Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΚΗΣ " Ο Xρόνος, Ο Xώρος και ο Χορός...(Early fifties) "

πηγή φωτογραφίας 




Ο δρόμος στενός.
Μα στα μάτια μου φάνταζε στράτα πλατιά, μιας και, πριν απ' αυτόν,
τόπο μεγαλύτερο από μια κάμαρα δεν είχαν δεί.
Μπορεί πάλι και να μην έκανα λάθος, αφού η οδός Βαλέστρα ήταν ο πιό φαρδύς δρόμος στη γειτονιά.
Ο μόνος δρόμος που χωρούσε τα μεγάλα, μακρόστενα κάρα που περνούσαν
καμμιά φορά, κόβοντας δρόμο από την Ηλεκτρική προς τη Χανιόπορτα.
Κάθε πέρασμά τους, μια μικρή γιορτή για τη μαρίδα του δρόμου μας, σε όλο το μήκος του και όχι μόνο.
Το πανηγύρι άρχιζε με το άκουσμα του ήχου από τα σιδερένια τσέρκια στις
ρόδες του κάρου και τά πέταλα του αλόγου, καθώς πλησίαζε.
Μαζί και η άγρια (όπως πάσχιζε να την παραστήσει) φωνή του καραγωγέα, που, 
μια έδινε εντολές στο άλογο και μια απειλούσε - πλαταγίζοντας σιμά και το
καμτσίκι - το σμάρι που είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται για τη σκαλομαρία.
Το αχνό, άτεχνα κρυμμένο κάτω απ' το παχύ μουστάκι μειδίαμα τον
πρόδινε, και μάλλον προσκαλούσε στο γιορτάσι που θα ακολουθούσε παρά
απόδιωχνε.
Και το καμτσίκι απλά έδινε το σήμα και τον τόνο.
Το κάρο να τρέχει στο μισο-χωμάτινο, μισο-λιθόστρωτο δρόμο, το καμτσίκι
με την απόλυτα προβλέψιμη τροχιά κα ταχύτητα, αντί να απωθεί και
ν' αποτρέπει, έδινε λές το ρυθμό, σαν μπαγκέτα μαέστρου, στο υπέροχα θορυβώδες τσούρμο που το περιτριγύριζε και το ακολουθούσε.
Και τα πιτσιρίκια να πετάνε, λές, σαν σμήνος από ψαρόνια του Νοέμβρη, που στολίζουν τον ουρανό με ριπαίους κυματισμούς. 
Υπακούοντας ή στο καμτσίκι-μπαγκέτα, ή στις κραυγές του αμαξά, ή στη
φωνή του αρχιγαβριά, ή στο ρυθμό των πετάλων του αλόγου, ή μάλλον σε όλα
αυτά μαζί, ενιαία, αδιαίρετα κι' αδιάσπαστα, ανεβοκατέβαιναν από το
κάρο και άνοιγόκλειναν τον κύκλο τους.
Ήταν μια βουερή, συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στους "πάνω" που κατέβαιναν, 
τους "κάτω" που θα ανέβαιναν κι' αυτούς που έπαιρναν σειρά τρέχοντας γύρω 
και πίσω απο το κάρο.
Με πειθαρχία, ακρίβεια και χάρη χιλιοδουλεμένης χορογραφίας.
Και ήταν μιά απίστευτη χορογραφία, γκροτέσκα μαζί και τρυφερή.
Με αρμονία και πλαστικότητα στην κίνηση, με ρυθμό και συντονισμό,
που όμοιά τους δεν ξαναείδα.
Όμως κι' ο δρόμος όλος άλλαζε, θαρρείς.
Στα μάτια μου, όλο και άνοιγε, χάνονταν οι αυλότοιχοι και τα χαμόσπιτα
και όλα γίνονταν μιά αρένα μαγική.
Και στήνοταν ένα σκηνικό ονειρικό, αλλόκοσμο.
(Κάτι αντίστοιχό του, θα πρέπει να είχε δεί και ζήσει στη χώρα του ο Φελλίνι).
Μιά ζωγραφιά για πάντα ζωντανή στη μνήμη μου,
κι' ας μην είχα, πέρα απ' το να ρουφώ εικόνες, άλλη συμμετοχή.
Ήμουν δεν ήμουν, βλέπεις, τριών - τεσσάρων
και αυτό ήταν παιχνίδι ζόρικο, για (εξάρηδες και βάλε) "μεγάλους"...

© Μύρων Ζαχαριάκης





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου