Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΛΗ " ..Δώδεκα... απόστολοι ! "


- Πάμε για μπάνιο ; Έξαλλα τα πλήθη στο σπίτι του Μεμά κι η Κικίτσα το βιολί της

-Να πούμε και στη μάνα μου ρε Μεμά ,αφού ξέρεις ο πατέρας μου δεν ξεκουνάει εύκολα .
-Ας έρθει .Μα σεμνά πες της , μη τη φορτώσω σε καμιά μαούνα και τη φουντάρω στα βαθιά ...Νταξ ; ααα είπα και στα παιδιά ...
Ε ρε και τιγκάραν το φορτηγάκι παιδομάνι ,πήραν και 3 γειτονόπουλα μαζί με την κολοπαρέα και ξεκινάνε για Καβούρι .
Της Πεντηκοστής ήταν .Το αδιαχώρητο παντού .
Καλά εδώ θέλει διευκρίνηση το πράγμα και ποιός να μας τη δώσει ...
Βρε τι δουλειά είχαν όλοι όλοι τούτοι μαζί τέτοια μέρα ;" Δώδεκα απόστολοι " θα μου πείς ,καθένας με τον πόνο του.
Πολιπολιτισμικό χαλί κι αλλού να βάλεις τον τόνο ,μέσα θάσαι ...
Τα χορτάρια ,οι πεζόδρομοι ,κάτω απ τα δέντρα και πάνω στα δέντρα κάτι πιωμένοι και να μην μπορείς να σαλέψεις .
Έλληνες καταχαμαί με κουβέρτες .
Πάνω τάπερ ..Έξω απ τα τάπερ κεφτέδες ,μέσα ευτυχισμένες μύγες,κάτι παπάρες στις λαδούμπες στη χωριάτικη που οι ντομάτες απ τη ζέστη και το κούνημα είχαν γίνει σκατοχυμένο πουμαρό ,που τα παιδάκια να κυνηγιόνται ολόγυρα να ξεχνιόνται και να πατάνε τους ντολμάδες ,οι γιαγιάδες οικονόμες ,να τους τινάζουν να ταιζουν το γαμπρό .
Πιό εκεί κάτι γύφτοι με τουμπερλέκια νάχουν ανάψει φουφούδες νάχουν κάνει κεφάλα πάνω απ τους καπνούς ,να φεύγουν τα λουκάνικα καυτά και να τα σβύνουν με μπύρες στον καταπιόνα τους ,χοροί .τσιφτετέλια ,μαλώναν οι γύφτισες για τα γκομενικά ,κάτι γέροντες με αργιλέδες ,να ρωτάνε τα γυφτόπουλα αν θέλουν χαστούκια ,αυτά ν αρνούνται ...
Πιο κει Αλβανοί κι ένας Τούρκος ,να σουβλίζουν ένα κοτόπουλο .Ένα ,είπα ...Πέντε νοματαίοι ήταν και ν ακούνε εκείνα τα Ηπειροτικοαλβανικά που δεν ξέρεις πως χορεύονται κι αν ξέρεις δεν σηκώνεσαι να σώσεις τον κάλο ...πιο πέρα άκουσον ...
Σε πλαστικές τσάντες και λαδόκολες ένα ρολό με κάτι πατάτες " αλά " ξερνάω ,χυλωμένες στο λιοπύρι και γύρω κάτι σκύλοι να παίρνουν συνέντευξη στο δίχτυ που μόλις επετάχθη ,να μυρίζονται με τις υγρές ρουθούνες τους το βρέφος ,που σκατωμένο τσίριζε εδώ κι ώρα ,μα ουδείς το ελάμβανε σοβαρά υπ όψην του .Να μάθει να περιμένει ρε ...
Η μαμά με μπούργκα λέμε κι ένας Γερμανός στη παρέα μόλις που τον είχε πάρει στο γκριλ ο ήλιος και γέλαγε ο μαλάκας οτι του λέγανε ,γιατί δεν καταλάβαινε .Οχι δεν φόραγε κάλτσα με πέδιλο .Σκέτη κάλτσα στην άμμο .Αλλά γέλαγε .
Παραδίπλα κάδοι απορριμάτων απο κάτι ταβερνεία απέναντι και πλάτη στον κάδο πάνω σε άθλιο κομμάτι μοκέτας ,τρείς χοντρές .
.Η μιά ρέμβαζε το κύμα ,η άλλη διάβαζε το" Σπρωξε με στην κατηφόρα Μήτσο "κι η άλλη να ροκανίζει πασατέμπο και να φτύνει τα τσόφλια με πάθος ολούθε.
Οι σύζυγοι τάβλι σε χαμηλό σπαστό ,να κατεβάζουν καντήλια κι αγίους και τα παιδιά ,5-6 ήταν ,να χαλάνε τον κόσμο κάνοντας τ αεροπλάνα γύρω τους και χτυπώντας το ένα τ άλλο με τις σακούλες απ τα πατατάκια στα κεφάλια τους .Τα σακούλια γεμάτα .Να πεινάνε οι χοντρές κι οι παρτίδες να μη κλείνουν ,να λιμοκτονούν οι διάβολοι και να τους λένε έχουμε στο τάπερ παστίτσιο της γιαγιάς Μυρσίνης ,όχι δεν θέλαν ούτε τη γιαγιά ,γιαυτό την παράτησαν μόνη σπίτι να πλαντάξει η σκατόγρια που δεν έδωσε το κατιτίς της να την πάρουν μαζί ...

Βλέπουν οι δικοί μας το συρφετό πάνε πιο πέρα μακρυά .Όχι πολύ ...Πέφτουν οι ψάθες οι ριγέ ανοίξαν τα ραδιόφωνα ,βγήκαν ηπίως αρχικά κάτι καφέδες πέσαν στη θάλασα να φύγει κι ο ιδρώς απ το καμίνι της ασφάλτου και το σταμάτα ξεκίνα ως να φτάσουν .

Κατουρήσαν όλοι με το ανάλογο ηλίθιο ύφος ,τα παιδάκια μια χαρά χαλαρά στο όρθιο ,φωνές ,χαρές πειράγματα ..
Η Αθηνά να φοράει ένα τεράστιο καπέλο με καρπούζια ,κεράσια κι άλλα φρούτα λες κι ήρθε καρφί απ τη λαχαναγορά .Προσπερνώντας τα πλήθη αυτή ,να την κοίταζουν ,να γελάνε , να σκουντιόνται ...
Κάποια κακά παιδάκια της πετάξαν κι ένα δαγκωμένο κεφτέ επάνω στη φρουτεμπορική ,είδανε το Μεμά ξοπίσω αγριεμένο κάνανε πως καταλάθος της τον κάτσανε φιογκάκι ,απεσωβήθη η σύρραξης .
Να κάνει αυτή κάθε λίγο " ω,μον ντιέ " απο σιχασιά ,κοιτώντας γύρω της περιφρονητικά ..."Προχώρα και μόκο μη σφαχτούμε εδώ πέρα " να της σφυρίζει σαν κόμπρα ο Μεμάς... 
Μπαίνει στα αποδυτήρια Αθηνά και βγαίνει η γοργόνα η αδελφή του Μέγα Αλέξαντρου ,που έτσι και ζούσε η γοργόνα θα κολοχτύπαγε την ουρά της 100 χρόνια απ τα γελια στα βράχια .Μαγιό ολόσωμο χρυσαφοκκόκινο σαγρέ με κορδόνι να δένει στο λαιμό ,να κατεβαίνει στα μπουτάκια τα ψιλοτρεμουλιασμένα και να καταλήγει σε κρόσια ολόγυρα .Πίσω ανοιχτό ως τον κώλο επίσης με μακρύτερα κρόσια που κάναν ουρά ,καταλήγοντας ως το μέσον και βάλε του μπουτίου .Στο κεφάλι κουκούλα ολόχρυση με λέπια .Βγαίνει έξω περπατάει αργά ,πηγαινοέρχεται η ουρά η απαστράπτουσα ,τύφλωσε κόσμο και ντουνιά .Να μάθουν όλοι αυτοί ... Η μπασκλασαρία ...Που την γέλασαν οι δικοί της πως θα την πάνε στον Αστέρα Βουλιαγμένης ...
Μ ύφος ποιά είμαι πως εβρέθην ενδιαμέσως των ποταπών ,προχωρά να μπει στο νερό .Ορμάνε τα μικρά που την κάνανε χάζι ,της πετάνε θάλασσα στη μούρη ,νευριάζει αυτή πάει να σκουπιστεί με τα χέρια της ,αρχίζει η αποκαθήλωση ...
Καραβαμμένη και πυρρέσουσα άρχισε να λιώνει ...τα ματάκια της με κάτι μουτζούρες ναααα..ο πικραμένος κλόουν .
Νάχει πάρει γραμμή το ναυαγωσώστη τον "φετάτο" αργότερα ,πατάει κάτι φωνές τύπου "βοήθεια ,κράμπα" και τα ρέστα,στον ενάμισυ μέτρο ,τρέχει αυτός να την βγάλει έξω ,είχε βαρύνει απ το νερό το μαγιό ,πάει και καλά να τον αγκαλιάσει να σηκωθεί στα πόδια της βγαίνουν τα βυζιά έξω απ το βάρος του ολόσωμου ,παθαίνει αηδία ο σώστης ,αει παράτα μας κυρά μου της λέει τη σαβουριάζει στην άμμο ... ,Νααα τα παλαμάκια ο κόσμος γύρω για τη διάσωση της αφρογοργονούσης τάχαμου ,μα ήταν για το τσάμπα θέαμα ...
Αργότερα ,πλησιάζουν κάτι νταγκλαράδες ,κάνουν χάζι τα ζαρζαβατικά στο καπέλο της Αθηνάς ... " Καλέ θείτσα ,πόσο πάνε τα καρπούζια σήμερα ; " .Διαπληκτίζονται αγρίως .Βγαίνουν Μεμάς και φιλούρια ,ταχέως απ τη θάλασσα τη θαλασσιά ... Η Κικίτσα απ το άγχος της ,τρώει δυό σοκοφρέτες καπάκι ...μαζεύονται κι άλλοι να δουν τι τρέχει και γίνεται στην παραλία της "Πεντηκοστής " .
Στο λόγο μου .Ήμουν εκεί και τάδα όλα ...
Τι μπουνιές ,τι ρακετιές πέσανε ...ω μον ντιέ κι η παναγιά η σώστρα ,λέω...
Βρήκαν ευκαιρία τα μικρά ,μαδάνε την καπελαδούρα της Αθηνάς ,γεμίζει το κύμα ροδάκινα ,κεράσια.μια πλέουσα φέτα πεπόνι κι ένα άκυρο μήλο ....

-Μεμά θα μου βάλεις λαδάκι στην πλάτη ; Καίγομαι ...(μετά απο ώρα η Αθηνά.)

-Τρέχα ρε Θράσο απέναντι λέει στο γυιό του ,φέρε δυο γιαούρτια .
-Ακου Αθηνά .Έχεις αρπάξει πολύ ...ΓΕΝΙΚΩΣ ...Βάλε την κόρη σου να σ αλείψει και αλάργα απο μένα θα βρωμάς και ξυνίλες σε λίγο .
Και νύχτωσε και δεν τους έκανε καρδιά να φύγουν απο κει ,άσε που τα μικρά θέλαν φωτιές και παιχνίδι γύρω να παίξουν τους Ινδιάνους λέει ...
Κι ανάψανε φωτιά κι ωραία περνούσαν όλοι ...
Μα εκεί μακρυά πάνω σ ένα βράχο... καμένη ,γιαουρτωμένη και μουτρωμένη η ατυχήσασα, κοιτάζει τη θάλασσα ...μπαίνει στο βαρκάκι εκεί δίπλα ,να νανουρίσει την ξεφτύλα του μεγαλείου της .Αποκοιμιεται ...

-Ρε Μεμά ,δεν βλέπω τη μάνα μου ,φωνάζει η Κικίτσα μετά απο ώρα ...
Στο βάθος του ορίζοντα αχνοφαίνεται το πλεούμενο με την κοιμωμένη βασίλισσα ...

Ταξιδεύει αργά λικνιστικά την έκπτωτη .
Μες αυτή τη βάρκα είναι μοναχηηηηηηηηηηηηη..............








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου