Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Άθως Δημουλάς, «Στο Μουσείο»

Ακέφαλο άγαλμα Απόλλωνα, Χαλκίδα
πηγή
«Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο
κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω
από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),
ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.
»


Κική Δημουλά, «Βρετανικό μουσείο»
(Ελγίνου μάρμαρα)

 `Καρυάτιδα  Βρετανικό Μουσείο


«Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυο βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|
τους δυο αυτούς να “χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ” τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ” τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.
Δεν αποκλείεται όμως έξω να “χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ” τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν” ανεγείρουν.»
[Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]


Κική Δημουλά, "Σημείο αναγνωρίσεως "

Το μαρμάρινο γλυπτό του Κωνσταντίνου Σεφερλή «Η Βόρειος Ήπειρος» (1951) που βρίσκεται στην Πλατεία Τοσίτσα της Αθήνας, στο πάρκο μεταξύ Πολυτεχνείου και Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου


άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμαλώτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

 [Το λίγο του κόσμου, 1971]


Κ. Καβάφης - Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος 


Andrew Butterfield - Endymion
Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματ’ αργυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών — θυσίας και σπονδάς — τω Ενδυμίωνι,
από την Aλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.—
Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν
του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν.

Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου• κ’ ευοίωνοι
επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.


Ζωή Καρέλλη, «Ο έφηβος των Αντικυθήρων»


«Ηρθα για σένα πάλι.
Προχωρώντας πρόσεξα αρκετά
Τα κορινθιακά αγγεία,
Μου έκαναν, βέβαια, εντύπωση
Για τη χάρη του σχήματος και των σχεδίων.
Συλλογίστηκα τη σφύζουσα ζωή
Της φημισμένης πολιτείας. Υστερα,
Επίτηδες σχεδόν, απόμενα στις αίθουσες,
Οπου το φως έχει κάτι το υδάτινο.
Δεν ξέρω αν τούτο οφείλεται
Στων τοίχων την απόχρωση
Ή στην ακινησία των εκθεμάτων,
στο γυαλί απ’ τις προθήκες.
Απόμενα λοιπόν,
Κρατώντας την αναμονή της παρουσίας σου,
Χαρά.
Για λίγο με σταμάτησε ο Κροίσος
«στήθι και οίκτιρον…ώλεσε θούρος Αρης».
Στην κίνηση, στη θέση των χεριών,
Ιδιαίτερη στροφή πρόδινε την ψυχή
Που απόμενε ακόμα εκεί
Κι’ έδινε τη συγκρατημένη θέληση
Του σώματος προς τα εμπρός.
Θρους φανταστικός της ζωής των αγαλμάτων,
Οταν μπορέσει να συλλάβει ο τεχνίτης
Την καίρια στιγμή…
Μοναδική στιγμή εσύ,
Υπέροχε, δεν είσαι μονάχα
Ο έφηβος της τέλειας καλλονής,
Της ακτινόβολης νεότητας,
Ο αρμονικός στο σχήμα της μουσικής των μελών,
Ο τη στάση του έχων και κρατών
Στη φυσική του δύναμη κι επιβολή,
Οπως η πέτρα ή το φυτό
Που υπάρχουν απλά και τέλεια μαζί,
Εκταση των χεριών σε ισορροπία ιδανική,
Θεία γραμμή,
Αδιάφθορη αγνότητα του συλληφθέντος χρόνου,
Της αφθαρσίας μειλίχιο πρόσωπο,
Υψωση της φθαρτής μας στάσης.
Πραγματικότητα και μαγεία,
Λεία της ζωής επιφάνεια,
Κολπούμενη, καμπυλωμένη
Από την κρυμμένη μέσα σου ορμή,
Συγκρατημένη κι’ οδηγούμενη.
Προσφορά και της ύπαρξης παραδοχή,
Σε κίνηση μαζί κι’ ακινησία,
Σαν ζύγισμα βασιλικού πουλιού.
Γεννήθηκες
Πριν από το δίδαγμα της αμαρτίας.
Είσαι εκείνη του πνεύματος η παροχή
Που σβήνει την ακόρεστη στέρηση
Κι’ εκμηδενίζει την απληστία.
Επιθυμείς και μένεις έτοιμος να στερηθείς.
Από πάνω σου γλιστρά
Η κάθε ξένη προς το σχήμα σου διάθεση.
Ζητάς της ψυχής το τίμημα
Κι’ εσύ το χαρίζεις, σώμα ζωντανό και γαλήνιο.
Συνάντηση λιτή με το απόλυτο,
Γυμνό μυστήριο.
Μορφή γλυτωμένη απ’ την ανάγκη.
Μουσική του ενός ήχου υψώνεσαι
Θεία ικανότητα δοσμένη ανθρώπινα.
Δεν σε παίδεψε η αγάπη
Που είναι αμφιβολία,
Καημός κι’ υποταγή οδυνηρή
Κι’ ας έχεις στο βλέμμα
Τη θαυμάσια ανθρώπινη μελαγχολία,
Εργο του ανθρώπου εσύ,
Εκείνου που αγάπησε τη ζωή του
Σε δόξα αγέρωχη και σεμνή.»

Κ. Καρυωτάκης  "Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο "


Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια* κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

Γιώργης Παυλόπουλος «Το άγαλμα και ο τεχνίτης»

Κένταυρος Ευρυτίωνας και νύμφη Δηιδάμεια, Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

«Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.
Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.
Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε, το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.
Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.»
  
Ιωάννης  Πολέμης  "Καρυάτιδες"



Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.
Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη
για κείνη που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει,
στη ξενιτιά, στην σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου.
Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου
κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα
γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ᾿ αυτές και σένα.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου