Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ " Ωδή στον ποιητή "



Βγήκα από το μετρό στη στάση Πανεπιστήμιο, μπροστά στο κτήριο της εθνικής βιβλιοθήκης. Τι όμορφα που ήταν φωτισμένο, πόσο ωραία φάνταζε μέσα στο κρύο αέρα του Φλεβάρη. Στάθηκα και κοίταζα τεντώνοντας το λαιμό μου έξω από το κασκόλ και τον σηκωμένο γιακά του παλτού μου, αψηφώντας το κρύο που εισχωρούσε στον αυχένα μου να τον ανατριχιάσει. Δέκα η ώρα κι όσοι τελευταίοι διαβάτες είχαν απομείνει στους δρόμους περπατούσαν βιαστικά να φτάσουν στην γαλήνη του σπιτιού τους. Με προσπερνούσαν αδιάφοροι που στεκόμουν να κοιτάζω με ένα βιβλιοθηρικό μυαλό να τρέχει επάνω στα ράφια της βιβλιοθήκης να ψάχνει να ανακαλύψει μέσα από τα κείμενά τους τις ψυχές των συγγραφέων τους.
Κάποιο αγόρι μου ζητάει κατοστάρικο και τσιγάρο. Δεν καπνίζω, μα μετά μετανιώνω που του έδωσα το κατοστάρικο. Σκέφτηκα πως με τη δική μου βοήθεια διατηρώ μια βρώμικη κοινωνία. Στο κάτω – κάτω, αυτός, δηλαδή, ο κάθε εθισμένος, θα πάρει στο λαιμό του, θα παρασύρει στο ηλίθιο παιχνίδι του ανενδοίαστα και ανεμπόδιστα κάποια παιδιά απαίδευτα, αγαθά ή πικραμένα. Οπότε, κι εγώ θα έχω με το κατοστάρικό μου συμβάλει, ακούσια ή εκούσια, στο παιχνίδι του εθισμού. Ας είναι τώρα το έδωσα, σκέφτηκα και συνεχίζω να κοιτάζω τους φωτισμένους κίονες και τα κουτσουλισμένα από τα περιστέρια σκαλοπάτια της βιβλιοθήκης. Προσηλώνομαι και η φαντασία μου οργιάζει πάλι.

Νιώθω στην αφή μου ένα παλιόδετο τόμο φαγωμένο στις γωνίες του, με ελαφρώς ξεκολλημένη τη ράχη του. Τα χρυσά του γράμματα αστράφτουν μέσα στα μάτια μου. Μου φλογίζουν την ανάγκη να το ανοίξω κι αυτό κάνω. Αργά, ιεροτελεστικά ανοίγω το χοντρό εξώφυλλο, αισθάνομαι τις κίτρινες τριμμένες σελίδες του και με πιάνει μια πρωτόγνωρη θλίψη από τη νοτισμένη γεροντήλα που αποπνέουν. Θα’ ναι η μούχλα του χρόνου και της σκοτεινιάς. Η μούχλα του θανάτου μέσα από λέξεις μιας πεθαμένης οντότητας. Σκύβω το κεφάλι μου. Η άκρη της μύτης μου αγγίζει την χάρτινη επιφάνεια. Πράγματι, αποπνέει την μυρωδιά του παλαιού και μνήμες γεννιούνται και εικόνες από το δικό μου παρελθόν. Ανασαίνω βαθιά. Ρουφάω ζωή από τα περασμένα και η ψυχή μου ανοίγει σαν τριαντάφυλλο. Ζωντανεύει το παρελθόν. Η μυρωδιά του, δεν αγγίζει μόνο την όσφρηση αλλά και κάποια σημεία της καρδιάς μου, όπου καταφέρνουν, αλλού, πέρα από το παγωμένο σήμερα, να με ταξιδέψουν. Θεατρίνος, παρηγοριά της καρδιάς μου η τέχνη κι ο νους με σπρώχνει έξω απ’ το εφήμερο. Νάτος. Νάτος αυτός στο κέντρο της οικουμένης με όλες τις γενιές που ακολούθησαν μετά το θάνατό του να τον περιστοιχίζουν με τρυφερότητα κι αποδοχή. Για μια στιγμή η ανάγκη μου στάθηκε δίπλα στην αιώνια πλέον σιωπή του και στον αέναο σαρκασμό απέναντι στο θάνατο του. Βρέθηκα, ανάμεσα στης οικουμένης το χάδι και την παραδοχή. Η νοσταλγία χλευάζει τις αισθήσεις, μια άμεση απειλή ορθώνεται μπρος μου σαν η αέρινη λήθη να ξέφυγε από στενά σοκάκια του Άδη και μέριασε μέσα στο μυαλό μου. Επικεντρώνω την προσοχή μου και όλες οι αισθήσεις μου διάχυτες ξεχύνονται σαν χείμαρρος ανάμεσα στα γράμματα.
Ικανοποιημένος πλησίασα το βλέμμα μου και κοίταξα τις θολές μαυρισμένες αράδες και, να, πράγματι, ξεχωρίζω στο χέρι του που κρατάει την πένα και γράφει ένα στίχο. Τον συνάντησα την ώρα που έγραφε ένα στίχο, ένα στίχο δικό του. Καθισμένος στο καφετί ξύλινο γραφείο του με χάρτες ένα γύρω κρεμασμένους στους τοίχους και την όμορφη, Μάρω, γυναίκα κι έρωτας, να κάθεται αμίλητη να πλέκει βελονιές αθόρυβα το χρόνο, πλάι στον άντρα, ποιητή, Σεφέρη. Χαμηλωμένος φωτισμός δύσκολα διαβάζω. Μα διαβάζω. Τίτλος, ο άντρας.

«Ο ΑΝΤΡΑΣ»

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη.
(Γιώργος Σεφέρης)

Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά μου. Ανασκουμπώθηκα και χουχούλιασα πάλι μέσα στο κασκόλ και στον σηκωμένο γιακά του παλτού μου. Ξάφνου άρχισα πάλι ν’ ακούω τα αυτοκίνητα που με προσπερνούσαν. Το όνειρο είχε χαθεί μέσα στην πραγματικότητα της Πανεπιστημίου. Μια σειρήνα έσκισε τον παγωμένο αέρα. Ποιανού, άραγε τον θάνατο προμηνάει; Κάποιος με σκουντάει στην πλάτη. Γυρίζω. Είναι πάλι το ίδιο αγόρι. Μέσα στη θολούρα του ίσως δεν θυμάται, ότι πριν λίγο μου ζήτησε κατοστάρικο, αδιάφορος, και μου ξαναζητάει. Ενώ θέλω να αρνηθώ δεν μπορώ. Σαν υπνωτισμένος, βάζω το χέρι μου στην τσέπη, μα πριν το δώσω του μιλάω. Ξέρεις τι είναι αυτό; Πριν προλάβω να συνεχίσω μ’ απαντάει. Στάχτη.
Το πήρε κι έφυγε. Αρχίζει να ψιχαλίζει. Αδιαφορώ. Άλλωστε μου αρέσει να περπατώ στη βροχή της Αθήνας, στα γλιτσερά πεζοδρόμια, στους βιαστικούς ανθρώπους ανάμεσα χωρίς να με νοιάζει. Το μυαλό μου μαγεμένο από την άυλη ανακάλυψη εμπνέεται και συνθέτει λόγια, συνθέτει φράσεις. Το στόμα μου, ψυχρός εκτελεστής του, τα προφέρει

Ωδή στον ποιητή

Σαν στάχτη η λήθη απλώθηκε.
Σ’ αλλοτινούς καιρούς.
Σε θύμησες, σε ανθρώπους.
Κάτω από βλέφαρα κλειστά, είδα μια αλήθεια.
Μέσα στις σκοτεινές πτυχές κάποιας καρδιάς
μελαγχόλησα.
Σφίγγοντας τα χέρια μου από κρύο και φόβο
δάκρυσα.
Σαν την έκφραση του αληθινού του έργου
είδα πεθαμένη μέσα σε κίτρινες φυλλάδες.
Σαν τον καμβά εκείνης της υπομονής
είδα υφασμένο από δικές του λέξεις.
Πόσα πρέπει κάποιος να χαρίσει
στον άλλον, για να κλάψει στην απουσία του.
Είμαι βέβαιος, πως αλλιώς το βλέμμα μου κοιτάζει
το κενό.
Νιώθω μικροαστός και κλαίω.
Κλαίω αληθινά.
{db}

Τα δάκρυα σκουπίζω με τα μανίκια του παλτού μου. Δεν έχω κατοστάρικο να πάρω χαρτομάντιλα. Με τα πόδια επέστρεψα στο σπίτι μου. Βρεγμένος μέχρι το κόκαλο μα με μάτια στεγνά. Δημήτρης Βαρβαρήγος 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου