Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΔΑΚΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

"Συγγραφή για εμένα είναι να ξεγλίστρημα σε μια άλλη ζωή. Εκεί που δημιουργώ μια καινούργια γειτονιά με καινούργιους ανθρώπους και που πάντα με περιμένουνε για να μου ανοίξουνε την αγκαλιά τους, να μου ανοίξουνε τη πόρτα τους, για να μου δείξουνε τη ζωή τους. Γνωρίζω ζωές και κάποιες φορές “πειράζω” ζωές. Έστω και σε μία άλλη διάσταση. Δυστυχώς, ή ευτυχώς."Δ.Κ.

Από συνέντευξη στη ΒΕΝΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ για το Womland.



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα με καταβολές από την Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική και Διοίκηση Επιχειρήσεων ενώ στη συνέχεια μελέτησε Ελληνικό Πολιτισμό μέσω του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως Σύμβουλος επιχειρήσεων επί εργασιακών θεμάτων και είναι επί σειρά ετών εισηγητής σεμιναρίων management συνεργαζόμενος με σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα.
Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.

Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα 

«Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής»(2009) και 

«Ο Ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό…»(2011) 
καθώς και μία συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Άστο το φως»(2016) όλα από τις εκδόσεις «Άπαρσις». 
Υπό έκδοση βρίσκεται συλλογή διηγημάτων του. Η είσοδος στα θεατρικά δρώμενα αποτελεί άμεσο στόχο του για το 2017.
Λογοτεχνικά και Ποιητικά έργα του έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (National short story Award 2015, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, Αμφικτυονία Ελληνισμού, ΕΠΟΚ, Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, International Poetry Prize 2014, Ολυμπιακή Στέγη Βέροιας, κ.α.).
Πονήματά του, εκδοθέντα ή μη, δημοσιεύονται κατά καιρούς σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες, ιστοσελίδες και blogs πολιτισμικού περιεχομένου και αποσπάσματα έργων του έχουν διαβαστεί σε εκπομπές ραδιοφωνικών σταθμών.

i) Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής




Δημήτρης Κολιδάκης - Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής

Είδος - Μυθιστόρημα

Εκδόσεις - Άπαρσις, 2009
Σελίδες - 231 
ISBN 978-960-98936-0-2,

... Κι εκεί ματασκέφτηκε η γερόντισσα, όπως πολλά βράδια πριν σφαλίσουν τα μάτια με ύπνο... "Ο τόπος μας είναι ένας ουρανός γεμάτος φεγγάρια που κυνηγιόνται στις νύχτες μας. Ναι, στις νύχτες εμάς των μεγάλων και των "σοφών", τρομάρα μας! Αν σκορπίσουνε στη θάλασσα του κόσμου, σκέφτομαι μήπως το σκοτεινό του νερού στα σωθικά τα πάρει! Τα πάρει και τα πνίξει". Και το δάκρυ έπαιρνε τον κατήφορο και ίσα που σταμάταγε λίγο πιο πάνω από τα χείλια... κρατημένο! Λαμπυρισμένο! Ο τόπος της -Ο Ποταμίτης- τον πόναγε η γερόντισσα, και τα φεγγάρια... ναι, τα φεγγάρια -έτσι τα 'λεγε τα παιδιά, τα Ποταμιτάκια- πρώτο λόγο είχανε στη σκέψη της! Και δόστου πλενόντουσαν τα μάτια κάθε που το σκόρπισμα έπαιρνε ζωντάνια στο μυαλό...!
"Ο χρόνος κυλάει. Καθένας άλλο δρόμο της ψυχής του παίρνει. Και ο ουρανός, κάποια στιγμή, σκορπίζει τα φεγγάρια τούτα στη θάλασσα του κόσμου, ξεχειλίζοντας την από φως περίσσιο και πολύχρωμες ελπίδες για το αύριο. Και με το περπάτημα ανάμεσα σε εικόνες και σε στιγμές ανείπωτα μαγευτικές υφαίνεται το ριχτάρι μιας αλλιώτικης ζωής".




Αποσπάσματα 

Α) Η πόρτα του Γυμναστηρίου έτριξε στο άνοιγμα και γλίστρησε μέσα ο Λουκάς. Το ’πιασε ο Διευθυντής και ξανά ’πε.
- Αυτόν το χρόνο, θα κάνουμε κάτι διαφορετικό και πιο σπουδαίο. Κάτι το μεγαλειώδες και το Θείο. Τα κάλαντα του χωριού μας θα είναι τραγούδι χαράς, αγαλλίασης και βοήθειας σε κάποιο συνάνθρωπο μας. Σε κάποιον που θέλει να κρατήσει το φως του, που όσο πάει σβήνει, χάνεται. Κι αυτό το φως, που όλο λιγοστεύει, θα το δυναμώσουμε εμείς. Το νοσοκομείο της κυρα-Μέλπως θα ετοιμαστεί με τη δική σας συμμετοχή και βοήθεια. Με τα χρήματα από τα Χριστοκάλαντα και τα Πρωτοκάλαντα, τα δικά σας. Η ιδέα είναι του Λουκά του Καλύβα της Έκτης και θα βοηθήσουμε όλοι, να γίνει πραγματικότητα. Γιατί η ιδέα μπορεί να είναι μιανού, αλλά η επιθυμία να βλέπει τον ήλιο και τ’ άστρα, η κυρα-Μέλπω, είμαι σίγουρος ότι είναι όλων μας.

Β) Όπως η ιστορία με τον Ιορδάνη τον Μπίθα. Από την πρώτη Λυκείου, το χρώμα στο μούτρο του πρόδινε την κατάστασή του. Μεσογειακή αναιμία, προχωρημένου βαθμού. Κι απο κατάσταση οικογενειακο-οικονομική, δράμα. Δυστυχία σκέτη! Μια μάνα μόνο στη ζωή, με δουλειά όπως και όπου τη φώναζαν. Τι ξενόρουχα σιδέρωνε, τι σκαλοπάτια έτριβε, τι μωρά ξεσκάτιζε, τι ανήμπορους ξενύχταγε. Στο νοσοκομείο, τη ζούλαγαν συνέχεια… 
- «Δυο μπουκάλες αίμα, κάθε μήνα, θέλουμε για τις ανάγκες του Ιορδάνη, κυρία Μπίθα».
- «Και πού να τις έβρω; Μόνη είμαι στον κόσμο τούτο. Μόνη κι έρημη. Σαν το καλάμι».
- «Να βρεις! Να ψάξεις! Ο κόσμος δε δίνει. Δε βγάζει απο μέσα του το περίσσεμα, να σωθεί ο διπλανός του. Κι οι ανάγκες του νοσοκομείου πολλές», η απάντηση.
- «Γιατί δεν το δίνει ο κόσμος; Αφού ο Πανάγαθος δεν έβαλε βρύση στα σώματα. Με το κόψιμο, χύνεται όλο έξω. Πετιέται. Γιατί δε δίνουν λίγο και για τον Ιορδάνη μου; Γιατί;»
Έτσι είχε πει στο Λυκειάρχη μια μέρα, η μαύρη, κλαίγοντας. Την είχε πιάσει η απόγνωση και το παράπονο και έτσι το ’πε στον Μπούα, καθώς η μάνα είχε πάει να ρωτήσει για το γιο της. Γιατί η κυρία Ιουλία, κλαψιάρα δεν ήτανε. Ούτε φόρτωνε τους άλλους με τα καταδικά της βάρη. Είχε περηφάνεια και διακριτικότητα. Και καλοσύνη έβγαζαν τα μάτια της που ’ναι ο καθρέφτης της ψυχής.
Την άλλη μέρα, τη φώναξαν απ’ το νοσοκομείο. Την έμπασε ο Διευθυντής στο γραφείο του.
- Μπορείς να ’ρχεσαι το πρωί να βοηθάς λίγο στη κουζίνα; Όχι, πολλά πράγματα. Να τρίβεις καμιά κατσαρόλα, κανένα τηγάνι και τέτοια. Και φαγητό από ’δω θα παίρνεις. Εδώ θα τρως κι από ’δω θα παίρνεις και για το βράδυ. Μπορείς, Ιουλία;
Έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα, η Ιουλία. Αν μπορούσε, λέει! Και το ρώταγε ο χριστιανός! Της το ξεκαθάρισε, όμως. Όχι, για μόνιμα. Μια θα ’φευγε, μια θα ’ρχότανε. 
Γιατί όμως διάλεξε εκείνη ο Διευθυντογιατρός; Αφού ούτε υπουργό ήξερε, ούτε βουλευτή, ούτε κανέναν άλλον πολιτικάντη. Τότε πώς; Γιατί; Απάντηση ποτέ δεν πήρε γι’ αυτό η κυρία Ιουλία κι ούτε θα ’παιρνε ποτέ. Ούτε γιατί τη φωνάξανε στα μαγειρεία, ούτε και τί θέλουνε κάθε μήνα οι καθηγητές στο αιμοδοτικό. Δυο ερχόντουσαν, οι ίδιοι δυο έφευγαν. Πάντα δύο και κάθε μήνα διαφορετικά μούτρα. Άλλοι τη μια φορά, άλλοι την άλλη. Ποτέ δε ρώτησε και ποτέ δεν θα ρώταγε. Τί την ένοιαζε εξάλλου! Τα ξένα, τα περίεργα, δεν την ένοιαζαν και δεν την ενδιέφεραν. Αλλά αυτό που σκεφτότανε που και που ήταν, ότι εδώ και κάμποσο καιρό δεν την είχανε ξαναζουλήξει για τις μπουκάλες του Ιορδάνη. Δεν της ξαναείπανε κουβέντα. Πού βρίσκανε αίμα, άραγες;
«Ποιος ξέρει, τώρα που με βλέπουνε συνέχεια, να με περνούν για δικιά τους και να ’ναι διαφορετικά». Έδινε την απάντηση, μόνη της.


Ο Δημήτρης Κολιδάκης μιλάει για το βιβλίο «Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής» σε συνέντευξή του στο  ΑΡΘΡΟγραφωντας στη ΜΑΙΡΗ ΚΑΝΤΑ


Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο σας, σε περίπτωση που κάποιοι δεν το έχουν διαβάσει, να το γνωρίσουν καλύτερα;
Δ.Κ.: Η «λάμψη μια αλλιώτικης ζωής» είναι ένα κράμα λέξεων και εικόνων που απεικονίζουν όχι μια «αλλιώτικη ζωή» αλλά την ίδια τη ζωή μας, τους ίδιους τους πόθους μας και αυτές τις προσδοκίες μας για το συναισθηματικό παρόν και μέλλον των παιδιών… των παιδιών μας. Στιγμιότυπα «ζωτικών κύκλων» όπως του Δημοτικού, του Λυκείου ακόμη και των πρώτων ακαδημαϊκών βημάτων, διοχετεύουν μηνύματα θετικά όχι προς τα παιδιά, αλλά προς τους ίδιους τους γονείς, προς τους μεγάλους. Παρ’ όλο που είναι μυθιστόρημα το βιβλίο αυτό έχει να θυμίσει στον αναγνώστη κάποιο περιστατικό, κάποια στιγμή από την ίδια την παιδική ή την εφηβική ζωή του. Για το λόγο τούτο δεν απευθύνεται μόνο σε νέους αλλά και σε ηλικίες μεγαλύτερες ή …πολύ μεγαλύτερες αφού το αγιόκλημα και ο βασιλικός αφήνουν έντονα τα «ίχνη» τους να πλανιόνται στην ατμόσφαιρα.

Με την "Λάμψη μίας αλλιώτικης ζωής" εισάγετε ένα νέο όρο, την "Οικογενειακή Λογοτεχνία". Μπορείτε να μας περιγράψετε λίγο το νέο αυτό όρο;
Δ.Κ.: Σκοπός της Οικογενειακής Λογοτεχνίας δεν είναι η κατανάλωση χρόνου –πάντα συγγραφικά- περιγραφών ειδυλλιακών τοπίων και μελό διαλόγων αλλά η έκφραση μηνυμάτων, απόψεων και σκέψεων των ηρώων, του περιβάλλοντός των αλλά και του ίδιου του συγγραφέα. Η λεπτομερειακή περιγραφή του τόπου που διαδραματίζεται η πλοκή καθώς και οι αντιδράσεις των ηρώων κρίνονται απαραίτητες για να ταυτιστεί ο αναγνώστης με τον αντίστοιχο ήρωα που νομίζει ότι τον εκφράζει. Συνεπώς η «Οικογενειακή Λογοτεχνία» χαρακτηρίζεται από μια τριμερή πλοκή με ξεκάθαρες σκέψεις όλων των παραγόντων της συγγραφής. Ίσως ακόμα αυτών των γραφικών (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, εσωτερικές εικόνες). Η «Οικογενειακή Λογοτεχνία» για άλλους παραφράζεται –και ίσως σωστά- ως... «Τολμηρή Λογοτεχνία» αφού ο συγγραφέας εκφράζει ανοιχτά σκέψη και γνώμη. Είναι αλήθεια ότι ψάχνοντας κάποιος ανακαλύπτει πως όλο το έργο βαδίζει πάνω στα χνάρια των κλασικών συγγραφέων και των τοπικών κοινωνιών, εκφράζοντας μια πραγματική εικόνα σε σωστό χρόνο. Διακρίνοντας μια εκφραστική καθημερινότητα στις λέξεις και μια συνεχή παρεμβολή από τον συγγραφέα ή από το περιβάλλον των κεντρικών προσώπων –ίσως κάποια στιγμή το περιβάλλον καθίσταται και αυτό κεντρικός άξονας κεφαλαίων- η γραφή χαρακτηρίζεται άμεση.
Συνέντευξη ΑΡΘΡΟγραφωντας στη ΜΑΙΡΗ ΚΑΝΤΑ
Διαβάστε περισσότερα εδώ 


ii) Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό... 


Δημήτρης Κολιδάκης - Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό... 
Είδος - Μυθιστόρημα 
Εκδόσεις - Άπαρσις, 2011
Σελίδες - 329 
ISBN 978-960-98936-6-4, 

"Κοίταξε τον Περικλή, στο ημίφως, πόσο ήρεμος ήτανε! Aγωνιστής ζωής και ήρεμος. Ασυμβίβαστα. Για άλλους ναι... ασυμβίβαστα. Γι’ αυτόν όχι και δεν του πήγαινε άλλη έκφραση. Δεν του "δένανε" άλλα χαρακτηριστικά. Έτσι έπρεπε να ήτανε. Έτσι... Ήρεμος!

"Περικλή, εδώ είμαι... κοντά σου. Μην ανησυχείς, μη στεναχωριέσαι...". Δύσκολα εύρισκε τα λόγια η Ουρανία για το ξεμυστίκευμα και που αρχή τούτο, θα ‘πρεπε χρόνια πίσω να είχε. Ας είναι... έστω! Ξεκίνησε και προχώραγε ψαχτά για το παρακάτω. Για τα λόγια τα απλά, τα ανθρώπινα αλλά πάντα άβγαλτα και που σταματημένα στα σπλάχνα μένανε! Ξένα γι’ αυτήν έτσι κι αλλιώς και τώρα θέλανε να βγούνε, να ξεχυθούνε με δύναμη... Όπως το κλάμα!"

Έτσι είναι! Τα λόγια τα ψιθυριστά αν δεν τα έχεις ξαναπεί πας ψάχνοντας. Θέλει τόλμη! Πρέπει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου για να δώσεις στον άλλον να καταλάβει ότι του δίνεσαι.... γιατί του δίνεσαι! Ο ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό του "κάποτε" ή ένα ατελείωτο μυστικό του "τώρα". Μια αυθόρμητη εξομολόγηση, μια στιγμή τόσο διαφορετική από τις άλλες τις κοινές. Λέξεις πλεγμένες με συναίσθημα... ό,τι και να ‘ναι αυτό το τελευταίο. Αντάρας ή νηνεμίας. Ξεσπάς και αποκαλύπτεσαι μ’ έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, αλλά τόσο αληθινό, τρόπο! Ξεσπάς...!



Αποσπάσματα 



Α) Μέχρι τα πεντέμισι κράτησε το άγνωστο μακρινό ταξίδι για τον πατέρα. Η προσμονή! Δεν μπορούσε άλλο το μυστικό και το πλάνεμα να μείνει. Δεν γινότανε πια. Όλα έχουνε ένα «μέχρι», ένα «φτάνει» και ένα «πρέπει»! Όλα μα όλα! Κι ένα βράδυ γλυκό, ανοιξιάτικο, έφερνε και μια μυρωδιά το νυχτολούλουδο που σε ζούρλαινε, στη βεράντα, με τον Σταμάτη αγκαλιά στη κούνια τη λικνιστή, σήκωσε το χέρι το αριστερό, της καρδιάς –έτυχε ή σημάδι λατρείας;- και του έδειξε το πιο λαμπερό αστέρι της νυχτιάς. Έψαξε το αυτί του με τα χείλι της για να του ακουμπήσει τα λόγια τα κρυφά. Τα χρονισμένα! Τα λόγια που έπρεπε να φανερωθούνε… να βγούνε απ’ τη καρδιά και να μην χαθεί τίποτα! Να μην πέσει κάτω ούτε ένα σύμφωνο, ούτε ένα φωνήεν. Έτσι έπρεπε!
- «Εκεί είναι αγόρι μου… εκεί είναι ταξιδεμένος ο μπαμπάς. Εκεί πάνω και μας καμαρώνει που είμαστε μαζί, αγκαλιά. Μας καμαρώνει και μας νοιάζεται Σταματάκο μου… Μας κοιτάζει ακοίμητος με το γλυκό του βλέμμα… Το ζεστό του! Μας φροντίζει με τον δικό του τρόπο! Μας προσέχει και μας αγαπάει απέραντα. Και την αγάπη του, με φως νυχτερινό μας την στέλνει. Όταν όλοι ησυχάζουν, κοιμούνται και δεν κάνουν θόρυβο, τότε μας την στέλνει για να την νοιώσουμε καλύτερα. Κι αν και ‘μεις αποκαμωμένοι κλειστά έχουμε τα μάτια, εκείνος βρίσκει ένα όνειρο και μας την ταξιδεύει για να την πάρουμε! Και να το ξέρεις… όπως είμαστε τώρα… ακουμπιστοί… έτσι θέλει να ‘μαστε. Έτσι! Κοντά… ζεστά. Αγαπημένοι…». 
Μπέρδεψε στα μαλλιά του ένα φιλί μ’ ένα μαργαριτάρι υγρό. Μια αγάπη και μια νοσταλγία! Το πρώτο για το παιδί… το δεύτερο για τον πατέρα του… τον «ταξιδεμένο».

Β) Για τους συγγενείς είπαμε…
Όλοι λένε «οι δικοί μας άνθρωποι»… και μόνο «δικοί μας» δεν είναι. Κάποιες φορές είναι, για παράπονα και για περαδώθε και ποτέ δεν είναι για τα δικά μας «ζητάω» μιας και η απάντηση γνωστή όπως, «ξέρεις…», «ναααα… εγώ…», « θα ‘θελα αλλά…»! Γι’ αυτό άστους στην ησυχία τους! Στο χωριό τους! Στις χαρές τους δίχως τις λύπες μας και στις λύπες τους που δεν χρειάζονται κι άλλους να τους κρατάνε το χέρι που από τις παρηγοριές και το «υπομονή» θα ‘ναι μελανιασμένο ήδη. Εξ’ άλλου πάνε πια και οι εποχές που καλούσες σε γιορτές και άνοιγες το σπιτικό σου σε θείες και θείους, σε κουμπάρους και συμπεθέρους. Και σε ξαδέλφια! Κοντύνανε τα σόγια. Λιγοστέψανε οι καρδιές από σχέσεις και οι ψυχές από θανάτους. Μαζέματα κι αν και είμαστε στην εποχή των μηδενισμένων αποστάσεων, τούτες δω οι αποστάσεις μεγαλώσανε. Πιο εύκολα πας στην άλλη άκρη του ωκεανού παρά στο σπίτι του συγγενή! Μαζέψανε τα πάρε δώσε! Οι μισοί κόψανε τα «πάρε» και οι άλλοι μισοί τα «δώσε»! Εντελώς! Βρεθήκανε καβούκια για… κλείσιμο. Σε όλα τα μεγέθη και σε όλα τα σχήματα! Χελώνες για τις βίζιτες και καβούρια για τις εξυπηρετήσεις! Ακόμη και τις αναγκαίες! Οι αιτίες; Κανείς δεν ξέρει και ούτε θα ‘θελε να μάθει. Κλείσανε οι καρδιές και γίνηκε η διάθεση σκέτη κούραση. Και γι’ αυτούς και για τους άλλους. Για όλους. Και για σένα και για ‘κείνους! Αφού καμιά φορά αναλογίζεσαι… «βρε, μήπως μου τους είχανε επιβάλλει και τους ανεχόμουνα τόσο καιρό; Έχανα το χρόνο μου τσάμπα με το μουρλόσογο;». Και αυτό «παίζει»! Επαφές που μείνανε γιατί προϋπήρχανε! Η κουζίνα στο σπίτι υπάρχει γιατί υπήρχε. Όπως η μπανιέρα… απαραίτητη για τις κουβέρτες και όχι για τα σώματα. Τώρα θες ένα «μπες – βγες»… κι αν βγει και κανένα σύστημα στεγνού καθαρίσματος, ανάρπαστο θα γίνει! Χρόνος για μας, μηδέν. Και οι οδοντόβουρτσες κι αυτές ηλεκτρικές. Άστα-βράστα! Μπερδεύτηκε το αίσθημα με το χρόνο. Το «σ’ αγαπώ» με το «πες το γρήγορα». Μπέρδεμα στις καρδιές με τη λογική την… παράλογη! Ισοπέδωση. Μάλλον χώσιμο βαθύ στην αφάνεια!
Γ) Προχώρησε η γριούλα τρία βήματα μπροστά. Πιο κοντά σ’ εκείνον… στον δικό της… στον «αλαργινό» τον σύντροφό της. Και ‘κει ξαναγλυστρήσανε τα δάκρυα από τα μάτια τα σφαλιστά, λες κι είχε το δικό της κάδρο, τη δική της φωτογραφία… τη δική του μορφή τη ζωντανή, μέσα της. 
Όχι «λες»… την είχε! 
«Σε ευχαριστώ αγάπη μου, για όλα και για τούτα! Σε ευχαριστώ μοναδικέ μου σύντροφε… αξέχαστε! Έφυγες και μου άφησες την αγάπη σου για συντροφιά. Για συντροφιά στην ερημιά μου! Σε ευχαριστώ… που σ’ αγάπησα», ψιθύρισε απαλά, αέρινα, απέραντα γλυκά! Ερωτευμένα! Αυτό ήτανε το σωστό, η σωστή λέξη… Αυτή και μόνο αυτή...
«Ερωτευμένα!»



Ο συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του «Ο Ψίθυρος είναι ένα ατέλειωτο μυστικό…»σε συνέντευξή του  στη Λέμυ Μανίκα   

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσή σας για αυτό το μυθιστόρημα;
Οι φάσεις τής ζωής κάποιου απλού ανθρώπου, τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας, ο διπλανός μου και ο απέναντι μου στο μετρό, ο γείτονας μου και ο συνάδελφός μου, η ζωή των άλλων και οι κλεφτές ματιές μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα στον απογευματινό καλοκαιρινό περίπατο, κάποια ολιγοήμερη παραμονή μου στην επαρχία, μα και ο αβάσταχτος πόνος στην απώλεια αγαπημένων προσώπων που αυτόματα γεννά την ελπίδα –πως άραγε είναι δυνατόν!- της επανόδου και της συνάντησής τους ακόμη και μέσα σε μία απόκοσμη και απόκρυφη στιγμή. Όλα αυτά μπήκανε στο μίξερ τής εν μέρει μυθιστορίας, με αποτέλεσμα τον «Ψίθυρο».
Πως επιλέξατε τον τίτλο του βιβλίου; Η λέξη “ψίθυρος” είναι κάτι το συμβολικό;
«Συμβολικό» δεν θα το έλεγα. Απλά «δυνατό». Ο ψίθυρος από μόνος του είναι μια ήπια μορφή του προφορικού λόγου λόγω έντασης η οποία προσδίδει τρυφερότητα, καθησυχασμό, ικεσία μα και στον αντίποδα μπορεί να περικλείει μάλωμα ή παραπομπή σε διαφορετικό χρόνο από τον παρόντα με «σκληρούς» υπαινιγμούς (π.χ. θυμάμαι τη μητέρα μου που μου έλεγε όταν ήμουν μικρός για κάποια αταξία «όταν θα πάμε σπίτι θα σου δείξω εγώ»). Επομένως, ένα τέτοιο βιβλίο ήπιας ροής αλλά δυνατών συγκινήσεων δεν θα μπορούσε παρά η λέξη «ψίθυρος» να είναι το βασικό συνθετικό του τίτλου του.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Σταμάτης, αντιπροσωπεύει για σας ένα μεγάλο ποσοστό ανδρών του σύγχρονου κόσμου;
Ποιας εποχής και ποιου κόσμου; Ας μη παραβλέπουμε ότι η ζωή αλλάζει εν ριπή οφθαλμού και τα σημερινά δρώμενα διαφοροποιούν την παρούσα γενιά και σηματοδοτούν επιπλέον αλλαγές και στην επόμενη. «Χτίζονται» άλλοι χαρακτήρες, πιο τεχνοκρατικοί αλλά και πιο… «φευγάτοι». Ο Σταμάτης είναι ένας νέος άνδρας με αρχές, με αισθήματα, με δυνατά «πιστεύω», με αξίες, εργατικός, με στόχους και όνειρα, τόσο στη προσωπική όσο και στην επαγγελματική του ζωή. Αντιστρέφω λοιπόν την ερώτηση και ρωτώ: «Μπορεί ο Σταμάτης να είναι ο αντιπροσωπευτικός άνδρας της σύγχρονης εποχής;». Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα, πιστέψτε με, εάν η απάντηση είναι «ναι»! Πάντως κάποια στιγμή ήταν και μάλλον στην εποχή της συγγραφής του «Ψίθυρου».
Ξεκινώντας τη συγγραφή αυτού του βιβλίου είχατε εξ’ αρχής στο μυαλό σας την εξέλιξη και το τέλος της ιστορίας αυτής ή προέκυψε η πλοκή γράφοντας;
Την συγγραφή κάθε βιβλίου την ξεκινάω, πάντα, από το δεύτερο κεφάλαιο. Και αυτό γιατί η αρχή με δυσκολεύει αφάνταστα. Δημιουργώ με τη φαντασία ένα περιβάλλον δράσης, εκκίνησης, φαντάζομαι τον πρωταγωνιστή φυσιογνωμικά καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του και ξεκινάμε μαζί τη… δική του ζωή. Και αφού είναι δική του η ζωή, αυτός με οδηγεί, βήμα-βήμα, κεφάλαιο-κεφάλαιο στα δικά του προβλήματα, στις δικές του γωνιές και αυτός δημιουργεί τις προδιαγραφές του δικού του τέλους. Σπάνια μου δίνεται η… πολυτέλεια να ορίσω εγώ το τέλος. Αυτό συνήθως συμβαίνει στα διηγήματα και το κάνω ξαφνικά, βιαστικά για να μην υπάρχει χρόνος αντίδρασης του. Αυτό έγινε και στον «Ψίθυρο». Η εξέλιξη και η πλοκή αυτής της ιστορίας υφαινόταν σε κάθε κεφάλαιο. Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του κάθε κεφαλαίου μου αποκάλυπταν την άγνωστη, μέχρι τότε, δική τους ζωή, Στο τέλος όμως «έπιασα» εξαπίνης τον Σταμάτη καθώς και αρκετά πρόσωπα του έργου!
Από συνέντευξη στη Λέμυ Μανίκα    http://apostaktirio.gr/ 
Διαβάστε περισσότερα εδώ 

iii) Άστο το φως 



Δημήτρης Κολιδάκης - Άστο το φως 
 Είδος - Ποίηση 
Εκδόσεις - Άπαρσις, 2016
72 σελ.
ISBN 978-618-82369-1-2

Στα μύχια της ψυχής βλέπεις το παρελθόν και το τώρα. Παρελθόν σημαίνει καμωμένα πράγματα. Έτσι "αναγκάζεσαι" σε εξομολογήσεις λυτρωτικές, συναισθηματικές, ανομολόγητες. Ποιητικές ενφάσεις. Το τώρα, απλά, προδίδει το μέσα προσδιορίζοντας επιμελώς κρυμμένες γωνιές. Και στις δύο χρονικές καταστάσεις καταμαρτυρούνται αλήθειες. Και η αλήθεια είναι φως. Ένα φως ελπίδας που για να ξεχυθεί αναζητεί μια χαραμάδα. Μια χαραμάδα φτάνει! Γι' αυτό... "Άστο το φως" 



Ποιήματα Συλλογής 


Πρώτο βραβείο
Έγραψα σ’ ένα χαρτί μόνο τ’ονομά σου
και το ‘στειλα.
Πήρε το πρώτο βραβείο ποίησης.
Παμψηφεί!
«Αδιάβλητος ο διαγωνισμός…»,
είπανε οι κριτές.
«…και αξιοκρατικός»,
 συμπλήρωσαν οι συμμετέχοντες.
Έτσι είπανε!
Αυτό να ξέρεις
“Θα φύγω μάνα!”
Κι αν από κούραση αποκάμω
κι αν η ψυχή από δύναμη στερέψει
κι αν της καρδιάς μού κλέψουν την αγάπη,
τ’ αχνάρια τούτα του φευγιού που άσβηστα ‘μένουν,
 πίσω θα πάρω κι εδώ θα σέ ‘βρω.
Εδώ θα είσαι… Εδώ, όπως πάντα!
Με πόθο άπαυτο, κρυφό,
 στον ήλιο ανείπωτο,
σιώπισμα στη μαρτυριάρα μέρα,
θαρρώντας το φανέρωμα,
λιγοψυχιά μού φέρει ίσως.
Πνιχτή στα σωθικά τη προσμονή μου έχεις.
“Θα φύγω μάνα!”
Κι άμα το φως του το φεγγάρι αδυνατίσει
κι αυγή αργεί το δρόμο να φωτίσει,
να μη σκιαχτείς αν χτύπημα, κατάνυχτα,
στη ξώθυρα ακούσεις.
Ακούς, μη φοβηθείς!
Μόνο τα χέρια άνοιξε και κλείστα
σαν ύστερα η αγκαλιά γεμίσει...
Μέσα θα μέ ‘βρεις!
Του στήθους σου το σείστρο θα με ημερεύει
και  των ματιών σου η θάλασσα θα ‘ναι για ‘με,
απάγγειο λιμάνι.
Αυτό να ξέρεις!

Εγκλεισμός
Γηροκομείο.
Ισόβια κάθειρξη.

Τάφος γονέων.
(Χαϊκού)


Ζωή χαμένη

Οι άχρηστοι, τα φορτώματα,
οι δήθεν φίλοι,
ζωή μας κι αυτοί.
Κι άλλοι που ήτανε καλοί,
μα λάθος διαγραμμένοι,
ζωή μας και ‘κείνοι.
Οι τελευταίοι όμως,
ζωή χαμένη!

Παιδική ζωή
Δεν μου αρκούνε
τρεις ζωές,
να φέρνω αναμνήσεις,
για μια ζωή χρόνων μικρών
στην άκρη της αυλής μου.
Δεν μου αρκούνε!
Δέκα ζωές θα ήθελα
για ‘κείνη να μιλάω,
για ‘κείνηνε να χάνομαι
στου χρόνου τα σοκάκια.
Μ’ ακούραστα τα βήματα,
παντού να ροβολάω
κι αν αποκάμω και σταθώ
κι ο ύπνος μ’ αποπάρει
πάνω  στη κούνια πού έστησαν
τα πατρικά τα χέρια,
τη παιδική μου τη ζωή
στ’ όνειρο πάλι θέλω.

Μεγαλώσαμε
Μεγαλώσαμε,
ο πόθος και ο έρωτας
γίνανε
αγάπη και σεβασμός.
Μεγαλώσαμε,
τα φιλιά και τα αγγίγματα
γίνανε
συμπόνια και βλέμματα.
Μεγαλώσαμε
και μεστώσανε όλα.
Μη κλαις…!
Δεν σβήσανε.
Τα δυνατά ποτέ δεν σβήνουνε...
Μεστώνουνε!























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου