχρι να φτάσει. Η Αλίνα έλειπε στο εξοχικό μιας συμμαθήτριάς της, στη Σαλαμίνα. Θα γύριζε το Σάββατο να κάνουν μαζί Ανάσταση. Πριν μπει στο σπίτι αγόρασε από το σουπερμάρκετ μια βότκα. Άρχισε να πίνει χωρίς σταματημό. Κοίταξε τα κουκλάκια που είχε φτιάξει. Πήρε στα χέρια του την αντλία της βενζίνης και την πέταξε στον τοίχο. Έγινε κομμάτια αφήνοντας ένα κόκκινο σημάδι, σαν αίμα. Το αίμα του. Έβγαλε μια κραυγή. Συνέχισε να πίνει. Σε κάθε γουλιά έσπαζε κι ένα κουκλάκι. Γέμισε ο τοίχος κόκκινα σημάδια, αίματα, σφαγείο. Άρχισε να ανασαίνει βαριά. Έπεσε στο κρεβάτι μισολιπόθυμος. Το κεφάλι του κάπου χτύπησε, δεν έδωσε σημασία. Τίποτε δεν είχε πλέον σημασία γι’ αυτόν. Το αίμα του έβαψε το μαξιλάρι. Μόνο ένα λευκό περιστεράκι και μια πεταλουδίτσα με χρυσοκόκκινα φτερά είχαν γλιτώσει από το μακελειό.
Μεγάλη Πέμπτη, του 2016. Η μέρα της σταύρωσης του Πάβελ.


-ο-ο-ο-


Η Λουντμίλα βγήκε από το ασανσέρ, ακούμπησε προσεκτικά τη σακούλα με το στεφάνι για τον Εσταυρωμένο σε ένα τραπεζάκι και χτύπησε την πόρτα του διευθυντή. Όταν την ειδοποίησαν να ανέβει στο γραφείο του, δεν φανταζόταν πως είχε φτάσει η ώρα για τη δική της σταύρωση.
-Πληρωθήκατε, κυρία Λουντμίλα; τη ρώτησε δειλά.
-Δεν κοίταξα ακόμα, κύριε Άλεν, του απάντησε. Ελληνοκύπριος αγγλοθρεμμένος ήταν, καλός κύριος και θρήσκος. Κάθε δύο ώρες τού έφτιαχνε έναν διπλό σκέτο. Είχε πάντα έναν καλό λόγο να της πει. Μόνο για μισό λεπτό, το πολύ σαράντα δευτερόλεπτα κάθε δύο ώρες τον έβλεπε, αλλά είχε καταλάβει. Την ρωτούσε για την κόρη της, για τη ζωή της, καλός κύριος, ευγενής, να δεις πως τον έλεγε η κόρη της στα αγγλικά «τζέντελμαν».
-Θα βρεις παραπάνω χρήματα, της είπε κομπιάζοντας.
-Ξέρω, είναι και το δώρο, δεν την ξαναπατάω, του απάντησε χαμογελώντας.
-Όχι μόνο, κυρία Λουντμίλα, είναι και η αποζημίωση.
Ποια αποζημίωση; Τρελάθηκε, τα υπόλοιπα σχεδόν δεν τα άκουσε. Πως η κεντρική εταιρία ειδοποίησε από το Λονδίνο να κάνουν περικοπές στο προσωπικό. πως τους συνέφερε καλύτερα να αναθέσουν την καθαριότητα σε εταιρία καθαρισμού αντί να έχουν υπάλληλο για τη δουλειά αυτή. πως ήθελε να της το ανακοινώσει ο ίδιος, διότι εκτιμούσε τη δουλειά της και την ίδια αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. πως θα της δώσει συστατική επιστολή. πως…
-Γαμώ τον καπιταλισμό σας, του πέταξε κατάμουτρα τη βλαστήμια και βγήκε χτυπώντας την πόρτα.
Έφυγε φουριόζα χωρίς να αλλάξει, με τα ρούχα της δουλειάς. Το κατάλαβε όταν βγήκε από το κτίριο αλλά δεν γύρισε πίσω. Δεν ήθελε να ξαναδεί τις φάτσες τους. Θα έστελνε την Αλίνα να πάρει τη φούστα της.
Την εκτιμούσε! Σιγά την εκτίμηση, εκατόν εξήντα πέντε ευρώ τού κόστιζε. Ούτε το ένα εικοστό από το μισθό του. Την εκτιμούσε αλλά προτιμούσε την εταιρία καθαριότητας με τον γελοίο κοντοπίθαρο και την Μολδαβή νταρντάνα.
Εκείνη τούς είχε καλύτερα κι από το σπίτι της. Μισή ώρα νωρίτερα πήγαινε, μια ώρα αργότερα έφευγε. Όλα λαμπίκο τα άφηνε. δευτεροσφουγγάριζε όταν είχανε συσκέψεις και αργούσαν. τα αποτσίγαρα δεν προλάβαιναν να σβήσουν και τα μάζευε. οι τουαλέτες πάντα με το σαπούνι και το αποσμητικό τους. Το δυάρι της το άφηνε ασκούπιστο καμιά φορά, την εταιρία ποτέ. Ποιος θα τα έκανε αυτά, η Μολδαβή;
-Γαμώ τον καπιταλισμό σας, της ξαναβγήκε δυνατά η βλαστήμια από το λαρύγγι καθώς έφτασε στη στάση. Δυο τρεις επιβάτες που περίμεναν το λεωφορείο την κοίταξαν περίεργα και παραμέρισαν. Είχε κάτι το σαλό στο βλέμμα και στην κίνησή της. Μια καμπάνα χτύπησε πένθιμα. Από το μεγάφωνο ακουγόταν ο θρήνος:
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…
Θυμήθηκε το στεφάνι που είχε στη σακούλα για τον Εσταυρωμένο. Πατσίσαμε, είπε μέσα της, δεν σου οφείλω τίποτε. Μπήκε στο λεωφορείο και έφυγε.


-ο-ο-ο-


Μεγάλη Πέμπτη, η ημέρα του Εσταυρωμένου.
Η Λουντμίλα βγήκε από το ασανσέρ και ξεκλείδωσε την πόρτα. Πώς να πει στον Πάβελ, ότι πασχαλιάτικα έμεινε άνεργη. Μ’ αυτή τη σκέψη μπήκε στο σπίτι της, όταν τον είδε μέσα στα αίματα. Μυρωδιά βότκας κι ένα σπασμένο μπουκάλι. Οι τοίχοι και το ταβάνι κατακόκκινοι. Κι ο Πάβελ ακίνητος στο κρεβάτι, χωρίς ανάσα.
Όχι αυτό! Όχι αυτό, γαμώ τον καπιταλισμό σας, γαμώ!
Γονάτισε δίπλα στο πρόσωπό του. Τα μάτια της θόλωσαν. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει. Από τα μεγάφωνα του Αγιονικόλα ακουγόταν ο θρήνος:
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…
Άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά και να κλαίει βουβά.
Όι, όι Πάβλιουσκα! Γιε λιουμπλιού σιντά! Όι, όι Πάβλιουσκα!
Με ένα μαντήλι τού σκούπισε το αίμα. Τον έπλυνε με κολόνια να μη μυρίζει οινόπνευμα. Του άλλαξε πουκάμισο, του φόρεσε και τη γαμπριάτικη κόκκινη γραβάτα, τη μοναδική που είχε.
Ψευδήν πορφύραν περιβάλλεται…
Όι, όι Πάβλιουσκα! Γιε λιουμπλιού σιντά! Όι, όι Πάβλιουσκα!
Άρχισε να μαδά τα τριαντάφυλλα από το στεφάνι που είχε αγοράσει για τον Εσταυρωμένο – δέκα ευρώ είχε δώσει, γιατί του όφειλε ένα στεφάνι. Τώρα είχαν πατσίσει. Δεν όφειλε τίποτε.
Η πήλινη χρυσοκόκκινη πεταλουδίτσα στο κομοδίνο, που είχε σωθεί από το μακελειό, λαμπύρισε στο φως της λάμπας. Σήκωσε την καρτούλα:
Λουντμίλα Φιοντόροβνα, γιε λιουμπλιού σιντά!
Η κραυγή της ξέσκισε τις κουρτίνες:
Όι, όι Πάβλιουσκα! Όι, όι Πάβλιουσκα!
Σκόρπισε τα ροδοπέταλα πάνω στο άψυχο κορμί. Τα χέρια της μάτωναν από τα αγκάθια αλλά δεν την ένοιαζε πια. Κοκκίνισε το καλό πουκάμισο. Ροδοπέταλα, με σταγόνες από το αίμα της, από την καρδιά της. Τον σκέπασε με τριαντάφυλλα κι απόμεινε βουβή να τον κοιτάζει.
Το στεφάνι είχε απομείνει γυμνό από άνθη. Τα αγκάθια τής τρυπούσαν τα δάχτυλα αλλά δεν την ένοιαζε πια. Το απίθωσε στα μαλλιά του.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται…
Όι, όι Πάβλιουσκα! Όι, όι Πάβλιουσκα!

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, 27 Απριλίου 2016









Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΔΑΚΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

"Συγγραφή για εμένα είναι να ξεγλίστρημα σε μια άλλη ζωή. Εκεί που δημιουργώ μια καινούργια γειτονιά με καινούργιους ανθρώπους και που πάντα με περιμένουνε για να μου ανοίξουνε την αγκαλιά τους, να μου ανοίξουνε τη πόρτα τους, για να μου δείξουνε τη ζωή τους. Γνωρίζω ζωές και κάποιες φορές “πειράζω” ζωές. Έστω και σε μία άλλη διάσταση. Δυστυχώς, ή ευτυχώς."Δ.Κ.

Από συνέντευξη στη ΒΕΝΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ για το Womland.



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα με καταβολές από την Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική και Διοίκηση Επιχειρήσεων ενώ στη συνέχεια μελέτησε Ελληνικό Πολιτισμό μέσω του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως Σύμβουλος επιχειρήσεων επί εργασιακών θεμάτων και είναι επί σειρά ετών εισηγητής σεμιναρίων management συνεργαζόμενος με σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα.
Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.

Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα 

«Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής»(2009) και 

«Ο Ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό…»(2011) 
καθώς και μία συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Άστο το φως»(2016) όλα από τις εκδόσεις «Άπαρσις». 
Υπό έκδοση βρίσκεται συλλογή διηγημάτων του. Η είσοδος στα θεατρικά δρώμενα αποτελεί άμεσο στόχο του για το 2017.
Λογοτεχνικά και Ποιητικά έργα του έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (National short story Award 2015, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, Αμφικτυονία Ελληνισμού, ΕΠΟΚ, Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, International Poetry Prize 2014, Ολυμπιακή Στέγη Βέροιας, κ.α.).
Πονήματά του, εκδοθέντα ή μη, δημοσιεύονται κατά καιρούς σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες, ιστοσελίδες και blogs πολιτισμικού περιεχομένου και αποσπάσματα έργων του έχουν διαβαστεί σε εκπομπές ραδιοφωνικών σταθμών.

i) Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής




Δημήτρης Κολιδάκης - Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής

Είδος - Μυθιστόρημα

Εκδόσεις - Άπαρσις, 2009
Σελίδες - 231 
ISBN 978-960-98936-0-2,

... Κι εκεί ματασκέφτηκε η γερόντισσα, όπως πολλά βράδια πριν σφαλίσουν τα μάτια με ύπνο... "Ο τόπος μας είναι ένας ουρανός γεμάτος φεγγάρια που κυνηγιόνται στις νύχτες μας. Ναι, στις νύχτες εμάς των μεγάλων και των "σοφών", τρομάρα μας! Αν σκορπίσουνε στη θάλασσα του κόσμου, σκέφτομαι μήπως το σκοτεινό του νερού στα σωθικά τα πάρει! Τα πάρει και τα πνίξει". Και το δάκρυ έπαιρνε τον κατήφορο και ίσα που σταμάταγε λίγο πιο πάνω από τα χείλια... κρατημένο! Λαμπυρισμένο! Ο τόπος της -Ο Ποταμίτης- τον πόναγε η γερόντισσα, και τα φεγγάρια... ναι, τα φεγγάρια -έτσι τα 'λεγε τα παιδιά, τα Ποταμιτάκια- πρώτο λόγο είχανε στη σκέψη της! Και δόστου πλενόντουσαν τα μάτια κάθε που το σκόρπισμα έπαιρνε ζωντάνια στο μυαλό...!
"Ο χρόνος κυλάει. Καθένας άλλο δρόμο της ψυχής του παίρνει. Και ο ουρανός, κάποια στιγμή, σκορπίζει τα φεγγάρια τούτα στη θάλασσα του κόσμου, ξεχειλίζοντας την από φως περίσσιο και πολύχρωμες ελπίδες για το αύριο. Και με το περπάτημα ανάμεσα σε εικόνες και σε στιγμές ανείπωτα μαγευτικές υφαίνεται το ριχτάρι μιας αλλιώτικης ζωής".




Αποσπάσματα 

Α) Η πόρτα του Γυμναστηρίου έτριξε στο άνοιγμα και γλίστρησε μέσα ο Λουκάς. Το ’πιασε ο Διευθυντής και ξανά ’πε.
- Αυτόν το χρόνο, θα κάνουμε κάτι διαφορετικό και πιο σπουδαίο. Κάτι το μεγαλειώδες και το Θείο. Τα κάλαντα του χωριού μας θα είναι τραγούδι χαράς, αγαλλίασης και βοήθειας σε κάποιο συνάνθρωπο μας. Σε κάποιον που θέλει να κρατήσει το φως του, που όσο πάει σβήνει, χάνεται. Κι αυτό το φως, που όλο λιγοστεύει, θα το δυναμώσουμε εμείς. Το νοσοκομείο της κυρα-Μέλπως θα ετοιμαστεί με τη δική σας συμμετοχή και βοήθεια. Με τα χρήματα από τα Χριστοκάλαντα και τα Πρωτοκάλαντα, τα δικά σας. Η ιδέα είναι του Λουκά του Καλύβα της Έκτης και θα βοηθήσουμε όλοι, να γίνει πραγματικότητα. Γιατί η ιδέα μπορεί να είναι μιανού, αλλά η επιθυμία να βλέπει τον ήλιο και τ’ άστρα, η κυρα-Μέλπω, είμαι σίγουρος ότι είναι όλων μας.

Β) Όπως η ιστορία με τον Ιορδάνη τον Μπίθα. Από την πρώτη Λυκείου, το χρώμα στο μούτρο του πρόδινε την κατάστασή του. Μεσογειακή αναιμία, προχωρημένου βαθμού. Κι απο κατάσταση οικογενειακο-οικονομική, δράμα. Δυστυχία σκέτη! Μια μάνα μόνο στη ζωή, με δουλειά όπως και όπου τη φώναζαν. Τι ξενόρουχα σιδέρωνε, τι σκαλοπάτια έτριβε, τι μωρά ξεσκάτιζε, τι ανήμπορους ξενύχταγε. Στο νοσοκομείο, τη ζούλαγαν συνέχεια… 
- «Δυο μπουκάλες αίμα, κάθε μήνα, θέλουμε για τις ανάγκες του Ιορδάνη, κυρία Μπίθα».
- «Και πού να τις έβρω; Μόνη είμαι στον κόσμο τούτο. Μόνη κι έρημη. Σαν το καλάμι».
- «Να βρεις! Να ψάξεις! Ο κόσμος δε δίνει. Δε βγάζει απο μέσα του το περίσσεμα, να σωθεί ο διπλανός του. Κι οι ανάγκες του νοσοκομείου πολλές», η απάντηση.
- «Γιατί δεν το δίνει ο κόσμος; Αφού ο Πανάγαθος δεν έβαλε βρύση στα σώματα. Με το κόψιμο, χύνεται όλο έξω. Πετιέται. Γιατί δε δίνουν λίγο και για τον Ιορδάνη μου; Γιατί;»
Έτσι είχε πει στο Λυκειάρχη μια μέρα, η μαύρη, κλαίγοντας. Την είχε πιάσει η απόγνωση και το παράπονο και έτσι το ’πε στον Μπούα, καθώς η μάνα είχε πάει να ρωτήσει για το γιο της. Γιατί η κυρία Ιουλία, κλαψιάρα δεν ήτανε. Ούτε φόρτωνε τους άλλους με τα καταδικά της βάρη. Είχε περηφάνεια και διακριτικότητα. Και καλοσύνη έβγαζαν τα μάτια της που ’ναι ο καθρέφτης της ψυχής.
Την άλλη μέρα, τη φώναξαν απ’ το νοσοκομείο. Την έμπασε ο Διευθυντής στο γραφείο του.
- Μπορείς να ’ρχεσαι το πρωί να βοηθάς λίγο στη κουζίνα; Όχι, πολλά πράγματα. Να τρίβεις καμιά κατσαρόλα, κανένα τηγάνι και τέτοια. Και φαγητό από ’δω θα παίρνεις. Εδώ θα τρως κι από ’δω θα παίρνεις και για το βράδυ. Μπορείς, Ιουλία;
Έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα, η Ιουλία. Αν μπορούσε, λέει! Και το ρώταγε ο χριστιανός! Της το ξεκαθάρισε, όμως. Όχι, για μόνιμα. Μια θα ’φευγε, μια θα ’ρχότανε. 
Γιατί όμως διάλεξε εκείνη ο Διευθυντογιατρός; Αφού ούτε υπουργό ήξερε, ούτε βουλευτή, ούτε κανέναν άλλον πολιτικάντη. Τότε πώς; Γιατί; Απάντηση ποτέ δεν πήρε γι’ αυτό η κυρία Ιουλία κι ούτε θα ’παιρνε ποτέ. Ούτε γιατί τη φωνάξανε στα μαγειρεία, ούτε και τί θέλουνε κάθε μήνα οι καθηγητές στο αιμοδοτικό. Δυο ερχόντουσαν, οι ίδιοι δυο έφευγαν. Πάντα δύο και κάθε μήνα διαφορετικά μούτρα. Άλλοι τη μια φορά, άλλοι την άλλη. Ποτέ δε ρώτησε και ποτέ δεν θα ρώταγε. Τί την ένοιαζε εξάλλου! Τα ξένα, τα περίεργα, δεν την ένοιαζαν και δεν την ενδιέφεραν. Αλλά αυτό που σκεφτότανε που και που ήταν, ότι εδώ και κάμποσο καιρό δεν την είχανε ξαναζουλήξει για τις μπουκάλες του Ιορδάνη. Δεν της ξαναείπανε κουβέντα. Πού βρίσκανε αίμα, άραγες;
«Ποιος ξέρει, τώρα που με βλέπουνε συνέχεια, να με περνούν για δικιά τους και να ’ναι διαφορετικά». Έδινε την απάντηση, μόνη της.


Ο Δημήτρης Κολιδάκης μιλάει για το βιβλίο «Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής» σε συνέντευξή του στο  ΑΡΘΡΟγραφωντας στη ΜΑΙΡΗ ΚΑΝΤΑ


Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο σας, σε περίπτωση που κάποιοι δεν το έχουν διαβάσει, να το γνωρίσουν καλύτερα;
Δ.Κ.: Η «λάμψη μια αλλιώτικης ζωής» είναι ένα κράμα λέξεων και εικόνων που απεικονίζουν όχι μια «αλλιώτικη ζωή» αλλά την ίδια τη ζωή μας, τους ίδιους τους πόθους μας και αυτές τις προσδοκίες μας για το συναισθηματικό παρόν και μέλλον των παιδιών… των παιδιών μας. Στιγμιότυπα «ζωτικών κύκλων» όπως του Δημοτικού, του Λυκείου ακόμη και των πρώτων ακαδημαϊκών βημάτων, διοχετεύουν μηνύματα θετικά όχι προς τα παιδιά, αλλά προς τους ίδιους τους γονείς, προς τους μεγάλους. Παρ’ όλο που είναι μυθιστόρημα το βιβλίο αυτό έχει να θυμίσει στον αναγνώστη κάποιο περιστατικό, κάποια στιγμή από την ίδια την παιδική ή την εφηβική ζωή του. Για το λόγο τούτο δεν απευθύνεται μόνο σε νέους αλλά και σε ηλικίες μεγαλύτερες ή …πολύ μεγαλύτερες αφού το αγιόκλημα και ο βασιλικός αφήνουν έντονα τα «ίχνη» τους να πλανιόνται στην ατμόσφαιρα.

Με την "Λάμψη μίας αλλιώτικης ζωής" εισάγετε ένα νέο όρο, την "Οικογενειακή Λογοτεχνία". Μπορείτε να μας περιγράψετε λίγο το νέο αυτό όρο;
Δ.Κ.: Σκοπός της Οικογενειακής Λογοτεχνίας δεν είναι η κατανάλωση χρόνου –πάντα συγγραφικά- περιγραφών ειδυλλιακών τοπίων και μελό διαλόγων αλλά η έκφραση μηνυμάτων, απόψεων και σκέψεων των ηρώων, του περιβάλλοντός των αλλά και του ίδιου του συγγραφέα. Η λεπτομερειακή περιγραφή του τόπου που διαδραματίζεται η πλοκή καθώς και οι αντιδράσεις των ηρώων κρίνονται απαραίτητες για να ταυτιστεί ο αναγνώστης με τον αντίστοιχο ήρωα που νομίζει ότι τον εκφράζει. Συνεπώς η «Οικογενειακή Λογοτεχνία» χαρακτηρίζεται από μια τριμερή πλοκή με ξεκάθαρες σκέψεις όλων των παραγόντων της συγγραφής. Ίσως ακόμα αυτών των γραφικών (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, εσωτερικές εικόνες). Η «Οικογενειακή Λογοτεχνία» για άλλους παραφράζεται –και ίσως σωστά- ως... «Τολμηρή Λογοτεχνία» αφού ο συγγραφέας εκφράζει ανοιχτά σκέψη και γνώμη. Είναι αλήθεια ότι ψάχνοντας κάποιος ανακαλύπτει πως όλο το έργο βαδίζει πάνω στα χνάρια των κλασικών συγγραφέων και των τοπικών κοινωνιών, εκφράζοντας μια πραγματική εικόνα σε σωστό χρόνο. Διακρίνοντας μια εκφραστική καθημερινότητα στις λέξεις και μια συνεχή παρεμβολή από τον συγγραφέα ή από το περιβάλλον των κεντρικών προσώπων –ίσως κάποια στιγμή το περιβάλλον καθίσταται και αυτό κεντρικός άξονας κεφαλαίων- η γραφή χαρακτηρίζεται άμεση.
Συνέντευξη ΑΡΘΡΟγραφωντας στη ΜΑΙΡΗ ΚΑΝΤΑ
Διαβάστε περισσότερα εδώ 


ii) Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό... 


Δημήτρης Κολιδάκης - Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό... 
Είδος - Μυθιστόρημα 
Εκδόσεις - Άπαρσις, 2011
Σελίδες - 329 
ISBN 978-960-98936-6-4, 

"Κοίταξε τον Περικλή, στο ημίφως, πόσο ήρεμος ήτανε! Aγωνιστής ζωής και ήρεμος. Ασυμβίβαστα. Για άλλους ναι... ασυμβίβαστα. Γι’ αυτόν όχι και δεν του πήγαινε άλλη έκφραση. Δεν του "δένανε" άλλα χαρακτηριστικά. Έτσι έπρεπε να ήτανε. Έτσι... Ήρεμος!

"Περικλή, εδώ είμαι... κοντά σου. Μην ανησυχείς, μη στεναχωριέσαι...". Δύσκολα εύρισκε τα λόγια η Ουρανία για το ξεμυστίκευμα και που αρχή τούτο, θα ‘πρεπε χρόνια πίσω να είχε. Ας είναι... έστω! Ξεκίνησε και προχώραγε ψαχτά για το παρακάτω. Για τα λόγια τα απλά, τα ανθρώπινα αλλά πάντα άβγαλτα και που σταματημένα στα σπλάχνα μένανε! Ξένα γι’ αυτήν έτσι κι αλλιώς και τώρα θέλανε να βγούνε, να ξεχυθούνε με δύναμη... Όπως το κλάμα!"

Έτσι είναι! Τα λόγια τα ψιθυριστά αν δεν τα έχεις ξαναπεί πας ψάχνοντας. Θέλει τόλμη! Πρέπει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου για να δώσεις στον άλλον να καταλάβει ότι του δίνεσαι.... γιατί του δίνεσαι! Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό του "κάποτε" ή ένα ατελείωτο μυστικό του "τώρα". Μια αυθόρμητη εξομολόγηση, μια στιγμή τόσο διαφορετική από τις άλλες τις κοινές. Λέξεις πλεγμένες με συναίσθημα... ό,τι και να ‘ναι αυτό το τελευταίο. Αντάρας ή νηνεμίας. Ξεσπάς και αποκαλύπτεσαι μ’ έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, αλλά τόσο αληθινό, τρόπο! Ξεσπάς...!



Αποσπάσματα 



Α) Μέχρι τα πεντέμισι κράτησε το άγνωστο μακρινό ταξίδι για τον πατέρα. Η προσμονή! Δεν μπορούσε άλλο το μυστικό και το πλάνεμα να μείνει. Δεν γινότανε πια. Όλα έχουνε ένα «μέχρι», ένα «φτάνει» και ένα «πρέπει»! Όλα μα όλα! Κι ένα βράδυ γλυκό, ανοιξιάτικο, έφερνε και μια μυρωδιά το νυχτολούλουδο που σε ζούρλαινε, στη βεράντα, με τον Σταμάτη αγκαλιά στη κούνια τη λικνιστή, σήκωσε το χέρι το αριστερό, της καρδιάς –έτυχε ή σημάδι λατρείας;- και του έδειξε το πιο λαμπερό αστέρι της νυχτιάς. Έψαξε το αυτί του με τα χείλι της για να του ακουμπήσει τα λόγια τα κρυφά. Τα χρονισμένα! Τα λόγια που έπρεπε να φανερωθούνε… να βγούνε απ’ τη καρδιά και να μην χαθεί τίποτα! Να μην πέσει κάτω ούτε ένα σύμφωνο, ούτε ένα φωνήεν. Έτσι έπρεπε!
- «Εκεί είναι αγόρι μου… εκεί είναι ταξιδεμένος ο μπαμπάς. Εκεί πάνω και μας καμαρώνει που είμαστε μαζί, αγκαλιά. Μας καμαρώνει και μας νοιάζεται Σταματάκο μου… Μας κοιτάζει ακοίμητος με το γλυκό του βλέμμα… Το ζεστό του! Μας φροντίζει με τον δικό του τρόπο! Μας προσέχει και μας αγαπάει απέραντα. Και την αγάπη του, με φως νυχτερινό μας την στέλνει. Όταν όλοι ησυχάζουν, κοιμούνται και δεν κάνουν θόρυβο, τότε μας την στέλνει για να την νοιώσουμε καλύτερα. Κι αν και ‘μεις αποκαμωμένοι κλειστά έχουμε τα μάτια, εκείνος βρίσκει ένα όνειρο και μας την ταξιδεύει για να την πάρουμε! Και να το ξέρεις… όπως είμαστε τώρα… ακουμπιστοί… έτσι θέλει να ‘μαστε. Έτσι! Κοντά… ζεστά. Αγαπημένοι…». 
Μπέρδεψε στα μαλλιά του ένα φιλί μ’ ένα μαργαριτάρι υγρό. Μια αγάπη και μια νοσταλγία! Το πρώτο για το παιδί… το δεύτερο για τον πατέρα του… τον «ταξιδεμένο».

Β) Για τους συγγενείς είπαμε…
Όλοι λένε «οι δικοί μας άνθρωποι»… και μόνο «δικοί μας» δεν είναι. Κάποιες φορές είναι, για παράπονα και για περαδώθε και ποτέ δεν είναι για τα δικά μας «ζητάω» μιας και η απάντηση γνωστή όπως, «ξέρεις…», «ναααα… εγώ…», « θα ‘θελα αλλά…»! Γι’ αυτό άστους στην ησυχία τους! Στο χωριό τους! Στις χαρές τους δίχως τις λύπες μας και στις λύπες τους που δεν χρειάζονται κι άλλους να τους κρατάνε το χέρι που από τις παρηγοριές και το «υπομονή» θα ‘ναι μελανιασμένο ήδη. Εξ’ άλλου πάνε πια και οι εποχές που καλούσες σε γιορτές και άνοιγες το σπιτικό σου σε θείες και θείους, σε κουμπάρους και συμπεθέρους. Και σε ξαδέλφια! Κοντύνανε τα σόγια. Λιγοστέψανε οι καρδιές από σχέσεις και οι ψυχές από θανάτους. Μαζέματα κι αν και είμαστε στην εποχή των μηδενισμένων αποστάσεων, τούτες δω οι αποστάσεις μεγαλώσανε. Πιο εύκολα πας στην άλλη άκρη του ωκεανού παρά στο σπίτι του συγγενή! Μαζέψανε τα πάρε δώσε! Οι μισοί κόψανε τα «πάρε» και οι άλλοι μισοί τα «δώσε»! Εντελώς! Βρεθήκανε καβούκια για… κλείσιμο. Σε όλα τα μεγέθη και σε όλα τα σχήματα! Χελώνες για τις βίζιτες και καβούρια για τις εξυπηρετήσεις! Ακόμη και τις αναγκαίες! Οι αιτίες; Κανείς δεν ξέρει και ούτε θα ‘θελε να μάθει. Κλείσανε οι καρδιές και γίνηκε η διάθεση σκέτη κούραση. Και γι’ αυτούς και για τους άλλους. Για όλους. Και για σένα και για ‘κείνους! Αφού καμιά φορά αναλογίζεσαι… «βρε, μήπως μου τους είχανε επιβάλλει και τους ανεχόμουνα τόσο καιρό; Έχανα το χρόνο μου τσάμπα με το μουρλόσογο;». Και αυτό «παίζει»! Επαφές που μείνανε γιατί προϋπήρχανε! Η κουζίνα στο σπίτι υπάρχει γιατί υπήρχε. Όπως η μπανιέρα… απαραίτητη για τις κουβέρτες και όχι για τα σώματα. Τώρα θες ένα «μπες – βγες»… κι αν βγει και κανένα σύστημα στεγνού καθαρίσματος, ανάρπαστο θα γίνει! Χρόνος για μας, μηδέν. Και οι οδοντόβουρτσες κι αυτές ηλεκτρικές. Άστα-βράστα! Μπερδεύτηκε το αίσθημα με το χρόνο. Το «σ’ αγαπώ» με το «πες το γρήγορα». Μπέρδεμα στις καρδιές με τη λογική την… παράλογη! Ισοπέδωση. Μάλλον χώσιμο βαθύ στην αφάνεια!
Γ) Προχώρησε η γριούλα τρία βήματα μπροστά. Πιο κοντά σ’ εκείνον… στον δικό της… στον «αλαργινό» τον σύντροφό της. Και ‘κει ξαναγλυστρήσανε τα δάκρυα από τα μάτια τα σφαλιστά, λες κι είχε το δικό της κάδρο, τη δική της φωτογραφία… τη δική του μορφή τη ζωντανή, μέσα της. 
Όχι «λες»… την είχε! 
«Σε ευχαριστώ αγάπη μου, για όλα και για τούτα! Σε ευχαριστώ μοναδικέ μου σύντροφε… αξέχαστε! Έφυγες και μου άφησες την αγάπη σου για συντροφιά. Για συντροφιά στην ερημιά μου! Σε ευχαριστώ… που σ’ αγάπησα», ψιθύρισε απαλά, αέρινα, απέραντα γλυκά! Ερωτευμένα! Αυτό ήτανε το σωστό, η σωστή λέξη… Αυτή και μόνο αυτή...
«Ερωτευμένα!»



Ο συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του «Ο Ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό…»σε συνέντευξή του  στη Λέμυ Μανίκα   

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσή σας για αυτό το μυθιστόρημα;
Οι φάσεις τής ζωής κάποιου απλού ανθρώπου, τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας, ο διπλανός μου και ο απέναντι μου στο μετρό, ο γείτονας μου και ο συνάδελφός μου, η ζωή των άλλων και οι κλεφτές ματιές μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα στον απογευματινό καλοκαιρινό περίπατο, κάποια ολιγοήμερη παραμονή μου στην επαρχία, μα και ο αβάσταχτος πόνος στην απώλεια αγαπημένων προσώπων που αυτόματα γεννά την ελπίδα –πως άραγε είναι δυνατόν!- της επανόδου και της συνάντησής τους ακόμη και μέσα σε μία απόκοσμη και απόκρυφη στιγμή. Όλα αυτά μπήκανε στο μίξερ τής εν μέρει μυθιστορίας, με αποτέλεσμα τον «Ψίθυρο».
Πως επιλέξατε τον τίτλο του βιβλίου; Η λέξη “ψίθυρος” είναι κάτι το συμβολικό;
«Συμβολικό» δεν θα το έλεγα. Απλά «δυνατό». Ο ψίθυρος από μόνος του είναι μια ήπια μορφή του προφορικού λόγου λόγω έντασης η οποία προσδίδει τρυφερότητα, καθησυχασμό, ικεσία μα και στον αντίποδα μπορεί να περικλείει μάλωμα ή παραπομπή σε διαφορετικό χρόνο από τον παρόντα με «σκληρούς» υπαινιγμούς (π.χ. θυμάμαι τη μητέρα μου που μου έλεγε όταν ήμουν μικρός για κάποια αταξία «όταν θα πάμε σπίτι θα σου δείξω εγώ»). Επομένως, ένα τέτοιο βιβλίο ήπιας ροής αλλά δυνατών συγκινήσεων δεν θα μπορούσε παρά η λέξη «ψίθυρος» να είναι το βασικό συνθετικό του τίτλου του.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Σταμάτης, αντιπροσωπεύει για σας ένα μεγάλο ποσοστό ανδρών του σύγχρονου κόσμου;
Ποιας εποχής και ποιου κόσμου; Ας μη παραβλέπουμε ότι η ζωή αλλάζει εν ριπή οφθαλμού και τα σημερινά δρώμενα διαφοροποιούν την παρούσα γενιά και σηματοδοτούν επιπλέον αλλαγές και στην επόμενη. «Χτίζονται» άλλοι χαρακτήρες, πιο τεχνοκρατικοί αλλά και πιο… «φευγάτοι». Ο Σταμάτης είναι ένας νέος άνδρας με αρχές, με αισθήματα, με δυνατά «πιστεύω», με αξίες, εργατικός, με στόχους και όνειρα, τόσο στη προσωπική όσο και στην επαγγελματική του ζωή. Αντιστρέφω λοιπόν την ερώτηση και ρωτώ: «Μπορεί ο Σταμάτης να είναι ο αντιπροσωπευτικός άνδρας της σύγχρονης εποχής;». Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα, πιστέψτε με, εάν η απάντηση είναι «ναι»! Πάντως κάποια στιγμή ήταν και μάλλον στην εποχή της συγγραφής του «Ψίθυρου».
Ξεκινώντας τη συγγραφή αυτού του βιβλίου είχατε εξ’ αρχής στο μυαλό σας την εξέλιξη και το τέλος της ιστορίας αυτής ή προέκυψε η πλοκή γράφοντας;
Την συγγραφή κάθε βιβλίου την ξεκινάω, πάντα, από το δεύτερο κεφάλαιο. Και αυτό γιατί η αρχή με δυσκολεύει αφάνταστα. Δημιουργώ με τη φαντασία ένα περιβάλλον δράσης, εκκίνησης, φαντάζομαι τον πρωταγωνιστή φυσιογνωμικά καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του και ξεκινάμε μαζί τη… δική του ζωή. Και αφού είναι δική του η ζωή, αυτός με οδηγεί, βήμα-βήμα, κεφάλαιο-κεφάλαιο στα δικά του προβλήματα, στις δικές του γωνιές και αυτός δημιουργεί τις προδιαγραφές του δικού του τέλους. Σπάνια μου δίνεται η… πολυτέλεια να ορίσω εγώ το τέλος. Αυτό συνήθως συμβαίνει στα διηγήματα και το κάνω ξαφνικά, βιαστικά για να μην υπάρχει χρόνος αντίδρασης του. Αυτό έγινε και στον «Ψίθυρο». Η εξέλιξη και η πλοκή αυτής της ιστορίας υφαινόταν σε κάθε κεφάλαιο. Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του κάθε κεφαλαίου μου αποκάλυπταν την άγνωστη, μέχρι τότε, δική τους ζωή, Στο τέλος όμως «έπιασα» εξαπίνης τον Σταμάτη καθώς και αρκετά πρόσωπα του έργου!
Από συνέντευξη στη Λέμυ Μανίκα    http://apostaktirio.gr/ 
Διαβάστε περισσότερα εδώ 

iii) Άστο το φως 



Δημήτρης Κολιδάκης - Άστο το φως 
 Είδος - Ποίηση 
Εκδόσεις - Άπαρσις, 2016
72 σελ.
ISBN 978-618-82369-1-2

Στα μύχια της ψυχής βλέπεις το παρελθόν και το τώρα. Παρελθόν σημαίνει καμωμένα πράγματα. Έτσι "αναγκάζεσαι" σε εξομολογήσεις λυτρωτικές, συναισθηματικές, ανομολόγητες. Ποιητικές ενφάσεις. Το τώρα, απλά, προδίδει το μέσα προσδιορίζοντας επιμελώς κρυμμένες γωνιές. Και στις δύο χρονικές καταστάσεις καταμαρτυρούνται αλήθειες. Και η αλήθεια είναι φως. Ένα φως ελπίδας που για να ξεχυθεί αναζητεί μια χαραμάδα. Μια χαραμάδα φτάνει! Γι' αυτό... "Άστο το φως" 



Ποιήματα Συλλογής 


Πρώτο βραβείο
Έγραψα σ’ ένα χαρτί μόνο τ’ονομά σου
και το ‘στειλα.
Πήρε το πρώτο βραβείο ποίησης.
Παμψηφεί!
«Αδιάβλητος ο διαγωνισμός…»,
είπανε οι κριτές.
«…και αξιοκρατικός»,
 συμπλήρωσαν οι συμμετέχοντες.
Έτσι είπανε!
Αυτό να ξέρεις
“Θα φύγω μάνα!”
Κι αν από κούραση αποκάμω
κι αν η ψυχή από δύναμη στερέψει
κι αν της καρδιάς μού κλέψουν την αγάπη,
τ’ αχνάρια τούτα του φευγιού που άσβηστα ‘μένουν,
 πίσω θα πάρω κι εδώ θα σέ ‘βρω.
Εδώ θα είσαι… Εδώ, όπως πάντα!
Με πόθο άπαυτο, κρυφό,
 στον ήλιο ανείπωτο,
σιώπισμα στη μαρτυριάρα μέρα,
θαρρώντας το φανέρωμα,
λιγοψυχιά μού φέρει ίσως.
Πνιχτή στα σωθικά τη προσμονή μου έχεις.
“Θα φύγω μάνα!”
Κι άμα το φως του το φεγγάρι αδυνατίσει
κι αυγή αργεί το δρόμο να φωτίσει,
να μη σκιαχτείς αν χτύπημα, κατάνυχτα,
στη ξώθυρα ακούσεις.
Ακούς, μη φοβηθείς!
Μόνο τα χέρια άνοιξε και κλείστα
σαν ύστερα η αγκαλιά γεμίσει...
Μέσα θα μέ ‘βρεις!
Του στήθους σου το σείστρο θα με ημερεύει
και  των ματιών σου η θάλασσα θα ‘ναι για ‘με,
απάγγειο λιμάνι.
Αυτό να ξέρεις!

Εγκλεισμός
Γηροκομείο.
Ισόβια κάθειρξη.

Τάφος γονέων.
(Χαϊκού)


Ζωή χαμένη

Οι άχρηστοι, τα φορτώματα,
οι δήθεν φίλοι,
ζωή μας κι αυτοί.
Κι άλλοι που ήτανε καλοί,
μα λάθος διαγραμμένοι,
ζωή μας και ‘κείνοι.
Οι τελευταίοι όμως,
ζωή χαμένη!

Παιδική ζωή
Δεν μου αρκούνε
τρεις ζωές,
να φέρνω αναμνήσεις,
για μια ζωή χρόνων μικρών
στην άκρη της αυλής μου.
Δεν μου αρκούνε!
Δέκα ζωές θα ήθελα
για ‘κείνη να μιλάω,
για ‘κείνηνε να χάνομαι
στου χρόνου τα σοκάκια.
Μ’ ακούραστα τα βήματα,
παντού να ροβολάω
κι αν αποκάμω και σταθώ
κι ο ύπνος μ’ αποπάρει
πάνω  στη κούνια πού έστησαν
τα πατρικά τα χέρια,
τη παιδική μου τη ζωή
στ’ όνειρο πάλι θέλω.

Μεγαλώσαμε
Μεγαλώσαμε,
ο πόθος και ο έρωτας
γίνανε
αγάπη και σεβασμός.
Μεγαλώσαμε,
τα φιλιά και τα αγγίγματα
γίνανε
συμπόνια και βλέμματα.
Μεγαλώσαμε
και μεστώσανε όλα.
Μη κλαις…!
Δεν σβήσανε.
Τα δυνατά ποτέ δεν σβήνουνε...
Μεστώνουνε!