Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1940 ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΩΝ

Πίνακας - Α. Αλεξανδράκης





Νικηφόρος Βρεττάκος - Μάνα και γιος 



Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη 

Πίνακας - Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης



Νικηφόρος Βρεττάκος  - Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο 

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε; 
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, 
παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,
τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ
ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο) 

Πίνακας - Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης

Θωμάς Γκόρπας - 
Το αλβανικό

“Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.

– Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
– Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
– Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:

– Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
– Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;

– Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία…”.

(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)


Πίνακας - Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης

Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη - Οι γυναίκες της Πίνδου

Το χωριό, το Ηπειρώτικο χωριό δεχόταν με βόγκο το χιόνι που έπεφτε... έπεφτε... έπεφτε.
Το χιόνι έπεφτε... έπεφτε. Κόντευες να πιστεύεις πως δε θα μπορούσε η μέρα να διώξει τη νύχτα. Κι όμως ξημέρωσε και τότε τόλμησαν να ξεκινήσουν.
Μπρος ορθό εχθρικό το βουνό. Κάτω το Ηπειρώτικο χωριό, δεξιά ζερβά οι χαράδρες. Και το χιόνι να τους κόβει την ανάσα, να τους ζαλίζει, που τελειώνει το μονοπάτι, που αρχίζει η χαράδρα;
Και πάγος κάτω, πάγος που γλιστράει, τσουλήθρα θανάτου. Κι απάνω στο βουνό, 'κει προς την κορφή να καρτερούν τα πυρομαχικά -ζωή και θάνατος η έλλειψη τους -και τους είχαν τελειώσει. Κι αυτοί ανέβαιναν... ανέβαιναν κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο μέσα στην τόση παγωνιά είχαν ιδρώσει . Απ' το κόπο κι απ' τον φόβο...
Και 'κει ήταν που και τα μουλάρια σταμάτησαν. Ή πιο σωστά πήραν τα πόδια τους τη γλιστρά της κατηφοριάς, οι ασήκωτες κάσες που 'χαν στις πλάτες τους μετακινήθηκαν... κίνδυνος να γκρεμιστούν στο βάραθρο μαζί με τα μουλάρια. Κι απάνω στο βουνό εκεί προς την κορφή, να καρτερούν τα πυρομαχικά, ζωή και θάνατος η έλλειψη τους, και τους είχαν τελειώσει...


 Πυθαγόρας

Γυναίκες Ηπειρώτισσες
μέσα στα χιόνια πάνε
κι οβίδες κουβαλάνε.
Θεέ μου τι τις πότισες
και δεν αγκομαχάνε.

Γυναίκες Ηπειρώτισσες
ξαφνιάσματα της φύσης
εχθρέ γιατί δεν ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις.

Γιαννιώτισσες, Σουλιώτισσες
ξαφνιάσματα της φύσης
εχθρέ γιατί δεν ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις.

Γυναίκες από τα σύνορα
κόρες, γριές, κεράδες
φωτιά μες τους βοριάδες
Εσείς θα είστε σίγουρα
της λευτεριάς μανάδες.

Πίνακας -  Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης

Γιάννης Δάλλας  - Πίνδος  Στις γυναίκες της Ηπείρου

Μπροστά ουρανός παντού… Το καταράχι.
Πίσω γκρεμοί – το μάτι τούς φοβάται!
Και περπατάτε, ακόμα περπατάτε,
μια-μια, χιλιάδες ίσκιοι νυχτομάχοι.

Ψηλές, μαρμαροφάνταχτες κινάτε,
μ’ ένα ραβδί, με τ’ άρματα στη ράχη.
Η έγνια ενός λαού σάς επρομάχει,
καθώς σας κατευόδα εκεί που πάτε.

Γύρα τα χοροζάλογκα κι οι κάννες
φλέγονται, ιδές, καθώς από μια σ’ άλλη
περνάτε κορυφή, λεβεντομάνες.

Σαν πάνου απ’ όποια ξέρα και σπηλιάδα,
να κουβαλάτε, σ’ άγρυπνη μια πάλη,
στους ώμους σας ακέρια την Ελλάδα.

Πίνακας - Αλέξανδρος   Αλεξανδράκης


Οδυσσέας Ελύτης -   Πορεία στο μέτωπο

Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες

Πίνακας - Ουμβέρτος Αργυρός






Οδυσσέας Ελύτης - Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.
Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου
Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.
 Διαβάστε περισσότερα εδώ 

Πίνακας -   Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης 


Ανδρέας  Εμπειρίκος - 28 Oκτωβρίου 1940

Ο ποταμός ξεχείλισε
Ο,τι κι αν γράψω σήμερα
Ο,τι κι αν πω την ώρα ετούτη
Ο,τι κι αν κάμω όπου κι αν πάω
Το παν θάναι για μένα
Ενα τουφέκι που κρατώ στα χέρια κι αλαλάζω
Κάτω τα χέρια από την μάνα μας Ελλάδα.

Είμαι φιλήδονος και σοσιαλιστής
Κ' έχω την γνώμη πως έτσι κάποτε θα μείνω
Μ' αυτά που γίνηκαν και γίνονται στον κόσμο
Και κάποτε να σηκωθώ και να φωνάξω
Κάτω οι Εθνικοσοσιαλισταί
Κάτω οι Φασισταί
Κάτω οι βδελυροί υποκριταί της Μόσχας
Πράγματι νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ζήτω η Ελλάς
Ζήτω η Αγγλία
Που πολεμάν γι' αυτά που αγαπάμε
Ενάντια σε όσα μάς είναι μισητά.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών
Η Ελευθερία δεν έγινε ποτέ
Με ψέμματα ούτε με σκέτες θεωρίες
Μα με τις πράξεις και οσάκις ήτο ανάγκη με το αίμα
Εμπρός λοιπόν και να χτυπάμε στην καρδιά
Σύντροφοι εμπρός
Φωνάζω αλληλούια.
(Ανέκδοτο ποίημα από το αρχείο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο πολίτης, τ. 57, Οκτώβριος 1998]

Πίνακας -  Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης 

  
Γιάννης Μπεράτης

«Σε κάθε ελληνικό στήθος είχε ριζώσει μια βουβή αμε­τάκλητη απόφαση: Δεν θα περάσουν.
Εδώ και δυο-τρεις ώρες πιο πίσω από τις πρώτες γραμ­μές, η βοή της ακατάπαυτης μάχης μάς ερχότανε, σαν ένα βαρύ, μόνιμο, χωρίς καμιά διακοπή, εξακολουθητικό μπουμπουνητό.
Πίσω απ” το βουνό οι λάμψεις φωτίζανε τη νύχτα εκτυ­φλωτικά τον βαρυσυννεφιασμένο ουρανό κι οι νυχτερινές επιδρομές σε μας και στον από κάτω μας δρόμο, όπου πέρναγαν εσπευσμένως όλες οι εφοδιοπομπές μας, δεν παύανε μια στιγμή. Και το θαύμα έγινε! Χωρίς μεταγωγικά μέσα, με πεζοπορία ατέλειωτων ωρών, νηστικοί και άυπνοι έφθασαν οι άνδρες μας».
 


[Στα βουνά της Αλβανίας]

Ολος ο κάμπος ήτανε έρημος κι ο δρόμος, μακρύς-μακρύς και κατάλευκος, απλωνότανε μπροστά μας. Προχωρούσαμε γρήγορα με βήμα, και αμίλητοι. Από δω και πάνω, φαίνεται, ήταν τα τελευταία ελάχιστα χιλιόμετρα δρόμου που εξουσιάζαμε ακόμη εμείς, το ακρότατο όριο των δικών μας συγκοινωνιών, γιατί πιο πέρα ο ίδιος δρόμος χρησίμευε για τους Ιταλούς.
Κείνη την ώρα, μες στην απέραντη σιγή και τη νέκρα, ακούστηκε, πίσ' απ' τις πλάτες μας, η πρώτη κανονιά.
Σε μια στιγμή όλο το φεγγαρολουσμένο νεκρό τοπίο, από ανοιχτοφιστικί γινόταν άξαφνα κοκκινόμαυρο με τις εκρήξεις, με τις λάμψεις, με τους καπνούς που μας τυλίγανε δεξιά κι αριστερά. Δυο οβίδες είχαν σκάσει πολύ κοντά μας, μες στον κάμπο, δεξιά κι αριστερά του δρόμου, και σε λίγο άλλες δυο πέσανε κάπου εκεί. Μέναμε ακίνητοι, ορθοί, αποσβολωμένοι*, αλαλιασμένοι* μην ξέροντας όλοι μας τι να κάνουμε, πού να πάμε. «Πέστε κάτω! πέστε κάτω! Μην τρέχετε!», φώναξα για μια στιγμή, και πέσαμε όλοι μπρούμυτα, με το μούτρο πάνω στο χώμα. Ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε με μια μαθηματική κανονικότητα και πρώτα έβλεπες τη λάμψη απ' τις απέναντι μπούκες των κανονιών κι ύστερα —δεν ξέρεις από πού— άκουγες πάνω, μα ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι σου, αυτό το υστερικό σφύριγμα της οβίδας που σκίζει σαν αστραπή τον αέρα ή εκείνο το ακόμη χειρότερο βραχνιασμένο χρου-χρου-χρου, που κάνει σαν χάνει πια τη φόρα της και πρέπει να πέσει κάπου δίπλα σου.
Πέφτανε δίπλα μας, δεξιά, αριστερά, λίγο πιο μπρος, λίγο πιο πίσω. Το μεγάλο μαρτύριο, η μεγάλη αγωνία ήτανε πως στις ελάχιστες στιγμές ησυχίας που μεσολαβούσανε, αναρωτιόσουνα αγωνιωδώς αν πρέπει να μείνεις σ' αυτή τη θέση που βρίσκεσαι ή πρέπει να πας να πέσεις πάρα πέρα. Ναι, ήτανε ένα φοβερό παιγνίδι από πιθανότητες κι από τύχη, που δεν ήξερες να βρεις και να του δώσεις καμιά απάντηση.
Μα σιγά-σιγά, όσο ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε, όσο έβλεπες πως —περίεργα! — δεν παθαίνεις τίποτα, όσο έβλεπες κι όλους τους άλλους γύρω σου άθικτους, που σε κάθε ανάπαυλα ανασήκωναν το κεφάλι και κάτι φώναζαν ο ένας στον άλλονε, άρχιζες σιγά-σιγά, ναι, να αισιοδοξείς — κι ενώ στην αρχή έλεγες πως κάθε οβίδα προορίζεται για σένα, πως έρχεται ίσια καταπάνω σου, τώρα άρχιζες κάπως να παρακολουθείς ένα θέαμα που σε περιστοιχίζει κι απλώς να φυλάγεσαι σε κάθε σφύριγμα. Δηλαδή η οβίδα κι ο θάνατος σου δεν ήταν πια αλληλένδετα όπως στην αρχή. Όλ' αυτά, βέβαια, δεν τα σκεφτόσουνα, όλ' αυτά τα λέω, ίσως, τώρα — μα είμαι βέβαιος πως ένστικτα έτσι τα 'νιωθες και τότε.
Έγινε για μια στιγμή μια μεγάλη ανάπαυλα. Περιμέναμε, περιμέναμε ακίνητοι αρκετή ώρα —κι επιτέλους σηκωθήκαμε. Είχε σταματήσει ο βομβαρδισμός; Η ώρα θα 'ταν περίπου μία.
Τραβήξαμε όλοι προς το μέρος που 'χαμε αφήσει τα μηχανήματα, μα δεν είχαμε κάνει μερικά μέτρα πάνω στο δρόμο, όταν το πανηγύρι ξανάρχισε.
Πέσαμε όπως-όπως ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στο πλαϊνό χαντάκι του δρόμου — κι ήταν καιρός, γιατί η οβίδα έσκασε άξαφνα ακριβώς δίπλα μας και μας σκέπασε όλους με πέτρες και με χώματα. Στο χαντάκι που 'χαμε πέσει ήτανε στεκάμενα νερά, λάσπες, βόρβορος*. Είχαμε πασαλείψει τα μούτρα μας, τους μανδύες μας —όλη η μια πλευρά μου, όταν ανασηκώθηκα, ήταν μια πηχτή γλοιώδης* λάσπη, και τα γάντια ήτανε μούσκεμα απ' αυτό το ακαθόριστο υγρό που βρομούσε φοβερά μόλις έφερνες το χέρι σου κοντά στο πρόσωπο σου.
Φτάσαμε, επιτέλους, στα μηχανήματά μας. Η κατάστασή μας ήτανε πραγματικά φοβερή. Αν τώρα ήτανε έτσι, τι θα γινότανε σαν θα χάραζε και θα προχωρούσε η μέρα; Πώς θα καθόμαστε σ' αυτή τη Σούκα που δεν συναντούσες ψυχή ζώσα* και κάτω από ένα συνεχή βομβαρδισμό, τελείως ακάλυπτοι κι όλοι μας τελείως άπειροι;
Καθόμαστε αποκαμωμένοι πάνω στα κιβώτια και τα δέματα με τα μάτια μας κολλημένα στο απέναντι βουνό, για να δούμε τη λάμψη και να πέσουμε κάπου εγκαίρως. Ευτυχώς ο Νώντας είχε κι άλλο κονιάκ. Ας είναι ευλογημένος ο άνθρωπος. Ο Ανανίου όλο φώναζε μυτερά πως κάτι πρέπει να κάνουμε, πως δεν είναι κατάσταση αυτή. Βέβαια, είχε δίκιο. Αλλά τι; Τι; Η ώρα ήτανε δύο πια και το φεγγάρι φώτιζε πάλι σαν μέρα όλο αυτό το απονεκρωμένο τοπίο που είχε πάλι άξαφνα ηρεμήσει και που πάνω του βασίλευε μια απόλυτη σιωπή.


Πίνακας - Αλέξανδρος   Αλεξανδράκης






Στρατής Μυριβήλης 

Στις 15 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται άρθρο του Στρατή Μυριβήλη «Η ώρα της Ιστορίας» στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 334. Εκεί ο Μυριβήλης ανάμεσα στα άλλα θα γράψει: «...Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποία αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο στην ιστορία του έθνους μας ολόλκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της (...) Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής. Δε θα ‘ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρο της , είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευική τρέλα. Απ’ την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα ‘ναι το τελος του; Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή...»




Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου


Τίμος Μωραϊτίνης - Ελληνίδες

Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει
και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα
κι ενώ σκυμμένη πλέκει
έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα.
Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά
που βγαίνουν απ’ τη χρυσή τους θήκη
ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή.
Και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά
κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή, όσο κι η Νίκη.

Αφίσα της Βάσως Κατράκη


Στέλιος Ξεφλούδας - Άνθρωποι του μύθου (απόσπασμα)

Α'
ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Οδεύουμε μέσα στο φθινόπωρο. Η νύχτα είναι ψυχρή κι ανατριχιάζει. Μόλις ένα φεγγάρι έγραψε την καμπύλη του στον ουρανό. Οι στρατιώτες κινιούνται αργά σε μια ατέλειωτη γραμμή πάνου στον άσπρο δρόμο. Η μεγάλη πεδιάδα της Μακεδονίας, τα δέντρα, όπως υψώνουνται πυκνά εδώ κ' εκεί σα μια όαση στην έρημο, τα χωριά στο βάθος που κοιμούνται, παίρνουν μιαν έκφραση αμφίβολη και ρευστή κάτου άπ' τ' αδύνατο φως. Όλο αυτό το τοπίο, σου δίνει την εντύπωση της έρημου, όπως χάνεται ατάραχη και σιωπηλή κάτου άπ' τ' άστρα. Οι στρατιώτες βαδίζουν αργά, δεν πατούν σταθερά στο έδαφος, τρικλίζουν σ' ένα χάος από κούραση και ύπνο. Τ' άσπρο άλογο προχωρεί σα φάντασμα ανάμεσα στη σιωπή της κοιμισμένης πεδιάδας.
Πίσω από τους στρατιώτες ακολουθούν τ' αμάξια, το ένα ύστερα απ' τ' άλλο και γεμίζουν τη νύκτα μ' έναν κρότο μονότονο. Μόλις γυρίζουν οι τροχοί τους. Τ' αμάξια, η κοιμισμένη πεδιάδα, οι ανακατωμένες σκιές των στρατιωτών, τ' άλογο που μετράει τα βήματά του, χάνουν την πραγματική τους μορφή, διαλύονται, γίνουνται ένα όνειρο.
Κανείς δε βλέπει κανένα δρόμο, αν και ο δρόμος βρίσκεται κάτου, απ' τα πόδια του. Ο ένας πηγαίνει πίσω απ' τον άλλο, σα να μη μπορεί να κάνει διαφορετικά, να είναι δεμένος ο καθένας με τον προηγούμενό του και πάντα η ανθρώπινη σειρά καταστρέφεται, οι στρατιώτες ανακατώνονται, πυκνώνουν, φαίνουνται σαν σκοτεινοί όγκοι, που κινιούνται αποχωρισμένοι μεταξύ τους, κάποτε ένας πέφτει στην άκρη του δρόμου, άλλος στέκεται ακίνητος και δεν προχωρεί και τ' άστρα στον ουρανό τρέμουν. Τα μάτια, που κλείνουν απ' τον ύπνο, δε βλέπουν κανένα δρόμο ούτε τ' άστρα, κοιτάζουν μονάχα τον ύπνο. Τ' αμάξια κοιμισμένα ακολουθούν αργά κ' οι ρόδες τους τρίζουν πάντα μονότονα.
Κάποτε περνούμε ανάμεσα από χωριά βυθισμένα στον ύπνο που ξυπνούν απότομα απ' τα βήματα μας, απ' τον κρότο που κάνουν τα καρφιά απ' τα παπούτσια μας. Ανοίγουμε τα μάτια κ' είναι σα να μην καταλαβαίνουμε τίποτα, σα να νειρευόμαστε κοιμισμένοι. Γυναίκες βγαίνουν στα παράθυρα και μπορεί να κλαίνε σιωπηλά μέσα στή νύχτα χωρίς να τις βλέπουμε, να παρακαλούν το θεό χωρίς να τις άκουμε, οι άντρες κατεβαίνουν στο δρόμο, μας μιλάν, τι ήρεμη η φωνή τους, μας επαναλαμβάνουν «στο καλό», δεν τρέμει καθόλου η φωνή τους, πόσο θα ήθελαν να γίνουν ένα μαζί μας, ναρθουν μαζί μας, είναι ο λαός που κάνει αυτόν τον πόλεμο κι αυτός ο πόλεμος είναι δίκαιος.
Ατέλειωτος γύρω μας ο κάμπος της Μακεδονίας. Οι λιγνές λεύγες διακρίνουνται καθαρά στην άκρη του δρόμου σαν να μας αποχαιρετούν, τα αμάξια με τα ισχνά βώδια σέρνονται αργά κάτου απ' τα άστρα που τρέμουν και γεμίζουν τη νύχτα με το μονότονο κρότο τους. Πηγαίνουμε να πολεμήσουμε στην Αλβανία.
[πηγή: Στέλιου Ξεφλούδα, Άνθρωποι του μύθου, Εκδόσεις Σαλίβερου, Αθήνα 1944, σ. 5-7]



Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου


Κωστής Παλαμάς - Στη νεολαία μας


Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πώ, δεν έχω άλλο κανένα:
Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.


Πίνακας - Αλέξανδρος   Αλεξανδράκης 



Γιάννης Ρίτσος - Οκτώβρης 1940

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρά μας
κι η Ελλάδα λάμπει μες στα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθάριο πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο,
χαιρετάει τους δρόμους που τραβούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε
ύστερα ακούγονται τ’ άρβυλα στην άσφαλτο,
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκιων βημάτων
που μακραίνει και σβήνει στο βάθος του δρόμου,
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τα τρένα περιμένουνε
σφυρίζουν για λίγο έξω από την πόλη,
ακούγονται οι αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο!
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο.
Μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.




Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου



Γιάννης Ρίτσος -  Γράμματα από το μέτωπο

(αποσπάσματα)

“Μάνα, τον ήλιο εδώ σκεπάζουν ίσκιοι
κι αναπαμό ποτέ η καρδιά δε βρίσκει
ένα: οι αυγές κ’ οι νύχτες μας γυρνούν
φριχτές πεντάλφες γράφουν στο σκοτάδι
σήματα, που τον κίνδυνο μηνούν,
πύρινα φίδια από τα βάθη του Άδη.

Ζούμε στ’ αμπριά θαμμένοι, διπλωμένοι
κ’ έξω απ’ την τρύπα ο θάνατος περμένει
Μας έπνιξαν το φως και τη χαρά,
Στεγνώσαν την ψυχή μας και το σώμα,
μα κάτι μέσα μας κυλά βουερά
και ξέσπασμα δε βρήκε κάπου ακόμα. […]

Μητέρα μου, όταν φτάσαμε εδώ πέρα
στη φωτιά, στην αντάρα, στη φοβέρα
καθένας μας κι από ‘να φυλαχτό
κρατούσε κρεμασμένο στην καρδιά του
κι αφήναμε το στήθος ανοιχτό
στα πυρωμένα νύχια του θανάτου.

Μάνα, μας τρώει η λάσπη, η ψείρα, η βρώμα
λίγνεψε και καμπούριασε το σώμα,
μας τρώει τα σπλάχνα ο φόβος του θανάτου
μερόνυχτα κλειστοί μες στο αμπρί,
δεν είδαμε από τότε αυγή λαμπρή,
σα σκουλήκια στα βάθη του μνημάτου.

Μάνα, σου γράφω βιαστικά, στο πόδι.
Σήμερα θλιβερό βγάλαμε ξόδι
σκοτώθηκαν πέντ’ έξι σ’ ένα αμπρί
– όλοι είκοσι μέχρ’ είκοσι πέντε χρόνω,
στην ώρα πάνου που ήταν για γαμπροί –
κ’ έχω μες στην καρδιά μου τόσο πόνο!

Μητέρα, όταν κινήσαμε απ’ την πόλη,
Σκύβαν ωχροί, μουντοί οι ουράνιοι θόλοι
βαρούσανε καμπάνες, μουσικές,
τούμπανα, κόρνα, σάλπιγγες, και κάτου
απ’ τη βουή περνούσαν σκεφτικές
ανθρωπομάζες: δείπνο του θανάτου. […]


(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 1ος, Κέδρος)

Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου 



Γιώργος Σαραντάρης - Ακόμα δεν μπόρεσα


Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ 
πάνω στην καταστροφή 
δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους, 
δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε 
από τη συντροφιά μου, 
πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω 
και πως η μουσική των λουλουδιών, 
ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα 
δεν έρχεται στ' αυτιά τους· 
ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ' άλογα που θα με φέρουν πλάι τους. 
Να τους μιλήσω, να κλάψω μαζί τους 
και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους· 
όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος, 
σαν τίποτα να μην είχε γίνει 
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

 Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου 



Γιώργος  Σεφέρης - Δοκιμές  


«… και στην άλλη άκρη η Ελλάδα, ένας τόπος χωρίς πλούτη, με το φτωχό, τον ανθρώπινο, τον υπερήφανο λαό της, περιμένοντας να ηχήσουν και γι’ αυτήν οι σάλπιγγες ενός πολέμου με πολλά εκατομμύρια εχθρούς, με δισεκατομμύρια τόνους σίδερο, δουλεμένα στα εργοστάσια του θανάτου για την καταστροφή ψυχών και σωμάτων. Και η Ελλάδα πολέμησε, ο ελληνικός λαός πολέμησε, γιατί ένιωθε πως το κρίμα που θα πεφτε πάνω του, αν δεν πολέμουσε, θα ήταν ασήκωτο. Θα μπορούσε να καταποντίσει για πάντα, όχι την Ελλάδα αλλά ολόκληρη την οικουμένη».



Πίνακας - Ουμβέρτος Αργυρός




 Γιώργος  Σεφέρης  - Μέρες Γ´ 16 Ἀπρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940



Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο  το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και  μισή μία φωνή μέσα από τo  τηλέφωνο με  ξύπνησε: «ἔχουμε πόλεμο». Τίποτε άλλο, ὁ κόσμος είχε ἀλλάξει. Ἡ αὐγή, που λίγο ἀργότερα εἶδα να χαράζει πίσω ἀπό τον Ὑμηττό, ἦταν ἄλλη αὐγή: ἄγνωστη. Περιμένει ἀκόμη ἐκεῖ ποὺ την ἄφησα. Δεν ξέρω πόσο θὰ περιμένει, ἀλλὰ ξέρω πως θὰ φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι ἔφυγα ἀμέσως.
Στο Ὑπουργεῖο Τύπου δυό-τρεῖς ὑπάλληλοι. Ὁ Γκράτσι εἶχε δεῖ τον Μεταξᾶ στις τρεῖς. Τοῦ ἔδωσε μία νότα και τοῦ εἶπε πως στις 6 τὰ ἰταλικὰ στρατεύματα θα  προχωρήσουν. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἀποκρίθηκε πως αὐτό  ἰσοδυναμεῖ με κήρυξη πολέμου, και  ὅταν ἔφυγε κάλεσε τον πρέσβη τῆς Ἀγγλίας. Ἀμέσως μετά τον   Νικολούδη στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ὁ πρόεδρος ἦταν μέσα με τον   πρέσβη τῆς Τουρκίας.
Στο γραφεῖο τοῦ Μαυρουδῆ, ὁ Μελᾶς ἔγραφε σπασμωδικά ἕνα τηλεγράφημα. Ὁ Μαυρουδῆς μέσα στο  παλτό του σαν ἕνα μικρὸ σακούλι. Διάβασα τη νότα τοῦ Γκράτσι. Ὁ Γάφος κι ὁ Παπαδάκης τηλεφωνοῦσαν. Καθώς ἑτοίμαζα το τηλεγράφημα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ πρακτορείου, μπῆκε ὁ Τοῦρκος πρέσβης για να   ἰδεῖ τη νότα και σε  λίγο ὁ πρόεδρος με ὄψη πολύ ζωντανή.
Ἔπειτα ἄρχισαν να φτάνουν οἱ ὑπουργοί, χλωμοί περισσότερο ἢ λιγότερο, καθένας κατὰ την κράση του. Το υπουργικό  συμβούλιο κράτησε λίγο. Ὁ Μεταξᾶς πῆγε ἀμέσως στο γραφεῖο του κι ἔγραψε τὸ διάγγελμα στο λαό. Το πήραμε και  γυρίσαμε στο  ὑπουργεῖο τύπου. Μέσα ἀπό τα  τζάμια τοῦ αὐτοκινήτου, ἡ αὐγὴ μ᾿ ἕνα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.
Ἔγραψα μαζί με το   Νικολούδη το  διάγγελμα τοῦ βασιλιᾶ. Καμια δακτυλογράφος ἀκόμη. Πῆγα σπίτι μία στιγμὴ καὶ το χτύπησα στὴ γραφομηχανή μου. Ἡ Μάρω μοῦ εἶχε ἑτοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Ὑπουργεῖο καθώς σφύριζαν οἱ σειρῆνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή   γυναίκα με μια   ὑστερική  σύσπαση στο  πρόσωπο. Τώρα ὅλοι μαζεμένοι στα ὑπόγεια τῆς «Μεγάλης Βρετανίας».
Ὁ βασιλιᾶς με ὕφος νέου ἀξιωματικοῦ. Ὑπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφεῖο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και τῶν Γερμανῶν ἀνταποκριτῶν. Οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖ εἶναι ἀκόμη οὐδέτεροι. Δεν μποροῦν να πιστέψουν τὴ φωνή μου:-εἶστε βέβαιος; και τῶν Γερμανῶν; -Και τῶν Γερμανῶν εἶπα. -Τί δικαιολογία νὰ δώσουμε; Δεν ἔχω καιρὸ γιὰ συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα εἶναι χαλασμένα τα σύρματα με το   Βερολίνο, κι ἂν φωνάζουν πολύ  στεῖλτε τους σ᾿ ἐμένα. Πῆρα και ἔδωσα το πρῶτο πολεμικό ἀνακοινωθέν μας καὶ κατέβηκα στους δρόμους για να   ἰδῶ τα πρόσωπα. Τὸ πλῆθος ἔσπαζε τα τζάμια τῶν γραφείων τῆς «Ἄλα Λιτόρια». 

Πίνακας - Γεώργιος Γουναρόπουλος  


Άγγελος Σικελιανός - Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940


Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα 
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη 
βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή 
Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του! 
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή 
που βγαίνοντας από τη λησμονιά του 
στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί,
.................
Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία, 
και μ' ακέριο τον άγιο σκελετό 
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του 
με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό! 
Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! 
Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! 
Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! 
Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, 
οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες 
ολόκληρα τα περασμένα 
στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, 
στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό! 
Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! 
Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! 
Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, 
Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, 
πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης! 
Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, 
όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! 
Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! 
Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε! 
Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, 
στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ' τα χαράματα 
των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, 
κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, 
είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ' όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, 
θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί! 
5 του Νοέμβρη 1940, Αθήνα



Πίνακας - Ουμβέρτος Αργυρός


Στέλιος Σπεράντσας - Πίνδος

Των προγόνων βλαστοί, μ’ ατσαλένια κορμιά

του πολέμου περνώντας τη φρίκη,

της καρδιάς μας τη φλόγα τη φέραμε μιά!

Ως εκεί που μας πρόσμενε η Νίκη.

Με τη λόγχη χαράξαμε αδρά στο βουνό,
τ’ όνομά μας -γαλάζιο λουλούδι-
να τα πάρει ως τα πέρατα, ο θρύλος ξανά,
στους λαούς να τα κάνει τραγούδι.

Προσταγή στη φυλή μας, σα νόμος βαριά,
το πάλι, ν’ αναστήσουμε θάμα.
Νάναι αιώνια σε τούτη τη γή Λευτεριά,
κάποιας μοίρας ορίζει το τάμα.

Μάννα Ελλάδα, δική σου μια σάλπιγγα έχει,
λες ακόμα, στης Πίνδου μια κόχη,
στους λαούς να θυμίζει, γεμάτο ψυχή,
το τρανό που ξεστόμισες «Όχι».

Πίνακας - Γεώργιος Προκοπίου 


Άγγελος  Τερζάκης - Απρίλης (απόσπασμα)



Ο ΑΠΡΙΛΗΣ (1946) περιέχει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική και τη νεανική του ηλικία, ενώ στο δεύτερο μέρος του αναφέρεται στον πόλεμο του ‘40. Οι σελίδες αυτού του βιβλίου, γράφει ο Τερζάκης, «είναι σταθμοί μιας ζωής που ορίζεται από τρεις πολέμους, τους τρεις πολέμους που στέκονται ορόσημα της γενιάς μου. Ο πρώτος μάς βρήκε παιδιά, ο δεύτερος έφηβους, ο τρίτος άντρες». Από τον πιο σημαντικό, τον πόλεμο του '40, παραθέτουμε μια χαρακτηριστική σκηνή που συμβαίνει στα μετόπισθεν.


Συχνά πυκνά, αντάμωνες στους δρόμους ανθρώπους ντυμένους ασυνήθιστα, σαν ορειβάτες ή κάτι τέτοιο, με παντελόνια γκολφ, ξεσκούφωτους, άλλους με μπερέ, τραγιάσκες, ένα τσιμπούκι βιδωμένο στ’ ακρόχειλο. Τους έβλεπες μια, τους έβλεπες δυο, όπου να γύριζες, σ’ όποιο δρόμο και να ’μπαινες. Ήταν οι ανταποκριτές των εφημερίδων. Ντυμένοι έτσι, μ’ αφροντισιά μελετημένη, δίνανε κάτι σαν ένα τόνο εκδρομικό, «σπορτίφ», στην επιστρατευμένη πολιτεία, μακρινό αντιφέγγισμα κοσμοπολιτισμού. Κάπου κάπου πρόβαινε και καμιά νοσοκόμα μεγαλοκυρά, με το άθιχτο μαβί της πέπλο, αστραφτερά κολλαρισμένα τα γιακαδάκια της και τα μανικέτια. Τότε η κοσμική κίνηση πέρσευε.
Οι ιταλικοί όλμοι ωστόσο, στο μέτωπο, είχαν αρχίσει να πελεκάνε συστηματικά τους φαντάρους. Οι περισσότερες λαβωματιές ήταν από όλμους, λοιπόν το στράτευμά τους είχε πάρει πολύ από κακό. Στο ταχτικό μας λουκουματζίδικο, ο Μελετίου, μπαίνοντας με την παρέα του ένα δειλινό, δε βρήκε τραπεζάκι αδειανό κι αναγκάστηκε να καθίσει αντίκρυ σ' ένα άγνωστο φανταράκι, που απόσωνε ήσυχα και στοχαστικά τη μερίδα του.
- Επιτρέπεις, συνάδελφε;
Ο συνάδελφος, κοίταξε την παρέα των Αθηναίων μ' απορία καλοκάγαθη· ήταν ίσως η πρώτη φορά που του γύρευαν την άδεια για κάτι.
- Καθίστε, έκανε σαστισμένα.
Ήταν ενθουσιώδη ς άνθρωπος ο Μελετίου, καλοπροαίρετος και καταδεχτικός. Άναψε τσιγάρο από τη φωτιά του αντικρινού του, παρατήρη­σε το δεξί του που είχε φασκιωμένα με γάζα πεντακάθαρη τα δάχτυλα. Η περιέργεια του Αθηναίου κεντρίστηκε. Έπιασε κουβέντα:
- Τραυματίας είσαι;
- Ναι... Μικροπράματα...
- Ήσουνα στο μέτωπο;
- Ήμουν.
Γύρισε τα μάτια του ο Μελετίου θριαμβευτικά και κοίταξε την παρέα.
«Τώρα θα σας δείξω ένα φαινόμενο!» έλεγε η ματιά. «Προσοχή! Ο άν­θρωπος που έρχεται από το μέτωπο».
- Λοιπόν συνάδελφε, για πες μας! Τι γίνεται κει πάνω;
Η ερώτηση ήταν εύκολη, η απάντηση δύσκολη. Για λίγες στιγμές ο τραυματίας βρέθηκε σ' αμηχανία. Ήτανε χωριατάκος μικρόσωμος, α­στοιχείωτος. Μπορεί και να μην το είχε ποτέ του σκεφτεί πως θα ’πρεπε να μάθει να διηγιέται.
- Ε, τι να γίνεται... Πολεμάνε.
- Χμ! πολεμάνε βέβαια. Και οι Ιταλοί; Δρόμο, ε;
- Τι δρόμο;
- Να, το βάζουνε στα πόδια θέλω να πω.
Ο φανταράκος στάθηκε σκεφτικός.
- Ε, μεριές μεριές φεύγουνε κιόλας, είπε.
Όμως ο ζήλος του Μελετίου είχε ξυπνήσει τώρα για καλά. Δεν ήταν α­πό κείνους που αφήνουν εύκολα μιαν επιθυμία τους ανικανοποίητη.
Από δω τον έχει, από κει τον έχει το φανταράκο, τον κατάφερε κάτι να διηγηθεί. Κι ο φανταράκος διηγήθηκε κουτσά στραβά, με αδέξια συστο­λή, την ιστορία του τραυματισμού του.
- Ώστε έτσι λοιπόν! Από όλμο! συμπέρανε ο Μελετίου με διάχυση αι­σθηματική.
- Από όλμο.
- Και στα δάχτυλα!
- Στα δάχτυλα.
Καινούρια κυκλική ματιά θριάμβου στην παρέα από τον Μελετίου. Ο φανταράκος κοίταζε τα φασκιωμένα δάχτυλά του μελαγχολικά· μπορεί και ν' αναρωτιότανε πώς θα κρατάει τώρα τα’ αλέτρι, σα γυρίσει στο χω­ριό, ή πώς θα σπέρνει.
- Ε, παιδί! Φέρε εδώ μια μερίδα λουκουμάδες, στο συνάδελφο! - Όχι, ευχαριστώ, έφαγα, έκανε ο τραυματίας.
- Δεν πειράζει, τρως άλλη μια. Εγώ κερνάω!
Ντράπηκε κείνος ν’ αρνηθεί το κέρασμα. Κι ώσπου να ‘ρθουν οι λου­κουμάδες, ο Μελετίου τον είχε καταφέρει πάλι κάτι να περιγράψει, εντυ­πώσεις σκόρπιες από τις μάχες.
- Φωνάζετε «αέρα» όταν ορμάτε στην επίθεση;
- Γιατί να φωνάζουμε;
- Έλληνες δεν είσαστε; Οι Έλληνες, όταν ορμούν στη μάχη, φωνάζουν «αέρα»!
- Μα... γίνεται, βλέπεις, τέτοιος σαματάς. Όλμοι, πολυβόλα, πυροβολι­κό... Τι να τις κάνεις τις φωνές!
- Όχι, οι Έλληνες στην επίθεση φωνάζουν «αέρα»! Είναι ωραίο!
Το φανταράκι ζάρωσε ντροπιασμένο. Αυτό δεν το είχε συλλογιστεί. - Και η επίθεση γίνεται βέβαια εφ’ όπλου λόγχη, συνεχίζει ο Μελετίου ακατάβλητος.
- Άμα είναι ανάγκη...
- Και οι τσολιάδες, ε; Το τσαρούχι!
- Ποιο τσαρούχι;
- Των τσολιάδων, διάολε!
- Οι τσολιάδες, απάνω, δε φοράνε τσαρούχια.
- Δε φοράνε τσαρούχια;
- Όχι.
- Και γιατί δε φοράνε τσαρούχια;
- Γιατί τα τσαρούχια γλιστράνε στα βράχια. Αρβύλες φοράνε, να, σαν κι εμάς.
Καταπληχτικά πράματα. Ήρθαν οι λουκουμάδες. Σεμνός ο φανταρά­κος, πήρε το πιρούνι του, έκανε ν’ αρχίσει· όμως δεν τ' αποφάσιζε. Με το κεφάλι σκυφτό, περίμενε ολοένα κάτι να τον ρωτήσουν. Ίσως και να φο­βότανε πως, παρ’ όλα όσα έχει πει, δεν το ξόφλησε ακόμα το κέρασμα.
- Φάε τώρα τους λουκουμάδες σου, κάνει μεγαλόψυχα ο Μελετίου και τον αφήνει ήσυχο για λίγα λεπτά.
Πάνω όμως που ο ανώνυμος συνάδελφος κόντευε να τελειώσει τη με­ρίδα του, καινούρια εξόρμηση:
- Θα ξαναπάς στο μέτωπο;
- Θα ξαναπάω.
- Σ' αρέσει;
- ...

Η παρέα των γραμματισμένων γέλασε γύρω, με νοήματα σύνθετα: πο­νηριά, συγκινημένη συμπάθεια, απόκρυφη περηφάνια. Σε λίγες μέρες θα τραβούσανε κι αυτοί για κει πάνω, θα βαφτίζονταν στην κολυμπήθρα των ηρώων. Φρίκη γοητευτική... Κι όμως, ο Μελετίου, κάπου θα τα κατάφερ­νε πάλι να κολλήσει, ούτε κουβέντα! Όπως σκάλωσε στη συζυγαρχία*, θα τα κατάφερνε να χωθεί και σε καμιά γωνιά ακόμη πιο προφυλαγμένη κι άνετη: βοηθός σιτιστή, συσσιτιάρχης, αποθηκάριος, οτιδήποτε. Από το στρατόπεδο της Αγίας Παρασκευής, στην Αθήνα, άλλο δεν έκανε παρά να έχει το ληστρικό μάτι ξύπνιο, το εμπορικό του δαιμόνιο άγρυπνο, ν’ αρπάξει την πρώτη ευκαιρία. Όχι πως θα δειχνότανε κατώτερος σε θάρ­ρος από άλλους, αν το 'φερνε η κατάρα να βρεθεί κι αυτός μια μέρα στη ζώνη της φωτιάς. Όμως, από ένα είδος ψυχόρμητο, το θαρρούσε καθήκον απέναντι στον εαυτό του, ζήτημα φιλότιμου, να εξαντλήσει πρώτα κάθε δυνατότητα διαφυγής, κάθε περιθώριο κατεργαριάς, για να ξεχωρίσει έ­τσι από το κοπάδι των κουτών, που πολεμάνε αδιαμαρτύρητα. Να διατρα­νώσει την εξυπνάδα του.
- Άλλη μια λουκουμάδες, συνάδελφε;
- Όχι, όχι! έκανε πανικόβλητος ο φανταράκος.
Σηκώθηκε ευχαριστώντας.
- Λοιπόν, καλή τύχη! τον κατευόδωσε ο Μελετίου.
Ο τραυματίας έκανε ένα αδέξιο νόημα γι' αποχαιρετισμό. Ύστερα, τραμπαλίζοντας το σκεβρωμένο του κορμάκι, βγήκε στο δρόμο.
Ο Μελετίου τον είχε ακολουθήσει με τα μάτια ώσπου χάθηκε πέρα. Και τότε είπε στην παρέα, τεντώνοντας τα φρύδια του μ' έμφαση:
- Λοιπόν, είδατε, βρε παιδιά, τι απλοί που είναι οι ήρωες; ούτε που τον πιάνει το μάτι σου αυτόν εδώ. Κι όμως!

Πίνακας - Ουμβέρτος Αργυρός





Δημήτρης Χριστοδούλου - Ο μικρός στρατιώτης 

Ένα δέντρο που ανθίζει μες στον κόσμο μόνο του 
είναι ο μικρός στρατιώτης που μετράει τον πόνο του. (δις)

Του μουσκεύουνε τη χλαίνη χιόνια κι άγριες βροχές 
Κι ένα γύρο σταυροπόδι τον φυλάνε οι κορφές.
Ένα χέρι που παγώνει με το όπλο μόνο του 
είν' αυτό που θα καρφώσει στην καρδιά τον πόνο του. (δις)

Του μουσκεύουνε τη χλαίνη χιόνια κι άγριες βροχές 
Κι ένα γύρω σταυροπόδι τον φυλάνε οι κορφές. 

Πίνακας - Εκτωρ Δούκας


Δημοτικό τραγούδι
Για μας παιχνίδι ο πόλεμος
Για μας παιχνίδι ο πόλεμος και το ντουφέκι γλέντι.
Τα βόλια που σφυρίζουνε, δε σκιάζουν το λεβέντη.
Κι είναι χαρά, Πατρίδα μου, για σε να πολεμήσω
και τη ζωή που μού ‘δωσες, να σου τη δώσω πίσω.
Τώρα, που το άδικο του εχθρού με βασανίζει χέρι,
γέροι, γυναίκες και παιδιά, θε να γενούμε ταίρι.
Ένας στρατός, με μια καρδιά, σε μια φωνή θ’ ακούμε!
«Ελεύθερα πεθαίνουμε και δούλοι εμείς δε ζούμε»!
Οι Θερμοπύλες τό ‘δειξαν, τ’ Αρκάδια, οι Μαραθώνες
και τό ‘δαν και θαμπώθηκαν χώρες, λαοί και αιώνες.
Μες στην καρδιά με γράμματα, γραμμένο μια για πάντα
πάντ’ άσβηστο, πάντ’ άγρυπνο, θα ζει και το Σαράντα.
 Πίνακας του Σαββόπουλου , Πίνδος μεγάλη


Μπρεχτ - Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Όταν η Γερμανία μέχρι τα δόντια εξοπλιστεί
θα της συμβεί μια σοβαρή αδικία
και ο τυμπανιστής θα κάνει τον πόλεμό του.
Κι εσείς τη Γερμανία θα υπερασπίσετε
σε ξένες χώρες, άγνωστες σε σας
κι ενάντια θα πολεμήσετε σ' ανθρώπους που όμοιοί σας είναι.
Ο τυμπανιστής θα φαφλατίζει περί απελευθέρωσης
μα χωρίς προηγούμενο μέσα στη χώρα η καταπίεση θα 'ναι.
Και μπορεί όλες τις μάχες να κερδίσει
εκτός από την τελευταία.
Σαν ο τυμπανιστής τον πόλεμό του χάσει
θα κερδίσει η Γερμανία τον δικό της πόλεμο.



Πίνακας - Ανδρέας Βουρλούμης

Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων

Στις 10 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. 
"Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. 

"Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθεια τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος. 

Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.» 

Κώστας Γραμματόπουλος 

 «Επίγραμμα» του Λέοντος Κουκούλα:

«Δε χάθηκες μα κι ούτε θα χαθείς/

Κι ας έρθουν πάλι οι Πέρσες και οι Λατίνοι/

Δεν είσαι κάστρο για να πατηθείς/

είσαι το φως, Ελλάδα, που δε σβήνει».


 Πίνακας - Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης 

Πηγές 



 Πίνακας -  Αλέξανδρος  Αλεξανδράκης 


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου