Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΣΙΣΗ ΣΙΑΚΑΒΑΡΑ " Ατιτλο "

Photo: "Blade and Soul" by Kucheruk Elena


Πριν την Καλημέρα, εκεί, πριν το θαμπό ξημέρωμα με το πέτρινο βουνό απέναντι και τον ήλιο κρυμμένο ακόμη, με τα μάτια πρησμένα από τις είκοσι τρεις ώρες αϋπνίας και τη μία, αυτή με το’ να μάτι ανοικτό, ώρα σχεδόν ύπνου, με το σώμα σε κύλινδρο και τα χέρια ακίνητα. Καφεΐνη, ατελείωτη, δυνατό καύσιμο, για να πάρει μπροστά η μηχανή, λάδωμα στα σκουριασμένα γρανάζια. Να σηκωθώ, να περπατήσω, να τρέξω. Τελικά, πετώ και κρύβω στον κόρφο μου φτερά, απ’το μυαλό που χθες όλη μέρα μιλούσε κάπου εκεί, σε μια μακρινή εικόνα, που τον τελευταίο καιρό πετάγομαι βιαστικά και την ντύνω με μαύρο πουκάμισο, για να ταιριάζει με τα σκοτάδια της νύχτας και του πατώματος. Δεν έχει τίποτε άλλο τούτο το άχαρο βουνό απέναντι πια και ο ήλιος τυφλώνει με βάναυσο τρόπο τώρα την φωτοευαίσθητη βλεφαρίδα. Αλγαισθητικός κι εσύ, όπως κι εγώ, σχεδόν λυγμικές οι σκέψεις πρωί πρωί. Πάρε το μαχαίρι απ’ το συρτάρι, τόσο απλό είναι. Συνέχεια, στο δρόμο, στην πορεία προς το αντιπαραγωγικό ψυχικό καθημερινό βάσανο, σε σκονισμένο δωμάτιο, σε κενά χαρτιά, σε κενά παράθυρα. Ώρες χαμένες, καύσιμο για πέταμα, χέρια αδίκως κουρασμένα, μαύρα πληκτρολόγια, μαύρα και τα κοσμητικά επίθετα. Σε μια αυτόματη ενημέρωση πληροφοριών αντιστέκομαι, κλείνω φώτα, κλείνω το στόμα, κλειστά τα καταστήματα και σήμερα. Θ’ανοίξουμε αργότερα, όταν ανοίξουν και οι κουρτίνες. Μιλάς; Πώς μπορείς; Σεβάσου τώρα την ησυχία, που μου’ κανε τη χάρη να με προσέξει. Παλιά, θυμάμαι, έβλεπα το σώμα μου σε διάφορες φιγούρες και διαστάσεις και σε διαθέσεις ποικίλες. Βυθισμένο στο βυθό, γραμμένο σ’ένα γράμμα, νεκρό σε νεκροκρέβατο, αιωρούμενο σε αιώρα, υπνωτισμένο στον ύπνο. Τετράγωνο ή στρογγυλό, με δόντια να δαγκώνει κάτι χέρια αδιάκριτα, με κλάμα που σκούζει να διώχνει τις εμμονές, με γέλια περίτεχνα να γίνεται μαγνήτης …
Η μέρα πέταξε αγκάθια και μ’αυτά θέλει σώνει και καλά να γαντζωθεί επάνω μου. Πεισματάρα μέρα με ξεροκέφαλο φως. Φέρτε μου μερικά λεπίδια από τα δικά σας τα ωραία, γιατί τα δικά μου, τα αριστοκρατικά, τα κρατώ για ειδικές περιπτώσεις, δίνουν έξτρα απόλαυση στις μοναδικές στιγμές της σπάνιας χρήσης τους. Καύσιμα άλλα δεν έχω και προσγειώνομαι αναγκαστικά. Αναμονή με λίγα απογευματινά σχόλια και αρκετή καθημερινότητα, αυτή τη συνηθισμένη την επίγεια, αυτή που σε πιάνει απ’ το λαιμό. Τρέχοντας γύρω απ’ την αναμονή περνά πιο γρήγορα ο χρόνος κι, όταν αρχίσει μαζί να τρέχει και το μυαλό, όλα αυτομάτως διορθώνονται. Και έρχεται ανώδυνα η νύχτα, γιγάντια, μαύρη, ανυπέρβλητα αδιαπραγμάτευτη, επιβάλει και απαιτεί, θωπεύει και γελάει, τιμωρεί και βασανίζει, με χίλια δόντια σκοτεινά, που η παράκληση να δαγκώσουν την ψυχή είναι μια αυθόρμητη και μη αναστρέψιμη αντίδραση, προκειμένου αυτή να ξυπνήσει με τη γλύκα του πόνου. Απλώνει χέρια σαν λάστιχα, επικοινωνούντα με πηγάδια ρευστής ανάσας και τα μάτια κοκκινίζουν από συναίσθημα. Δεν θες να τελειώσει το είκοσι τρίωρο και η μια ώρα που περισσεύει, βρίσκει πάλι το ένα μάτι ανοικτό και πεινασμένο …
06.07.2016.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου