Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΡΑ - ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ

Η Μαρία Καρδαρά γεννήθηκε στο Κατσαρού Μεσσηνίας.
Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή της Αθήνας. Aπό νεαρή ηλικία αφοσιώθηκε στην ποίηση και τη συγγραφή διηγημάτων, μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων και μονογραφιών.
Το 1981 εξέδωσε τη συλλογή «Θρήνος για τη Μητέρα μου». το 2013 τη συλλογή "Ο Αίολος" και το 2015 το μυθιστόρημα "Ο Σετλά".
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Η Λέξη", "Ποιείν", "Διάστιχο", "Θράκα" και "Σίσυφος".
Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην Ανθολογία “ Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάννα” (εκδ. Καστανιώτη) καθώς και στην Ανθολογία Θρησκευτικής Ποίησης του Σήφη Κόλλια.
Σημαντικό μέρος του ευρύτατου έργου της παραμένει ανέκδοτο.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

     Αγάπα τον ήλιο των εραστών της ειρήνης

          
Βιογραφικό της Μαρίας Καρδαρά από την ίδια

Εγώ η Μαρία Καρδαρά είμαι Ελληνίδα.
Χαρά μου! και δόξα μου!
Αγαπώ την πατρίδα μου
την θεοφόρα Ελλάδα
Αγαπώ και θαυμάζω τους Έλληνες για τον πολιτισμό που χάρισαν στους λαούς και τη Δημοκρατία το ανθρώπινο πολίτευμα.
Γεννήθηκα στο Κατσαρού της Μεσσηνίας 21-3-1924.
Είμαι το τελευταίο παιδί του Αριστομένη Κωνσταντίνου Καρδαρά και της Βασιλικής Δημητρίου Καπράλου.
Ο αδελφός μου Ντίνος Καρδαράς έπεσε υπέρ πατρίδος 31-12-1940.
Η γλυκειά αδελφή μου Ευσταθία Σιώρη πέθανε στις 17-4-1999.
Οι γονείς μου ήταν αγρότες,
Τους αγάπησα πολύ.
Αγάπησα με πάθος την ποίηση!
Αφιερώθηκα στη Λογοτεχνία.
Ευχή μου,
Αγάπα τον ήλιο
των εραστών της ειρήνης!!
Αγάπα τον ήλιο!!


    Θρήνος για τη Μητέρα μου - Απόσπασμα 

Γνώρισα τον Άδη
όταν είδα
τη Μητέρα μου νεκρή
και τους λυγμούς μου
δεν αποστόμωσαν
κελαηδισμοί και ουρανός
ούτε η θνητή μου ύλη.
Ακούμπησα το θάνατο
μάγουλο με μάγουλο
όταν φίλησα τη Μητέρα μου νεκρή
και υδρία δακρύων
παντού ταπεινώθηκα
και με θρήνους μετρώ
τη ζωή μου.
Συντριμμένη και μόνη τον αέρα εστέναξα,
το νερό καταπίκρανα,
στο χιόνι μαρτύρησα το γάλα που ήπια.
Ό,τι αγαπάω είναι νεκρό.
Εγώ που το θάνατο
στον ύπνο εξέχασα
και το φθαρτό εσαρκώθηκα
και πολύ αγάπησα
και πολύ αναστέναξα
συντριμμένη και μόνη
σε κόσμο νεκρό περιφέρομαι
και στις άδειες κραυγές μου
λιγοψυχώ.
Και τη δύση μου
ο θάνατος νέκρωσε.
Να μη βλέπω ένα σύννεφο άσπρο
που γυρίζει στον κόσμο
τη σκιά της μητέρας μου ανώνυμη πια.
* * * * 
Ώ , η φθορά του ήλιου-
η νεκρή Μητέρα μου!
Το παρήγορο φέγγος της θαλπωρής
την οδύνη του θανάτου περιβάλλεται.
Ώ, οι απελπισίες των ρόδων
μεγαλύτερες απ΄ τα εγκόσμια έργα
και πάρεργα.
Οι ιστορίες των λυγμών.
Ο ουρανός της φωτιάς
κατακαίγεται στην απότιστη ρίζα-
ο επόμενος θάνατος.
Ερημιά μου ο δρόμος!
Ερημιά μου τα δέντρα!
Ό,τι αγαπάω είναι νεκρό.


   Το Πνεύμα και το Μέλλον του

Κανείς δεν αγαπάει τα ερείπια
μα όταν είναι τα δικά σου πώς να φύγεις;
Πώς να εγκαταλείψεις ένα άγαλμα
και το ρυθμό της κολόνας;
Πώς να μην πεις στην Καρυάτιδα καλημέρα;
Πώς να ζεις τον άνθρωπο χωρίς τη ζωοφόρο
και τον Παρθενώνα;
Πώς θα αντέξεις τους χαμούς
αν δεν κρατήσης στην καρδιά
tη Δελφική σου πέτρα, τον Φοίβο τον χρησμό; …
Πώς θα μάθης ποίηση αν δεν διαβάσης Όμηρο;
Πώς θα μάθης ιστορία αν δεν περάσης
απ την πύλη των λεόντων;
Πώς θα αισθανθής το κάλλος
αν δεν θαυμάσης τον Ερμή στην Ολυμπία;
Την αφρογεννημένη Κύπριδα;
Πώς θα μάθης το μεγάλο
χωρίς τον Μέγα Αλέξανδρο;
Γη και Δωδώνη, Πόλη! «παγά λαλαίουσα
και το κατειβόμενο Στυγός ύδωρ»
ω, Αιολίδα Γη! ω, συντριμμένο άγαλμα
και μέσα στη συφορά σου φέγγεις
την αρμονία του Ολύμπου
και τη γεωμετρία του νερού
Γαλάζιο και άσπρο Αρχιπέλαγος
Αιγαία – Αιγαίο
οι συμπληγάδες είναι Ελληνικές
Θα τις περάσουμε!
Με τα πουλιά της Σαντορίνης
θα φτάσουμε το κρίνο της Κνωσσού
Θα αναγνώσουμε τη γραμμική Α΄γραφή
με την αρχέγονη πνοή μας
Με το κύμα

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΑΙΟΛΟΣ "

    Αφύπνιση

Ένα θέατρο και αυτό των ερειπίων
με την αναπαράσταση συνέχεια
αποσιωπητικά . . . .
Ρούχα και σκεύη για τα κενά
της ισημερίας
Ίσως παιζόταν η αφύπνιση
παίζεται η αφύπνιση

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΑΙΟΛΟΣ "


    Απόδραση στο Φως

Το μαγικό ως την οφρή
και όλη η πτήση στο κενό
Μ΄αναπνοές ξεκίνησε
το πρώτο ουράνιο ταξίδι
στη θέση αυτή που παίρνει ένα σώμα
Στην κλίση του μικρού
ή του μεγάλου παρελθόντος
Ένα καινούργιο πνεύμα
τα μυθικά Παιδιά που πνίγηκαν
πέφτοντας από τον ήλιο
Και έγιναν οι Έλληνες συνώνυμοι
των θρύλων και των ουρανών
μ΄εκείνη την απόδραση στο φως

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΑΙΟΛΟΣ "




    Μου έχει μείνει ένα δάκρυ

Από όλα μου τα δάκρυα
μου έχει μείνει ένα δάκρυ
τρομαγμένο
που προχωρεί τη συννεφιά
πριν από μένα για το μέλλον

Αρχή και τέλος ένα δάκρυ
Τι μέλλον νάχει ένα δάκρυ;
Κι αν είναι αυτό το πεπρωμένο
να κάψω το γιατί σε αγαπώ
και το γιατί θα φύγω

Μου έχει μείνει ένα δάκρυ
τρομαγμένο
που ανεβάζει το λυγμό στο τώρα
και στα περασμένα
σαν άλογο που βγήκε στο βουνό
και αγναντεύει χόρτο και πεδιάδα
και χλιμιντράει στην ηχώ
δεμένο από τη χαίτη στον αέρα
και δεν αναγνωρίζει γιατί είναι
Άλογο είναι προαισθάνεται
τη μακρινή σιωπή που πλησιάζει
σαν κλάμα γοερό αγνώστων

Αχ, πόσο πάνω να κοιτάξω
και πόσο πάνω από το φόβο
και πόσο μέσα να κοιτάξω
στις ρωγμές του φυσικού προσόντος
Είναι σκληρό το υπερβάλον ένα δάκρυ
να ισορροπήση τον χαμό
του ξεχασμένου φίλου

Μου έχει μείνει ένα δάκρυ
και χάνεται
σα να μην είναι τίποτα στον κόσμο
ένα δάκρυ
Σα να μην είναι τίποτα
ο πόνος του ανθρώπου


Από τη συλλογή "Ιστορίες Μοιραίων" 2014-2015



    ΚΑΤΟΧΙΚΑ - 22 ΙΟΥΛΙΟΥ 1943

Πριν από χρόνια πολλές φορές αναρωτήθηκα τι να έγιναν 

οι ξανθιές Γερμανίδες στρατιωτίνες ΝΑΖΙ που 
περιπολούσαν την Αθήνα με κατακαίνουργιες στολές, 
ροδοκόκκινες και βήμα βαρύ που το αλάφρανε ο ρυθμός της Λιλή Μαρλέν...

Τι να έγιναν αυτές οι χορτασμένες Γερμανίδες αφού το

 δίκιο του ... πολέμου ορίζει ο νικημένος λαός να ταίζει το 
νικητή και κείνος να πεθαίνει.

300 χιλιάδες οι δολοφονημένοι Έλληνες και τι να έγιναν 

αυτές οι Ναζί Γερμανίδες όταν γύρισαν νικημένες στη 
χώρα τους.

22 ΙΟΥΛΙΟΥ 1943 

Στην Αθήνα γίνεται η μεγάλη διαδήλωση κατά της καθόδου 

των Βουλγάρων μέχρι τον Όλυμπο

ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ - ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΛΑΟ - ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠ'ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

22 ΙΟΥΛΙΟΥ 1943 

Ώρα 10 παρά 20 ακούγεται η μεγάλη φωνή ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ!

Οι δρόμοι, οι πλατείες, γιομάτοι διαδηλωτές τραγουδάνε 

τον ΕΘΝΙΚΟ ΥΜΝΟ και άλλα τραγούδια της λευτεριάς. 
Τα Γερμανικά τανκς πυροβολούν στην Αθηνάς και 

σκοτώνουν 30 Έλληνες. 
Στην Πανεπιστημίου δεν πέφτει φύλλο αλλά απ'το

Σύνταγμα κατηφορίζουν 2 τανκς. 

Οι διαδηλωτές παραμερίζουν και μόνο η 17 ετών 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ανοίγει τα χέρια της, 
τραγουδάει και κρατεί μια μικρή Ελληνική σημαία. 
Το τανκ κατεβαίνει και η Σταθοπούλου στέκεται μπροστά 

του να του κόψει τη φόρα. 
Ο Γερμανός την πυροβολεί, εκείνη στέκεται ακόμα. 
Το τανκ περνάει πάνω στο σώμα της Σταθοπούλου.

Στο άλλο τανκ ανεβαίνει η φοιτήτρια της Γαλλικής 

φιλολογίας ΚΟΥΛΑ ΛΙΛΗ, 19 ετών. 
Έβγαλε το παπούτσι της και χτυπάει το Γερμανό με το 

τακουνάκι της.
Εκείνος την σκοτώνει με 6 σφαίρες.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ - ΚΟΥΛΑ ΛΙΛΗ Aιώνια η
μνήμη σας!!
ΗΡΩΙΔΕΣ! Δεν παίρνουν οδηγίες, ούτε διατάζουν!
Ανυψώνουν τον άνθρωπο!





Ο Σετλά - Μυθιστόρημα 

Δυο λόγια για το βιβλίο
Ο Σετλά, κοντοστούπης και κακομούτσουνος, ο περίγελως του χωριού και ο καημός της μάνας του, μετά το θάνατό της, με οδηγό τις συμβουλές της και την αγαθοσύνη του, επιβιώνει από τα καψώνια και τις δολοπλοκίες των συγχωριανών του και αναγορεύεται ευεργέτης του χωριού.
Μια μυθιστορηματική αφήγηση των ηθών ενός παραδοσιακού χωριού, μια ανατομία της αφτιασίδωτης ανθρώπινης ψυχής.
Περισσότερα εδώ 

Απόσπασμα 

Από το σπίτι του Σετλά απλώνεις το χέρι σου και πιάνεις το βουνό. Άλλα σπίτια κει κοντά δεν είναι, παρά το σπίτι της θειας του της Κώσταινας, και τους χωρίζουν ένα χωράφι και δυο λαχανόκηποι, κάπου δυο στρέμματα τόπος.
Το βουνό δε βγάνει νερό και δεν έχει πηγές. Κοιμάται το νερό του βουνού και για να πίνουν νερό ο Σετλά και η μάνα του κατεβαίνουν στο χωριό και παίρνουν απ' το πηγάδι του χωριού, δέκα λεφτά δρόμος.
Και είναι ο δρόμος κατήφορος και τον κατεβαίνεις, ανήφορος και τον ανε¬βαίνεις.
«Να πας για νερό, Σετλά».
«Να πάου, μάνα».
Παίρνει το μπουγέλο και τη λαήνα ο Σετλά και πάει στο πηγάδι. Βγάνει νερό με το μπουγέλο και γιομίζει τη λαήνα του, γιομίζει και το μπουγέλο και είναι έτοιμος να φύγει, όταν ακούει την καμπάνα να βαρεί δυνατά και γρήγορα.
Κάποιο νέο θα μάθουν οι χωριάτες όταν βαρεί η καμπάνα τους έτσι γρήγορα και ο Σετλά δειλιάζει να πάει στην πλατεία και περιμένει στο πηγάδι μη και περάσει κανένας να μάθει το νέο.
«Σετλά, να 'ρθείς στην πλατεία», του είπε ο Γρηγόρης. «Μας παίρνουν στρατιώτες».
«Θα 'ρθώ», είπε ο Σετλά, αλλά δεν πάει. Πήρε το μπουγέλο του και τη λαήνα και πάει το νερό στο σπίτι του.
Ανεβαίνει στη Ραχούλα –έτσι λένε το μέρος όπου είναι το σπίτι του–, αφήνει το νερό και κατεβαίνει για την πλατεία. Σηκώνει το κασκέτο του, βάνει τα χέρια στις τσέπες και περπατεί καμαρωτά όπως ο Σταύρακας. Κατεβάζει το κασκέτο του, βγάνει τα χέρια από τις τσέπες, σκύβει το κεφάλι του και γίνεται πάλι ο Σετλά.
Στην πλατεία κοντά στον ευκάλυπτο είναι μαζωμένοι οι χωριάτες και ο Σετλά στέκεται στην άκρη. Κάνα δυο του είπαν «καλημέρα, Σετλά», είπε και ο Σετλά «καλημέρα».
Ο πρόεδρος του χωριού κρατεί έναν κατάλογο και φωνάζει τα ονόματα όσων είναι είκοσι χρονών. Και όποιος ακούει το όνομά του λέει «παρών». Τελευταίος στον κατάλογο είναι ο Σετλά και ο πρόεδρος φωνάζει: «Σετλά Ορεινόπουλος».
Ο Σετλά ακούει το όνομά του, πάει να μιλήσει, και δεν ξέρει τι λένε και σωπαίνει.
Ξαναφωνάζει ο πρόεδρος: «Σετλά Ορεινόπουλος».
«Εδώ είναι ο Σετλά, παρών», είπε ο Σταύρακας.
Στους εικοσάχρονους παρόντες βγάνει λόγο ένας λοχίας αλλά ο Σετλά είναι κοντός και δεν τον βλέπει και δεν ξέρει ποιος είναι ούτε πολυκαταλαβαίνει τι λέει.
«Έχω διαταγή», είπε ο λοχίας, «να μαζώνω τους εικοσάρηδες να πάνε στρατιώτες. Αρκετά μεγαλώσατε, μπορείτε να σκοτωθείτε. Η δουλειά που θα μάθετε είναι να σκοτώνουτε και να σκοτωνόσαστε. Προσέχτε! Θα σημαδεύουτε τον εχθρό στο μάτι. Ακούτε; Στο μάτι! Έτσι, δεν ξαστοχάει η σφαίρα και του το τρώτε το κρανίο. Προσοχή στον στόχο! Και ο στόχος, θα με ρωτήσουτε, ποιος είναι; Άνθρωπός τις...»
Ο Γιάννης είπε σιγανά: «Ρε Περικλή, ο στόχος άνθρωπός τις... η ανθρωπότη»;
«Ε ναι, άνθρωπός τις...» είπε ο Περικλής.
«Ένας ένας», είπε ο λοχίας, «να έρχεται να τον μετράω στο μπόι· θέλουμε παλικάρια για στρατιώτες...»
Με έναν σπάγγο μετράει το μπόι τους από τα πόδια μέχρι το κεφάλι και λέει «κάνεις» . Μετράει τον άλλο και ξαναλέει «κάνεις». Φτάνει και η σειρά του Σετλά, τον βλέπει ο λοχίας και βάνει τα γέλια. «Ρε κακομοίρη, μια χαψιά σε κάνει εσένα το κανόνι! Συ κάνεις μόνο για πολεμοφόδιο. Σε τυλίγω στο στουπί, σε βάνω στο κανόνι και βγαίνεις απ' την μπούκα του χαρτοπόλεμος!»
Τότε άρχισαν ούλοι να γελάνε και ο Σετλά καταλαβαίνει πως τον κοροϊδεύουν και δεν ξέρει τι να κάνει.
«Να πας στο σπίτι σου», είπε ο λοχίας, «δεν κάνεις για στρατιώτης». Μέσα στα γέλια πισωγυρίζει ο Σετλά, κονταίνει πιο πολύ και φεύγει. Και του λέει ο Στέφανος ο κατσαρομάλλης: «Α, ρε Σετλά πλουσιόπαιδο, που δεν πας στρατιώτης! Μόνο τα πλουσιόπαιδα, οι μεγαλοκληρονόμοι δεν πάνε στρατιώτες!...»
Ο Σετλά ούτε χαίρεται ούτε λυπάται που τον κοροϊδεύουν. Με τα κοντά ποδαράκια του τρέχει και φτάνει στη Ραχούλα.
«Έλα, Σετλά, να καθαρίσουμε τα λάχανα», του είπε η μάνα του.
«Έρχομαι, μάνα».
«Γιατί βαρεί η καμπάνα, Σετλά;»
«Είναι ένας ξένος και παίρνει τους εικοσάρηδες για στρατιώτες. Πόσων χρονώ είμαι, μάνα;»
«Όσο θέλει ο καιρός και είσαι...»
«Είμαι είκοσι χρονώ! Ο πρόεδρος φωνάζει τα ονόματα στην πλατεία και με έχουν γραμμένο...»
«Να λες δεν είσαι είκοσι χρονώ... Βρε κακοζάκανε Σετλά, στρατιώτη θα σε κάνω εσένα; Και ποιος θα φέρνει χορτάρια για τη γουρούνα και ποιος θα φέρνει ξύλα για τη φωτιά και με ποιον θα τινάζω τις ελιές μας;... Τους είπες είσαι είκοσι χρονώ;»
«Δεν είπα τίποτα».
«Βρε κακοζάκανε Σετλά, γιατί έχει τη γλώσσα ο άνθρωπος;»
«Τι να 'λεγα, μάνα;»
«Τι να 'λεγες; Δεν είσαι είκοσι και είσαι δέκα!»
«Μ' έχουν γραμμένο και είμαι είκοσι...»
«Να χαθούνε οι παλιογραφιάδες και να χάνουνται! Και δε ρωτάνε και έχω ψωμί και έχω αλάτι και με τι φαρμάκια σε μεγαλώνω. Δε σε στέλνω στρατιώτη!»
«Μάνα, δε με παίρνουνε στρατιώτη!»
«Γιατί δε σε παίρνουν;» ρώτησε θυμωμένη η μάνα του Σετλά.
Ο Σετλά σηκώθηκε και χοροπήδαγε. «Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη! Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη... Και μια χαψιά με κάνει το κανόνι, έτσι είπε κείνος ο ξένος...»
«Και τους άλλους τι τους κάνει το κανόνι; Τους χαϊδεύει το κανόνι; Χου χου, ας πάνε να τους χαϊδεύει το κανόνι...» είπε η Λιου. «Άναψε τη φωτιά, Σετλά, και βάλε νερό να βράσουμε τα λάχανα να φάμε. Και φέτος οι ελιές μας έχουν γιόμο και το λάδι της χρονιάς μας θα το βγάλουμε».
[...]
(Απόσπασμα –η αρχή– από ανέκδοτο μυθιστόρημα) 

ΔΙΗΓΗΜΑ -ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ
Όλα τα γράμματα που μας έστελνε η θεια μου τον τελευταίο καιρό τέλειωναν ίδια: «έτερον ουδέν». 
Ούτε το όνομά της έβανε ούτε τίποτα, «έτερον ουδέν». 
Η μάνα μου ρώτησε τον πατέρα μου τι διάβολος είναι αυτό το «έτερον ουδέν», αλλά κι εκείνος δεν ήξερε. 
«Πού να ξέρω;» της είπε. 
«Δε ρωτάς τον Δάσκαλο; Θα ξέρει… 
Πολλά τα ακατανόητα του κόσμου, ένα ακόμα τι βλάπτει; Ό,τι λέει, λέει», της είπε ο πατέρας μου. 
«Στην Αθήνα μπορεί να άλλαξαν όνομα στην αδερφή σου και να τη λένε Έτερον Ουδέν…» 
Η μάνα μου δεν ικανοποιήθηκε και όταν θα ερχόταν η αδερφή της στο χωριό, θα τη ρώταγε να μάθει.

Αλλά και η θεια μου δεν ήξερε τι σημαίνει «έτερον ουδέν ». Το έλεγε ο θειος μου κάπου είκοσι φορές τη μέρα και το ’μαθε κι εκείνη όπως μαθαίνεις κάτι σπουδαίο… 
Και μας το έγραφε να μας κάνει τη ρεκλάμα της – στην Αθήνα ξέρουν περισσότερα απ’ τους χωριάτες! 
Και η θεια μου έμενε στην Αθήνα δώδεκα χρόνια, σωστή Αθηναία.

Το σπίτι τους ήταν τρώγλη, βρόμαγε μούχλα και απόπατο. Μα στο χωριό χειρότερα, δεν είχαν στρέμμα. 
Έτσι, πήραν των ομματιών τους και έφυγαν για την πρωτεύουσα. 
Ο θειος μου έγινε νεκροθάφτης και η θεια μου καθαρίστρια του νεκροταφείου. 
Η μάνα μου το είχε ντροπή, τέτοια δουλειά η αδερφή της και ο γαμπρός της… 
Όμως δουλειά είναι κι αυτή, πού να βρεις και καλύτερη; 
Κάθε μέρα ο θειος μου στην πόρτα του νεκροταφείου στεκόταν και διάβαζε κάτι που ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα. 
Στην αρχή διάβασε συλλαβιστά: «έ-τε-ρον ου-δέν» και τόσο εντυπωσιάστηκε, που το έμαθε απ’ όξω· «έτερον ουδέν», το εύρημά του! 
Και όταν έθαβαν τον νεκρό και τον αποσκέπαζαν με χώμα έλεγε: «Έτερον ουδέν».

Ο θειος μου και η θεια μου είχαν δύο παιδιά, τη Μαρία και τον Τάκη. 
Η Μαρία πέθανε στα οχτώ της χρόνια από φυματίωση. 
Τι κλάματα κάναμε όλοι μας! 
Ήταν ακατανόητο να πεθαίνεις στην Αθήνα… 
Καλά, στο χωριό δεν έχεις γιατρό, μα στην Αθήνα να πεθαίνεις από πείνα; 
Μα πώς να γίνει; Πεθαίνεις παντού.

Πάνω στον τάφο της Μαρίας ο θειος μου έγραψε με χαλίκια «έτερον ουδέν». 
Ένας συνάδελφός του που τον είδε τον ρώτησε: 
«Τι γράφεις, Παναγιώτη;»
 Και του απαντάει ο θειος μου: 
«Διάβασε τι λένε τα χαλίκια». 
Διαβάζει ο άλλος «έτερον ουδέν» και δεν καταλαβαίνει. 
«Και τι είναι αυτό;» ξαναρωτάει τον θειο μου. 
Κι ο θειος μου του λέει: «Σοφό». 
«Και τι σχέση έχει ο τάφος με το σοφό; Σοφό είναι να ζεις», του λέει ο άλλος. 
Ο θειος μου πότισε τα λουλούδια και διάβασε ακόμα μια φορά: «Έτερον ουδέν». 
Και κάθε που τον ρώταγαν «Τι κάνεις, Παναγιώτη;» έλεγε «Έτερον ουδέν» και εννοούσε πως πέθανε η Μαρία. 
Έτσι το εξήγησε στη μάνα μου όταν τον ρώτησε και το μάθαμε κι εμείς οι άλλοι. 
Στραβά, ίσια; Ποιος τα ρωτάει αυτά; «Έτερον ουδέν».
Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo


ΔΙΗΓΗΜΑ - ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΙΑΤΩΝ

Η Μαριάννα είναι κατάκοιτη. Στο σώμα της ανοίγουν πληγές που πονούν και βρομάνε. Αθεράπευτες πληγές και ατέλειωτος πόνος.
Όμως σαν μια ελπίδα, σαν δυνατότητα, θέλει να φέρουν το πιάνο της να παίξει ένα ρέκβιεμ ή κάτι πολύ εύθυμο, έστω.
«Αδερφή, γιατί δεν έφεραν το πιάνο μου;»
Η νοσοκόμα δεν της απαντάει.
Η Μαριάννα ξαναρωτάει: «Αδερφή, δεν ακούς; Θέλω να φέρουν το πιάνο μου. Το πιάνο μου!»
Η νοσοκόμα πάει κοντά της και της λέει σιγά: «Σκάσε».
«Απαιτώ ευγένεια!» φωνάζει η Μαριάννα. «Απαιτώ να φέρουν το πιάνο μου».
«Εδώ είναι νοσοκομείο», λέει η νοσοκόμα, «δεν είναι αίθουσα συναυλιών...»
«Θα το συζητήσω με τον γιατρό. Ο γιατρός ξέρει τη θεραπευτική δύναμη της μουσικής».
«Για ποια θεραπεία μιλάτε; Εδώ είναι ο θάλαμος ανιάτων. Εδώ μέσα είναι τριάντα άνθρωποι κατάκοιτοι. Η μουσική τούς λείπει;»
«Θάλαμος ανιάτων;» απόρησε η Μαριάννα. «Ώστε με πέταξαν τα παιδιά μου;»
«Και οι άλλοι άνθρωποι είναι», είπε η νοσοκόμα.
«Άνθρωποι, δε λέω», είπε η Μαριάννα, «όμως εγώ είμαι καθηγήτρια του πιάνου, είμαι τραγουδίστρια, εγώ δίδαξα μουσική σε πολλούς νέους. Γιατί δεν φέρνουν το πιάνο μου;»
«Γιατί εδώ είναι ο θάλαμος ανιάτων», είπε η νοσοκόμα.
«Αδερφή, είμαι γιομάτη πληγές – ξέρεις ποιος με πλήγωσε; Δεν θυμάμαι να με χτύπησαν, να με πυροβόλησαν... Δεν θυμάμαι πώς έγιναν όλα. Αδερφή, βάλε μια κουλούρα στη μέση μου. Δε με λυπάσαι, αδερφή;»
«Σας έβαλα μαξιλάρι», είπε η νοσοκόμα.
«Αδερφή, πονάω! Αδερφή!»
«Θα περάσει ο γιατρός και του λέτε πού πονάτε».
«Φρίκη!» είπε η Μαριάννα. «Όλη τη νύχτα βρόμαγαν τα πόδια κάποιου. Ευτυχώς εγώ δεν βρομάω... όμως η βρόμα έβγαινε από το κρεβάτι μου. Είχατε βάλει κάποιον στο κρεβάτι μου; Βρόμαγε σαν πτώμα. Βάλατε στο κρεβάτι μου ένα πτώμα! Όλη τη νύχτα βρόμα, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Και το φεγγάρι γιόμισε πληγές – βρόμαγε και το φεγγάρι... Αδερφή, γύρισέ με στο πλάι. Πονάω, αδερφή!»
«Τώρα θα πιείτε το τσάι σας», είπε η αδερφή.
Χάρηκε η Μαριάννα. «Θα πιω το τσάι μου... Με λίγο γάλα, παρακαλώ. Αδερφή, τη ρόμπα μου να σηκωθώ. Θα πιω το τσάι μου στο τραπέζι... Τις γαλάζιες παντοφλίτσες μου, παρακαλώ... Αδερφή, τη ρόμπα μου, τις παντοφλίτσες μου... Αδερφή, βοήθησέ με να σηκωθώ. Δεν ακούς, αδερφή; Θα πιω το τσάι μου στο τραπέζι!»
«Κυρία Μαριάννα, θα πιείτε το τσάι σας στο κρεβάτι, έχω δέσει τις πληγές σας. Αν σηκωθείτε, θα λυθούν οι επίδεσμοι και θα χυθείτε...»
«Αδερφή, με τρομοκρατείς, θα διαμαρτυρηθώ...»
«Σε ποιον;» είπε σαρκαστικά η νοσοκόμα.
«Στον οικογενειακό μου ιατρόν».
«Ας έρθει ο οικογενειακός σας ιατρός να σας σηκώσει εκείνος... Παλιόγρια, θα πιεις το τσάι σου;»
Η Μαριάννα κλαίει σιγά και λέει σιγά: 
«Με τα δάκρυα θα εκτονωθώ. Και ευτυχώς που δεν βάφτηκα ακόμα... Ευτυχώς που δεν έβαψα τα μάτια μου ακόμα...»
«Θα πιεις το τσάι σου;» είπε η νοσοκόμα θυμωμένη.
«Αδερφή», είπε η Μαριάννα, «είσαι πολύ σκληρή».
«Κυρία Μαριάννα, εσύ είσαι σκληρή που σαπίζεις ζωντανή. Σεις όλοι δω μέσα οι κατάκοιτοι που σαπίζουτε. Και να κάνουτε ό,τι σας λέω!»
Η Μαριάννα απτόητη. «Και τι ξέρεις εσύ τι πρέπει να κάνω εγώ; Τι ξέρεις;»
«Εγώ», λέει η νοσοκόμα, «ξέρω πως πρέπει να πιεις το τσάι σου, αν θέλεις να ζήσεις καμιά μέρα ακόμα».
«Και πού είναι γραμμένο πως με ένα τσάι μπορείς να ζεις μια μέρα;»
«Αν δεν πιεις το τσάι σου, θα το δώσω στο άλλο κρεβάτι», είπε η νοσοκόμα.
«Και φταίω εγώ, παιδί μου, που αρρώστησα; Φταίω εγώ;»
«Και ποιος φταίει;» ρώτησε η νοσοκόμα. «Σεις φταίτε! Η δική σας σάρκα λιώνει και βρομάει».
«Αδερφή, μου δίνετε την πούντρα μου;»
«Αργότερα», είπε η νοσοκόμα. «Τώρα μοιράζω το τσάι».
«Φοβάμαι», είπε σιγά η Μαριάννα. «Αδερφή, φοβάμαι...»
«Τι φοβάσαι;» είπε η νοσοκόμα. «Τον ύπνο φοβάσαι;»
«Ύπνος είναι; Ώστε ύπνος... ύπνος... ε, λοιπόν όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Δεν ήρθες να μου αλλάξεις τις γάζες, να με πλύνεις λιγάκι...»
«Αυτό έπρεπε να το κάνει η νυχτερινή, γιατί δεν της φωνάξατε;»
«Όλη τη νύχτα φωνάζαμε... Πόσοι είπες είμαστε, τριάντα δεν είπες;»
«Τριάντα είπα. Οι είκοσι πέντε είναι γέροι-γέροι και οι πέντε μεσήλικες».
«Ναι», λέει η Μαριάννα, «αυτοί οι νέοι βλαστήμαγαν όλη τη νύχτα. Τόσο φώναζαν, που είπα θα σηκωθούν και θα τα σπάσουν όλα».
Η νοσοκόμα γέλασε. «Όλοι εδώ μέσα είναι κατάκοιτοι, πώς να σηκωθούν; Αν μπορούσαν να σηκωθούν, δεν θα έβαζαν τριάντα ανθρώπους σε έναν θάλαμο! Θα πρόσεχαν οι Διοικήσεις!»
Τριάντα φωνές πονεμένες: «Μας βασανίζουν οι Διοικήσεις! Μας βασανίζουν οι Διοικήσεις! Όταν είσαι αδύναμος, όλο και κάποια Διοίκηση σε αρπάζει απ' τον λαιμό. Οι Διοικήσεις μάς βασανίζουν!»
Η νοσοκόμα έτρεξε να φέρει τον γιατρό. Οι κατάκοιτοι προσπαθούσαν να σηκωθούν και η βρόμα στον θάλαμο αυξήθηκε. Και οι ίδιοι που βρόμαγαν δεν άντεχαν και φώναζαν: 
«Μας βασανίζουν τα Διοικητήρια!»
Η Μαριάννα φώναζε πιο δυνατά από όλους: «Οι Διοικήσεις δεν επιτρέπουν να φέρουν το πιάνο μου. Θέλω να φέρουν το πιάνο μου να παίξω ένα ρέκβιεμ για όλους. Και μετά κάτι πολύ χαρούμενο για την αγάπη του καθένα».
Οι κατάκοιτοι όλοι: «Να φέρουν το πιάνο να παίξει η Μαριάννα. Το πιάνο! Να τραγουδήσει η Μαριάννα!»
Στον θάλαμο μπήκε ο γιατρός και είπε: «Ησυχία!»
Ο γιατρός φορεί μάσκα και κίτρινα λαστιχένια γάντια.
Η Μαριάννα γελάει. «Συγγνώμη, γιατρέ, κατάδυση θα κάνετε; Απ' όσο θυμάμαι...»
«Μην ενοχλείτε τον γιατρό!» τη διακόπτει η νοσοκόμα. «Ο γιατρός θέλει ησυχία να σας εξετάσει». Και λέει μέσα της: Κι εγώ πρέπει να φορέσω μάσκα. Και οι κατάκοιτοι να φορέσουν μάσκες. Όλοι να φορέσουμε μάσκες.
Η Μαριάννα απλώνει το χέρι της για χειραψία στον γιατρό, ο γιατρός κάνει πως δεν καταλαβαίνει, η Μαριάννα κλαίει σιγά. Η νοσοκόμα ξεσκεπάζει τη Μαριάννα, ο γιατρός κοιτάζει το πληγιασμένο σώμα.
«Σκέπασέ τη», λέει στη νοσοκόμα.
Η νοσοκόμα τη σκεπάζει με το βρόμικο σεντόνι.
«Γιατρέ, πώς με βλέπετε;» ρώτησε η Μαριάννα με κάποιο λυγμό.
«Καλά, καλά, όλα θα πάνε καλά», είπε ο γιατρός.
«Θα πεθάνω, γιατρέ;
«Δεν είπα κάτι τέτοιο...»
«Οι πληγές μου βρομάνε. Γιατί βρομάνε;»
«Φυσική κατάσταση», είπε αδιάφορα ο γιατρός.
«Γιατί δεν με θεραπεύετε, γιατρέ; Δεν υπάρχουν φάρμακα για μας;» είπε με παράπονο η Μαριάννα.
«Τη θεραπεία την ορίζει ο γιατρός», είπε η νοσοκόμα. «Κοιμήσου!»
«Ο άρρωστος θέλει να θεραπευτεί», ανταπάντησε η Μαριάννα. 
«Χωρίς φάρμακα, πώς θα γίνω καλά;»
«Κάποτε δεν υπάρχουν φάρμακα», είπε η νοσοκόμα.
«Ανίατη αρρώστια δεν υπάρχει, γιατί με εγκαταλείπουν;» φωνάζει η Μαριάννα. 
«Θέλω να φέρουν το πιάνο μου... Θέλουμε ψυχαγωγία!»
Και σα να ήταν το σύνθημα της εποχής, οι ανίατοι φώναζαν: 
«Θέλουμε ψυχαγωγία! Ψυχαγωγία!»

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo


Η Συλλογή Ποιημάτων"  Αίολος " της Μαρίας Καρδαρά σε ηλεκτρονική μορφή εδώ 

Στον ιστότοπο της Μαρίας Καρδαρά (  http://karthara.blogspot.gr/
υπάρχει και το θεατρικό έργο της " Λεηλασίες ".
όπως επίσης και η Συλλογή " Τα κουκλάκια " 

ΠΗΓΗ : http://karthara.blogspot.gr/









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου