Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΓΙΩΤΑΚΟΥ " Τα σκληρά φετεινά Χριστούγεννα! "





H Μαριλού, όπως συνήθιζε να τη λέει χαϊδευτικά ο πατέρας της, δεν θα γιορτάσει τα Χριστούγεννα φέτος. Μόλις έντεκα χρόνων και μέσα της, βαθιά, θα νιώσει τη λύπη και τον πόνο, κυρίαρχα στοιχεία στη μικρή της καρδούλα. Η αγωνία και η θλίψη θα στήσουν μέσα της το θρόνο τους, καθώς ο καλός της Πατέρας δεν θα είναι μαζί τους. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν θα το στολίσουν φέτος και τα κόκκινα, μπλε και ασημένια λαμπιόνια δεν θα αναβοσβήνουν, όπως πέρυσι. Ούτε και το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι θα είναι στολισμένο, ούτε και θα έχει τα πολλά φαγητά, όπως είχε τις άλλες χρονιές. Ούτε και οι συγγενείς τους θα είναι μαζί τους, μα ούτε και η μανούλα της. Και αυτή θα λείπει!
Και η Μαριλού, γεμάτη στενοχώρια θα κάθεται στο τραπέζι μιας άλλης της θείας, σε ένα άλλο σπίτι, σε ένα άλλο μέρος. Και κει μαζεμένη σε μια γωνίτσα, με το προσωπάκι της γεμάτο δάκρια, όλο θα σκέφτεται, και όλο θα φέρνει στο νου της, τις παλιές ωραίες ημέρες που περνούσε με τον πατέρα της και τη μανούλα της μαζί... Τώρα κυρίαρχο στοιχείο μέσα της θα είναι η πίκρα και η σκέψη για τον πατέρα της. Αχ! και πόσο τον αγαπούσε τον πατέρα αυτόν; Και τώρα τι; Τώρα μόνο θα σκέφτεται και θα πονά. Ό ήλιος δεν θα φωτίζει για κείνη και στο φεγγάρι δεν θα μπορεί πια να μιλά. Τι να του πει; Τον πόνο της; Τη μοναξιά της; Τον πόνο της μανούλας της που ολημερίς τρέχει στο Νοσοκομείο και αγωνίζεται και παλεύει, μήπως και κάποιος γιατρός κάτι καλό της πει; Και η Μαριλού βυθίζεται σε σκέψεις σκληρές και μαύρες.

Μεσημέρι ήταν, όταν ήρθαν και τους είπαν το φριχτό νέο. ‘’ο άντρας σου χτύπησε εκεί που δούλευε στο εργοστάσιο και... ‘’Έβαλε η μάνα τις φωνές. Ούρλιαξε, σα λαβωμένο ελάφι! Και τι έγινε μωρέ; Τι σταματάτε; Τι έγινε ο άντρας μου, πού είναι τώρα;’’ Και κει έπεσε κάτω και τράβαγε τα μαλλιά της και ξέσκιζε τα ρούχα της. Η φωνή της έσκισε τον αγέρα και την έφτασε στο αντικρινό βουνό και ακόμα παραπέρα. Η Μαριλού ανήμπορη και μικρή παρακολουθούσε την τραγωδία αυτή. Δεν έκλαψε. Δεν είπε κάτι! Γαντζώθηκε μόνο στη φούστα μιας θειάς της κι’ έμεινε εκεί ακίνητη.
Ένα ασθενοφόρο με ιλλιγγιώδη, όσο γινόταν ταχύτητα, διέσχισε τους δύσβατους δρόμους μέχρι το πρώτο Νοσοκομείο. Στο άλλο αυτοκίνητο παιζόταν το δράμα της μάνας. Ήξερε, καταλάβαινε η ψυχή της ότι η κατάσταση του άντρα της δεν ήταν καλή. Γελιέται κανείς με λόγια παρηγοριάς, όταν αγαπά; Η κατάσταση του τραυματισμένου πολύ άσχημη. Σπασμένα πόδια, χέρια, πλευρά, σηκώτι χτυπημένο. Μα το χειρότερο! Η πρόβλεψη! ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να περπατήσει. Χτύπησε η δόλια η μάνα το κεφάλι της, χτύπησε και πάλεψε με τα χέρια της, αλλά αποτέλεσμα δεν έφερνε και το οικονομικό να τη χτυπά αλύπητα και να μην μπορεί να κάνει τίποτε για να ελαφρυνθεί, τουλάχιστο στο κομμάτι αυτό ο πόνος. Έλιωσε πάνω απ’ το κρεβάτι του. Λύγισαν τα πόδια της. Μαράζωσε η καρδιά της. Και η Μαριλού μόνη, πότε εδώ και πότε εκεί να αποζητά τον πατέρα, να έχει ανάγκη από την αγκαλιά της μάνας. Τρεις μήνες πέρασαν και καμιά ελπίδα για καλυτέρευση δεν φάνηκε.

Και έφτασαν και τα Χριστούγεννα και η Μαριλού ακόμη περιμένει, μήπως και ο πατέρας της γίνει καλά και βγει από το νοσοκομείο. Σε λίγες μέρες οι καμπάνες θα χτυπήσουν χαρμόσυνα...μα η Μαριλού δεν θα τις ακούσει. Δεν θα θελήσει να τις ακούσει! Ούτε θα παίξει τα κάλαντα με τα παιδιά της γειτονιάς της. Όχι! Τίποτε δεν θα κάνει από όλα εκείνα που έκανε, όταν ο πατέρας της ήταν καλά. Πονάει ο πατέρας της; Θα πονέσει και αυτή! Αυτό μόνο θα μπορέσει να κάνει και κει, στις ώρες αυτές τις δύσκολες, θα προσπαθήσει να παρακαλέσει το Χριστούλη που θα γεννηθεί, να κάνει τον πατέρα της καλά. Τουλάχιστον να τον κάνει ικανό να περπατάει. Αυτό θα παρακαλέσει μόνο η Μαριλού και σαν αντάλλαγμα θα δώσει στο νεογέννητο Χριστούλη την κουβερτούλα που της έπλεξε με χρωματιστές κλωστές η γιαγιά της και εκείνη την αγαπούσε ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ!

Έτσι ο μικρός Χριστούλης δεν θα κρυώνει και ο πατέρας της ίσως και γίνει καλά! Έκλεισε τα ματάκια της και παρακάλεσε ξανά. ‘’Ο πατέρας μου πρέπει να γίνει καλά Χριστούλη μου! Το ακούς αυτό; Πρέπει να γίνει καλά και να περπατά, Χριστούλη μου, που τώρα γεννιέσαι!’’ Μόνο αυτό σου ζηταω με θέρμη και πρέπει να μ ακούσεις καλέ μου Χριστούλη!

Με αγάπη σου τα λέω αυτά!

Η ΜΑΡΙΛΟΥ  ΣΟΥ!








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου